Στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα

Το φετινό φθινόπωρο κύλησε το ίδιο απογοητευτικά όπως και το περσινό. Η ανομβρία των δύο πρώτων μηνών μετά το καλοκαίρι έκαψε το ρείκι που είναι το σημαντικότερο φυτό για την φθινοπωρινή ανάπτυξη και την ανανέωση του πληθυσμού, με αποτέλεσμα τα μελίσσια να μπουν στο χειμώνα με γερασμένες μέλισσες και λιγοστές προμήθειες.

Το μελισσοκομείο του κάμπου κατά το ξεχειμώνιασμα. Στο βάθος χιονισμένο το όρος Ξηροβούνι.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθαν και τα χιόνια. Ο φετινός χειμώνας, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, αποδεικνύεται αρκετά σκληρός και αν το φθινόπωρο ήταν πιο ευνοϊκό, ίσως να μην αποτελούσε τόσο μεγάλο πρόβλημα, όμως με τις λιγοστές προμήθειες που συνέλεξαν οι μέλισσες είναι παραπάνω από εμφανές ότι θα έχουμε αρκετές απώλειες φέτος…

Το μελισσοκομείο του βουνού. Τα μελίσσια σκεπάστηκαν από το χιόνι.

Σε αντίθεση με το μελισσοκομείο του βουνού, στον κάμπο δεν χιόνισε, όμως δεν έλειψε ο παγετός και οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες την νύχτα. Οι μέλισσες εκτελούν ελάχιστες πτήσεις, οι οποίες είναι κυρίως πτήσεις καθαρισμού. Σε αντίθεση με προηγούμενες χρονιές δεν δουλεύουν στις μουσμουλιές ενώ λόγω του κρύου έχουν καθυστερήσει και τα ζοχαδόχορτα με τις ανεμώνες.

Πανοραμική φωτογραφία του μελισσοκομείου στον κάμπο.

Από εδώ και πέρα ελπίζουμε σε πρώτη φάση τα μελίσσια να βγάλουν τον χειμώνα με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες και έπειτα να έχουμε μια, όσο γίνεται πιο φυσιολογική άνοιξη. Χωρίς μεγάλες περιόδους ανομβρίας αλλά και έντονες και συνεχόμενες βροχοπτώσεις.

Advertisements

Αν θέλετε να σώσετε τον κόσμο, ο βεγκανισμός δεν είναι η απάντηση.

Η αυστηρή ή ολική χορτοφαγία (γνωστή και ως βεγκανισμός, αγγλ. veganism), παρουσιάζει μια αύξηση στο Ηνωμένο Βασίλειο τα τελευταία δύο χρόνια – από περίπου μισό εκατομμύριο ανθρώπους το 2016 σε περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια – 5% του πληθυσμού σήμερα. Και στην Ελλάδα το ποσοστό των χορτοφάγων αυξάνεται όλο και περισσότερο.

Έξυπνα ντοκιμαντέρ όπως το Cowspiracy: The Sustainability Secret ή το What the Health έδειξαν στο ευρύ κοινό πως λειτουργεί η εντατική βιομηχανία κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων, αποκαλύπτοντας πως μεταχειρίζονται τα ζώα αλλά και τις επιπτώσεις που έχει αυτό στην υγεία των ανθρώπων αλλά και στο περιβάλλον. Μας καλούν να στραφούμε εξ ολοκλήρου σε φυτικά τρόφιμα.

Όμως αντί να παρασυρθούμε από τις προτροπές να καταναλώνουμε περισσότερα προϊόντα που παράγονται με βιομηχανικές μεθόδους μονοκαλλιέργειας καλαμποκιού και σόγιας, οι οποίες έχουν έντονες περιβαλλοντικές παρενέργειες, θα πρέπει να ενθαρρύνουμε βιώσιμες μορφές ζωικής παραγωγής και γαλακτοπαραγωγής βασισμένες στα παραδοσιακά συστήματα της νομαδικής και ημινομαδικής κτηνοτροφίας και κυρίως της συντηρητικής βόσκησης.

Και μιας και οι αυστηροί χορτοφάγοι έχουν ασπαστεί τον βεγκανισμό, συχνά για λόγους ηθικής, καθώς θεωρείται ότι η κατανάλωση κρέατος προϋποθέτει πολύ βία και βαρβαρότητα, θα πρέπει τουλάχιστον να αμφισβητήσουμε το κατά πόσον είναι ηθική μια αύξηση των καλλιεργειών που απαιτούν όλο και περισσότερα λιπάσματα, μυκητοκτόνα και ζιζανιοκτόνα, ενώ παράλληλα αντιτίθενται στις βιώσιμες μορφές κτηνοτροφίας οι οποίες μπορούν να αποκαταστήσουν το έδαφος και τη βιοποικιλότητα.

Το 2000, ο σύζυγός μου και εγώ μετατρέψαμε μια φάρμα 14.000 στρεμμάτων στο Δυτικό Σάσεξ σε έναν τεράστιο βοσκότοπο. Τοποθετήσαμε Αγγλικές μακρυκέρατες αγελάδες, αγριόχοιρους, πόνι Έξμορ, κόκκινα ελάφια και πλατώνια (μηρυκαστικά θηλαστικά της οικογένειας των ελαφίδων). Για 17 χρόνια προσπαθούσαμε να κάνουμε τη συμβατική αρόσιμη γη μας και την γαλακτοκομική επιχείρηση μας κερδοφόρα αλλά με τα βαριά πηλώδη εδάφη του Low Weald δεν μπορούσαμε να ανταγωνιστούμε αγροκτήματα με ελαφρύτερα εδάφη. Πήραμε μια απόφαση που άλλαξε τη μοίρα μας.

Ο οικοτουρισμός και η παραγωγή κρέατος που έχει εκτραφεί βιολογικά συνέβαλλαν ώστε να γίνει η επιχείρηση κερδοφόρα. Και επειδή τα ζώα, ζουν έξω όλο το χρόνο, με άφθονο φαγητό, δεν χρειάζονται συμπληρωματική σίτιση και σπάνια χρειάζεται να δουν τον κτηνίατρο. Τα ζώα ζουν σε φυσικές αγέλες και περιφέρονται όπου θέλουν. Περνούν μέσα από ρυάκια και λίμνες και αναπαύονται όπου τους αρέσει (περιφρονώντας τους ανοικτούς αχυρώνες που τους φτιάξαμε για καταφύγιο).

Τα βοοειδή και τα ελάφια βόσκουν στα αγριολούλουδα και τα χορτάρια, αλλά περιηγούνται επίσης ανάμεσα σε θάμνους και δέντρα. Οι αγριόχοιροι κυλιούνται στις λασπολακούβες και ποδοπατούν το έδαφος, επιδρώντας στη βλάστηση με διαφορετικούς τρόπους, γεγονός που δημιουργεί ευκαιρίες για άλλα είδη όπως μικρά θηλαστικά και πτηνά. 

Βασικά, επειδή δεν τους χορηγούμε αβερμεκτίνες (αντικαταθλιπτικά τα οποία δίνονται συνήθως στα σταβλισμένα ζώα σε εντατικά συστήματα) ή αντιβιοτικά, οι κοπριές τους τροφοδοτούν γαιοσκώληκες, βακτήρια, μύκητες και ασπόνδυλα όπως σκαθάρια, τα οποία τραβούν την κοπριά κάτω στην γη. Αυτή είναι μια ζωτικής σημασίας διαδικασία αποκατάστασης του οικοσυστήματος. Η επιστροφή των θρεπτικών ουσιών και των δομικών συστατικών πίσω στο έδαφος.

Η υποβάθμιση του εδάφους είναι μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές που αντιμετωπίζει σήμερα ο κόσμος. Σύμφωνα με μια έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ για το 2015, παγκοσμίως, 25 έως 40 δισεκατομμύρια τόννοι ορυκτού εδάφους διαβρώνονται κυρίως λόγω του οργώματος και των εντατικών καλλιεργειών. Στη Βρετανία η υποβάθμιση είναι τόσο σοβαρή που το 2014 το περιοδικό Farmers Weekly ανακοίνωσε ότι μπορεί να μας απομένουν μόνο 100 συγκομιδές ακόμη.

Με ένα είδος αγρανάπαυσης των αρόσιμων γαιών, όπως συνέβαινε την εποχή πριν τα τεχνητά λιπάσματα και τη μηχανοποίηση, που επέτρεψαν τη συνεχή καλλιέργεια και την επιστροφή στη βόσκηση μετά από ένα χρονικό διάστημα, μπορεί να σταματήσει η διάβρωση και το έδαφος να αποκτήσει ξανά την παραγωγικότητα του. Η βόσκηση δεν παρέχει στους αγρότες απλώς ένα εισόδημα, αλλά η κοπριά των ζώων, τα ούρα τους και ο τρόπος βόσκησης επιταχύνει την αποκατάσταση του εδάφους. Το κλειδί είναι να γίνονται όλα με βιολογικούς τρόπους και να διατηρείται χαμηλός ο αριθμός των ζώων ώστε να αποφεύγεται η υπερβόσκηση.

Πριν από είκοσι χρόνια, τα εδάφη του αγροκτήματος μας ήταν αρκετά υποβαθμισμένα, λόγω της αλόγιστης χρήσης χημικών ουσιών αλλά και του εντατικού οργώματος. Τώρα έχουμε μανιτάρια και ορχιδέες, μια ένδειξη ότι τα υπόγεια δίκτυα μυκορριζικών μυκήτων εξαπλώνονται. Έχουμε 19 είδη γαιοσκώληκων οι οποίοι παράγοντας στοές στη γη δημιουργούν ελαφρύτερο χώμα με περισσότερο οξυγόνο, συντελούν στην αποσύνθεση των φυτικών υπολειμμάτων εμπλουτίζοντας το έδαφος με θρεπτικά συστατικά αλλά και στην καλή κυκλοφορία του νερού , βοηθώντας τα φυτά να αναπτύξουν καλύτερα το ριζικό τους σύστημα.

Βρήκαμε 23 είδη σκαθαριών στην κοπριά μίας μόνο αγελάδας, ένα από τα οποία – το μωβ σκαθάρι – είχε να εμφανιστεί στο Σάσεξ εδώ και 50 χρόνια. Τα πτηνά που τρέφονται με έντομα έλκονται απ’ αυτή τη θρεπτική κοπριά.

Αυτό το σύστημα φυσικής βόσκησης δεν συντελεί μόνο στην αποκατάσταση του εδάφους, στη βιοποικιλότητα, στην προσέλκυση ωφέλιμων εντόμων όπως οι μέλισσες που θα βοηθήσουν στην επικονίαση, στην ποιότητα των υδάτων και τον μετριασμό των πλημμυρών, αλλά εγγυάται επίσης ότι τα ζώα απ’ τα οποία θα πάρουμε το κρέας θα είναι υγιή και αυτό σημαίνει ότι και εμείς θα είμαστε υγιείς.

Σε αντίθεση με το κρέας εντατικών συστημάτων, το οποίο έχει εκτραφεί με δημητριακά όπως σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι κ.α. το κρέας που προέρχεται από ζώα που έχουν βοσκήσει φυσικά σε χορτονομή, παρουσιάζει υψηλή περιεκτικότητα σε β-καροτένιο, ασβέστιο, μαγνήσιο και κάλιο αλλά και βιταμίνες Ε, Β και συζευγμένο λινολεϊκό οξύ (CLA) το οποίο ανήκει στα καλά λιπαρά και έχει αντικαρκινικές ιδιότητες. Είναι επίσης πλούσιο σε ω-3 λιπαρά οξέα τα οποία είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη του ανθρώπινου εγκεφάλου και είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν στην βέγκαν διατροφή.

Πολλά έχουν ειπωθεί για τις εκπομπές μεθανίου από το πεπτικό σύστημα των ζώων. Όμως αυτές είναι πολύ χαμηλότερες στους βοσκότοπους που περιλαμβάνουν άγρια ​​φυτά όπως η αγριοκαρδαμούδα, το καπνόχορτο και το αγριοστροφύλλι, επειδή περιέχουν φουμαρικό οξύ. Όταν προστέθηκαν αυτά τα φυτά στην διατροφή αρνιών σε μια μελέτη που έγινε στο Ινστιτούτο Rowett στο Αμπερντίν, βρέθηκε ότι οι εκπομπές μεθανίου μειώθηκαν κατά 70%.

Οι βέγκανς απ’ την άλλη σπανίως υπολογίζουν το κόστος του άνθρακα από το όργωμα. Σύμφωνα με μια έκθεση του 2017 του επιστημονικού περιοδικού Nature, από τη βιομηχανική επανάσταση έως σήμερα, το 70% του άνθρακα στα καλλιεργούμενα εδάφη έχει χαθεί στην ατμόσφαιρα. Εδώ λοιπόν υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα. Αν τα βέγκαν προϊόντα σας δεν προέρχονται από βιολογικές καλλιέργειες με σπορά χωρίς όργωμα, τότε συμμετέχετε ενεργά στην υποβάθμιση του εδάφους, που οδηγεί στην απώλεια των ενδιαιτημάτων για πολλά είδη, συμπεριλαμβανομένων μικρών θηλαστικών, πτηνών και ερπετών ενώ συμβάλλετε σημαντικά στην αλλαγή του κλίματος.

Επίσης οι βέγκανς θεωρούν ανήθικη την κατανάλωση γάλακτος, προτιμώντας το γάλα σόγιας ή του αμυγδάλου. Το 80% των αμυγδάλων παγκοσμίως παράγεται στην Καλιφόρνια. Μονοκαλλιέργειες τέτοιου μεγέθους εκτός του ότι απαιτούν τεράστιες ποσότητες νερού (ενιότε και εκτροπές ποταμών…), απαιτούν την μετακίνηση 1,7 εκατομμυρίων μελισσιών (το 70% όλων των διαθέσιμων κυψελών των ΗΠΑ) μόνο για να γονιμοποιηθούν. Πόσο ηθικό είναι λοιπόν να επιβάλουμε στις μέλισσες να στοιβαχτούν σε ένα φορτηγό κλεισμένες για τρεις μέρες ώστε να κάνουν ένα ταξίδι από την Ουάσινγκτον στην Καλιφόρνια, όπου θα μείνουν για 2-3 εβδομάδες και θα πάρουν και πάλι τον δρόμο της επιστροφής γιατί η περιοχή μετατρέπεται σε έρημο λόγω του ότι είναι μονοκαλλιέργεια; Και τι γίνεται με τις άγριες μέλισσες και τα υπόλοιπα ωφέλιμα έντομα όπως οι πεταλούδες που δεν έχουν την δυνατότητα να μεταφερθούν αλλού;

Το οικοσύστημά μας εξελίχθηκε μαζί με τα μεγάλα φυτοφάγα ζώα. Τις αγέλες Ούρους (ένα εξαφανισμένο είδος άγριων βοοειδών, πρόγονου της οικόσιτης αγελάδας), το άλογο Ταρπάν (το αυθεντικό άλογο), το Βαπίτι (ένα από τα μεγαλύτερα είδη ελαφιών, το οποίο εξαφανίστηκε πριν από 10.500 χρόνια), την Αρκούδα, τον Βίσονα, το Ελάφι, το Αγριογούρουνο. Είδη τα οποία αλληλεπίδρασαν με το περιβάλλον. Η χρήση φυτοφάγων ζώων ως μέρος του γεωργικού κύκλου μπορεί να οδηγήσει προς την κατεύθυνση μιας βιώσιμης γεωργίας.

Πριν και μετά. Αφήνοντας την φύση να επανέλθει μόνη της.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλοι πρέπει να τρώμε πολύ λιγότερο κρέας και ζητάμε να σταματήσουν τα εντατικά συστήματα εκτροφής με δημητριακά, ζώων που παραμένουν μονίμως σταβλισμένα γιατί είναι και ανήθικο αλλά και ρυπογόνο. Αλλά αν οι ανησυχίες σας ως βέγκανς, είναι το περιβάλλον, η καλή διαβίωση των ζώων και η δική σας υγεία, τότε δεν είναι πλέον δυνατόν να προσποιούμαστε ότι όλοι αυτά θα πραγματοποιηθούν απλώς εγκαταλείποντας το κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα. Αντίθετα, όπως φαίνεται το να προσθέσετε περιστασιακά στη διατροφή σας μία μπριζόλα μπορεί να είναι ο σωστός τρόπος για να τετραγωνιστεί ο κύκλος.

Isabella Tree (The Guardian)

 

Τα μελισσάκια χιονισμένα!

Λίγο πριν το τέλος του έτους και μετά τον τρύγο στην κουμαριά, αποφασίσαμε να μεταφέρουμε τα μελίσσια μας στον κάμπο για να ξεχειμωνιάσουν εκεί. Αφήσαμε όμως μερικά μελίσσια στο βουνό για να δούμε κυρίως πόσο θα δυσκολευτούν σε σχέση με αυτά του κάμπου αλλά και για να αποκτήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τις συνθήκες της περιοχής.

Το μελισσοκομείο στις βορινές πλαγιές της λίμνης Πουρναρίου στην Πίνδο.

Με το νέο έτος όμως είχαμε και δριμύ ψύχος που έφερε και χιόνια. Το μελισσοκομείο βρίσκεται σε χαμηλό υψόμετρο (350 μέτρα), στις πλαγιές που βρίσκονται γύρω από τις όχθες της λίμνης Πουρναρίου, στην οροσειρά της Πίνδου. Στην περιοχή αυτή είχε αρκετά χρόνια να χιονίσει, όμως φέτος το έστρωσε για τα καλά!

Το μελισσοκομείο του κάμπου κατά το ξεχειμώνιασμα. Στο βάθος χιονισμένο το όρος Ξηροβούνι.

Έχοντας χιονίσει και στον κάμπο (αλλά χωρίς να το στρώσει) και βλέποντας τα βουνά σκεπασμένα με χιόνι μέχρι χαμηλά, αποφάσισα να επισκεφτώ τα μελισσάκια του βουνού, για να δω σε τι κατάσταση βρίσκονται. Οκ εντάξει και για να τραβήξω μερικές φωτογραφίες…

Αν τα μελίσσια σκεπαστούν ολοκληρωτικά με χιόνι, το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε ένα μικρό άνοιγμα στην άκρη της πόρτας ώστε να μπορούν να βγουν οι μέλισσες που έχουν άμεση ανάγκη ή να απομακρυνθούν τυχόν νεκρές μέλισσες.

Ο δρόμος προς το Κορφοβούνι Άρτας ήταν απροσπέλαστος χωρίς αλυσίδες.

Το χιόνι δεν αποτελεί κίνδυνο για τις μέλισσες σε καμιά περίπτωση και γι αυτό δεν πρέπει να ανοίγουμε τελείως τις πόρτες, καθώς η αντανάκλαση του ήλιου στο χιόνι μπορεί να τις ξεγελάσει και πολλές από αυτές να δοκιμάσουν παρακινδυνευμένες πτύσεις. Επίσης δεν αφαιρούμε το χιόνι απ’ τα καπάκια γιατί λειτουργεί ως θερμομόνωση.

Δυστυχώς όμως διαπίστωσα ότι ο δρόμος από ένα σημείο και μετά ήταν πολύ δύσκολα προσβάσιμος, ακόμα και με αλυσίδες. Από τον Δήμο είχαν έρθει εκχιονιστικά και αλατιέρες, αλλά είχαν αφοσιωθεί κυρίως στις κεντρικές αρτηρίες. Έτσι αποφάσισα να αφήσω το αυτοκίνητο και να συνεχίσω με τα πόδια.

Ουσιαστικά απάτητο το χιόνι στον δρόμο που οδηγεί στις πλαγιές γύρω απ’ τη λίμνη του Πουρναρίου.

Ο καιρός ήταν καλός. Η διαδρομή ήταν λίγο πάνω από μια ώρα περπάτημα μέχρι το μελισσοκομείο. Οι δρόμοι μετά τα τελευταία χωριά ήταν αφημένοι στην τύχη τους. Ένα εκπληκτικό σκηνικό με απάτητο χιόνι στην απόλυτη σιωπή της φύσης.

Τα μελισσάκια που αποφασίσουμε να αφήσουμε στο βουνό.

Όταν έφτασα στα μελισσάκια διαπίστωσα ότι δεν είχαν καλυφθεί ολοκληρωτικά με χιόνι και έχοντας φροντίσει να σηκώσω ελαφρώς τις κυψέλες, 20-25 εκατοστά από το έδαφος, οι είσοδοι τους ήταν ελεύθερες. Μάλιστα λίγες τολμηρές μέλισσες έβγαιναν έξω. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και παρά το χειμωνιάτικο σκηνικό δεν έκανε και τόσο κρύο.

Εκεί βρήκα και τον κυρ Κώστα τον βοσκό, ο οποίος είχε αποκλειστεί στο σπίτι του και μαστόρευε ένα παλιό ζευγάρι αλυσίδες το οποίο είχε συνδέσει με μια τριχιά. Όταν του είπα ότι το χιόνι πιο πάνω είναι απάτητο, παραιτήθηκε απ’ την προσπάθεια. «Δεν είναι σημαντικό» είπε. «Έχω ό,τι χρειάζομαι.» Αφού τα είπαμε για λίγο, πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Η ανηφόρα δύσκολη. Ανέβηκα το βουνό και κατέβηκα από την πίσω πλαγιά. Ώσπου να φτάσω στο αυτοκίνητο, αυτή τη φορά μου πήρε μιάμιση ώρα, είχε πάει απόγευμα. Άξιζε όμως τον κόπο αυτός ο περίπατος!

Τρύγος στην κουμαριά

Έπειτα από ένα ακόμα δύσκολο φθινόπωρο, με μεγάλες περιόδους ανομβρίας, τελικά καταφέραμε να τρυγήσουμε στο τέλος λίγο μέλι κουμαριάς. Δυστυχώς όμως το μέλι δεν είχε την πικράδα περασμένων ετών, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο…

Το μελισσοκομείο στις όχθες της λίμνης Πουρναρίου, στην Πίνδο για την ανθοφορία της κουμαριάς (φθινόπωρο 2018), στο βάθος χιονισμένα τα Τζουμέρκα.

Οι βροχές άργησαν πολύ (ήρθαν κατά τα μέσα του Νοέμβρη) και καμία απ’ τις φθινοπωρινές ανθοφορίες δεν απέδωσε. Το ρείκι κάηκε απ’ την ξυρασία, ο κισσός ήταν στεγνός, ο αρκουδόβατος δεν άνθισε καν και μόνο η ακονιζιά έδωσε λίγη γύρη στα μελίσσια. Η κουμαριά άνθισε αλλά μέχρι να έρθουν οι βροχές δεν έδινε νέκταρ και οι μέλισσες δεν έβγαιναν έξω να συλλέξουν.

Μετά τις βροχές άρχισε να ακούγεται το γνώριμο βουητό των μελισσών που εργάζονται, όμως το φυτό είχε επηρεαστεί σημαντικά από την ανομβρία που προηγήθηκε και έτσι το μέλι που προέκυψε δεν έχει την ένταση στη γεύση που έχουμε συνηθίσει. Τις επόμενες ημέρες τα μελίσσια θα μεταφερθούν στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα. Ελπίζουμε η επόμενη χρονιά να είναι καλύτερη!

Ο Άραχθος μετά τις βροχές

Επιτέλους έβρεξε στη Δυτική Ελλάδα! Αυτή πρέπει να ήταν μόλις η τρίτη ή τέταρτη βροχή από τον περασμένο Αύγουστο. Το φετινό φθινόπωρο εξελίσσεται πιο άσχημα ακόμα κι απ’ το περσινό. Άλλες χρονιές το φθινόπωρο αναπτύσσαμε παραφυάδες και χτίζαμε πλαίσια, όμως τώρα αγωνιούμε για το αν θα καταφέρουν να μαζέψουν οι μέλισσες προμήθειες αρκετές ώστε να βγάλουν το χειμώνα.

Ο Άραχθος μετά τις τελευταίες βροχές. Στο βάθος διακρίνεται το πρώτο χιόνι που έπεσε στα Τζουμέρκα για φέτος.

Τους προηγούμενους μήνες, το μελισσοκομείο έμοιαζε περισσότερο με νεκροταφείο. Ελάχιστες μέλισσες έβγαιναν έξω, κι αυτό για καμιά αναγνωριστική πτήση και έπειτα πάλι μέσα. Συντήρηση δυνάμεων. Ευτυχώς τα λίγα μέλια που είχαν μαζέψει, απροσδόκητα, τον Αύγουστο δεν τα τρυγήσαμε και έτσι κατάφεραν να επιβιώσουν, αυτό το διάστημα.

Οι μέλισσες πετούν και πάλι μετά τη βροχή. Αυτό ίσως σημαίνει ότι η κουμαριά ανεβεβάζει χυμούς.

Όμως μετά την βροχή το μελισσοκομείο απέκτησε και πάλι ζωή. Ίσως είναι αργά πια για τρύγο, αλλά έστω κι αυτό είναι ελπιδοφόρο. Η μόνη ανθοφορία που έχει απομείνει πια είναι της κουμαριάς. Λίγα ρείκια που ξεγελάστηκαν δεν προσφέρουν κάτι. Σε λίγες μέρες θα έχουμε καλύτερη εικόνα.

Τζουμέρκα: Το ακατέργαστο διαμάντι του ελληνικού τουρισμού

Θα μπορούσε να γίνει “τεύχος”- ωραίες ιστορίες, ενδιαφέροντες άνθρωποι, φύση αλήστου μνήμης, έκπαγλη, μια ομορφιά που σήμερα, συχνά, φαντάζει μνημειακή… Τα Τζουμέρκα- όπως ανεβαίνει ο δρόμος απ’ την Άρτα προβάλλουν σα λαξεμένος γρανίτης, άγριο αλλά στιλπνό διαμάντι στον ορίζοντα. Ο ορεινός όγκος των Τζουμέρκων, για την Ήπειρο, είναι τ’ ανέγγιχτο, αυθεντικό πετράδι στο στέμμα της.

Κουϊάσα- Πουλιάνα, ανάμεσα στο Συρράκο και τους Καλαρρύτες, ο «Χρούσιας», παραπόταμος του Αράχθου, δημιουργεί τον μικρό καταρράκτη και την βάθρα

Τα έργα υποδομών της τελευταίας 15ετίας έχουν βγάλει την περιοχή από την διαχρονική της απομόνωση: το πρώτο “boom” έγινε με την Εγνατία και τα τελευταία χρόνια η Ιονία Οδός και τα αεροδρόμια Ακτίου και Ιωαννίνων έχουν ολοκληρώσει ένα σύγχρονο επικοινωνιακό και μεταφορικό δίκτυο, πρωτόγνωρο για την περιοχή. Η διαδρομή από την Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη μέχρι τα Τζουμέρκα οριακά ξεπερνά τις 4 ώρες, ενώ ολοένα αυξάνονται οι καλοκαιρινοί επισκέπτες που επιλέγουν να βρεθούν- ακόμα και σαν μονοήμερη εκδρομή- από τις παραλίες της Λευκάδας, ή τα Σύβοτα, στα αλπικά Τζουμερκοχώρια.

Η κορυφή της Στρογγούλας, φθινόπωρο, στο ηλιοβασίλεμα

Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες, αυτά τα πέτρινα «Τολέδο» που σα να τα ζωγράφισε ο Ελ Γκρέκο στο ηπειρώτικο τοπίο, τα Πράμαντα, το μεγαλύτερο ορεινό χωριό της Ηπείρου (αν θεωρήσουμε Μέτσοβο και Κόνιτσα κωμοπόλεις σχεδόν) και δεκάδες ακόμα χωριά: ο Καταρράκτης, οι Μελισσουργοί, τα Άγναντα, τα Θεοδώριανα- μέσα στο δάσος και την πέτρα, ανάμεσα από ποταμούς και κάτω από νεφοσκεπείς ή κρυστάλλινες κορφές-αναζωογονούνται ήπια, αειφορικά. Ανθρωποκεντρικά πρωτίστως- το δημιουργικό σφρίγος και ο καθημερινός παλμός των Τζουμερκιώτικων βουνών αργά αλλά σταθερά δυναμώνουν, οι τοπικές τους κοινωνίες μοιάζουν να επανασυστήνονται.

Άλογα της Πίνδου κοντά στο χωριό Καταρράκτης

«Πριν 15 χρόνια στα Τζουμέρκα υπήρχαν περίπου 250 κλίνες, σήμερα είναι 683», λέει ο Γιώργος Γκιόκας, διευθυντής της Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού Ηπείρου. «Η περιοχή αναπτύσσει ένα τουριστικό προϊόν με ποιοτικά χαρακτηριστικά: επισκεψιμότητα όλες τις εποχές του χρόνου, μεγάλη γκάμα εναλλακτικών δραστηριοτήτων στο βουνό, σοβαροί επιχειρηματίες και “επαναλαμβανόμενοι” τουρίστες, που έρχονται ξανά και ξανά».

«Τα καταλύμματα είναι στη μεγάλη τους πλειοψηφία νεόδμητα και καλαίσθητα, με μικρό οικολογικό αποτύπωμα- δεν υπάρχουν τεράστιες μονάδες αλλά διάσπαρτα, μικρά συγκροτήματα», σχολιάζει ο Βαγγέλης Σταμάτης, που μαζί με τον αδερφό του Βασίλη, λειτουργούν τους “Ορίζοντες Τζουμέρκων”, μια από τις (βραβευμένες) τουριστικές επιχειρήσεις που δίνουν νέα πνοή στην ευρύτερη περιοχή.

Είθε, ριπές δροσιάς απ’ το κρυστάλλινο αεράκι των Τζουμέρκων και χρώματα φθινοπωριάτικα απ’ τα δάση τους- και λόγια μετρημένα των ανθρώπων τους να διαπερνούν κι αυτό το ρεπορτάζ.

Μπάμπης Τριανταφύλλου και Πόλα Μαρκόζη_ Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων.

«Εδώ ο ήλιος είναι το ρολόι μας και ο καιρός το ημερολόγιό μας».

Οικογένεια Τριανταφύλλου

«Σήμερα έχει φοβερό, άπλετο ήλιο. Το πρωί φυσούσε δυνατά, άπνοια τώρα, κρύσταλλο φαίνονται όλα. Στο πλάι ο ήλιος, παίζουν σκιές στο βουνό, στα δέντρα. Γλυκειά ώρα», μου λέει ο Μπάμπης Τριανταφύλλου. Μαζί με τη σύζυγό του, Πόλα Μαρκόζη, τους συναντώ στο ίδιο, παραμυθένιο μέρος όπου τους πρωτογνώρισα το καλοκαίρι του 2010, στο Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων στους πρόποδες της εντυπωσιακής κορφής της Στρογγούλας. «Οχτώ χρόνια μετά το μόνο που δεν έχει αλλάξει είναι η ποιότητα ζωής, ίσα ίσα που είναι ολοένα και καλύτερη γιατί είμαστε πιο έμπειροι, ξέρουμε καλύτερα τον τόπο», μου λένε. Αθηναίοι και οι δυο, χωρίς καμιά καταγωγή από τα Τζουμέρκα, ανέλαβαν το εγκαταλειμμένο καταφύγιο πριν δώδεκα χρόνια. «Όταν το είδαμε, πριν ακόμα σβήσουμε το τσιγάρο μας, αποφασίσαμε ότι θέλουμε να ζήσουμε εδώ. Καλή ζωή για εμάς σημαίνει ύπαρξη αγάπης, καλή διατροφή, ασφάλεια, ποιοτικός χρόνος». «Λοιπόν, πως κυλάει ο χρόνος εδώ πάνω;», τους ρωτάω. «Εδώ ο ήλιος είναι το ρολόι μας και οι καιρικές συνθήκες το ημερολόγιό μας. Πορευόμαστε μες στη μέρα με τον ήλιο, μέσα στο έτος με τον καιρό- ανάλογα την εποχή κάνουμε αυτά που μας επιτρέπει η φύση. Αυτός είναι ο τρόπος ζωής και ο προγραμματισμός μας».

Φθινόπωρο στο πευκοδάσος του Προφήτη Ηλία, πάνω από τα Άγναντα

«Τα παιδιά σας, ο Ορέστης και η Αγγελίνα, μεγαλώνουν σε έναν τόπο “Lord of the Rings”…». «Είναι, νομίζω, ισορροπημένα παιδιά και έχουν την ικανότητα της προσαρμοστικότητας γιατί δεν ζουν στο ίδιο, κλειστό περιβάλλον ενός διαμερίσματος», λέει η Πόλα. «Αυτή είναι η ευλογία, το καλύτερο πράγμα που κάναμε για την κοινωνία είναι ότι μεγαλώνουμε δυο παιδιά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ζούνε σ’ έναν πολύ όμορφο τόπο, όπου τους επισκέπτονται άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο. Και αποκτούν τόσες εικόνες και γνώσεις, σαν να κάνουν ολιγοήμερα ταξιδάκια σε όλη τη γη- τέτοιο προνόμιο δε θα μπορούσα ποτέ να το σκεφτώ, πόσω μάλλον να το σχεδιάσω». «Σε αυτούς που μου λένε ότι τα παιδιά μου δεν θα έχουν τις ευκαιρίες που θα είχαν στην πόλη, απαντώ ότι έχουν κάτι που δε διδάσκεται», συμπληρώνει ο Μπάμπης. «Αλλά και τυπικά να το εξετάσεις, η περιοχή έχει τις υποδομές για να ζήσει μια οικογένεια- σχολεία από Δημοτικό μέχρι Λύκειο, φροντιστήριο αγγλικών, μαθήματα μουσικής και χορού, αθλητικό κέντρο. Και γρήγορο ίντερνετ», λέει γελώντας. «Τα Τζουμέρκα δεν είναι τόπος που αναπτύσσεται οικονομικά αλλά ερημώνει κοινωνικά- δεν αυξάνεται τυπικά το ΑΕΠ. Τη Δευτέρα το πρωί υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι, έχει ζωή ο τόπος και πέρα απ’ τις αργίες και τα σαββατοκύριακα, δεν είναι Ντίσνεϋλαντ».

Κώστας Μαυροπάνος_ Ο φωτογράφος που απαθανατίζει τα Τζουμέρκα

«Πρέπει να ζεις εδώ για να κάνεις αυτές τις εικόνες».

«Γεννήθηκα στα Άγναντα της Άρτας, κεφαλοχώρι των Τζουμέρκων.Χωρίς σπουδές φωτογραφίας, περιπλανιέμαι, χρόνια τώρα, με εφόδιο το συναίσθημα και τη συγκίνηση που προκαλεί το ελληνικό τοπίο», λέει ο Κώστας Μαυροπάνος, ένας αυθεντικός καλλιτέχνης της φωτογραφίας, ανεπιτήδευτος και αφοσιωμένος στην απεικόνιση του τόπου που γεννήθηκε και ζει. «Μέσα από τις φωτογραφίες μου προσπαθώ να αγγίξω την ψυχή, την ομορφιά και την ποίηση ενός τόπου πλούσιου σε εικόνες, χρώματα, φως και αντιθέσεις».

Συναντιόμαστε στο καφέ που πρόσφατα ο ίδιος ξεκίνησε να λειτουργεί στην κεντρική πλατεία των Αγνάντων, με την επιβλητική Στρογγούλα να δεσπόζει από πάνω μας. Ο Κ. Μαυροπάνος είναι και παθιασμένος συλλέκτης- ανακαίνισε θαυμάσια τον νερόμυλο και την νεροτριβή του χωριού του, δημιουργώντας ένα λιλιπούτειο μουσείο υδροκίνησης, γεμάτο από τα λαογραφικά είδη που διαχρονικά συγκεντρώνει.

Και η αίθουσα του καφέ είναι γεμάτη από αντικείμενα/ ενθυμήματα περασμένων καιρών. Παλιές φωτογραφικές μηχανές, ένα μουσειακό ραδιόφωνο, μηχανή προβολής φιλμ- όμορφος, ζεστός χώρος. Στον προτζέκτορα θαυμάζω τις εικόνες που σημάδεψε και εξαίσια αποτύπωσε ο φωτογράφος με το οξυδερκές, ενστικτώδικο κλείστρο του- τοπία, άνθρωποι και ζώα των Τζουμέρκων, ένας κόσμος απαράμιλλης ομορφιάς.

Ο ανακαινισμένος νερόμυλος στα Άγναντα, εξωτερική άποψη.

Συλλεκτικές εικόνες που, κακά τα ψέματα, πρέπει να ζεις σ’ αυτόν τον τόπο για να τις απαθανατίσεις. Η φωτογραφική τέχνη του Μαυροπάνου δεν είναι ταξιδιωτικής φύσης, ούτε έχει προκύψει μετά από τριήμερες εξορμήσεις στο βουνό- είναι καρπός μιας ολόκληρης ζωής, συναρπαστική σαν βίωμα γιατί από αυτό έχει προκύψει. Τον ευχαριστώ από καρδιάς για την παραχώρηση του δικαιώματος δημοσίευσης αυτών των στιγμιοτύπων ζωής και φύσης των Τζουμέρκων, αυτών των αντανακλάσεων της ζωής του στα ηπειρώτικα βουνά.

Οι δύο μαχαλάδες των Αγνάντων, Πάνω και Κάτω, χωρίζονται από το ποτάμι. Το πέτρινο καλντερίμι (Κοδέλες), τους ενώνει.

Νίκος Ζάψας_ «Θέασις Ιgloo».

«Μακάρι να αποφύγουν τα Τζουμέρκα την “ανάπτυξη” που κατέστρεψε άλλες περιοχές»

«Είχαμε καλές δουλειές στην Άρτα, και εγώ και η γυναίκα μου, Βασιλική Μήτσιου- τις αφήσαμε πριν δεκατρία χρόνια και ήρθαμε εδώ, με δυο μικρά παιδιά», μου λέει ο Νίκος Ζάψας στην οικογενειακή επιχείρησή τους στους Κτιστάδες (Άγναντα Άρτας). «Η φιλοσοφία μας δεν ήταν να κάνουμε κάτι για τα χρήματα αλλά να φτιάξουμε μια βιώσιμη, οικογενειακή επιχείρηση για να βιοποριζόμαστε. Χρειάστηκε να κάνουμε πολύ υπομονή, τα Τζουμέρκα ήταν άγνωστος προορισμός και τα πρώτα χρόνια δύσκολα “βγαίναμε”. Αλλά όταν ο άνθρωπος θέλει κάτι πραγματικά, το αγαπά και το υποστηρίζει με συνέπεια, τα καταφέρνει».

Tο εσωτερικό του νερόμυλου στα Άγναντα, σήμερα με τη λαογραφική συλλογή του Κώστα Μαυροπάνου,

«Πως σας ήρθε η ιδέα με αυτά τα τόσο (ίδι)όμορφα καταλύμματα, σαν ιγκλού;», τον ρωτάω. «Θέλαμε να κάνουμε κάτι στο σχήμα του κύκλου- ο κύκλος και ο κώνος είναι σχήματα που δίνουν θετική ενέργεια στον χώρο και θετικά συναισθήματα στους ανθρώπους- έχουν αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν “οικοδυναμική”. Η αρχιτεκτονική των δικών μας καταλυμμάτων βασίζεται στις πυραμιδοειδείς καλύβες που χαρακτηρίζουν την ζωή των νομάδων όλου του κοσμου, από τους Σαρακατσαναίους με τα “κονάκια” τους, μέχρι τα “yurt” των Μογγόλων». Τα σπιτάκια είναι αυτόνομα, με κουζίνα και μια μεγάλη ξυλόσομπα στο κέντρο- η «κορυφή» του καθενός καταλήγει σε υαλοπέτασμα ώστε να φαίνεται ο έναστρος ουρανός.

Τζουμέρκα, κορυφή «Μπάρος», κοντά στα 2.000 μέτρα. Πίσω από τα βουνά η Θεσσαλία.

Μια οικογένεια από το Ισραήλ μόλις έχει φτάσει και ο Νίκος Ζάψας τους καλοσωρίζει στο «μικρό χωριό» που έχει διαμορφώσει. «Τα 2-3 τελευταία χρόνια το 60% των επισκεπτών μας είναι Ισραηλινοί», μου λέει. «Έγιναν κατάλληλες προωθητικές ενέργειες στο Ισραήλ- και απέδωσαν. Η όποια ανάπτυξη οφείλεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία- ήρθαμε κάποιοι “τρελαμένοι”, επενδύσαμε εδώ πάνω και παρασύραμε σε μια αναπτυξιακή κινητικότητα και τους Δήμους. Ο τόπος είναι πανέμορφος, αλλά από μόνο του αυτό δεν φτάνει».

«Πλέον τα νούμερα της επισκεψιμότητας κινούνται συνεχώς ανοδικά- δεν πρέπει όμως να εφυσυχάζουμε γιατί η Ελλάδα βρίθει από παραδείγματα περιοχών που αναπτύχθηκαν άναρχα, χωρίς σχέδιο, χωρίς σεβασμό στο περιβάλλον. Σε βάθος χρόνου αυτή η “ανάπτυξη” απέβη μοιραία- υποβαθμίστηκε το φυσικό περιβάλλον και διαμορφώθηκε ένα τουριστικό προϊόν που δεν έχει ποιότητα και εντέλει το πουλάνε φτηνά σε τουρίστες που έρχονται για να γίνουν “φέσι”. Αυτός είναι ο κίνδυνος από ’δω και πέρα. Ελπίζω να τον αποφύγουμε».

Φώτης Δελημήτρος_ Ορεινό Καταφύγιο Μελισσουργών.

«Πως αντέχετε να ζείτε στην πόλη;»

Όταν ο Φώτης Δελημήτρος, τον Οκτώβριο του ’13, 26 χρονών τότε, ανέλαβε με τον τότε συνεταίρο του το Ορειβατικό Καταφύγιο των Μελισσουργών, το οίκημα, ιδιοκτησίας του τοπικού Δήμου, ήταν διαλυμένο. «Είχε καταντήσει να είναι στάβλος, κάποιος έβαζε τα γελάδια του- είχε φτιαχτεί για να λειτουργήσει ως καταφύγιο αλλά εμείς το παραλάβαμε κλειστό, σε πολύ κακή κατάσταση», μου λέει στην αυλή του καταφυγίου που, πέντε χρόνια μετά, θυμίζει το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι»…

«Η προσπάθεια ήταν συλλογική- μας βοήθησαν πολλοί φίλοι. Ήρθαμε όλοι μαζί και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε- “μαζέψαμε” τις υγρασίες και τα νερά, στοκάραμε, βάψαμε, στήσαμε την κουζίνα και ξεκινήσαμε να διαμορφώνουμε εσωτερικά τον χώρο. Τον δεύτερο χειμώνα ήταν όλα πολύ καλύτερα». Πλέον ο χώρος είναι «για διαφήμιση» του ελληνικού ορεινού τουρισμού- μπορεί να φιλοξενήσει έως 35 επισκέπτες, υπάρχει οργανωμένη κουζίνα, ενώ η σάλα με το τζάκι, τις παχιές φλοκάτες και την θέα στο βουνό έχει μαγνητικές ιδιότητες…. «Πλέον δεν είμαστε μόνο καταφύγιο αλλά και αναγνωρισμένο hostel», μου λέει ο Φώτης, ενώ εργάζεται με το λαπτοπ του πάνω στο μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι και με φόντο τις τζουμερκιώτικες κορυφογραμμές.

Ηλικιωμένος βοσκός στους Καλαρρύτες.

«Είναι ένας μικρός, ορεινός παράδεισος τα Τζουμέρκα», μου λέει ο ίδιος- «το αγαπημένο μου σύμπλεγμα είναι η περιοχή που ορίζουν τα χωριά Μελισσουργοί- Πράμαντα- Ματσούκι- Καλαρρύτες: εκεί μέσα έχει ποτάμια, βαθρες, φαράγγια, καταρράκτες, απίστευτες διαδρομές. Και πλέον έχουμε επισκέπτες απ’ όλον τον κόσμο- Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, ΗΠΑ, ακόμα και από Ινδία έχουν έρθει ορειβάτες. Και όλοι ενθουσιάζονται. Ειδικά οι Έλληνες, όσοι έρχονται πρώτη φορά θα επισκεπτούν ξανά την περιοχή δύο και τρεις φορές τον επόμενο χρόνο- ώστε να απολαύσουν τα Τζουμέρκα όλες τις εποχές. Γιατί καθεμιά σου δίνει άλλες εικόνες και εμπειρίες, άλλη συγκίνηση».

Το ελατοδάσος των Μελισσουργών, κοντά στο ορειβατικό καταφύγιο.

Φέυγοντας για την Άρτα, ο ήλιος δύει βάφοντας τα βουνά με ζεστές πινελιές. «Δεν σου λείπει η πόλη;», τον ρωτάω. «Είμαι μεγαλωμένος σ’ ένα χωριό της Μαγνησίας, τον Άγιο Γεώργιο Φερρών, αργότερα έζησα στην Θεσσαλονίκη. Λοιπόν, δε μου λείπει τίποτα από την πόλη, αυτά που προσφέρει, ένα σινεμά ή θέατρο τα κάνω επιλεκτικά. Με ρωτάνε συχνά, να όπως εσύ τώρα, πως αντέχω εδώ πάνω… – εγώ απορώ και ανταπαντώ, πως αντέχετε εσείς εκεί…».

Τσέκας Χρήστος_ Μάστορας μιας τέχνης που χάνεται.

«Μακάρι όλα τα ορεινά χωριά να ήταν ακόμα πέτρινα»

Συναντιόμαστε με τον πετρά Χρήστο Τσέκα στη Γέφυρα της Πλάκας, ακριβολογώντας στο βάθρο της που έχει απομείνει στην ανατολική όχθη του Αράχθου. Παραδοσιακός μάστορας της πέτρας είναι πια από τους ελάχιστους που απέμειναν να ασκούν αυτή την διαχρονική ηπειρώτικη τέχνη στα Τζουμερκοχώρια. Μιλήσαμε σε ένα διάλειμμα της εργασίας που ο ίδιος πρόσφερε εθελοντικά στην αποκατάσταση και συντήρηση του παλιού μονοπατιού που οδηγούσε στην ιστορική γέφυρα.

Όταν μου είπε πως πηγαινοέρχεται στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ για δουλειά, έμεινα, αφελώς μάλλον, έκπληκτος… «Δουλεύαμε στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου στο Ρόσκο (Roscoe). Ξεκινήσαμε πέρσι το φθινόπωρο, σταματήσαμε απ’ τον καιρό όπως χειμώνιαζε και ξαναπήγαμε το Πάσχα, μέχρι τον Ιούλιο. Πολύ δουλειά- απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ κόβαμε, πελεκάγαμε (πέτρες) και κτίζαμε σε στυλ βυζαντινό. Περιμένω τηλέφωνο για να ξαναπάω».

Δεν έχει δουλειές εδώ;

Κάτι πάει να κινηθεί με τους ξενώνες και τον τουρισμό, αλλά λίγα πράγματα ακόμη. Και οι μάστορες στα χωριά μας είναι πλέον μετρημένοι στα δάχτυλα, οι παλιοί αποσύρθηκαν, τα νέα παιδιά φεύγουν.

«Εδώ υπάρχει τεράστια παράδοση στην πέτρα και τα παλιά κτίσματα- όμως δεν τα συντηρούμε, δεν έχουμε αυτόν τον πολιτισμό… Πιο εύκολα γκρεμίζουμε. Ούτε το κράτος επενδύει χρήματα σε αυτή την τέχνη και την κληρονομιά- θα ήταν ωραίο να γίνει μια σχολή και να βγάζει νέους πετράδες, αλλά κι αυτοί που θα δουλέψουν μετά; Θα έπρεπε να υπάρχουν υποδομές και δράσεις, ένα πρόγραμμα αναστήλωσης παλιών κτηρίων».

Φθινόπωρο, ο Άραχθος ποταμός στη Γέφυρα Πλάκας. Σήμερα, με την γέφυρα ακόμα γκρεμισμένη, το τοπίο φαίνεται ακρωτηριασμένο. Σε δύο χρόνια οι ειδικοί εκτιμούν ότι το πρότζεκτ αναστήλωσης της γέφυρας θα έχει ολοκληρωθεί.

«Αν γινόταν οργανωμένα μια τέτοια προσπάθεια και τα χωριά μας ήταν όλα σαν το Συρράκο, θα υπήρχε ανταποδοτικότητα από τον τουρισμό, σίγουρα», μου λέει.

Γεράκι πάνω από το Συρράκο.

Παπαγεωργίου Δημήτρης_ Trekking (Hellas) στα Τζουμέρκα

«Τα Τζουμέρκα είναι οι ελληνικές Άλπεις»

Δημήτρης Παπαγεωργίου

Γεννημένος στα Τζουμέρκα (Κυψέλη) και μεγαλωμένος στην Άρτα, ο Δημήτρης Παπαγεωργίου είναι από τους πρωτοπόρους της ευρύτερης περιοχής στα σπορ του βουνού. «Ο πατέρας μου ήταν πετράς, κτίστης. Δούλευε σε όλα τα χωριά των Τζουμέρκων και το καλοκαίρι με έπαιρνε μαζί του- ανεβαίναμε στα βουνά και μου έδειχνε τα μονοπάτια που περπάταγε μικρός », μου λέει ο Δημήτρης. «Έτσι ερωτεύτηκα το βουνό. Και ειδικά τα Τζουμέρκα».

«Εικοσάρης έκανα σχολές βουνού, σχολές ποταμού- εκπαιδεύτηκα από τον Χρήστο Λάμπρη, που είναι επίσης Τζουμερκιώτης, ένας από τους πρώτους Έλληνες στα Ιμαλάϊα και την Ανταρκτική και ιδρυτής της TrekkingHellas, της πρώτης ελληνικής εταιρείας για δραστηριότητες στη φύση. Πλέον, είμαι ο ίδιος εκπαιδευτής οδηγών βουνού και διευθύνω το γραφείο της εταιρείας στα Τζουμέρκα- η βάση μας είναι στη Γέφυρα της Πλάκας. Από εκεί εξορμούμε για όλες τις δραστηριότητες».

Φθινόπωρο στα Τζουμέρκα.

Όπως;

Ράφτιγκ σίγουρα, canyoning επίσης, δηλαδή καταρρίχηση με σκοινια σε καταρράκτες- η περιοχή ευνοεί πολύ αυτή τη δραστηριότητα γιατί έχει πολλά νερά και καταρράκτες, με περισσότερες από δέκα διαδρομές canyoning όλες τις εποχές του χρόνου. Έχουμε ποδηλατικά events, ακόμα και πολυήμερα οπότε με καλά mountainbikes κυκλώνουμε τα Τζουμέρκα. «Τρέχουμε» πεζοπορικά προγράμματα από χωριό σε χωριό, όπου παρατηρούμε την τέχνη της πέτρας, την αρχιτεκτονική, τα μονοπάτια. Κάνουμε και περιβαλλοντική εκπαίδευση με σχολεία- μαθαίνουμε για τη μελισσοκομία, βλέπουμε την ζωή σε στάνες αλπικές, επισκεπτόμαστε μύλους και αλέθουμε για να φτιάξουμε ψωμί. Τον Φλεβάρη που έχουν παγώσει όλα οργανώνουμε και πάγο- αναρριχήσεις.

Καταρράκτης

«Τα Τζουμέρκα είναι ιδιαίτερη περιοχή, ένα βορειοαλπικό τοπίο με εκπληκτική φύση, βλάστηση και σπάνια φυτά- έχουν δέκα κορυφές πάνω από 2.000 μέτρα και περισσότερα από 12 είδη ενδημικών βοτάνων. Θυμάμαι μια οικογένεια Αμερικάνων που έκανε ράφτιγκ και είχαν ενθουσιαστεί, μου έλεγαν ότι αν δεν είχαν κλείσει τις επόμενες διακοπές τους στο Γκραν Κάνυον, εδώ θα ξανάρχονταν. Παλιοί ορειβάτες, δάσκαλοί μας, έλεγαν ότι προπόνηση στην Ελλάδα έκαναν σε 3 βουνά: στα Τζουμέρκα, στην Γκαμήλα και στον Όλυμπο».

Αγαπημένη σου δραστηριότητα στα Τζουμέρκα;

Το καγιάκ σε άγρια ποτάμια. Δεμένος στο σκάφος, με διπλό κουπί και περνάς τον Άνω Καλαρρύτικο, πηδάς από καταρράκτες και περνάς αφρισμένα νερά… Δυνατό ποτάμι για extreme καγιάκερς- έρχονται από το εξωτερικό και κατασκηνώνουν την άνοιξη για να “κάνουν” αυτά τα ποτάμια.

Τζουμέρκα, φθινόπωρο και πρώτα χιόνια.

Πηγή: huffingtonpost.gr
φωτογραφίες: Κώστας Μαυροπάνος
Facebook: Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων
Google: Ορεινό Καταφύγιο Μελισσουργών
Facebook: Trekking Hellas (Tzoumerka)

Η γύρη ως εργαλείο ιατροδικαστικής

Η ιατροδικαστική επιστήμη καταφεύγει συχνά σε περίεργες μεθόδους, όπως για παράδειγμα ο εντοπισμός και η ανάλυση της γύρης. Πολλές υποθέσεις φόνων αλλά και αινίγματα της αρχαιολογίας έχουν λυθεί με αυτόν τον τρόπο.

Πότε πέθανε ο «άνθρωπος των πάγων», η καλοδιατηρημένη μούμια των Άλπεων που υπολογίζεται ότι έζησε πριν από περίπου 5250 χρόνια; Σε αυτό το ερώτημα οι επιστήμονες κατάφεραν να απαντήσουν μελετώντας τα ίχνη γύρης που εντόπισαν στο πεπτικό σύστημα της μούμιας των Άλπεων. Ο «Έτζι», όπως τον αποκαλούν στα γερμανικά, πέθανε πιθανώς από εχθρικά βέλη κατά τη διάρκεια επίθεσης που έλαβε χώρα την άνοιξη. Αυτό καταμαρτυρούν τα ίχνη γύρης που εντοπίζονται μέχρι σήμερα. Αντίστοιχα, χάρη στα ίχνη γύρης εξιχνιάστηκε και το μυστήριο γύρω από την εξαφάνιση της μικρής Πέγκυ πριν από 17 χρόνια στη Βαυαρία. Το πτώμα της βρέθηκε τυχαία σε δάσος της Θουριγγίας και ταυτοποιήθηκε, μεταξύ άλλων επειδή βρέθηκαν ίχνη γύρης.

«Η ιατροδικαστική ανάλυση της γύρης είναι μια εξαιρετικά λεπτομερής, τεκμηριωμένη και ‘όμορφη’ μέθοδος όταν γίνεται από τους κατεξοχήν ειδικούς», λέει ο εγκληματολόγος Μαρκ Μπένεκε από την Κολωνία. «Αποτελεί μια σημαντική συνεισφορά της βοτανικής στην εγκληματολογία». Οι ειδικοί που ασχολούνται με τη μελέτη και την ανάλυση της γύρης ονομάζονται παλυνολόγοι – από τα παλυνόμορφα, τα οποία αποτελούν μικροσκοπικού μεγέθους φυτικές και ζωικές δομές.

Μια από τις λίγες ειδικούς που υπάρχουν παγκοσμίως είναι και η καθηγήτρια Μαρτίνα Βέμπερ από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Σε αυτή προστρέχουν ειδικοί αστυνομικοί, ανακριτές και εγκληματολόγοι ακόμη και από άλλες χώρες, προκειμένου να ακούσουν τη γνώμη τους.

Όσο πιο σπάνια η γύρη τόσο πιο εύκολη η εγκληματολογική ταυτοποίηση 

Η Αυστρία θεωρείται πρωτοπόρος σε θέματα εγκληματολογικής ανάλυσης γύρης. Ήδη το 1959 καταγράφηκε η πρώτη περίπτωση εξιχνίασης εγκλήματος βάσει των αναλύσεων της παλυνολογίας. Χάρη σε μια απολιθωμένη γύρη από άνθη καρυδιάς οι ανακριτές κατάφεραν να ταυτοποιήσουν ένα θύμα και να εντοπίσουν τον δράστη. Για να γίνει ο συσχετισμός πτώματος και δράστη αναλύθηκαν εκατοντάδες δείγματα μικροσκοπικών κόκκων γύρης. Η ανάλυση των δειγμάτων και η σύγκρισή τους μπορεί να οδηγήσει σε απρόσμενα αποτελέσματα.

Μάλιστα όσο πιο σπάνια είναι η μορφή γύρης που εντοπίζεται στα ευρήματα ενός εγκλήματος «τόσο το καλύτερο», εξηγεί η Βέμπερ. Τότε γίνεται πιο εύκολη η διαδικασία ταυτοποίησης. Κάτι τέτοιο συνέβη με ένα δείγμα σπάνιας γύρης από τη Νέα Ζηλανδία που εντοπίστηκε σε έναν ύποπτο για δολοφονία και στο επίμαχο πτώμα. Οι ειδικοί που χειρίζονταν την υπόθεση κατέληξαν έτσι στο συμπέρασμα ότι ο εντοπισμός των συγκεκριμένων κόκκων γύρης δεν μπορούσε να είναι τυχαίος.

Αλλά γιατί η γύρη θεωρείται τόσο «καλό» εύρημα σε μια εγκληματολογική ανάλυση; «Τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα είναι εξαιρετικοί συλλέκτες γύρης», σημειώνει επίσης η Βέμπερ, ενώ οι κόκκοι γύρης είναι ανιχνεύσιμοι στα ρούχα ακόμη και μετά από πολλές πλύσεις. Επίσης με τη βοήθεια ειδικών αναλύσεων η γύρη μπορεί να εντοπιστεί ακόμη και σε απειροελάχιστες ποσότητες στο ανθρώπινο αναπνευστικό και πεπτικό σύστημα καθώς και στα μαλλιά. Όλα αυτά λειτουργούν, λοιπόν, ως ένα σπάνιο μεν σημαντικό βοήθημα δε για την ιατροδικαστική και την εγκληματολογία.

πηγή: DW (Dpa, Φρανκ Κρίστιανσεν / Δήμητρα Κυρανούδη)