Η δημοκρατία της κυψέλης

Όταν οι μέλισσες βρίσκονται σε διαδικασία σμηνουργίας, ετοιμάζονται δηλαδή να εγκαταλείψουν την κυψέλη μαζί με την παλαιά βασίλισσα, οδεύοντας προς τη δημιουργία μιας καινούργιας αποικίας, επιλέγουν την οριστική θέση εγκατάστασης με μια δημοκρατική διαδικασία που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στο νέο του βιβλίο «Honeybee Democracy» ο καθηγητής νευροβιολογίας και συμπεριφοράς, Thomas Seeley, περιγράφει την περίπλοκη διαδικασία λήψης αποφάσεων που χρησιμοποιούν οι μέλισσες (Apis mellifera) όταν παίρνουν το τεράστιο ρίσκο να εγκαταλείψουν την κυψέλη τους.

Το φαινόμενο της σμηνουργίας προκαλείται από συνδυασμό ερεθισμάτων. Ένας απ’ τους σημαντικότερους παράγοντες είναι ο υπερπληθυσμός την περίοδο της άνοιξης. Τότε περίπου το 60% των εργατριών μαζί με την παλαιά βασίλισσα εγκαταλείπει την κυψέλη, αφήνοντας πίσω βασιλικά κελιά απ’ όπου θα εκκολαφθεί μια νέα, διαιρώντας ουσιαστικά το σμήνος.

Το σμήνος που εγκαταλείπει την κυψέλη εγκαθίσταται προσωρινά συνήθως σε κάποιο κλαδί δέντρου κοντά στην αρχική του κυψέλη. Οι εργάτριες συγκεντρώνονται σε σφαιρική διάταξη καλύπτοντας τη βασίλισσα τους ώστε να την προστατέψουν. Είναι μια πολύ κρίσιμη περίοδος καθώς αν η βασίλισσα για κάποιο λόγο χαθεί, το σμήνος είναι καταδικασμένο σε αφανισμό.

Τις επόμενες ημέρες, αρκετές εκατοντάδες ανιχνεύτριες αναζητούν από 10 έως 20 υποψήφιες τοποθεσίες σε κουφάλες δέντρων, κοιλότητες βράχων ή άλλα μέρη που μπορούν να προσφέρουν προστασία απ’ τις καιρικές συνθήκες. Το σμήνος ενημερώνεται για κάθε μια απ’ αυτές τις τοποθεσίες μέσω ενός χορού που εκτελούν οι ανιχνεύτριες επιστρέφοντας.

Σύμφωνα με τον Seeley, η διάρκεια εκτέλεσης του χορού υποδηλώνει πόσο καλή είναι η τοποθεσία. Οι μέλισσες διαθέτουν την έμφυτη ικανότητα να μπορούν να κρίνουν πόσο καλές είναι οι υποψήφιες περιοχές εγκατάστασης. Έπειτα άλλες ανιχνεύτριες επιθεωρούν τις περιοχές αυτές και επιστρέφοντας εκτελούν και αυτές τον χορό. 

Όταν ο αριθμός των μελισσών που επισκέπτονται μια υποψήφια περιοχή ξεπεράσει ένα κρίσιμο στάδιο, τότε αυτή η περιοχή επιλέγεται ως η οριστική θέση εγκατάστασης της νέας αποικίας. Αυτό που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον είναι ότι σύμφωνα με τον Seeley, αυτή η διαδικασία λήψης αποφάσεων των μελισσών, θυμίζει τον τρόπο που λειτουργούν οι νευρώνες στους εγκέφαλους πρωτευόντων όταν κι αυτοί καλούνται να πάρουν σημαντικές αποφάσεις.

Και στα σμήνη, όπως και στον εγκέφαλο, καμία μεμονωμένη μέλισσα ή νευρώνας δεν έχει μια γενική εικόνα της κατάστασης, αλλά πολλά ανεξάρτητα άτομα παρέχουν διαφορετικές πληροφορίες τις οποίες τελικά το σύνολο επεξεργάζεται ώστε να αποφασίσει. Παρόμοια συμπεριφορά παρουσιάζουν και τα μυρμήγκια.

Όλα αυτά μας δείχνουν ότι το μελίσσι είναι ένας υπερ-οργανισμός ευφυέστερος απ’ ό,τι τα μέλη που τον απαρτίζουν μεμονωμένα. Οι άνθρωποι έχουν να διδαχτούν πολλά απ’ τον τρόπο με τον οποίο οι μέλισσες λαμβάνουν τις αποφάσεις. Αρκεί να έχουν κι αυτοί κοινά συμφέροντα, όπως ένα σμήνος μελισσών.

πηγή: sciencedaily.com (προσαρμογή: Στράτος Σαραντουλάκης)

Πουτίγκα σοκολάτας με μέλι (χωρίς ζάχαρη)

Μια εύκολη και γρήγορη σοκολατένιας πουτίγκας με μέλι ιδανική για τις νυχτερινές λιγούρες

time

Χρόνος Εκτέλεσης
15 λεπτά
merides

Μερίδες
4
difficulty

Δυσκολία
Εύκολο

 

Συστατικά:
1/4 φλιτζανιού κακάο (χωρίς ζάχαρη)
3 κουταλιές της σούπας κορν φλάουρ
1+1/2 φλιτζάνι γάλα
1/2 φλιτζανιού κρέμα γάλακτος
1/4 φλιτζανιού μέλι κατά προτίμηση ανοιχτόχρωμο και λεπτόρρευστο (πχ πορτοκαλιάς, παλιουριού, ευκαλύπτου κτλ)
60γρ κουβερτούρα ψιλοκομμένη
1 κουταλιά της σούπας εκχύλισμα βανίλιας

Εκτέλεση:
Τοποθετήστε το κακάο και το κορν φλάουρ μέσα σε μία κατσαρόλα και σε μέτρια φωτιά ανακατέψτε μέχρι να αναμειχθεί πλήρως. Σε ξεχωριστή κατσαρόλα, επίσης σε μέτρια φωτιά ζεστάνετε το γάλα, την κρέμα γάλακτος και το μέλι. Προσοχή σε χαμηλή θερμοκρασία ώστε να μην καταστρέψετε τα θρεπτικά στοιχεία του μελιού. Ανακατέψτε τα μείγματα καλά σε μέτρια φωτιά μέχρι το μείγμα να γίνει πυκνό. Προσθέστε τη ψιλοκομμένη σοκολάτα και ανακατέψτε μέχρι να λιώσει. Αποσύρετε απ’ τη φωτιά την κατσαρόλα και αφήστε την για 5 λεπτά. Ρίξτε την βανίλια και ανακατέψτε καλά.

Μοιράστε την πουτίγκα σε διαφορετικά φλιτζάνια και τοποθετήστε την στο ψυγείο. Σερβίρεται κρύα.

* Το Ορεινό Μέλι συνιστά να μη μαγειρεύετε θερμαίνοντας το μέλι σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 45-50 °C γιατί έτσι χάνονται όλα του τα θρεπτικά συστατικά. *

πηγή: honey.com Η συνταγή είναι των Marie Simmons / Andrews McMeel Publishing, LLC.

Οι άνθρωποι των αετοκορφών, της αυγής, του ήλιου και των καταιγίδων

«Στη διχάλα του δρόμου θα σου αφήσω μια κλάρα, ώστε να ξέρεις ποιο μονοπάτι ν’ ακολουθήσεις. Εγώ θα σε περιμένω λίγο παρακάτω» μου είπε και κλείσαμε το τηλέφωνο. Ακούγονταν αρκετά ηλικιωμένος. Ήταν ακόμα πρωί και η υγρασία στην περιοχή ήταν έντονη. Όταν τον συνάντησα ήταν με την κυρά του. Χαιρετηθήκαμε σαν να γνωριζόμασταν από καιρό· χαιρέτησα και αυτήν, αλλά δεν μου έδωσε σημασία.

Το Ορεινό Μέλι απέκτησε το δικό του σπίτι. Ένα παλιό παραδοσιακό πέτρινο στα ορεινά της Ηπείρου.

Καθώς προχωρούσαμε γύρισα και την κοίταξα. Φαίνονταν βυθισμένη στις σκέψεις της. «Δυστυχώς τα έχει χαμένα εδώ και χρόνια» μου έγνεψε ο κυρ Ηλίας. «Ας καθίσουμε εκεί, ώστε να μπορούμε να την βλέπουμε, γιατί καμιά φορά χάνεται». Το σπίτι του κυρ Ηλία βρισκόταν στον μικρό συνοικισμό της Διάκου που δεν πρέπει να ξεπερνούσε τους 25-30 κατοίκους, σε μια ημιορεινή περιοχή πάνω από τη λίμνη Πουρναρίου. Μια λίμνη η οποία απέπνεε μια μοναδική αίσθηση γαλήνης, με τα σχεδόν ατάραχα νερά της.

Η θέα της λίμνης.

Αμέσως πρόσεξα τα μελίσσια του, τα οποία μάλιστα πρέπει να ήταν καμιά εξηνταριά! Ο κυρ Ηλίας ήταν πλέον 90 ετών και το γεγονός ότι σ’ αυτήν την ηλικία διατηρούσε τόσο πολλά μελίσσια ήταν εντυπωσιακό! Δεν είχα ιδέα ότι ήταν μελισσοκόμος. Είχαμε γνωριστεί στα πλαίσια της αναζήτησης που έκανα στην γύρω περιοχή ώστε να βρω έναν χώρο στον οποίο θα δημιουργούσα ένα μελισσοκομικό εργαστήρι.

Ακριβώς δίπλα απ’ το μελισσοκομείο του, παρατήρησα ότι καλλιεργούσε ζαμπέλα. Αφού χάθηκε για λίγο μέσα στην αποθήκη του, ξαναβγήκε κρατώντας ένα μπουκάλι με τσίπουρο το οποίο μου χάρισε. Ο κυρ Ηλίας ήταν νομάς μελισσοκόμος της Πίνδου την χρυσή εποχή τη μελισσοκομίας, πριν τον ερχομό της βαρρόα. Τότε είχε 100 μελίσσια απ’ τα οποία παρήγαγε γύρω στους 5 τόνους (!!) αδιανόητες σοδειές σήμερα.  Πλέον εδώ και αρκετά χρόνια διατηρούσε ένα στατικό μελισσοκομείο με περίπου 60 κυψέλες, συμπληρώνοντας απλώς την σύνταξή του.

Πανοραμική άποψη της λίμνης

Η θέα της λίμνης ήταν μοναδική και η γαλήνη της περιοχής κάτι ανεκτίμητο. Έχοντας για αρκετά χρόνια περιπλανηθεί με τις μέλισσες στις πλαγιές της Πίνδου, είχα απορρίψει τις περιοχές των μεγάλων υψομέτρων, για χρήση σταθερού μελισσοκομείου, λόγω του κρύου, αλλά και την πεδιάδα με τους πορτοκαλεώνες, καθώς εκεί κατά καιρούς είχα αντιμετωπίσει αρκετά προβλήματα στην ανάπτυξη των μελισσών, πιθανότατα λόγω της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων.

Έτσι είχα καταλήξει να ψάχνω στις περιοχές που βρίσκονταν ενδιάμεσα, σε υψόμετρο 400-500 μέτρων, μιας και ήταν μακριά από καλλιέργειες, δεν είχαν πολύ βαρύ χειμώνα, αλλά κυρίως επειδή παρείχαν δύο βασικές ανθοφορίες ανά έτος. Ανοιξιάτικο ρείκι και φθινοπωρινή κουμαριά.

Ο κυρ Ηλίας ήταν μελισσοκόμος όταν εγώ ήμουν ακόμη αγέννητος κι όμως δεν σταμάταγε να με ρωτάει πράγματα. Έκανε σαν μικρό παιδί. «Τι κάνεις για το άκαρι; Πως το χρησιμοποιείς το οξαλικό οξύ; Είναι δύσκολη η ενστάλαξη; Γιατί τα χέρια μου τρέμουν και φοβάμαι τις αυστηρές δοσολογίες». Ήξερε κάθε φυτό και βότανο της Πίνδου, πιθανότατα όπως κανένας άλλος, αλλά δεν προλάβαινα να τον ρωτήσω τίποτα, γιατί το πάθος του να μάθει ήταν μεγαλύτερο απ’ το να μεταδώσει τις δικές του γνώσεις.

Ένα πράγμα που αγαπώ σ’ αυτή τη δουλειά είναι ότι μπορείς να κάτσεις στο ίδιο τραπέζι με έναν ενενηντάχρονο και όχι μόνο να μιλάς για ώρες, αλλά να υπόσχεσαι ότι θα ξανάρθεις για καφέ και μελισσοκουβέντα.

Το μελισσοκομείο μου κατά την περίοδο της άνοιξης.

Τα περισσότερα μέρη που μου υπέδειξε ο κυρ Ηλίας ήταν δασωμένοι αγροί, τους οποίους οι ιδιοκτήτες τους είχαν εγκαταλείψει για μια καλύτερη ζωή στην Αθήνα ή τα γύρω κεφαλοχώρια, αλλά και παλιά ερειπωμένα πέτρινα σπίτια, που έμοιαζαν σαν να περίμεναν στωικά κάποιον να τα κατοικήσει. Συνεχίζοντας να ψάχνω, λίγα χιλιόμετρα απ’ το σπίτι του κυρ Ηλία, μέσω ενός κακοτράχαλου και δύσβατου δρόμου έφτασα σε μια εξίσου μαγική αλλά και εγκαταλελειμμένη περιοχή.

Έναν ακόμα πιο μικρό οικισμό του οποίου οι δόξες έμοιαζαν να έχουν περάσει ανεπιστρεπτί. Έφερε την περίεργη ονομασία Ρουμάνια, από την τουρκική λέξη orman που σημαίνει δάσος και συχνά αναφέρεται στο αδιάβατο δάσος λόγω της πυκνής βλάστησης. Πολλά χωριά της περιοχής έφεραν ξενικά (κυρίως σλαβικά) ονόματα όπως το Κορφοβούνι, το μεγαλύτερο απ’ όλα, το οποίο παλαιότερα ονομαζόταν Μπρένιστα, κάτι το οποίο άλλαξε το 1928 με απόφαση της τότε κυβέρνησης με σκοπό να δοθεί μια πιο “ελληνική” φυσιογνωμία στο Κράτος…

Το παλιό πέτρινο σπίτι του κυρ Κώστα στα Ρουμάνια Κορφοβουνίου.

Υπήρξαν και άλλοι οικισμοί στην περιοχή με σλαβικά ονόματα όπως η Νεζερίστρα, η Νησίστα, η Αβαρίτσα κ.α. Φαντάζομαι ότι τα Ρουμάνια θα ξέφυγαν αυτών των μαζικών μετονομασιών. Σήμερα αριθμούν 10 κατοίκους, όλοι τους ηλικιωμένοι. Εκεί, σε ένα στενό και απόκρημνο δρομάκι, μια φθινοπωρινή μέρα του Σεπτέμβρη, γνώρισα τον κύριο Κώστα, που ζούσε με μόνη συντροφιά τα λιγοστά πρόβατά του.

Με θέα πάντα τα γαλάζια νερά της τεχνητής λίμνης του Πουρναρίου, που τόσο άλλαξε τη μοίρα αυτού του τόπου, δεν σταμάτησε να μου μιλάει για τα μέρη που έζησε και που αρκετά από αυτά ήταν πλέον σκεπασμένα απ’ τα νερά της λίμνης. Ο μεγάλος του καημός ήταν η ερήμωση της περιοχής, λόγω του υδροηλεκτρικού φράγματος και του οδικού δικτύου που δεν έγινε ποτέ, με αποτέλεσμα το χωριό να αποκοπεί και οι κάτοικοι να αναγκαστούν να μεταναστεύσουν.

Είχα ξεκινήσει αρχικά φέρνοντας λίγα μελίσσια κατά τους φθινοπωρινούς μήνες, τα οποία λίγο πριν μπει ο χειμώνας, φόρτωνα στον «καρνάβαλο» για τα χειμαδιά του κάμπου, όπου ο καιρός είναι πιο ήπιος και την άνοιξη έπαιρνα και πάλι τα βουνά. Ο «καρνάβαλος» ήταν ένα παλιό φορτηγό Mercedes, στο οποίο είχα δώσει αυτό το παρατσούκλι επειδή παρουσίαζε συχνά βλάβες. Το είχα δανειστεί από το θρυλικό λεωφορείο του Βασίλη Τάτση, που έκανε τα επεισοδιακά δρομολόγια των δεκαετιών 1950-60 στην περιοχή αυτή.

Ο αυθεντικός «καρνάβαλος» του Βασίλη Τάτση κατά τα τέλη της δεκαετίας του 50 με αρχές 60.

Με τα χρόνια όμως, από απλώς ένα φθινοπωρινό μελισσοκομείο έγινε η βάση μου. Εδώ έκανα εκτροφή βασιλισσών, εδώ έκοβα τις παραφυάδες μου και από εδώ ξεκινούσα, όταν ο καιρός μαλάκωνε για τις περιοχές των μεγάλων υψομέτρων.

«Κάποτε εδώ ήταν πυκνό δάσος από πουρνάρια και βελανιδιές» μου είπε μια μέρα ο κυρ Κώστας, καθώς είχα κάτσει να ξεκουραστώ απ’ την επιθεώρηση των μελισσιών. «Όμως στις αρχές του 20ου αιώνα, το τοπίο είχε ήδη αλλάξει. Εξαιτίας της εντατικής κτηνοτροφίας και της υλοτόμησης, κυριάρχησε η χαμηλή βλάστηση, τα ρείκια και οι κουμαριές. Οι περιοχές γύρω απ’ τις όχθες του Αράχθου ήταν αρκετά εύφορες. Καλλιεργούνταν ακόμη και καπνός, τον οποίο έκοβαν στον ταμπακόμυλο που υπήρχε στην περιοχή της Διάκου». Ο μύλος αυτός λειτούργησε τον δέκατο ένατο αιώνα και ο ιδιοκτήτης του, ονόματι Γεωργάκης, ήταν κρητικής καταγωγής. Λέγεται μάλιστα ότι ήταν σπάνιας αρχιτεκτονικής κατασκευής, ενώ ερείπια και λιγοστές πέτρες υπάρχουν ακόμη και σήμερα εκεί.

Με την έναρξη των έργων για την κατασκευή του υδροηλεκτρικού φράγματος την δεκαετία του 70, τα πράγματα άλλαξαν. Όταν έγινε η οριστική έμφραξη της σήραγγας και ξεκίνησε να γεμίζει ο ταμιευτήρας, πολλά χωριά και περιουσίες χάθηκαν. «Ο οικισμός της κάτω Καλεντίνης εγκαταλείφθηκε και καταποντίστηκε, όπως και αρκετοί άλλοι που ήταν γύρω απ’ το ποτάμι. Τις περιόδους της παρατεταμένης ανομβρίας, όταν πέφτει η στάθμη της λίμνης, μπορείς να δεις κάποια κτίρια να αποκαλύπτονται, με πιο εντυπωσιακό όλων το παλιό δημοτικό σχολείο», σηκώθηκε και μου έδειξε με το χέρι του απέναντι.

Πράγματι, στις αρχές του φθινοπώρου δημιουργείται ένα μυστήριο, σχεδόν απόκοσμο σκηνικό, όπου μέσα στην ομίχλη του πρωινού, οι στέγες ξεπροβάλλουν απ’ τα νερά, σαν φαντάσματα του παρελθόντος. Εδώ πάνω το νερό μπορεί να μην έφτασε, άλλαξε όμως ριζικά τις ζωές των κατοίκων, πολλοί ισχυρίζονται και το μικροκλίμα της περιοχής. «Στο πέτρινο δημοτικό σχολείο του χωριού, που κτίστηκε το 1934, κάποια περίοδο ο χώρος που χρησιμοποιούνταν ως κατοικία του δασκάλου μετατράπηκε σε δεύτερη αίθουσα διδασκαλίας, λόγω των πολλών μαθητών. Το 1981, την χρονιά που ολοκληρώθηκε το φράγμα, το σχολείο έκλεισε λόγω έλλειψης μαθητών…».

Αν γινόταν πράξη ο περίφημος παραλίμνιος δρόμος που θα αποκαθιστούσε εκείνους που διακόπηκαν από τα νερά και θα αξιοποιούσε τη λίμνη, ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά και ο τόπος να μην ερήμωνε. Το σίγουρο είναι ότι η ΔΕΗ δεν έκανε τίποτα απ’ όσα υποσχέθηκε ως αντισταθμιστικά οφέλη για να βοηθηθεί η περιοχή. Απ’ την άλλη όμως το δάσος που είχε χαθεί εξαιτίας της εντατικής κτηνοτροφίας του προηγούμενου αιώνα, είχε αρχίσει να ανακάμπτει και πάλι. Οι παραλίμνιες ζώνες σήμερα θεωρούνται εξαιρετικά παρθένες, κατάφυτες από βελανιδιές, πουρνάρια, αριές, μυρτιές, κουτσουπιές, πλατάνια, ενώ παραμένουν ανέγγιχτες από τον μαζικό τουρισμό.

Το παλιό πέτρινο σπίτι του κυρ Κώστα, χωρίς την πλακοσκεπή η οποία κατέρρευσε.

«Ο πατέρας μου θα ήταν σήμερα 112 ετών…», ο κυρ Κώστας υπολόγιζε την ηλικία των νεκρών σαν να συνέχιζαν να ζουν, μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση, μια άλλη φορά μου είχε αναφέρει και τον παππού του, ο οποίος θα ήταν 136 ετών «…ο πατέρας μου ήταν σιδεράς. Πριν την δημιουργία της λίμνης, έρχονταν από τα γύρω χωριά, για να τους κάνει διάφορες εργασίες. Μέχρι και την δεκαετία του 50 δεν υπήρχαν χρήματα εδώ. Έτσι γίνονταν ανταλλαγή προϊόντων, τα οποία φόρτωναν και μετέφεραν με ζώα. Πήγαιναν στους αλευρόμυλους της περιοχής να αλέσουν τα γεννήματα όπως τα λέγαν παλιά, τα σιτάρια και τα καλαμπόκια.

Η πεζούλα στην οποία βρίσκεται το ερειπωμένο σπίτι δεν είναι προσβάσιμη με αυτοκίνητο.

Ό,τι είχε έφερνε ο καθένας. Όσοι δεν είχαν κάτι να ανταλλάξουν, πρόσφεραν εργασία. Όλοι τότε στο χωριό ζούσαν απ’ τα κήπια και έτσι ο πατέρας μου τους έβαζε να σκάβουν λάκκες (πεζούλες) ώστε να τις καλλιεργήσουμε για το σπίτι. Ό,τι βλέπεις εδώ έχει σκαφτεί με το χέρι, με σκαμπάνια, φτιάρια και παραμίνες. Όπως καταλαβαίνεις ήταν μια σκληρή και επίπονη εργασία. Οι χώροι που χρησιμοποιείς σήμερα για τα μελίσσια, έχουν δημιουργηθεί με αυτό τον τρόπο. Σκάβοντας με το χέρι, απ’ την αυγή μέχρι το σούρουπο, από ανθρώπους που δεν είχαν κάτι να ανταλλάξουν…»

Πράγματι όταν κάποια στιγμή αργότερα, έλεγξα τους δασικούς χάρτες της περιοχής, οι πεζούλες αυτές υπήρχαν ήδη το 1945. «Μέχρι να τελειώσει η δουλειά έμεναν στο σπίτι μας». Ένα πέτρινο σπίτι του 1935. Υπήρχε μία πέτρα με χαραγμένη την ημερομηνία επάνω δεξιά, εγκαταλελειμμένο εδώ και σχεδόν 40 χρόνια. Ακόμα και έτσι όμως άντεξε μέχρι το 2010 όταν και η βαριά παραδοσιακή πλακοσκεπή του κατέρρευσε.

«Την δεκαετία του 90, είχε πέσει πάνω του μια τεράστια βελανιδιά και παρ’ όλα αυτά δεν έπαθε σοβαρή ζημιά. Δυστυχώς όμως έβαζε νερό και με τον καιρό σάπισαν τα δοκάρια που συγκρατούσαν την σκεπή με αποτέλεσμα να πέσει. Κανένας δεν τα βάζει με το νερό… Είχε βοηθήσει όλο το χωριό για να χτιστεί, όταν παντρεύτηκαν οι γονείς μου. Αντί δώρου. Έτσι έκαναν εδώ».

Η πέτρα με την ημερομηνία κατασκευής του σπιτιού.

Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια την αίσθηση που μου προκάλεσε η θέα την πρώτη φορά που βρέθηκα σ’ αυτό το σπίτι. Αν μπορούσε με κάποιο τρόπο να αναστηλωθεί, διατηρώντας όσο γίνεται την αισθητική του, θα μπορούσε να γίνει ένα εξαιρετικό παραδοσιακό μελισσοκομικό εργαστήρι. Δίπλα απ’ το σπίτι μάλιστα ο πατέρας του κυρ Κώστα διατηρούσε κάποτε μέλισσες μέσα σε κουβέλια, τις παλιές παραδοσιακές κυψέλες που φτιάχνονταν από κούφιους κορμούς δέντρων.

Η θέα απ’ το εγκαταλελειμμένο πέτρινο σπίτι του κυρ Κώστα.

«Οι περισσότεροι έφυγαν μετά το φράγμα. Τότε δεν υπήρχε ούτε αυτός ο τσιμεντένιος δρόμος που υπάρχει σήμερα και δεν υπήρχαν δουλειές εδώ. Έπρεπε να περπατάνε 2 ώρες μέχρι να φτάσουν στον Έλατο και να βρουν κανένα μεροκάματο».

Υπήρχαν αρκετά θέματα για τα οποία έπρεπε να πάρω αποφάσεις. Για παράδειγμα η περιοχή αυτή είχε αρκετά απότομες πλαγιές, πολύ πυκνή βλάστηση και οι περισσότερες πεζούλες δεν ήταν προσβάσιμες με αυτοκίνητο. Η μεταφορά των μελισσιών από εκεί ήταν πολύ δύσκολη και κουραστική, οπότε θα έπρεπε να ανοιχτούν δρόμοι ώστε να μπορεί να φορτώνει και να ξεφορτώνει το φορτηγό. Επίσης η κίνηση με το φορτηγό, στους στενούς και απόκρημνους αγροτικούς δρόμους της περιοχής, ήταν αρκετά δύσκολη έως και επικίνδυνη, ειδικά τις νύχτες που γίνονται οι μεταφορές.

Το οδικό δίκτυο στα Ρουμάνια αποτελείται κυρίως από δύσβατους χωματόδρομους και έναν κεντρικό στενό τσιμεντένιο δρόμο.

Θυμάμαι ένα πρωί ότι είχα πετύχει τον κυρ Κώστα σ’ αυτή την ηλικία να σκαρφαλώνει με μία αυτοσχέδια σκάλα στον στύλο της ΔΕΗ για να αλλάξει τη λάμπα, καθώς κανείς δεν έρχονταν να το κάνει αυτό. Τι ειρωνεία! Αυτοί που υπόσχονταν αντισταθμιστικά μέτρα δεν έρχονταν τώρα να αλλάξουν ούτε τις λάμπες. Συνάμα όταν χιόνιζε τον χειμώνα, τα Ρουμάνια παρέμεναν αποκλεισμένα μέχρι να λιώσει το χιόνι, μιας και τα εκχιονιστικά δεν πήγαιναν ποτέ εκεί. Μία χρονιά μάλιστα είχα διασχίσει πεζός τα χιονισμένα βουνά για να δω σε τι κατάσταση βρίσκονταν τα μελίσσια που ήταν θαμμένα για μέρες κάτω απ’ το χιόνι. Δεν ήταν λοιπόν παράδεισος. Ήταν όμως ένα μέρος στο οποίο με οδήγησαν οι μέλισσες και αυτό που πάντα έκανα είναι να τις ακολουθώ.

«Δεν μου έχουν απομείνει πολλά χρόνια ζωής. Θα ήθελα να περάσω τα τελευταία μου, ήσυχα, ψαρεύοντας στην Κορωνησία. Κουράστηκα εδώ πάνω… Με πονάει που βλέπω το πατρικό μου να έχει μετατραπεί σε χαλάσματα. Αν πιστεύεις ότι μπορείς να του δώσεις και πάλι ζωή θα μου έδινες μεγάλη χαρά.» μου είπε κάποια στιγμή ο κυρ Κώστας.

Το μελισσοκομείο μου κατά την περίοδο της άνοιξης.

Είχε φτάσει μεσημέρι μέχρι να ξεμπερδέψουμε με διάφορα γραφειοκρατικά και να γίνουμε δεκτοί στο γραφείο του εκτιμητή της εφορίας Άρτας. Μέχρι εκεί βέβαια είχαν προηγηθεί 8 μήνες σε πολεοδομίες, δασαρχεία, δήμους κτλ. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε γίνει αγοραπωλησία οικοπέδου στην περιοχή και έτσι ο υπάλληλος της εφορίας έπρεπε να προσδιορίσει την αντικειμενική αξία ώστε να προκύψει ο φόρος μεταβίβασης.

Ένα μέρος της έκτασης που θέλαμε να μεταβιβάσουμε ήταν εντός σχεδίου και ως εκ τούτου είχε διαφορετική φορολογία απ’ τους αγρούς. Έβγαλε ένα βιβλίο, το οποίο πρέπει να ήταν εκεί από την σύσταση του ελληνικού κράτους, μιας και το χαρτί είχε σχεδόν λιώσει, ενώ στις χειρόγραφες σελίδες του, με δυσκολία μπορούσες να διακρίνεις τι έγραφε. Εκεί υπήρχαν όλοι οι οικισμοί και τα χωριά του νομού με τις αντικειμενικές αξίες που τους είχαν δοθεί.

Αφού σκέφτηκε για αρκετή ώρα, γυρίζοντας με μεγάλη προσοχή τις εύθραυστες σελίδες του βιβλίου του, με κοίταξε και μου είπε «Τα βουνά έχουν εγκαταλειφθεί απ’ τους ανθρώπους. Όσοι έχουν απομείνει εκεί πάνω είναι ήρωες και το γεγονός ότι ένας νέος όπως εσύ, θέλει να πάει να δουλέψει εκεί, είναι πολύ σημαντικό. Όμως δε μπορώ να ορίσω πολύ χαμηλή τιμή γιατί μετά θα μου πουν ότι κάνω κοινωνική πολιτική.»

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μου τα είπε όλα αυτά. Ίσως να σκέφτηκε ότι με 1 στους 2 ανθρώπους να ζει πλέον στην πόλη, η πολιτεία θα έπρεπε να δίνει κίνητρα στους νέους να επιστρέψουν στα ορεινά της Ηπείρου. Προσωπικά πιστεύω πως ό,τι κίνητρα και διευκολύνσεις ήταν να δοθούν, δόθηκαν στις πολυεθνικές των εξορύξεων.

Η θέα της λίμνης από τα Ρουμάνια. Στο βάθος διακρίνονται τα Τζουμέρκα.

Σε αυτή την ξεχασμένη γη λοιπόν, έβαλα μπρος να φτιάξω ένα μελισσοκομικό εργαστήρι και ένα μουσείο ελεύθερο για το κοινό. Έναν χώρο όπου ο επισκέπτης θα μπορεί να δει από κοντά αντικείμενα της δουλειάς, κοφίνια, κουβέλια, βρασκιά και παλιές κυψέλες αλλά και διάφορα αγροτικά εργαλεία μιας άλλης εποχής. Όλη η υπόλοιπη έκταση θα αφεθεί στην ίδια τη φύση και θα γίνουν μόνο μικρές επεμβάσεις, που σκοπό θα έχουν να καταστούν προσβάσιμες κάποιες πλαγιές.

* Ο τίτλος του άρθρου είναι δανεισμένος από το εξαιρετικό βιβλίο του Νίκου Καρατζένη Οι νομάδες κτηνοτρόφοι των Τζουμέρκων (οι άνθρωποι των αετοκορφών, της αυγής, του ήλιου και των καταιγίδων). Άρτα 1991.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος

Εκφράζονται φόβοι πως το ένα τέταρτο των μελισσών στο νησί Καγκουρό της Αυστραλίας χάθηκε εξαιτίας των πυρκαγιών

Οι οικολόγοι έχουν σοβαρές ανησυχίες για το μέλλον της μοναδικής και απειλούμενης άγριας ζωής στο νησί του Καγκουρό, όπου οι πυρκαγιές έχουν σκοτώσει χιλιάδες ζώα. Το νησί Καγκουρό, το τρίτο μεγαλύτερο νησί της Αυστραλίας θεωρείται από πολλούς το τελευταίο καταφύγιο της Ιταλικής Μέλισσας (Apis mellifera ligustica).

Οι πυρκαγιές στο νησί, στη νότια Αυστραλία, έχουν μέχρι στιγμής αποτεφρώσει 155.000 εκτάρια, περίπου το ένα τρίτο της συνολικής έκτασης του νησιού. Το νησί θεωρούνταν εξαιρετικά παρθένο και ιδανικό για τις μέλισσες. Εκτιμάται ότι περίπου 1.000 από τις 4.000 κυψέλες του νησιού υπέστησαν ζημιά απ’ τη φωτιά.

Οι περισσότερες κυψέλες ήταν κατασκευασμένες από ξύλο το οποίο είναι ένα πολύ εύφλεκτο υλικό. Η μελισσοκομική επιχείρηση του Peter Davis έπαθε μεγάλη ζημιά, καθώς οι 400 απ’ τις 1000 κυψέλες του κάηκαν, μαζί με το σπίτι και την αποθήκη του γιου του, στην οποία υπήρχαν και 600 κιλά μέλι, το οποίο μετατράπηκε σε μια κολλώδη πισίνα.

Ορισμένες από τις κυψέλες τους εξακολουθούν να απειλούνται από την πυρκαγιά. Στο νησί δεν επιτρέπεται να εισαχθούν μέλισσες από άλλες περιοχές, καθώς έχει τεθεί σε καραντίνα, προκειμένου να προστατευθεί η Ιταλική Μέλισσα. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι αρκετοί ερευνητές έχουν αμφιβολίες για το κατά πόσο “καθαρή” είναι τελικά η Λιγκούστικα που βρίσκεται στο νησί Καγκουρό.

πηγή: abc.net.au

Τρύγος στην κουμαριά

Έπειτα από δύο άκαρπες χρονιές η κουμαριά μας έδωσε επιτέλους το μέλι της! Η φετινή χρονιά, παρά το γεγονός ότι δεν πήγαμε στα πεύκα (η μόνη σταθερή νομή πλέον), μπορεί να χαρακτηριστεί καλή, καθώς καταφέραμε και τρυγήσαμε και ανοιξιάτικο και καλοκαιρινό αλλά και φθινοπωρινό μέλι.

Ορεινό Μέλι κουμαριάς

Παρά το γεγονός ότι το φθινόπωρο δεν ξεκίνησε καλά, μιας και είχαμε υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες και σχεδόν όλο τον Σεπτέμβριο χωρίς βροχή, κάποιες ψιχάλες αλλά και οι πρώτες βροχές του Οκτώβρη δεν άφησαν τα φυτά να διψάσουν και κυρίως την σουσούρα (φθινοπωρινό ρείκι) που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει το πως θα ολοκληρωθεί η χρονιά.

Το μελισσοκομείο πάνω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου, όπου το φθινόπωρο συλλέγεται το μέλι κουμαριάς.

Το ρείκι απροσδόκητα δούλεψε εξαιρετικά, τα μελίσσια εκμεταλλεύτηκαν την καλής ποιότητας γύρη του και δημιούργησαν μεγάλους πληθυσμούς, έτσι μπόρεσαν να είναι παραγωγικά κατά την ανθοφορία της κουμαριάς. Το ρείκι ευνοήθηκε πολύ απ’ τις υψηλές θερμοκρασίες με αποτέλεσμα ένας έμπειρος γευσιγνώστης να μπορεί να διακρίνει την σουσούρα στο μέλι που παράχθηκε στο τέλος.

Ο τρύγος ήταν αρκετά δύσκολος καθώς δε μπορεί να προσεγγίσει αυτοκίνητο και έτσι το κουβάλημα γίνεται με τα χέρια, με αποτέλεσμα να χρειαστούμε αρκετές μέρες. Το κουμαρόμελο έχει σκουροχάλκινο χρώμα με ελαφρώς υπόπικρη γεύση, η οποία οφείλεται στο γλυκοζίδιο αρβουτίνη. Κρυσταλλώνει γρήγορα αποκτώντας μια βουτυρένια υφή, η οποία μπορεί να συνδυαστεί με γιαούρτι και γύρη. Σε ρευστή μορφή η κουμαριά μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετική εναλλακτική πρόταση για τα μελομακάρονα.

Μέλισσα σε άνθος κουμαριάς.

Το μέλι της κουμαριάς παρουσιάζει υψηλή περιεκτικότητα σε φαινόλες, τανίνες, που έχουν αντισηπτικές ιδιότητες για το ουροποιητικό σύστημα και έντονη αντιοξειδωτική δράση η οποία έχει αποδοθεί στις υψηλές συγκεντρώσεις 2,5-υδροξυφαινυλαοξικό οξύ (homogentisic acid). Έχει λιγότερες θερμίδες λόγω του χαμηλού ποσοστού γλυκόζης και φρουκτόζης και έτσι συνίσταται σε περιπτώσεις δίαιτας. Δοκιμάστε το!

Τοστ με αβοκάντο, μαύρο σκόρδο και γύρη

Ποιος είπε ότι το τοστ δε μπορεί να είναι ένα υγιεινό σνακ; Εάν είστε λάτρης του αβοκάντο (όπως και εμείς), τότε αυτό είναι κάτι που πρέπει να δοκιμάσετε οπωσδήποτε!

Για όσους δεν το γνωρίζουν το μαύρο σκόρδο δεν είναι ποικιλία σκόρδου, αλλά ένα προϊόν που προκύπτει από μια φυσική επεξεργασία του λευκού σκόρδου. Δηλαδή από το κλασικό σκόρδο, όταν αυτό ωριμάζει κάτω από ορισμένες συνθήκες, με μια τεχνική που μας έρχεται από την Κορέα. Το αποτέλεσμα έχει διαφορετική υφή και γεύση καθώς με τη διαδικασία ωρίμανσης μετατρέπεται από σκληρό και αψύ σε μαλακό, γλυκό και με μικρή οξύτητα, ενώ διατηρεί ένα ελαφρύ άρωμα σκόρδου.

time

Χρόνος Εκτέλεσης
5 λεπτά
merides

Μερίδες
1
difficulty

Δυσκολία
Εύκολο

 

Συστατικά:
2 Φέτες ψωμιού της επιλογής σας
Ταχίνι (ή εναλλακτικά φυστικοβούτυρο)
2 σκελίδες μαύρο σκόρδο
1 Αβοκάντο
Μισό λεμόνι
Γύρη μελισσών
Αλάτι, πιπέρι καγιέν και νιφάδες τσίλι,

Εκτέλεση:
Απλώστε το ταχίνι πάνω στις φέτες ψωμιού και πασπαλίστε με πιπέρι καγιέν. Λιώστε το μαύρο σκόρδο και απλώστε το και αυτό. Κόψτε το αβοκάντο σε κομμάτια και προσθέστε τα στο τοστ. Ρίξτε από πάνω λίγο λεμόνι. Πασπαλίστε με γύρη νιφάδες τσίλι και αλάτι. Απολαύστε!

πηγή: blackgarlicna.com

Η γυναίκα που δεν φορούσε μαύρο βέλο

Η γυναίκα που εξημέρωσε την αγριότερη φυλή μελισσών, την αντανσονάι της Ροδεσίας, σχεδόν ποτέ δεν φόρεσε την προστατευτική κεφαλοκαλύπτρα με το μαύρο βέλο.

Αθήνα 1926. «Ημουν 15 χρόνων όταν ο σοφέρ της θείας μου παρακάλεσε να βάλει δύο μελίσσια μέσα στο κτήμα της στα Λιόσια. Ο καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής Σπύρος Βαλλιάνος, φίλος οικογενειακός, φέρνει τους 20 φοιτητές του επίσκεψη. Κανένα αγόρι δεν έβαζε το χέρι του μέσα στην κυψέλη από φόβο. «Εσύ φοβάσαι να ακουμπήσεις τις μέλισσες;», με ρωτά ο καθηγητής. Και έβαλα το χέρι μου από ντροπή. Αυτό ήταν. Οι μέλισσες άρχισαν να με ψάχνουν και να με χαϊδεύουν. Κατάλαβα πως θα γίνω μελισσουργός».

Η Πηνελόπη Παπαδοπούλου στην Κρήτη.
Η φωτογραφία έχει δημοσιευτεί με την άδεια του Ιδρύματος Eva Crane Trust
στο οποίο ανήκουν τα δικαιώματα. www.evacranetrust.org

Λίγο μετά η κυρία Πηνελόπη Παπαδοπούλου θα γίνει δεκτή στις παραδόσεις της Ανωτάτης Γεωπονικής. «Έτσι κι αλλιώς δεν πίστευαν ότι ένα κορίτσι θα ασχοληθεί σοβαρά με όλα τούτα». Και όμως. Αποφοιτώντας, να ‘την που διευθύνει τη μεγαλύτερη τότε μονάδα, στη Λοκρίδα, με 500 ευρωπαϊκές κυψέλες. Ζωή τραχιά, αγροτική. Η μικρούλα κοινωνία των εντόμων μεταφερόταν στον Μώλο και στις τσοπανολάτες για να τρυγήσουν θυμάρι οι μέλισσες.

Η Πόπη όμως ήταν ανήσυχο πνεύμα. Μοζαμβίκη, Ιράν, Ν. Αφρική, Ρουμανία, Μαυρίκιος. Χώρες που περιέτρεξε με τη ζαχαρί (και όχι μελί) Mercedes ειδικής κατασκευής με υψηλότερες ρόδες. Στο διαβατήριό της υπήρχε μια ειδική στάμπα: Queen Bee.

Στη Ροδεσία (στα εδάφη της σημερινής Ζιμπάμπουε) οι φονικές μέλισσες αντανσονάι (Apis mellifera adansonii) τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό. Μέχρι το 1962 ελάχιστοι άνθρωποι διατηρούσαν μέλισσες κυρίως λόγω έλλειψης γνώσης και της επιθετικότητας των μελισσών αυτών. Αυτό εξήψε το ενδιαφέρον της Παπαδοπούλου και έτσι ταξίδεψε εκεί για να μελετήσει τις πιο άγριες μέλισσες του κόσμου. Χρειάστηκε μόλις δύο χρόνια για να μάθει τα χούγια των επικίνδυνων αυτών εντόμων. Δεν συμπαθούσαν την πούδρα Arden που χρησιμοποιούσε! Την άλλαξε. Θύμωναν με το μαύρο χρώμα. Το κατήργησε. Έλκονταν από το απαλό κίτρινο και το γαλάζιο. Τέτοια φουστάνια καθιέρωσε.

Η Apis Mellifera adansonii

«Οι μέλισσες εκείνες έχουν 2.000 μάτια, το καθένα με το νεύρο του, που απολήγει στον εγκέφαλο. Το κόκκινο δεν το βλέπουν καθόλου, το άσπρο το βλέπουν ιώδες, το πράσινο και το πορτοκαλί ίδια. Μόλις τις πλησίαζα έπρεπε να μείνω για λίγο ακίνητη. Να τους δώσω τον χρόνο να «συνειδητοποιήσουν» την παρουσία μου. Οι μέλισσες ερεθίζονται επειδή αισθάνονται απειλή. Τότε μονάχα σας τσιμπούν». Η κυρία Παπαδοπούλου θα δείξει στους Ροδεσιανούς πώς να σπρώχνουν με μαχαιράκι ή με το νύχι το κεντρί. «Ένα κεντρί ελικοειδές που διαχέει το δηλητήριο σε 20 λεπτά, άρα πρέπει να δράσουμε σύντομα».

Στη Ροδεσία βρήκε μια χώρα που υπέφερε από την φτώχεια. Εκεί, η τεχνητή κυψέλη ήταν πάντοτε κρεμασμένη σε ψηλά κλαδιά δέντρων και για αυτό κάπως δυσλειτουργική. Το 1966 η Παπαδοπούλου εισήγαγε για πρώτη φορά στην Αφρικανική ήπειρο το ανάστομο κοφίνι από την Σαλαμίνα, το οποίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους ντόπιους, καθώς δε μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά τις σύγχρονες κυψέλες με τα κινητά πλαίσια. Εμπνεόμενοι από την λογική του, δηλαδή τα ειδικής διαμόρφωσης κινητά ξυλάκια πάνω στα οποία χτίζουν ελεύθερα οι μέλισσες, ξεκινούν να πειραματίζονται με ό,τι υλικά βρίσκουν γύρω τους, μετατρέποντας αρχικά ξύλινα κιβώτια φρούτων σε ένα είδος μακρόστενης κυψέλης, που σταδιακά εξελίχθηκε σ’ αυτό που διεθνώς σήμερα ονομάζουμε τοπ μπαρ. Μια κυψέλη που χαίρει μεγάλης εκτίμησης λόγω του μηδαμινού κεφαλαίου έναρξης.

Αριστερά το ανάστομο κοφίνι και δεξιά η κυψέλη τοπ μπαρ.

Πειραματίστηκε ανεπιτυχώς με την ελεγχόμενη σύζευξη βασιλισσών. Δεκατρία χρόνια έζησε εκεί. Προφανώς η παρουσία μιας γυναίκας στην επιστημονική κοινότητα την εποχή εκείνη προκαλούσε αμηχανία.«Δεν πολυέδωσα σημασία. Δεν είχαν άδικο, τους χαλούσα τις συνήθειες. Έμπαινα στα γραφεία και κατέβαζαν τα πόδια τους από τα γραφεία, πρόσεχαν πώς μιλούσαν μεταξύ τους. Ε, είναι και η Πόπη μπροστά, λέγανε.»

Επιστρέφει στην Ελλάδα. Δύσκολη η προσαρμογή. Βρίσκει τη μεταπολεμική Αθήνα ριζικά αλλαγμένη. Στην πατρίδα μας ο κύκλος του μέλιτος την αναγνωρίζει ως αυθεντία. Κάποια στιγμή, την δεκαετία του 1980 επιχείρησε να μεταδώσει τις γνώσεις της στην Κρήτη, μαζί με την φίλη της Εύα Κρέιν, μια απ’ τις σημαντικότερες ερευνήτριες και συγγραφείς μελισσοκομίας του 20ου αιώνα. «Εκεί οι άντρες ήταν σκληροί. Δεν δέχτηκαν να διδαχτούν από μία γυναίκα οπότε άρχισα να διδάσκω τις γυναίκες τους. Όταν αυτές τα κατάφεραν καλύτερα απ’ τους άντρες τους, τότε ήρθαν κι αυτοί να παρακολουθήσουν τα μαθήματα.»

Κάποτε, τυπικά τουλάχιστον, ήρθε η σύνταξη. Σταμάτησε να οδηγεί. Μαζί με τα αντανακλαστικά, όπως έλεγε, αμβλύνεται και η οξύτης των αισθητηρίων. «Πριν από κάθε διεθνή έκθεση σταματούσα το κάπνισμα για μερικές εβδομάδες. Δοκιμάζοντας εκατοντάδες μέλια μπορούσα να διακρίνω ποιο είχε υποστεί θερμική «ταλαιπωρία» και σε πόσους βαθμούς. Οι συσκευαστές ζεσταίνουν τα μέλια για δύο λόγους, για να διευκολύνουν την ανάμειξη και να αποφύγουν την κρυστάλλωση, το ζαχάρωμα. Πλην, πέραν των 65 βαθμών τα βιολογικά στοιχεία του μελιού αλλοιούνται. Μα κι έτσι ακόμη το μέλι είναι προτιμότερο από τη ζάχαρη».

Η Μητέρα της Μελισσουργίας, ήταν μια ανεκτίμητη κιβωτός εμπειρίας, διέθετε τη φλόγα και το ταλέντο να μεταδίδει τις γνώσεις της με απλότητα. Οι μέλισσες ήταν η οικογένεια και ο κόσμος της. Μοναδική παράδοξη ρωγμή; Δεν έτρωγε μέλι!

πηγές – βιβλιογραφία:
Το Βήμα (12 Ιανουαρίου 1997) – Η Βασίλισσα Μητέρα της μελισσοκομίας
Μελισσοκομική Επιθεώρηση: Η γυναίκα που πέταξε (έρευνα – μελέτη του Θανάση Μπίκου 2008)
Beeconomy: What Women and Bees Can Teach Us about Local Trade and the Global Market
Beekeeping in the Mediterranean- From Antiquity to the present
The First Top Bar Hive with Fully Interchangeable Combs