Ένα παρασιτικό στρεψίπτερο μπορεί να μεταβάλει τη συμπεριφορά μιας μέλισσας προς όφελός του

Ο μεταδιδακτορικός ερευνητής, Γιούτα Νακάσε, από το Πανεπιστήμιο Σίνσου στο Ναγκάνο της Ιαπωνίας, παρατήρησε ότι κάτι περίεργο συνέβαινε κατά τις επισκέψεις μιας μέλισσας του είδους Lasioglossum apristum σε άνθη ορτανσίας και αποφάσισε να κάνει μια έρευνα.

Μέλισσα του είδους Lasioglossum apristum

Τα στρεψίπτερα είναι μια αρκετά μικρή τάξη εντόμων και θεωρούνται ενδοπαράσιτα. Τα αρσενικά ενήλικα άτομα του είδους Halictoxenos borealis μπορούν και πετούν αλλά ζουν ελάχιστα, ίσα για να ζευγαρώσουν. Τα θηλυκά όμως αυτού του είδους δεν έχουν φτερά, πόδια ή κεραίες. Είναι ενδοπαράσιτα σε άλλα έντομα. Μπορούν να κινηθούν μόνο ως προνύμφες πρώτου σταδίου, περίοδο κατά την οποία αναζητούν ξενιστή, στον οποίο και θα μείνουν για το υπόλοιπο της ζωής τους. Κι όμως καταφέρνουν να ζευγαρώσουν παρά το γεγονός ότι ζουν μέσα σε ένα άλλο έντομο, χωρίς δυνατότητα κίνησης, απελευθερώνοντας μια φερομόνη, που προσκαλεί τα αρσενικά.

Το στρεψίπτερο Halictoxenos borealis πάνω στην μέλισσα Lasioglossum apristum

Παρατηρώντας λοιπόν μέλισσες που παρασιτούνταν καθώς επισκέπτονταν ταξιανθίες ορτανσίας, οι οποίες δίνουν μόνο γύρη και καθόλου νέκταρ, ο Νακάσε διαπίστωσε ότι δεν συνέλεγαν ούτε κατανάλωναν αυτή τη γύρη (δεν βρέθηκαν υπολείμματα στο έντερο τους), σε αντίθεση με τις μέλισσες του ίδιου είδους που δεν παρασιτούνταν. Αντιθέτως παρουσίαζαν μια περίεργη συμπεριφορά κάμπτοντας τους κοιλιακούς τους προς τα κάτω αγγίζοντας το φυτό.

Ο μεταδιδακτορικός ερευνητής, Γιούτα Νακάσε.

Αυτή η ιδιόμορφη συμπεριφορά παρατηρήθηκε μόνο σε μέλισσες που παρασιτούνταν από θηλυκά στρεψίπτερα που βρίσκονταν στο στάδιο απελευθέρωσης προνυμφών. Τα θηλυκά στρεψίπτερα του είδους Halictoxenos borealis δεν γεννούν αυγά, αλλά απελευθερώνουν προνύμφες πρώτου σταδίου. Σύμφωνα με τον Νακάσε η συμπεριφορά αυτή είναι απόδειξη ότι τα παράσιτα Halictoxenos borealis, όταν φτάσουν σε μια ορισμένη ηλικία μπορούν να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά του ξενιστή τους, προς όφελός τους, ή για να το θέσουμε αλλιώς ελέγχουν το νου του. Οι μέλισσες πλέον δεν επισκέπτονται το άνθος για να τραφούν αλλά για να εναποθέσουν τα στρεψίπτερα τις προνύμφες τους.

Ολόκληρη η έρευνα:
Bee-Parasitic Strepsipterans (Strepsiptera: Stylopidae) Induce Their Hosts’ Flower-Visiting Behavior Change

Μια σύντομη χημική ιστορία της ατμόσφαιρας

Η Γη έχει ηλικία 4,6 δισεκατομμύρια έτη. Το γήινο περιβάλλον κατά τη νεότητα της Γης ήταν ιδιαίτερα αφιλόξενο. Έπειτα από 400 με 600 εκατομμύρια χρόνια από την δημιουργία του πλανήτη και τη σταδιακή μείωση της θερμοκρασίας του, σχηματίστηκαν οι πρώτοι ωκεανοί, από συμπύκνωση των υδρατμών της ατμόσφαιρας.

Η Λιθανθρακοφόρος περίοδος των απέραντων ελωδών δασών.

Το γεγονός αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό καθώς η ζωή είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη νερού, ωστόσο η θερμοκρασία των ωκεανών ήταν ακόμα πολύ υψηλή (80-90°C). Η ατμόσφαιρα περιείχε ελάχιστο οξυγόνο (λιγότερο από 0,001%) σε σύγκριση με το 21% που υπάρχει σήμερα, ενώ αντίστοιχα το διοξείδιο του άνθρακα ήταν 5%, πολύ πάνω από το σημερινό 0,036%, προκαλώντας ένα τεράστιας κλίμακας φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Πριν από 3,7 δισεκατομμύρια έτη η Γη έχοντας καταφέρει να διατηρήσει την ατμόσφαιρά της, περνάει σε μια περίοδο ηρεμίας όπου οι επιθέσεις αστεροειδών μειώνονται καθοριστικά, επιτρέποντας την σταδιακή ψύξη του πλανήτη σε θερμοκρασίες που ευνοούσαν την εμφάνιση ζωής. Η ζωή εμφανίστηκε πριν από 3,8 έως 3,6 δισεκατομμύρια έτη στη θάλασσα, όπου και παρέμεινε για περίπου 3,2 δισεκατομμύρια χρόνια.

Ο λόγος γι αυτό ήταν γιατί δεν υπήρχε ακόμη το στρατοσφαιρικό στρώμα του όζοντος το οποίο απορροφά την βλαβερή υπεριώδη ακτινοβολία. Το στρώμα αυτό δημιουργήθηκε σταδιακά από την δραστηριότητα της φωτοσύνθεσης που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του οξυγόνου, τη δημιουργία του προστατευτικού στρώματος του όζοντος και της μείωσης του διοξειδίου του άνθρακα με συνέπεια την άμβλυνση των θερμοκηπιακών φαινομένων και την επικράτηση πιο ήπιων θερμοκρασιών.

Οι πρώτοι οργανισμοί ήταν αναγκαστικά αναερόβιοι, προσαρμοσμένοι στην έλλειψη οξυγόνου, όμως αργότερα εμφανίστηκαν τα κυανοβακτήρια που παρήγαγαν οξυγόνο ως παραπροϊόν κατά τη φωτοσύνθεση. Σήμερα αιωρούνται ως πλαγκτονικά σε θάλασσες και λίμνες. Θεωρείται ότι το φράγμα του 0,1% στην συγκέντρωση του οξυγόνου στην ατμόσφαιρα ξεπεράστηκε πριν από 2,2 δισεκατομμύρια έτη, όταν και άρχισε να σχηματίζεται η στρατοσφαιρική στιβάδα του όζοντος.

Με τη δημιουργία της αερόβιας φωτοσύνθεσης η ζωή έπαψε να περιορίζεται τοπικά γύρω από θερμές πηγές και για πρώτη φορά στην ιστορία παγκοσμιοποιήθηκε. Ωστόσο ακόμα μόνο μέσα στη θάλασσα. Χρειάστηκε άλλο 1,5 δισεκατομμύρια χρόνια μέχρι τα πρώτα φυτά να βγουν στην ξηρά. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι το οξυγόνο αυτή την περίοδο έφτασε το 10% (21% σήμερα), ενώ το διοξείδιο του άνθρακα μειώθηκε στο 0,5% (0,036% σήμερα).

Ο αποικισμός της ξηράς από τα φυτά δεν ήταν εύκολος, συνέβη όμως πριν από 450 εκατομμύρια χρόνια. Το άγονο σεληνιακό τοπίο της Γης δίνει τη θέση του σε έναν πράσινο κόσμο, καλυμμένο από κάθε μορφή βλάστησης, συμπεριλαμβανομένου τους δάσους. Η ρύθμιση οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα είναι πλέον αποκλειστική ευθύνη των χερσαίων φυτών, που αυξάνουν το μεν οξυγόνο στα επικίνδυνα επίπεδα του 25-30% και μειώνουν το διοξειδίου του άνθρακα στο 0,05% κατά τη Λιθανθρακοφόρο περίοδο, των μεγάλων δασών.

Ενώ το οξυγόνο ήταν αποτέλεσμα της φωτοσύνθεσης, η μείωση του διοξειδίου του άνθρακα οφείλεται στην αποσάθρωση του εδάφους από τη δημιουργία ριζών. Οι υψηλές όμως συγκεντρώσεις οξυγόνου ήταν επικίνδυνες επειδή προκαλούσαν αυτόματες πυρκαγιές, οι οποίες κατέστρεψαν σημαντικό μέρος της βλάστησης, οδηγώντας τελικά σε μια ισορροπία, σταθεροποιώντας το οξυγόνο σε τιμές κοντά στο 20-22% κατά τα τελευταία 170 εκατομμύρια χρόνια.

Οι διακυμάνσεις αυτές επηρεάζονται από τη φωτοσύνθεση αλλά και από βίαια φυσικά φαινόμενα, όπως εκρήξεις ηφαιστείων και πτώσεις ουράνιων σωμάτων. Για παράδειγμα στο τέλος της Πέρμιας περιόδου, πριν από 250 εκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε από τεκτονικές κινήσεις του φλοιού της Γης η υπερ-ήπειρος Παγγαία. Η τεράστια ηφαιστειακή δραστηριότητα που τη συνόδευσε εξαπλασίασε τη συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα μέσα σε μόλις 10.000 χρόνια.

Αντίστοιχα η πτώση αστεροειδούς στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου, πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, όταν και εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι, αύξησε το διοξείδιο του άνθρακα στο 20%. Τα τελευταία 400.000 χρόνια έφτασε τις χαμηλότερες τιμές από τη δημιουργία της Γης, κυμαινόμενο μεταξύ 0,018 και 0,028%. Η ανθρωπογενής αύξηση όμως μετά τη βιομηχανική επανάσταση κατά 50% περίπου στα τελευταία 300 χρόνια, θεωρείται ταχύτερη από εκείνη που προκλήθηκε από τα ηφαίστεια κατά τη δημιουργία της Παγγαίας. Τότε οι κλιματικές αλλαγές οδήγησαν στην εξαφάνιση του 90% των ζωικών ειδών. Τώρα;

 

 

Αυτά και πολλά ακόμα ενδιαφέροντα θα βρείτε στο βιβλίο του Γιάννη Μανέτα: Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών.

Νερό και μέλισσες

Η κατανομή των εργασιών σε ένα μελίσσι είναι στενά συνδεδεµένη µε την ηλικία τους, αν και αυτό μπορεί να αλλάξει όταν οι συνθήκες το επιτάσσουν. Σε γενικές γραμμές πάντως οι μεγαλύτερης ηλικίας μέλισσες ασχολούνται με τη συλλογή. Αναμφισβήτητα η πιο επικίνδυνη εργασία είναι η συλλογή νερού.

Οι συλλέκτριες νερού θεωρούνται οι εμπειρότερες μέλισσες και ασχολούνται αποκλειστικά με αυτό, αντίθετα με τις νεκταροσυλλέκτριες και τις γυρεοσυλλέκτριες που μπορεί να αλλάξουν καθήκοντα. Οι ανιχνεύτριες μέλισσες χρησιμοποιώντας τα αισθητήρια κύτταρα που βρίσκονται στα τελευταία 8 άρθρα της κεραίας τους, μπορούν να εντοπίσουν το νερό από την υψηλότερη σχετική υγρασία που υπάρχει στον αέρα πάνω από την πηγή του νερού. Είναι σε θέση να ανιχνεύσουν διαφορές μέχρι και 5% στην σχετική υγρασία!

Η συλλογή του νερού εξαρτάται από τις ανάγκες του μελισσιού. Οι αποθηκάριες μέλισσες έχουν το ρόλο της αποθήκευσης και της επιμελητείας. Διατηρούν στον πρόλοβό τους αραιωμένο διάλυμα μελιού σε πυκνότητα γύρω στο 60%. Εάν παρατηρηθεί σχετική έλλειψη νερού, η πυκνότητα ζαχάρου στον πρόλοβό τους αυξάνει και αυτό διεγείρει τις μέλισσες να ζητήσουν εντονότερα νερό από τις νεροσυλλέκτριες.

Ένα μελίσσι χρειάζεται από 25 γραμμάρια έως 300 γραμμάρια νερού την ημέρα. Οι ανάγκες σε νερό αυξάνονται όταν οι θερμοκρασίες είναι υψηλές, έπειτα από μετακινήσεις και όταν εκτρέφουν εντατικά γόνο. Σε περίοδο καύσωνα στην Αυστραλία 150 μελίσσια άδειασαν 200 λίτρα νερό από ένα μεγάλο βαρέλι σε διάστημα τριών ωρών!

Johansson & Johansson (1979).
Providing Honeybees mith water.
Bee World 61 (1):11-17 54-
M.E 1994 .σελ. 300.

«Brutalia, Εργάσιμες Μέρες»

Στο φετινό Φεστιβάλ Καννών και συγκεκριμένα στην Εβδομάδα Κριτικής που στρέφει το βλέμμα σε πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς από όλον τον κόσμο, διακρίθηκε η ταινία μικρού μήκους «Brutalia, Εργάσιμες Μέρες» του Μανώλη Μαυρή, μια αλληγορία όπου οι άνθρωποι παίρνουν το ρόλο των μελισσών σε μια μητριαρχική κοινωνία, με στρατιωτικοποιημένη εργασία.

Η Άννα μια εργάτρια μέλισσα που ακόμα βρίσκεται στο στάδιο της εκπαίδευσης παρακολουθεί το σύμπαν της κυψέλης μέσα στο οποίο ζει. Βλέπουμε τη δομή της σκληρής κοινωνίας, τη σταδιακή εσωτερική μετάλλαξη της ηρωίδας μέσω της καταπίεσης που βιώνει και στο τέλος, τη συμβολική ανατροπή και καταστροφή του συστήματος

Ο Μανώλης Μαυρής αναφέρει για την έμπνευση και τη φιλοσοφία πίσω από την ταινία:

Η ταινία είναι ένα ψευδοντοκυμαντέρ το οποίο έχει στοιχεία θρίλερ, μαύρης κωμωδίας και μιούζικαλ. Η ταινία, χαρακτηρίστηκε στο φεστιβάλ Καννών ως «queer», ενώ δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση όταν την έφτιαχνα. Από κάποιες συζητήσεις που έκανα στο φεστιβάλ, φαίνεται ότι την εξέλαβαν ως «το ανδρικό βλέμμα πάνω στην υπεροχή των γυναικών».

Ο τίτλος σημαίνει «Η χώρα της βίας» . Προέκυψε από έναν αρχιτεκτονικό όρο, το «brutale», ένα αυστηρό αρχιτεκτονικό στύλ το οποίο χρησιμοποιεί το γυμνό τσιμέντο. O υπότιτλος επίσης είναι σημαντικός, οι «εργάσιμες μέρες». Ήθελα η ταινία να στρέφεται γύρω από την εργασία και τη βία.

Η επιθυμία να ασχοληθώ με το θέμα προέκυψε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Αυτό το «σύμπαν» αποτέλεσε αφορμή για να εστιάσω πάνω σε έννοιες όπως η πειθαρχία, η εργασία, η τάξη, η ρουτίνα, ο εγκλεισμός, ο φόβος. Το θέμα όμως που με απασχόλησε περισσότερο ήταν η σχέση του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο. Πώς οι προσωπικές επιθυμίες – και κατ’ επέκταση η ταυτότητα του ατόμου – ισοπεδώνονται “με στόχο να υπηρετηθεί το κοινό καλό”. Πώς ένα σύστημα που καταργεί την ατομική κρίση και ομογενοποιεί τα άτομα, τα μετατρέπει σε εκτελεστικά όργανα διαταγών και κανόνων. Όπως αναφέρει η Χάνα Αρεντ στη φιλοσοφική της μελέτη για την Κοινοτοπία του Κακού («Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ», 1963), αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα όρια της «ηθικής κρίσης» του ατόμου να αλλοιώνονται, διαστρεβλώνοντας τη δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Στη συνέχεια, αναζητώντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διαδραματιστεί η ιστορία, ανακάλυψα ότι πολλά κοινωνικά μοντέλα που υπάρχουν στη φύση φέρουν κοινά στοιχεία με αυτά της στρατιωτικής και πειθαρχημένα εργατικής κοινωνίας για την οποία ήθελα να μιλήσω. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και πλησιέστερο σε αυτό που αναζητούσα ήταν η κοινωνία των μελισσών. Σε αυτό το σημείο προέκυψε η ιδέα. Επιθυμώντας να μην ταυτίσω την ταινία με ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό καθεστώς (συγκεριμένη χώρα και χρονική στιγμή) οδηγήθηκα στην αλληγορία. Τοποθετώντας την ιστορία σε μια κυψέλη και αντικαθιστώντας τις μέλισσες με τους ανθρώπους θέλησα να αναφερθώ σφαιρικά στην ανθρώπινη φύση, ευελπιστώντας ότι η ταινία θα αποκτήσει οικουμενική ταυτότητα.

Χρησιμοποίησα τις μέλισσες και όχι κάποιο άλλο είδος κυρίως γιατί ο κόσμος τους μου φάνηκε ανεξάντλητος. Μια αστείρευτη πηγή ιδεών, ένα εξαιρετικά σύνθετο πεδίο το οποίο τροφοδοτούσε το σενάριο συνεχώς με καινούριες σκέψεις. Επίσης, ένας ακόμα βασικός λόγος για τον οποίο επέλεξα τις μέλισσες ήταν η μητριαρχία, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο στην ταινία. Τέλος, εντόπισα πολλές ομοιότητες μεταξύ της οργάνωσης της κυψέλης και των ανθρώπινων πολιτευμάτων. Ενώ σε μία κυψέλη υπάρχει «βασιλεία» , ταυτόχρονα υπάρχει και ένα είδος «αναρχίας» κατά την οποία η βασίλισσα καθαιρείται όταν παύει να είναι λειτουργική (τη σκοτώνει το ίδιο της το μελίσσι). Όλα τα παραπάνω συνέθεσαν ένα τελείως πρωτότυπο σύμπαν, κάτι που δεν είχα συναντήσει πουθενά πιο πριν.

Εξωτερικοί εχθροί δεν υπάρχουν στην ταινία. Με ενδιέφερε να παρουσιάσω ένα σύστημα πολεμικό, το οποίο όμως βρίσκεται σε περίοδο ειρήνης και κατά συνέπεια ο λόγος της ύπαρξής του δεν είναι σαφής. Στόχος μου ήταν να κάνω εμμέσως μια κριτική πάνω στην τάση των κρατών να διασφαλίσουν τα συμφέροντα τους εις βάρος των άλλων. Θεωρώ ότι η περιχαράκωση των κρατικών συνόρων αποτελεί εξαιρετικά επίκαιρο φαινόμενο. Η συνεχής αυξανόμενη εσωστρέφεια των εθνών, η σπατάλη τεράστιων χρηματικών ποσών για τον εξοπλισμό του στρατού, τα τείχη που κατασκευάζονται για να απωθήσουν ανεπιθύμητους πληθυσμούς (γειτονικούς λαούς, μετανάστες), όλα έχουν ως αποτέλεσμα την απομόνωση των κρατών. Ο μόνος υπαρκτός εχθρός είναι η μοναξιά.

Η στρατιωτικοποιημένη εργασία των μελισσών, σύμβολο αποτελεσματικότητας στην ανθρώπινη συνείδηση, αποτέλεσε για μένα βασικό πεδίο διερεύνησης. Ύστερα από εκτενή έρευνα πάνω στην κοινωνία των μελισσών ανακάλυψα πως πολλά από τα χαρακτηριστικά τους, όταν μεταφράζονται – μέσω της κινηματογραφικής γλώσσας – σε ανθρώπινα μέτρα, δημιουργούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνθήκες. Κάποιες ιδιαίτερα βίαιες και άλλες εξαιρετικά κωμικές.

Για παράδειγμα στην ταινία ο κεντρικός χαρακτήρας παίρνει, παρά τη θέληση της, μέρος σε ένα λιντσάρισμα που γίνεται σε μία από της αδελφές της. Κάτι αντίστοιχο γίνεται και στις μέλισσες. Όταν τραυματιστεί μία οι υπόλοιπες τη σκοτώνουν, ή την πετούν έξω από την κυψέλη γιατί πλέον δεν είναι λειτουργική και άρα αποτελεί κίνδυνο για το μελίσσι. Αυτό εγώ τo συνέδεσα με το περιστατικό του λιντσαρίσματος του Ζακ Κωστόπουλου το 2018 στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς βέβαια να φαίνεται ευθέως στην ταινία. Εκεί το πλήθος καταδίκασε συλλογικά κάποιον χωρίς να ξέρει τα γεγονότα. Η μάζα λειτούργησε εναντίον του, καταδικάζοντας τον επιτόπου. Το περιστατικό μου είχε φανεί τόσο συνταρακτικό που ένιωσα την ανάγκη να κάνω μία νύξη. Αποτέλεσε την αφορμή για να φτιάξω την εν λόγω σκηνή.

Ιδιαιτερότητα του φιλμ αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι νεαρές γυναίκες – εργάτριες μέλισσες. Πρόκειται για την αναπαράσταση μιας μητριαρχικής κοινωνίας, μέσα στην οποία μόνο οι γυναίκες παίρνουν αποφάσεις, εργάζονται και την προστατεύουν από εξωτερικούς εχθρούς. Δεν υπάρχει ατομικό συμφέρον, ούτε ωφελιμιστικά κίνητρα. Με “αίσθημα δικαίου” οι εργάτριες μέλισσες αφοσιώνονται στα κοπιαστικά έργα που αναλαμβάνουν εφ’ όρου ζωής και έναντι στοιχειωδών «απολαβών» που διασφαλίζουν απλά την επιβίωσή τους. Είναι πανίσχυρες, ανθεκτικές και παραγωγικές. Ενσαρκώνουν το τελειότερο μοντέλο συνεργασίας με μοναδικό στόχο τη διαιώνιση του είδους (όπως περιγράφει ο Matt Ridley στις Ρίζες της Αρετής). Από την άλλη πλευρά, οι άντρες – κηφήνες (όπως ακριβώς συμβαίνει σε μία κυψέλη) έχουν αποκλειστικά δευτερεύοντα ρόλο. Είναι παθητικοί, ανενεργοί και απολαμβάνουν το χρόνο, χωρίς καμία ευθύνη και υποχρέωση. Κατ’ επέκταση, η συμβολή τους στην κοινωνία είναι μικρή. Η χρησιμότητά τους περιορίζεται κυρίως στην αναπαραγωγή, ρόλο που ωστόσο μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό κηφήνων καταφέρνουν να εκπληρώσουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σύστημα με αυστηρά παγιωμένους «κοινωνικούς» ρόλους, λειτουργικό και παραγωγικό.

Στην ταινία, το γυναικείο φύλο παρουσιάζεται ασύμμετρα ισχυρό σε σχέση με το αντρικό. Ωστόσο, δεν επιχειρώ να κατασκευάσω ένα φεμινιστικό μανιφέστο, παρά μόνο να αναπαραστήσω αυτό που συμβαίνει στη φύση, συνθέτοντας μια δυστοπική κοινωνία, από την οποία απουσιάζει το συναίσθημα. Πρόκειται για μια απαισιόδοξη ματιά πάνω στην πορεία του ανθρώπινου είδους, που διαχρονικά κατασκευάζει κοινωνικά μοντέλα, τα οποία αποσκοπούν στην παραγωγικότητα. Το άτομο βρίσκεται, αναπόφευκτα, ανίσχυρο και εγκλωβισμένο σε κανόνες και νόρμες που το ίδιο δεν ελέγχει. Σε τι διαφέρει όμως ο άνθρωπος από τις μέλισσες; Και γιατί θεωρείται θετική και υποδειγματική η στρατιωτικοποιημένη εργασία; Γιατί οι άνθρωποι προβάλλουν διαχρονικά στο μελίσσι την πειθαρχημένη κοινωνία, εξιδανικεύοντας την παραγωγικότητα και παραβλέποντας ένα σύστημα που προάγει την εξόντωση μέσω της εργασίας; Μπορεί τελικά ένα τέτοιο μοντέλο – που στο όνομα του κοινού καλού επιβάλλει τη θανάτωση των αδυνάμων – να αποτελέσει ουτοπικό όραμα για την ανθρώπινη κοινωνία;

Η ταινία είναι προφανώς αλληγορική και δεν είναι στόχος μου να κατηγορήσω τις μέλισσες. Ο κόσμος των μελισσών λειτουργεί μόνο ως αφορμή. Πρόκειται για μια απαισιόδοξη ματιά πάνω στην πορεία του ανθρώπινου είδους, που διαχρονικά κατασκευάζει κοινωνικά μοντέλα, τα οποία αποσκοπούν στην παραγωγικότητα. Το άτομο βρίσκεται, αναπόφευκτα, ανίσχυρο και εγκλωβισμένο σε κανόνες και νόρμες που το ίδιο δεν ελέγχει.

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ταινία φιλοδοξεί να αποτελέσει μια σπουδή πάνω στην κίνηση του «σμήνους». Tο βλέμμα του θεατή ακολουθεί το συλλογικό υποκείμενο και για αφηγηματικούς λόγους εστίασης, παρατηρεί ατομικά υποκείμενα. Στόχος είναι η ταύτιση του θεατή με τους πολλούς (με τη μάζα), ακόμα και με αρνητικά σημαινόμενα. Παρατηρούμε το σμήνος ως ένα αυτοτελές, μεμονωμένο υποκείμενο, κι ας είναι ουσιαστικά συλλογικά αποτελούμενο από πολλές μονάδες.

Brutalia, Εργάσιμες Μέρες aka Brutalia, Days Of Labour
2021 | Έγχρ. | Διάρκεια: 26΄ | Ελλάδα | Σκηνοθεσία: Μανώλης Μαυρής
Πρωταγωνιστούν: Ελσα Λεκάκου, Κόρα Καρβούνη, Χαρά Μάτα-Γιαννάτου

πηγές: flix.gr , melissosfaira.wordpress.com

Αν δε βρέξει, θα μελώσει

Έπειτα από περιόδους παρατεταμένης ανομβρίας, τα φυτά δεν είναι σε θέση να δώσουν νέκταρ και γι αυτό οι μέλισσες πρέπει να στραφούν στα μελιτώματα. Αυτός είναι ο λόγος που οι παλιοί έλεγαν «Αν δε βρέξει, θα μελώσει».

Βγαίνοντας από τη χειρότερη άνοιξη της τελευταίας δεκαετίας, με σημαντικές ανθοφορίες όπως το ρείκι και η πορτοκαλιά να μην αποδίδουν απολύτως τίποτα, η προσοχή των περισσοτέρων έπεσε στον έλατο, ο οποίος ξεκίνησε μεν ενθαρρυντικά αλλά κι αυτός έπεσε πριν καν βγει ο Μάης, αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο έχει μικρύνει το χρονικό παράθυρο των ανθοφοριών – μελιτοφοριών, αλλά κυρίως ότι έχει μετακινηθεί ο χρόνος έναρξης τους. Μπορούμε να πούμε πια ότι ο έλατος είναι μια ανοιξιάτικη μελιτοφορία και αυτό είναι ένα νέο δεδομένο το οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε.

Με αυτά κατά νου πήρα την απόφαση να μπω στη βελανιδιά νωρίτερα από ποτέ. Είχα ήδη μεταφέρει από τα τέλη Μαΐου μελίσσια ως δείκτες και τα δεδομένα που έστελναν ήταν αρκετά ικανοποιητικά. Το δάσος πάντως ήταν ακόμα άδειο από μελισσάδες. Η βελανιδιά αρχικά κατά την περίοδο του Ιουνίου δίνει μελίτωμα από το φύλλο και αργότερα τον Ιούλιο δίνει από το βελανίδι. Το μέλι που παράγεται απ’ το βελανίδι είναι πιο βαρύ σε γεύση.

Δυστυχώς οι έρευνες στην Ελλάδα για την αναγνώριση και ταυτοποίηση των εντόμων που θεωρούνται υπεύθυνα για την παραγωγή μελιτώματος, το οποίο στη συνέχεια συλλέγουν οι μέλισσες και το μετατρέπουν σε αυτό που ονομάζουμε μέλι βελανιδιάς, είναι ελάχιστες. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχουν 6 μελιτογόνα είδη που παρασιτούν στη βελανιδιά εκ των οποίων το πιο διαδεδομένο είναι το Parthenolecanium rufulum, το οποίο θεωρείται ως η κύρια πηγή μελιτώματος. Ακολουθούν τα Eulecanium tiliae και Eriococcus sp.

Η βελανιδιά έδωσε αρκετό μέλι το πρώτο εικοσαήμερο του Ιουνίου. Στη συνέχεια ο έντονος καύσωνας έκανε την εμφάνισή του ακόμα και σε αυτά τα υψόμετρα, καταστρέφοντας ουσιαστικά το μελίτωμα το οποίο ξίνισε και δεν το συνέλεγαν οι μέλισσες. Έτσι το ρίσκο της έγκαιρης εισόδου στο δάσος βγήκε σε καλό, δεδομένου ότι οι μέλισσες δε μπορούν να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στα δάση λόγω έλλειψης γύρης. Ο τρύγος πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιουλίου και αμέσως έγινε μεταφορά στον κάμπο ώστε τα μελίσσια να ανασυγκροτηθούν. Δυστυχώς οι συνεχιζόμενες υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την παρατεταμένη ανομβρία δεν έχει βοηθήσει τα μελίσσια και αυτό στο οποίο ελπίζουμε πλέον είναι τα πρωτοβρόχια.

Η χώρα που απαγόρευσε τη μελισσοκομία

Οι μελισσοκόμοι στην Ελλάδα είναι εξοργισμένοι. Έπειτα από τη μεγαλύτερη καταστροφή από φωτιά στην ιστορία της Ελλάδας και την απώλεια του πευκοδάσους της Β. Εύβοιας όπου παράγονταν το 20% του μελιού όλης της χώρας, η κυβέρνηση με μια μάλλον παράδοξη Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου απαγόρευσε προσωρινά όλες τις μελισσοκομικές δραστηριότητες στο σύνολο της επικράτειας! Οι παραβάτες τιμωρούνται με πρόστιμο 10.000€ (ΦΕΚ 138/Α/5-8-2021).

Η κυβερνητική απαγόρευση ισχύει από τις 6 Αυγούστου και έχει πάρει παράταση έως και τις 20 του μηνός. Επιπλέον απαγορεύεται η πρόσβαση στα δάση με αποτέλεσμα αρκετοί που είχαν μελίσσια εκεί να μη μπορούν να τα μεταφέρουν. Παρά το γεγονός ότι σε άλλη παράγραφο επιτρέπεται κατ ‘εξαίρεση σε ορισμένους να εισέρχονται στα δάση, οι μελισσοκόμοι δεν συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτούς.

Το καπνιστήρι μπορεί πράγματι να γίνει επικίνδυνο σε αυτές τις συνθήκες καύσωνα και παρατεταμένης ανομβρίας, όμως η κυβέρνηση αντί να απαγορεύσει τη χρήση του, πάνω στην βιασύνη της απαγορεύει κάθε μελισσοκομική δραστηριότητα και μάλιστα παντού, όχι μόνο στα δάση. Έτσι η απαγόρευση ισχύει και για τη βόρεια Ελλάδα που έριξε χαλάζι και ακόμα και σε ιδιόκτητα κτήματα.

Δυστυχώς δε μπορούν να καταλάβουν ότι αυτή είναι μια περίοδος που ο γόνος λόγω εποχής μειώνεται και γίνονται θεραπείες για τη βαρρόα στα μελίσσια, με συχνές επαναλήψεις και ότι αυτές δε μπορούν να γίνουν αργότερα. Επίσης μελισσοκόμοι πρέπει να μεταφέρουν τα μελίσσια τους απ’ τα δάση όπου βρίσκονται καθώς οι νομές έχουν τελειώσει και δεν υπάρχει πλέον εκεί τροφή. Δυστυχώς η μελισσοκομία για το κράτος δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κίνδυνος ανάφλεξης, όπως χαρακτηριστικά έγραψαν στην ΠΝΠ.

Νόμος ν. ΠΝΠ05.08.2021/2021 (ΦΕΚ Α 138/5.8.2021)

Ανανέωση του ΠΝΠ https://dasarxeio.com/wp-content/uploads/2021/08/1019.pdf

Κάπως έτσι θα έμοιαζε η κόλαση του Δάντη

Η καταστροφή στη Βόρεια Εύβοια είναι ανείπωτη. Η καμμένη έκταση σύμφωνα με το Copernicus προσδιορίζεται στα 500.000 στρέμματα και εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 800.000. Είναι η μεγαλύτερη καταστροφή από φωτιά στην ιστορία της Ελλάδας καθώς ξεπέρασε αυτήν της Ηλείας το 2007 όταν είχαν καεί 443.280 στρέμματα.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Δημητρακόπουλο καθηγητή στο τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντή του Εργαστηρίου Δασικών Πυρκαγιών και Κλιματικής αλλαγής, αυτό που χάθηκε ήταν το 10-12% των δασών ολόκληρης της χώρας!

Αρκετοί κάτοικοι έχασαν τα σπίτια τους αλλά και τις καλλιέργειες τους, τουριστικές επιχειρήσεις καταστράφηκαν, οι ρητινοσυλλέκτες δηλώνουν ζωντανοί-νεκροί για τα επόμενα 30-40 χρόνια, ενώ σοβαρές είναι οι συνέπειες και για την ελληνική παραγωγή μελιού καθώς εκεί παράγονταν περίπου το 20% της ετήσιας παραγωγής ολόκληρης της χώρας.

Σύμφωνα με τον Βασίλη Ντούρα πρόεδρο της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδος, 500 χιλιάδες κυψέλες πήγαιναν κάθε χρόνο στη Βόρεια Εύβοια για να συλλέξουν πευκόμελο. Ακόμα δεν έχει γνωστό το μέγεθος της καταστροφής των κυψελών καθώς αρκετοί μελισσοκόμοι ζουν σε άλλες περιοχές και δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν στα μελίσσια τους ώστε να δουν σε τι κατάσταση βρίσκονται.

Το κράτος προσπαθεί να καθησυχάσει τους πολίτες ανακοινώνοντας μέτρα για την ανακούφιση των πυρόπληκτων, βεβαιώνοντας ότι θα δοθούν αποζημιώσεις, όμως εδώ ανοίγει το τεράστιο θέμα της ασφάλισης. Τα μελίσσια ασφαλίζονται στον ΕΛΓΑ με ένα ποσό γύρω στα 0,50€ ανά κυψέλη. Σε περίπτωση απώλειας από πυρκαγιά για να έρθει ο ανταποκριτής και να πραγματοποιήσει έλεγχο θα πρέπει ο μελισσοκόμος να καταβάλει το ποσό των 2€ ανά κυψέλη που χάθηκε, με μέγιστο ποσό αυτό των 300€.

Όμως αν ο εισαγγελέας αποδώσει την αιτία της πυρκαγιάς σε εμπρησμό ή αμέλεια τότε ο μελισσοκόμος δεν δικαιούται αποζημίωση. Επίσης σε μεγάλες πυρκαγιές όπως αυτή της Εύβοιας τα μελίσσια καίγονται ολοσχερώς και επειδή είναι αδύνατον να προσδιοριστεί ο αριθμός τους, το κλιμάκιο του ΕΛΓΑ δεσμεύεται ότι θα τα ελέγξει από δορυφόρο, κάτι το οποίο καθυστερεί πολύ την διαδικασία και συχνά δεν έχει αποτέλεσμα.

Παράλληλα σύμφωνα με το σύστημα EFFIS, η καμένη έκταση στα όρια Ηλείας-Αρκαδίας προσδιορίζεται σε 150.000 στρέμματα. Η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Τσακαλίδη με την 81χρονη γυναίκα που εγκαταλείπει συντετριμμένη το φλεγόμενο σπίτι της, στις Γούβες Εύβοιας έγινε σύμβολο μιας καταστροφής και δημοσιεύτηκε στα διεθνή μέσα.

Φωτιές στην Εύβοια: τεράστια η καταστροφή για την ελληνική μελισσοκομία

Το 20% του ελληνικού μελιού παράγονταν στη Βόρεια Εύβοια. Η καταστροφή είναι τεράστια για την ελληνική μελισσοκομία. Μάλιστα εκφράζονται αμφιβολίες από ειδικούς για το αν το δάσος θα ξαναδώσει μέλι όταν επανέλθει σε 15-20 χρόνια.

Το 60-65% όλης της ελληνικής παραγωγής μελιού είναι πευκόμελο. Αυτό παράγεται κυρίως σε τρεις περιοχές. Β. Εύβοια, Χαλκιδική και Θάσο. Στη Β. Εύβοια παράγεται περίπου το 1/3 του πευκόμελου όλης της Ελλάδας. Δεδομένου ότι το πεύκο είναι η πιο σταθερή νομή, καθώς όλα τα υπόλοιπα μέλια παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις στις αποδόσεις χρόνο με το χρόνο, γίνεται εύκολα αντιληπτό το μέγεθος της καταστροφής για την ελληνική μελισσοκομία. Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους ντόπιους παραγωγούς καθώς πολλοί μελισσοκόμοι της Στερεάς, της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας ζούσαν από το πευκόμελο της Β. Εύβοιας.

Το δάσος εφόσον αφεθεί ανενόχλητο και αν δεν αλλάξει η χρήση γης θα επανέλθει σε ένα διάστημα 20 ετών. Όμως το πευκόμελο παράγεται από τις μελιτώδεις εκκρίσεις του εντόμου Marchalina hellenica, το οποίο κάηκε μαζί με τα δέντρα και δεν είναι σίγουρο ότι θα επανέλθει μαζί τους. Αξίζει να τονιστεί εδώ ότι όσοι μελισσοκόμοι χάσουν τα μελίσσια τους στις φωτιές δεν δικαιούνται αποζημίωση αν η πυρκαγιά αποδοθεί σε εμπρησμό.

Πευκοδάση και φωτιές: Οι βολικοί μύθοι

Συνέντευξη με τον Μαρτίνο Γκαίτλιχ, βιολόγο-περιβαλλοντολόγο και συγγραφέα πολλών βιβλίων για το ελληνικό τοπίο και το φυσικό περιβάλλον.

Στην Ελλάδα, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, η δασική βλάστηση έχει αυξηθεί, παρά τις πυρκαγιές. Υπήρξαν βεβαίως και τοπικές μειώσεις, με εντονότερη την αποδάσωση σε παράκτιες, τουριστικές και πεδινές περιοχές. Οι δασικές πυρκαγιές υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του ανθρώπου. Αλλά και στη σημερινή εποχή, βάσει όλων των δεδομένων, οι εμπρησμοί αποτελούν ένα δευτερεύον υποσύνολο. Ο ανθρώπινος παράγοντας, εκούσιος ή ακούσιος, είναι μεν υπαρκτός, αλλά το πραγματικό πρόβλημα είναι η γειτνίαση και η διείσδυση των οικισμών μέσα σε αυτά. Οι ζώνες ανάμειξης και διεπαφής δασών και οικισμών, αυξάνουν τον κατακερματισμό του δάσους, τον κίνδυνο για καταστροφικές πυρκαγιές, και την πιθανότητα για ανθρώπινες απώλειες.

Κύριε Γκαίτλιχ, ποιοί φταίνε για τις φωτιές στα δάση; οι εμπρηστές, οι οικοπεδοφάγοι, οι εχθροί μας;
Υπάρχουν σίγουρα αρκετοί αστικοί μύθοι γύρω από το θέμα αυτό. Ας αρχίσουμε απομυθοποιώντας τον τελευταίο που αναφέρατε, με τη βοήθεια της απλής λογικής: Συχνά ακούμε ότι οι Τούρκοι ή κάποιοι «ξένοι πράκτορες» βάζουν τις φωτιές στα δάση της χώρας μας, όμως ας θυμηθούμε ότι οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι ένα αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, είναι ένα συχνότατο φαινόμενο στις χώρες της Μεσογείου, καθώς και σε άλλες περιοχές που έχουν παρόμοιο κλίμα, όπως η Καλιφόρνια και η Αυστραλία. Αν ίσχυε λοιπόν η θεωρία των «ξένων πρακτόρων», τότε ποιοι βάζουν τις φωτιές στην Ισπανία; Μήπως οι Πορτογάλοι; Ας προσεγγίσουμε λοιπόν το θέμα βασιζόμενοι στα δεδομένα και όχι σε θεωρίες συνωμοσίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, οι περισσότερες δασικές πυρκαγιές οφείλονται αποδεδειγμένα σε αμέλεια. Βέβαια και η αμέλεια αποτελεί κι αυτή μια μορφή εμπρησμού, απλώς χωρίς πρόθεση και κίνητρο. Θυμάμαι έναν γνωστό καθηγητή Οικολογίας που συνήθιζε να λέει ότι ένας από τους κυριότερους εμπρηστές στην Ελλάδα είναι η ΔΕΗ, εννοώντας τους σπινθήρες από τους προβληματικούς μετασχηματιστές και τα υπέργεια καλώδια του δικτύου. Ασφαλώς και δεν αρνούμαι την ύπαρξη των εσκεμμένων πυρκαγιών και μάλιστα πάντα με ενδιέφερε η ιστορική και κοινωνική διερεύνησή τους, καθώς και η διαχρονική επίδραση ειδικά των κτηνοτροφικών πυρκαγιών στο τοπίο, αν και αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο. Στη σημερινή εποχή όμως, βάσει όλων των δεδομένων, είναι σαφές ότι οι εκούσιοι εμπρησμοί αποτελούν ένα δευτερεύον υποσύνολο. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο ανθρώπινος παράγοντας, εκούσιος ή ακούσιος, είναι μεν υπαρκτός, όμως ας μην ξεχνάμε ότι οι δασικές πυρκαγιές υπήρχαν στον μεσογειακό χώρο και πριν από την παρουσία του ανθρώπου. Όποια κι αν είναι τα αίτια, ανθρωπογενή ή φυσικά, έχουν μικρή σημασία στην εξέλιξη των πυρκαγιών, στις ζημίες και στην καταστροφικότητά τους. Όσοι λοιπόν διατείνονται ότι πίσω από τις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα βρίσκονται πάντα κάποιοι εμπρηστές, κάνουν μία εσφαλμένη απλούστευση και αστοχούν στην προσέγγιση της ουσίας του προβλήματος. Και, ακόμα χειρότερα, απομακρύνουν τη συζήτηση από τη βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου των πυρκαγιών στα μεσογειακά δάση.

Έχετε υποστηρίξει με διάφορες ευκαιρίες, ότι παρά τις εκτεταμένες πυρκαγιές, το συνολικό δάσος στην Ελλάδα …αυξάνεται. Μαγική εικόνα; Ζούμε σε μια δασωμένη χώρα και δεν το ξέρουμε;
Η αύξηση της δασοκάλυψης της Ελλάδας δεν είναι μία άποψη ή ένας ισχυρισμός κάποιων. Είναι μια αντικειμενική διαπίστωση που βασίζεται σε συγκρίσεις αεροφωτογραφιών, ιστορικών φωτογραφιών, καθώς και δορυφορικών λήψεων. Όλες οι σχετικές μελέτες που έχουν γίνει και όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, δείχνουν μία ξεκάθαρη αύξηση. Το ποσοστό των δασών στη χώρα μας ξεπερνά το 25%. Αντιλαμβάνεστε ότι αν συμπεριλάβουμε τους θαμνώνες, τότε το ποσοστό αυτό προφανώς είναι ακόμα μεγαλύτερο. Η σημαντικότερη αύξηση της δασοκάλυψης στην Ελλάδα ξεκίνησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της μείωσης του πληθυσμού της υπαίθρου και ιδίως λόγω της σταδιακής εγκατάλειψης των ορεινών και ημιορεινών περιοχών. Ένας άλλος, δευτερεύων, παράγοντας ήταν η σταδιακή μείωση της χρήσης των καυσόξυλων στη θέρμανση και στο μαγείρεμα. Σε μια γενική θεώρηση λοιπόν, ναι, έχει συνολικά σημειωθεί αύξηση των εκτάσεων με δασική βλάστηση, παρά τις πυρκαγιές. Υπήρξαν βεβαίως και τοπικές μειώσεις, με εντονότερη την αποδάσωση κυρίως σε παράκτιες και πεδινές περιοχές. Η απάντηση ωστόσο στο ερώτημά σας αν «ζούμε σε μια δασωμένη χώρα» είναι κάτι διαφορετικό που αφορά μάλλον σε μία εντύπωση, η οποία εξαρτάται από το πού βρίσκεται κανείς και ποιον ρωτάει: Εάν ρωτήσετε έναν τουρίστα, θα λάβετε διαφορετική απάντηση αν η συζήτησή σας γίνεται σε ένα τυπικό Κυκλαδονήσι, και διαφορετική στην Ευρυτανία. Επίσης, άλλη απάντηση θα σας δώσει ένας Άραβας και άλλη ένας Σκανδιναβός.

Δάσος χαλεπίου πεύκης στην Κεφαλλονιά.

Το σοβαρότερο πρόβλημα είναι προφανώς οι πυρκαγιές στα πευκοδάση. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Αρχικά να διευκρινίσουμε ότι όταν ο κόσμος αναφέρεται στα «πευκοδάση» εννοεί τα δάση της χαλεπίου και της τραχείας πεύκης. Έχει σημασία η διάκριση αυτή διότι στην Ελλάδα υπάρχουν συνολικά 7 διαφορετικά είδη πεύκων, τα οποία όμως εμφανίζουν ποικίλα οικολογικά χαρακτηριστικά και απαντώνται σε διαφορετικά ενδιαιτήματα, όπως για παράδειγμα το μαυρόπευκο και το ρόμπολο που είναι τυπικά ορεινά είδη πεύκης. Αντίθετα, η χαλέπιος και η τραχεία πεύκη βρίσκονται σε χαμηλά συνήθως υψόμετρα, καθώς και σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές. Όσο και αν ξενίσει κάποιους αυτό που θα πω, τα πευκοδάση αυτά καίγονται τουλάχιστον μία ή δύο φορές μέσα σε κάθε αιώνα. Αυτό ήταν και παραμένει ένα φυσιολογικό φαινόμενο, άρρηκτα συνδεδεμένο με τα μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα. Γι’ αυτό και οι καλοκαιρινές πυρκαγιές στη χώρα μας, σε μεγάλο βαθμό, ταυτίζονται με τα δάση χαλεπίου και τραχείας πεύκης, καθώς και με τους μεσογειακούς θαμνότοπους. Οι ανθρωπογενείς παράγοντες έχουν αναμφίβολα πυκνώσει τις φωτιές στα οικοσυστήματα αυτά, ωστόσο η φυσική σύνδεση των δασών με τη φωτιά, παραμένει. Για να επανέλθω όμως στο ερώτημά σας, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η φωτιά στα πευκοδάση αλλά η γειτνίαση με τους οικισμούς και η διείσδυση των οικισμών μέσα σε αυτά. Δηλαδή δημιουργείται μία ζώνη διεπαφής δασών και κατοικημένων περιοχών, η οποία αυξάνει τον κατακερματισμό του δάσους, τον κίνδυνο για καταστροφές σπιτιών και την πιθανότητα για ανθρώπινες απώλειες.

Δάσος μαύρης πεύκης. Αναπτύσσεται σε υψόμετρο από 400 μέχρι 1800μ.

Το δάσος καίγεται. Αυτό είναι αναπόφευκτο και μοιραίο; Πότε είναι «οικολογική καταστροφή» και πότε όχι;
Πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ότι οι οικολογικές επιπτώσεις μιας πυρκαγιάς και οι επιπτώσεις στους ανθρώπους, είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Επίσης να τονίσω ότι -αντίθετα με τα όσα ακούγονται κατά καιρούς στα δελτία ειδήσεων – δεν υπάρχουν παρθένα δάση χαλεπίου ή τραχείας πεύκης. Όπως προανέφερα, τα δάση αυτά έχουν εξελιχθεί σε άμεση σχέση με τη φωτιά και είναι απόλυτα προσαρμοσμένα σε αυτήν. Ως εκ τούτου δεν μιλάμε για μία οικολογική καταστροφή αλλά για ένα στιγμιότυπο στη διαδοχή των μεσογειακών δασικών οικοσυστημάτων, το οποίο κάποια στιγμή θα συμβεί. Αντιλαμβάνομαι τα συνταρακτικά συναισθήματα που προκαλεί η εικόνα μιας δασικής πυρκαγιάς, όμως αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως με οικολογική καταστροφή. Εκείνο που είναι πραγματικά καταστροφικό, ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, είναι όταν καίγονται δάση τα οποία δεν είναι προσαρμοσμένα στον κύκλο των συχνών περιοδικών πυρκαγιών, όπως τα ελατοδάση και ορισμένα δάση αρκεύθων. Ας δούμε με προσοχή τα πρώτα διδάγματα από το, σχετικά πρόσφατο, τραγικό παράδειγμα στην Πάρνηθα, μετά τη φωτιά που είχαμε το καλοκαίρι του 2007: Το καμένο πευκοδάσος που υπήρχε στα χαμηλότερα μέρη, έχει αναγεννηθεί, σε αρκετά σημαντικό βαθμό, και μάλιστα επεκτείνεται. Αντίθετα, το ελατοδάσος δεν δείχνει κανένα απολύτως σημάδι αναγέννησης. Ο λόγος για τη διαφορά αυτή είναι ότι το έλατο έχει ανάγκη από την ύπαρξη μιας «πρόδρομης βλάστησης», από κάποια συγκεκριμένα δασικά είδη, η οποία θα εξασφαλίσει τις απαραίτητες συνθήκες υγρασίας, σκιάς και προστασίας, μέσα στις οποίες θα μπορέσουν να αναπτυχθούν οι σπόροι και κατόπιν τα μικρά έλατα. Ως εκ τούτου, η φυσική αποκατάσταση του ελατοδάσους, εφόσον δεν παρεμποδιστεί από ανθρωπογενείς παράγοντες, θα χρειαστεί πάρα πολλές δεκαετίες. Σε κάποιες περιπτώσεις, ενδέχεται να μην γίνει ποτέ. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να κατανοηθεί η αξία και η μοναδικότητα των δασών αυτών. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν είναι όλα τα δάση ίδια. Δηλαδή, πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε την οικολογική διάσταση των δασών, ως οικοσυστήματα, και να μην τα βλέπουμε μόνον ως παραγωγούς οξυγόνου.

Το θρυλικό Μικρό Χωριό Ευρυτανίας είναι χτισμένο μέσα σε πυκνό ελατοδάσος σε υψόμετρο 950μ.

Χρειαζόμαστε πράγματι αναδασώσεις, ή η αναγέννηση θα έρθει από μόνη της;
Ο γενικός κανόνας είναι ότι η καλύτερη αναδάσωση είναι η φυσική αναδάσωση. Αυτό βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι θα αφήσουμε τη φύση ανενόχλητη και εφόσον δεν αλλάξει η χρήση γης μετά τη φωτιά. Στα πευκοδάση, η μεσολάβηση ενός χρονικού διαστήματος δεκαπενταετίας ή εικοσαετίας ανάμεσα σε δύο διαδοχικές πυρκαγιές, δεν εμποδίζει την αναγέννηση και διατήρηση των πευκοδασών. Πρέπει λοιπόν να γίνει από όλους κατανοητό, ότι ένα πευκοδάσος που έχει καεί, θα ξαναγίνει δάσος, μετά από δυο δεκαετίες περίπου, μέσω της φυσικής αναδάσωσης. Εάν όμως οι φωτιές επαναληφθούν σε μικρότερα χρονικά διαστήματα, τότε τα πεύκα δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στην ηλικία παραγωγής κουκουναριών, άρα και σπερμάτων, οπότε το πευκοδάσος δεν μπορεί να αναγεννηθεί. Αντιστοίχως, για τους λόγους που προανέφερα, αυτή η αδυναμία αναγέννησης ισχύει και στις κατηγορίες των δασών που δεν είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές. Κατά συνέπεια, οι τεχνητές αναδασώσεις είναι μερικές φορές αναγκαίες. Ωστόσο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν απαιτούνται, και, σίγουρα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πανάκεια. Επίσης, δεν μπορούν να γίνουν από τον οποιονδήποτε φορέα, καλοπροαίρετο έστω, χωρίς επιστημονικό σχεδιασμό. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα χαρακτηριστικά λάθη που γίνονται στις αναδασώσεις, όπως για παράδειγμα να γίνονται οι φυτεύσεις από ανεκπαίδευτους εθελοντές, συχνά σε λάθος εποχή ή με λάθος είδη δέντρων. Επίσης, ακόμα συχνότερα, δεν λαμβάνεται υπόψη η διαδικασία της φυσικής αποκατάστασης που μπορεί να έχει ήδη ξεκινήσει σε μια καμένη έκταση, ούτε η ευπαθής άγρια χλωρίδα που αναπτύσσεται στις περιοχές αυτές, όπως για παράδειγμα κάποια ενδημικά αγριολούλουδα τα οποία μπορεί να απειληθούν από τις, κατά τα άλλα καλοπροαίρετες, δενδροφυτεύσεις. Δυστυχώς βλέπουμε αρκετά τέτοια παραδείγματα, όπου γίνεται περισσότερο κακό παρά καλό. Η αποκατάσταση ενός καμένου δάσους είναι μια πολυσύνθετη και σίγουρα όχι άμεση διαδικασία, ενώ ο κόσμος θέλει γρήγορες λύσεις και εύπεπτες απαντήσεις.

Δάσος βελανιδιάς στην Αιτωλοακαρνανία.

Μήπως θα βοηθούσε αν στις πυρόπληκτες περιοχές φυτεύαμε άλλα είδη: βελανιδιές, κυπαρίσσια ή ευκαλύπτους;
Θα ξεκινήσω απαντώντας για τους ευκαλύπτους: Η απάντηση είναι κατηγορηματικά, όχι! Ως προς τα άλλα είδη, θα έλεγα, κατά περίπτωση, και ναι και όχι. Εξηγούμαι: Οι ευκάλυπτοι, αν και έχουν ένα ελληνοπρεπέστατο όνομα, είναι δέντρα που κατάγονται από την Αυστραλία. Μπορούμε να συνεχίσουμε να τους φυτεύουμε σε κήπους και σε δενδροστοιχίες, ωστόσο δεν έχουν θέση στις αναδασώσεις, για πολλούς λόγους. Πρωτίστως βέβαια, διότι δεν ανήκουν στα ελληνικά δασικά οικοσυστήματα και, επιπλέον, είναι και εύφλεκτα φυτά. Όπως ανέφερα και πριν, οι τεχνητές αναδασώσεις χρειάζονται επιστημονικό σχεδιασμό. Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα επιστημονικά δεδομένα, που προκύπτουν από τις νεότερες έρευνες, είναι εντελώς εσφαλμένη πρακτική η χρήση ξενικών ειδών στην αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων. Ορισμένα τέτοια ξενικά είδη μάλιστα έχουν γίνει επίμονα ζιζάνια, όπως για παράδειγμα ο Αείλανθος, που είχε φυτευτεί ευρύτατα ως ταχυαυξές είδος. Οι βελανιδιές, τα κυπαρίσσια, καθώς και άλλα ιθαγενή δασικά είδη, μπορούν ασφαλώς να χρησιμοποιηθούν σε αναδασώσεις, στα κατάλληλα για αυτά ενδιαιτήματα (θέσεις) και έπειτα από σχετική ειδική μελέτη. Εν αντιθέσει με τα πεύκα, οι βελανιδιές είναι λιγότερο εύφλεκτα δέντρα και «επενδύουν» στον χρόνο. Είναι μακρόβια και βραδυαυξή φυτά και, κάποια είδη όπως η ήμερη βελανιδιά και η χνοώδης δρυς, μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν σε πολλές περιοχές χαμηλού και μέσου υψομέτρου. Ας μην σπεύσουμε όμως να προτείνουμε την πλήρη αντικατάσταση των πευκοδασών με άλλα είδη. Ας θυμηθούμε ότι τα πευκοδάση έχουν και οικονομική σημασία, καθώς φιλοξενούν παραγωγικές δραστηριότητες, με πρώτη και καλύτερη τη μελισσοκομία για την παραγωγή του πευκόμελου από τη μαρσαλίνα των πεύκων. Η «δαιμονοποίηση» του πεύκου όπως συνέβη και μετά από την πρόσφατη κακοκαιρία «Μήδεια», τον περασμένο χειμώνα, παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε είδος δέντρου και κάθε δασικό οικοσύστημα, έχει τη δική του σημασία και αξία.

Πευκοδάσος στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας.

Σύμφωνα με αυτά που επισημάνατε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στα θέματα αυτά υπάρχει έλλειμμα οικολογικής γνώσης;
Δεν πρόκειται απλώς για ένα έλλειμμα γνώσης. Είναι τόσο μεγάλες οι ελλείψεις των γνώσεων του κοινού στον κλάδο της Οικολογίας, όπως άλλωστε και στη Βιολογία γενικότερα, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι υπάρχει πραγματικά ένας οικολογικός αναλφαβητισμός! Τα περισσότερα παιδιά που τελειώνουν στη σημερινή εποχή το σχολείο, δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν τα βασικά είδη δέντρων και θάμνων της ελληνικής δασικής βλάστησης, ούτε καν τα είδη των δέντρων που απαντώνται μέσα στην πόλη, στη γειτονιά τους. Επιτρέψτε μου εδώ να αναφέρω ότι, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια συστηματική υποβάθμιση της διδασκαλίας της Βιολογίας, στη σχολική εκπαίδευση. Ένα από τα πιο σκανδαλώδη παραδείγματα είναι το ότι ποτέ δεν διδάσκεται η Εξέλιξη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γεγονός που δημιουργεί – μεταξύ των άλλων – και σοβαρότατες αδυναμίες κατανόησης βασικών καθημερινών ζητημάτων, όπως διαπιστώσαμε και στην πανδημία του covid-19. Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα των δασικών πυρκαγιών, το έλλειμμα της γνώσης δεν αφορά μόνο την ελλιπή σχολική εκπαίδευση. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έχουν επίσης μεγάλη ευθύνη σε αυτό. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι, δυστυχώς, έχουν πολύ λίγες γνώσεις για το θέμα. Στην καλύτερη περίπτωση, οι γνώσεις αυτές φτάνουν το πολύ μέχρι το λεγόμενο «τρίγωνο της φωτιάς», θερμότητα-οξυγόνο-καύσιμο, δηλαδή τους τρεις βασικούς παράγοντες που συντελούν σε μια πυρκαγιά. Στη χειρότερη περίπτωση, απλώς επαναλαμβάνουν διάφορα κλισέ, για την «πύρινη λαίλαπα που κατακαίει το πράσινο και τις ανθρώπινες περιουσίες».

Η πρόσφατη φωτιά στο πευκοδάσος της Βαρυμπόμπης.

Για το ρόλο της κτηνοτροφίας και της βόσκησης, υπάρχουν συγκρουόμενες απόψεις. Που βρίσκεται η οικολογική αλήθεια;
Η βόσκηση στα δασικά οικοσυστήματα έχει μεγάλη σημασία, είτε πρόκειται για αποτέλεσμα της παρουσίας άγριων φυτοφάγων ζώων, όπως τα ελάφια και τα ζαρκάδια, είτε για την εκτροφή αιγοπροβάτων. Η βόσκηση που γίνεται στο πλαίσιο της παραδοσιακής εκτατικής κτηνοτροφίας μπορεί να αποτελεί μέρος της αειφορικής διαχείρισης του δάσους. Προσοχή: αναφέρομαι στη βόσκηση, όχι στην υπερβόσκηση. Η υπερβόσκηση, δηλαδή η υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας, είναι πρόβλημα και παράγοντας υποβάθμισης των δασών. Ενταγμένη όμως στο κατάλληλο διαχειριστικό σχέδιο και τηρώντας τις προδιαγραφές που ορίζει η βοσκοϊκανότητα του κάθε δάσους, η εκτατική κτηνοτροφία συμβάλλει στη διατήρηση των διάκενων, των ξέφωτων και των λιβαδιών, και κατ’ επέκταση στην ποικιλότητα του δασικού περιβάλλοντος.

Νέγρι Ηπείρου. Καταυλισμός Βλάχων (1975), φωτό: Τάκης Τλούπας

Πόσα και ποια μέτρα πυροπροστασίας και πυρόσβεσης χρειαζόμαστε τελικά; Και ποιες είναι οι νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή;
Θα σας απαντήσω, στο πλαίσιο του δικού μου γνωστικού αντικειμένου, για τα μέτρα διαχείρισης που συμβάλλουν στην πρόληψη και αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Αρχικώς θεωρώ ότι πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητή η σχέση του πευκοδάσους, και γενικότερα των μεσογειακής δασικής βλάστησης, με τη φωτιά. Η φωτιά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κύκλου της διαδοχής των οικοσυστημάτων αυτών και προϋπήρχε της ανθρώπινης παρουσίας σε αυτά. Ασφαλώς, η συνειδητοποίηση του φαινομένου αυτού δεν μας απαλλάσσει από τις ευθύνες μας. Είναι όμως μία οικολογική παράμετρος, την οποία πρέπει οπωσδήποτε να λάβουμε υπόψη μας, έτσι ώστε να γίνουμε αποτελεσματικότεροι στο σχεδιασμό της πυρόσβεσης και της δασοπροστασίας. Οι υπηρεσίες, καθώς και όσοι ζουν κοντά σε πευκοδάση, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι σίγουρα μια πυρκαγιά θα εκδηλωθεί σε αυτά, μέσα στη διάρκεια ενός κύκλου μερικών δεκαετιών. Επιπλέον, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι όσο περισσότερος χρόνος έχει περάσει από την τελευταία πυρκαγιά τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος για να συμβεί μια νέα μεγάλη πυρκαγιά, καθώς συσσωρεύεται καύσιμη ύλη και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για συνοδές καταστροφές. Ο κίνδυνος αυτός όμως μπορεί να μειωθεί με την κατάλληλη διαχείριση της βιομάζας. Και, γενικά, ένα διαχειριζόμενο πευκοδάσος είναι λιγότερο ευάλωτο στις πυρκαγιές από ένα μη-διαχειριζόμενο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι τα πευκοδάση είχαν πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες στο παρελθόν. Είναι πολύ λυπηρό το γεγονός ότι σήμερα αντιμετωπίζονται, σχεδόν αποκλειστικά, ως εν δυνάμει χώρος παραθεριστικής κατοικίας. Στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής πυροπροστασίας, μπορούν και πρέπει να ενταχθούν και μέτρα διαχείρισης που θα περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τόσο την επιλεκτική υλοτομία όσο και τη βόσκηση. Η εφαρμογή τέτοιων διαχειριστικών πρακτικών, έχει επιπροσθέτως και οφέλη για την τοπική οικονομία και απασχόληση, καθώς οι συγκεκριμένες δραστηριότητες παρουσιάζουν και παραγωγικό ενδιαφέρον. Άλλα μέτρα που σίγουρα θα συμβάλλουν στην προστασία των δασών, είναι η υπογειοποίηση του ηλεκτρικού δικτύου, η ολοκλήρωση των δασικών χαρτών και η διασφάλιση του δασικού χαρακτήρα της χρήσης γης και μετά τη φωτιά. Ως προς την κλιματική αλλαγή, είναι σαφές ότι οι καύσωνες θα γίνουν συχνότεροι και ότι θα σημειώνονται και εκτός των θερινών μηνών, οπότε πρέπει αρχικά να διευρυνθεί η θεσμοθετημένη αντιπυρική περίοδος. Υπό το πρίσμα αυτών των μελλοντικών συνθηκών, θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία πυροπροστασίας και πυρόσβεσης, τα οποία έχουν ήδη δείξει θετικά αποτελέσματα, στην Ελλάδα ή και σε άλλες χώρες. Προς αυτήν την κατεύθυνση, μπορούμε να μάθουμε να δουλεύουμε μαζί με τη φωτιά, είτε με ελεγχόμενη καύση σε επίφοβες περιοχές κατά τους χειμερινούς μήνες, είτε με το λεγόμενο «αντιπύρ», δηλαδή τη χρήση φωτιάς μικρής έντασης και ελεγχόμενης συμπεριφοράς η οποία θα ανακόψει την πυρκαγιά. Αντιθέτως, ξεπερασμένες πρακτικές και εσφαλμένες παρεμβάσεις, όπως η πρόσφατη αποψίλωση της αναγέννησης του δάσους Κουκουναριάς στον Σχινιά, τον περασμένο Ιούνιο, για αντιπυρικούς λόγους υποτίθεται, αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή. Μας δείχνουν, δυστυχώς, ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε μέχρι να μάθουμε να προστατεύουμε τα δάση μας με γνώση και αποτελεσματικότητα.

Του Ηλία Ευθυμιόπουλου – Athens Voice

Η «αποκάλυψη των εντόμων» μέρος ‘Γ

Η εποχή της μοναξιάς

Για να διαβάσετε το προηγούμενα μέρη πατήστε εδώ: ‘Α μέρος , ‘Β μέρος .

Η τρέχουσα απώλεια της βιοποικιλότητας είναι ευρέως γνωστή ως η έκτη εξαφάνιση. Η έκτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που ένας μεγάλος αριθμός ειδών εξαφανίζεται. Η διαφορά απ’ τις προηγούμενες είναι ότι αυτή τη φορά λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας ο ρυθμός εξαφάνισης έχει επιταχυνθεί ασυνήθιστα. Η πρώτη υπολογίζεται ότι συνέβη πριν από περίπου 440 εκατ. χρόνια, στο μεταίχμιο της Ορδοβίκιας και της Σιλούριας περιόδου, όταν εξαφανίστηκε το 85% όλων των ειδών. Αργότερα, προς το τέλος της Δεβόνιας περιόδου, πριν από περίπου 360 εκατ. χρόνια, εξαφανίστηκε το 70% όλων των ειδών.

Ακολούθησε η μεγαλύτερη μαζική εξαφάνιση που έχει καταγραφεί ποτέ στον πλανήτη, όταν κατά την Πέρμια περίοδο, πριν από 252 εκατ. χρόνια, εξαλείφθηκαν πάνω από το 90% των ειδών (ανάμεσα στα οποία και οι περίφημοι τριλοβίτες), στο λυκόφως της Παλαιοζωικής εποχής. Μετά από 50 εκατ. περίπου χρόνια, στο τέλος της Τριασικής περιόδου, εξαφανίστηκε το 70% των τότε ειδών, γεγονός που σήμανε την αρχή της κυριαρχίας των δεινοσαύρων, οι οποίοι γνώρισαν και αυτοί με τη σειρά τους την εξαφάνιση πριν από 65 εκατ. χρόνια, στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου.

Η εξαφάνιση είναι μια τραγωδία. Δεν υπάρχει επιστροφή από αυτήν. Αλλά η εξαφάνιση δεν είναι η μόνη τραγωδία την οποία βιώνουμε. Υπάρχουν είδη που εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά ως σκιά του εαυτού τους. Στο βιβλίο του «The Once and Future World» ο Καναδός δημοσιογράφος Τζ. Β. Μακίνον παρουσιάζει καταγραφές των τελευταίων αιώνων που μας αποκαλύπτουν αυτό που μόλις χάθηκε. «Στο Βόρειο Ατλαντικό ένα κοπάδι μπακαλιάροι σταματά ένα μεγάλο πλοίο, στην Μεσο-Ατλαντική υφαλορράχη. Έξω από το Σίδνεϊ της Αυστραλίας ο καπετάνιος του πλοίου από το μεσημέρι μέχρι το απόγευμα πλέει συνεχώς ανάμεσα σε φάλαινες. Οι πρωτοπόροι του Ειρηνικού αναφέρουν συχνά στις Αρχές ότι τα κανό τους κινδυνεύουν να ανατραπούν εξαιτίας των σολομών που πηδούν. Υπήρχαν αναφορές για λιοντάρια στη νότια Γαλλία και θαλάσσιων ίππων στον Τάμεση. Για κοπάδια πουλιών τόσο μεγάλα που χρειάστηκαν τρεις μέρες μέχρι να φανεί και πάλι ο ουρανός, αλλά και για 100 γαλάζιες φάλαινες στον Νότιο Ωκεανό για κάθε μία που βλέπουμε σήμερα.» Αυτά δεν είναι αξιοθέατα κάποιας προϊστορικής εποχής γράφει ο Μακίνον. «Μιλάμε για πράγματα που είδαν ανθρώπινα μάτια. Πράγματα που υπάρχουν στην ανθρώπινη μνήμη».

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζ. Β. Μακίνον, ο οποίος συνεργάζεται με τα New Yorker και National Geographic.

Ενώ γράφονταν αυτό το άρθρο οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η μεγαλύτερη αποικία βασιλικών πιγκουίνων στον κόσμο συρρικνώθηκε κατά 88% σε 35 χρόνια. Και ότι το 97% του ερυθρού τόνου του Ατλαντικού, ενός από τα μεγαλύτερα ψάρια με οστέινο σκελετό, έχει χαθεί. Ο αριθμός του μασητικού παιχνιδιού για μωρά «Σόφι η καμηλοπάρδαλη» που πουλήθηκε στη Γαλλία σε ένα χρόνο είναι εννέα φορές μεγαλύτερος από αυτό των καμηλοπαρδάλεων που εξακολουθούν να ζουν στην Αφρική. 

Οι τίγρεις συνεχίζουν να υπάρχουν αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι το 93% της γης στην οποία ζούσαν κάποτε, σήμερα είναι χωρίς τίγρεις. Αυτό δεν είναι απλώς νοσταλγία. Τα μεγάλα ζώα και ειδικά τα κορυφαία αρπακτικά, όπως οι τίγρεις, συνδέουν τα οικοσυστήματα μεταξύ τους και μεταφέρουν ενέργεια και πόρους απλά περπατώντας, τρώγοντας, αφοδεύοντας και πεθαίνοντας. Στα βάθη των ωκεανών, σε μέρη φτωχά σε θρεπτικά συστατικά, τα κουφάρια των φαλαινών αποτελούν τη βάση ολόκληρων οικοσυστημάτων. Η απουσία ενός και μόνο είδους και συγκεκριμένα ενός κορυφαίου θηρευτή μπορεί να επηρεάζει τη δομή ολόκληρου του οικοσυστήματος, ένα φαινόμενο που ονομάζεται τροφικός καταρράκτης.

Οι επιστήμονες έχουν αρχίσει πλέον να χρησιμοποιούν τον όρο «λειτουργική εξαφάνιση» αντί του «αριθμητική εξαφάνιση». Το ανησυχητικό με αυτό τον όρο είναι ότι υποδηλώνει πως ο πληθυσμός ενός είδους έχει περάσει το σημείο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Τα είδη αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν τον τρόπο λειτουργίας ενός οικοσυστήματος και δε θα καταφέρουν ποτέ να ανακάμψουν. Κάποιοι δεν το χαρακτηρίζουν ως εξαφάνιση ενός είδους, αλλά όλων των αλληλεπιδράσεών του με το περιβάλλον. Μια μελέτη του 2013 που δημοσιεύτηκε στο Nature, ανέφερε ότι η απώλεια ακόμη και του 30% του πληθυσμού ενός είδους αρκεί για να αποσταθεροποιήσει τους πληθυσμούς άλλων ειδών σε τέτοιο βαθμό που να οδηγήσει ακόμα και στην ολοκληρωτική εξαφάνισή τους.

Κατά ένα ειρωνικό τρόπο ο φυσιοδίφης εξερευνητής Γκέοργκ Στέλλερ, ο άνθρωπος που ανακάλυψε σ’ ένα ταξίδι του τη γιγάντια θαλάσσια αγελάδα, που πήρε και το όνομά του, ήταν αυτός που μας έδειξε και πως να την πιάσουμε και να την φάμε.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου του τροφικού καταρράκτη είναι οι θαλάσσιες ενυδρίδες. Όταν σχεδόν εξαφανίστηκαν από τον Βόρειο Ειρηνικό, τα θήραμά τους, οι αχινοί αυξήθηκαν τόσο πολύ που αποδεκάτισαν τα υποθαλάσσια δάση, μετατρέποντας τον βυθό σε ένα άγονο περιβάλλον, συμβάλλοντας τελικά στην εξαφάνιση των θαλάσσιων αγελάδων του Στέλλερ, οι οποίες ήδη κινδύνευαν από την υπεραλίευση.

Εκτιμάται ότι από το 1970 οι πληθυσμοί των άγριων ζώων της Γης έχουν μειωθεί κατά 60%. Μια έρευνα που δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών ανέφερε ότι αν μελετήσουμε τα θηλαστικά κατά βάρος θα διαπιστώσουμε ότι το 96% αυτής της βιομάζας είναι άνθρωποι και εκτρεφόμενα ζώα. Μόλις το 4% είναι άγρια ζώα. Ζούμε σε μια περίοδο η οποία χαρακτηρίστηκε Ανθρωπόκαινος, δηλαδή μια γεωλογική εποχή κατά την οποία ο κόσμος διαμορφώνεται από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Αλλά ο Ε.Ο. Γουίλσον, φυσιοδίφης βιολόγος και ερευνητής στην κοινωνιοβιολογία, την ονόμασε «Ερημόκαινο – Η εποχή της μοναξιάς». Ο Γουίλσον ξεκίνησε την καριέρα του με την ταξινομική των μυρμηγκιών και συνήθιζε να λέει «Είναι τα μικρά πράγματα που διαμορφώνουν τον φυσικό κόσμο».

Η αποσύνθεση των εντόμων είναι ζωτικής σημασίας καθώς μέσω αυτής ανακυκλώνονται θρεπτικές ουσίες στο έδαφος, αναπτύσσονται τα φυτά και το οικοσύστημα παραμένει υγιές. Αυτός ο ρόλος των εντόμων δεν είναι εμφανής, μέχρι ξαφνικά να γίνει.

Όταν εισήγαγαν τα βοοειδή στην Αυστραλία στις αρχές του 19ου αιώνα, ήρθαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα των περιττωμάτων τους. Για κάποιο λόγο η κοπριά των αγελάδων χρειάζονταν μήνες ή και χρόνια για να αποσυντεθεί. Οι αγελάδες αρνούνταν να φάνε κοντά στην κοπριά, απαιτώντας όλο και περισσότερη γη για βόσκηση. Υπήρχαν τόσο πολλές μύγες εξαιτίας της κοπριάς, που η χώρα έγινε διάσημη για τα αστεία καπέλα (Cork Hat) που φορούσαν οι κτηνοτρόφοι για να τις διώχνουν, καθώς ήταν αδύνατο να σταθείς χωρίς προστασία. Από τα καπέλα κρέμονταν κορδόνια στις άκρες των οποίων υπήρχαν φελλοί και με την κίνηση του κεφαλιού έδιωχναν τα έντομα. Μόλις το 1951 ένας επισκέπτης εντομολόγος εντόπισε που οφείλονταν το πρόβλημα. Τα τοπικά έντομα είχαν εξελιχθεί να τρέφονται με τα πιο ινώδη απορρίμματα των μαρσιποειδών. Δε μπορούσαν να χωνέψουν τα περιττώματα των αγελάδων. Για τα επόμενα 25 χρόνια, η εισαγωγή, η καραντίνα και η απελευθέρωση δεκάδων ειδών σκαθαριών κοπριάς έγινε εθνική προτεραιότητα.

Απλώς δεν γνωρίζουμε όλα όσα κάνουν τα έντομα. Μόλις το το 2% των ασπόνδυλων ειδών έχει μελετηθεί αρκετά ώστε να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε εάν κινδυνεύουν να εξαφανιστούν και τι είδους επιπτώσεις θα είχε μια πιθανή απώλειά τους. Οι επιστήμονες περιγράφουν έναν κόσμο χωρίς έντομα με λέξεις όπως χάος, κατάρρευση, Αρμαγεδδών.  Ο Γουίλσον έχει περιγράψει τον κόσμο χωρίς έντομα, ως έναν κόσμο όπου τα περισσότερα χερσαία ζώα και φυτά θα έχουν εξαφανιστεί. Έναν κόσμο όπου για μια περίοδο θα ευδοκιμούν οι μύκητες και θα ακμάζει η σήψη και ο θάνατος. Το ανθρώπινο είδος θα επιβιώνει μέσω των ανεμόφυλλων καλλιεργειών, όπως τα δημητριακά και της θαλάσσιας αλιείας, παρά τη μαζική πείνα και τους πολέμους για τους πόρους. «Ο άνθρωπος θα παλεύει να επιβιώσει σε έναν κατεστραμμένο κόσμο, παγιδευμένος σε μια σκοτεινή εποχή».

Ο βιολόγος Μπραντ Λίστερ

Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο το φαινόμενο του παρμπρίζ είναι τόσο ανησυχητικό δεν είναι βεβαίως η νοσταλγία. Τον Οκτώβριο, ένας εντομολόγος μου έστειλε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τον χαρακτηριστικό τίτλο στο θέμα «Holy Fuck!» και ένα συνημμένο στο οποίο υπήρχε μια μελέτη από τα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών με τον τίτλο «Μετά το Κρέφελντ, το Πουέρτο Ρίκο». Η μελέτη περιελάμβανε δεδομένα από τη δεκαετία του 1970 και από τις αρχές του 2010, καθώς ο βιολόγος Μπραντ Λίστερ επέστρεψε στο προστατευόμενο τροπικό δάσος Λουκίλιο, στο βορειοανατολικό Πουέρτο Ρίκο, όπου είχε μελετήσει σαύρες και κυρίως τα θήραμά τους, 40 χρόνια πριν. Ο Λίστερ μαζί με τον συνεργάτη του Αντρές Γκαρσία τοποθέτησαν παγίδες με κόλλα και δίχτυα στο δάσος, στα ίδια ακριβώς μέρη με αυτά της δεκαετίας του 1970. Αυτή τη φορά όμως έπιασαν πολύ, πολύ λιγότερα έντομα. Για την ακρίβεια 10 έως 60 φορές λιγότερη βιομάζα αρθροπόδων από πριν. Είναι εύκολο να διαβάσετε αυτόν τον αριθμό ως 60% λιγότερο, αλλά στην πραγματικότητα είναι εξήντα φορές λιγότερο! Δηλαδή εκεί που είχαν πιάσει 473 χιλιόγραμμα τώρα βρήκαν μόλις 8…

«Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι καταστροφικό» είχε πει τότε ο Λίστερ. Αλλά ακόμη πιο τρομακτική ήταν η επίπτωση της απώλειας στο οικοσύστημα καθώς ήταν εμφανείς οι σοβαρές μειώσεις και στον αριθμό των σαυρών, των πουλιών και των βατράχων. Η μελέτη έκανε λόγο για έναν τροφικό καταρράκτη που λάμβανε χώρα από κάτω προς τα πάνω και είχε ως συνέπεια την κατάρρευση της τροφικής αλυσίδας στο συγκεκριμένο δάσος. Τα εισερχόμενα του Λίστερ γέμισαν γρήγορα με μηνύματα άλλων επιστημόνων και ειδικά από άτομα που μελετούσαν τα ασπόνδυλα και του έγραφαν ότι έβλεπαν παρόμοια τρομακτική πτώση. Ακόμα και ο Λίστερ βρήκε κάποιες απ’ αυτές τις απώλειες συγκλονιστικές λέγοντας χαρακτηριστικά «Δεν είχα ιδέα για την κρίση του γαιοσκώληκα!»

Το πιο παράξενο σύμφωνα με τον Λίστερ είναι ότι παρά τις τεράστιες απώλειες, οι περισσότερες παραμένουν αόρατες για έναν απλό άνθρωπο που περπατά π.χ. στο τροπικό δάσος του Λουκίλιο στο Πουέρτο Ρίκο. Ακόμα και για τον ίδιο, το δάσος έδειχνε ακόμα φαντασμαγορικό με τους καταρράκτες και την πυκνή του βλάστηση. Πρέπει να είσαι ειδικός για να παρατηρήσεις ότι κάτι λείπει. Οι αλλαγές όμως θα γίνουν σύντομα εμφανείς.

Μέλη της Εντομολογικής Ένωσης του Κρέφελντ. Η μελέτη τους σχετικά με τη μείωση των εντόμων προκάλεσε έντονη ανησυχία παγκοσμίως.

Τα έντομα του δάσους που μελέτησε ο Λίστερ δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα από τα φυτοφάρμακα ή κάποιου είδους απώλεια των ενδιαιτημάτων τους, δύο καθοριστικούς παράγοντες στη μελέτη του Κρέφελντ. Αντ’ αυτού σύμφωνα με τον βιολόγο η κυριότερη αιτία εδώ, είναι η κλιματική αλλαγή εξαιτίας της οποίας έχουν αυξηθεί οι θερμοκρασίες κατά δύο βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την έρευνα του 1970. Είναι γνωστό από άλλες έρευνες ότι τα έντομα που ζουν στα τροπικά δάση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις θερμοκρασιακές μεταβολές. Για παράδειγμα υπάρχουν αναφορές από επιστήμονες για σκαθάρια τα οποία εκτέθηκαν εργαστηριακά σε υψηλότερες θερμοκρασίες και παρουσίασαν μείωση της γονιμότητας τους.

Ο Χανς ντε Κρόον χαρακτηρίζει τη ζωή των εντόμων σήμερα ως έναν αγώνα επιβίωσης, όπου «από μια όαση που σιγοσβήνει προσπαθούν να φτάσουν σε μια άλλη, όταν στο ενδιάμεσο βρίσκεται μια έρημος ή στη χειρότερη περίπτωση μια δηλητηριώδης έρημος». Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα νεονικοτινοειδή, που ως νευροτοξίνες επιτίθενται στο κεντρικό νευρικό σύστημα των εντόμων, έχουν συνδεθεί με την Διαταραχή Κατάρρευσης Αποικιών (CCD) των μελισσών και επηρεάζουν το περιβάλλον καθώς συσσωρεύονται μιας και διασπώνται αργά. Μελισσοκόμοι απ’ όλο τον κόσμο ανέφεραν ότι τα μελίσσια τους κατέρρεαν αλλά δεν έβρισκαν νεκρές μέλισσες. Οι κυψέλες άδειαζαν μυστηριωδώς. Σύμφωνα με μια θεωρία οι νευροτοξίνες κατέστρεφαν το σύστημα προσανατολισμού των μελισσών με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν τον δρόμο της επιστροφής.

Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η μελέτη του Κρέφελντ, ερευνητές σε όλο τον κόσμο άρχισαν να αναζητούν άλλες ξεχασμένες αποθήκες πληροφοριών που ενδέχεται να μας δώσουν ακόμα καλύτερη εικόνα. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Ράντμπουντ του Ναϊμέχεν ανέλυσαν δεδομένα που ανήκαν σε ολλανδικές εντομολογικές εταιρείες, σχετικά με τα σκαθάρια και τους σκόρους και διαπίστωσαν σημαντικές πτώσεις (72% και 54% αντίστοιχα), κάτι που επιβεβαιώνει το Κρέφελντ. Ο Ρουλ Φαν Κλιντ, ερευνητής από το Γερμανικό Κέντρο Ολοκληρωμένης Έρευνας για τη Βιοποικιλότητα, παραδέχτηκε ότι όπως και οι περισσότεροι εντομολόγοι πριν από τον Κρέφελντ, δεν ενδιαφερόταν για τη βιομάζα. Τώρα ψάχνει για ιστορικά σύνολα δεδομένων, πολλά από τα οποία ξεκίνησαν ως μελέτες γεωργικών παρασίτων, όπως μια μελέτη δεκαετιών για ακρίδες στο Κάνσας, που θα μπορούσε να βοηθήσει στη δημιουργία μιας πιο εμπεριστατωμένης εικόνας για το τι συμβαίνει.

Ο διακεκριμένος καθηγητής Άρθουρ Σαπίρο μελετά τις διακυμάνσεις του πληθυσμού των πεταλούδων στην Καλιφόρνια τα τελευταία 46 χρόνια.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα από τα λίγα πολυετή σύνολα δεδομένων σχετικά με την αφθονία των εντόμων προέρχεται από το έργο του Άρθουρ Σαπίρο, ενός  παθιασμένου εντομολόγου από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Το 1972 ο Σαπίρο ξεκίνησε να περπατά στην κεντρική κοιλάδα της Καλιφόρνιας, μετρώντας πεταλούδες και έκανε μια μελέτη για το πώς οι βραχυπρόθεσμες καιρικές διακυμάνσεις επηρέαζαν τους πληθυσμούς τους. Όσο περισσότερο συνέλεγε δείγματα, τόσο πιο πολύτιμα έγιναν τα δεδομένα του. «Και να ‘μαι λοιπόν, στο 46ο έτος!» λέει. Σχεδόν μισός αιώνας κατά τον οποίο περνούσε πέντε ημέρες την εβδομάδα, από τα τέλη της άνοιξης έως το τέλος του φθινοπώρου, παρατηρώντας τις πεταλούδες. Ο Σαπίρο είχε διαπιστώσει την συνολική μείωση του αριθμού των εντόμων και θεωρεί ότι αυτά που φέρνει στο φως η έρευνα του Κρέφελντ είναι πιθανό να συμβαίνουν και στον υπόλοιπο κόσμο. «Αλλά, φυσικά, δεν μελετάω ολόκληρο τον κόσμο», πρόσθεσε «Εγώ μελετάω τον I-80» (αυτοκινητόδρομος που συνδέει το Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια με το Τίνεκ στο Νιου Τζέρσι).

Σήμερα γίνονται συνεχώς νέες προσπάθειες για τη δημιουργία περισσότερων προγραμμάτων παρακολούθησης εντόμων σε σχέση με το παρελθόν. Για παράδειγμα σε ένα πιλοτικό πρόγραμμα στη Γερμανία οι ερευνητές στράφηκαν σε εθελοντές, χομπίστες και φυσιοδίφες, όπως έγινε και στο Κρέφελντ, ώστε να κατέχουν τις απαραίτητες γνώσεις. «Δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν αυτά τα είδη», λέει η Αλέτα Μπον, του Γερμανικού Κέντρου Ολοκληρωμένης Έρευνας για τη Βιοποικιλότητα, η οποία επιβλέπει το έργο. Απαιτούνται εξαιρετικές δεξιότητες για μια τέτοια εργασία. «Αυτοί οι άνθρωποι εκπαιδεύονται για δεκαετίες μαζί με άλλους ερασιτέχνες ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν για παράδειγμα, σκαθάρια με βάση τα γεννητικά τους όργανα».

Το αυτοκίνητο του Άντερς Τούτροπ, ειδικά διαμορφωμένο ώστε να συλλέγει έντομα.

Αυτή η παράδοση που έχει η Ευρώπη στους ερασιτέχνες φυσιολάτρες μας αποκαλύπτει γιατί τόσες πολλές από τις ενδείξεις σχετικά με την πτώση της βιοποικιλότητας των εντόμων προέρχονται από αυτήν. Ο καθηγητής Άντερς Τούτροπ για παράδειγμα πήρε την ιδέα για το λευκό δίχτυ στην οροφή του αυτοκινήτου από έναν χομπίστα που συνέλεγε σκαθάρια με αυτό τον τρόπο. Αν δεν υπήρχαν οι ερασιτέχνες θα γνωρίζαμε ελάχιστα. Υπό μια έννοια το ότι φτάσαμε ως εδώ οφείλεται κατά κύριο λόγο στο φαινόμενο του παρμπρίζ. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η Ευρώπη δρα πολύ γρηγορότερα απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Το ενδιαφέρον οδηγεί στην παρακολούθηση, έπειτα στην ευαισθητοποίηση, έπειτα στην ανησυχία και τέλος στην δράση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη εφαρμόσει ορισμένα μέτρα για να βοηθήσει τους επικονιαστές, συμπεριλαμβανομένης της αυστηρότερης ρύθμισης για τα φυτοφάρμακα σε σχέση π.χ. με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η ανατροπή της κατάστασης απαιτεί πολύ περισσότερα από αυτό. Πάντως διάφορες δημιουργικές προσεγγίσεις όπως η ενσωμάτωση οικοτόπων εντόμων σε αστικούς δρόμους κ.α. δείχνουν την ευαισθητοποίηση του κόσμου. Πρέπει όμως να βρούμε τις αιτίες, οι οποίες είναι πολύ βαθιές. Γιατί όπως λέει ο Λίστερ «Η φύση είναι ανθεκτική, αλλά την πιέζουμε σε τέτοια άκρα που τελικά θα προκαλέσουμε την κατάρρευση του συστήματος».

Πρωτοβουλίες ώστε να δημιουργηθούν περιοχές φιλικές προς τα έντομα είναι ελπιδοφόρες αλλά έχουν κυρίως συμβολικό χαρακτήρα. Χρειάζονται ριζοσπαστικές αλλαγές ώστε να ξεπεραστεί η κρίση.

Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τελικά τα έντομα θα καταφέρουν να προσαρμοστούν. Ενώ οι τίγρεις τείνουν να γεννούν τρία ή τέσσερα μικρά κάθε φορά, ένας σκόρος φάντασμα (Hepialus humuli) στην Αυστραλία καταγράφηκε κάποτε να γεννά 29.100 αυγά ενώ είχε ακόμα 15.000 στις ωοθήκες του. Αυτό είναι ένα μοναδικό χαρακτηριστικό των εντόμων που θα τους επιτρέψει να ανακάμψουν, αλλά μόνο εάν τους δοθεί ο χώρος και η ευκαιρία να το κάνουν. Κάποιο μέσο έγραψε ότι «η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί, αρκεί κυρίως να ξανασχεδιαστεί με πιο «βιολογικό» τρόπο η γεωργία και να γίνονται αυστηρότεροι έλεγχοι στα φυτοφάρμακα». Είναι όμως αυτό αρκετό;

Τα φυτοφάρμακα είναι απλώς ένας απ’ τους παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση. Όπως είδαμε από την έρευνα του Λίστερ παρατηρήθηκε μείωση του αριθμού των εντόμων σε απομακρυσμένο, προστατευόμενο τροπικό δάσος όπου δεν υπάρχουν φυτοφάρμακα. Δεν αρκεί λοιπόν απλώς μια στροφή προς τη βιολογική γεωργία, τη στιγμή που τα κρουαζιερόπλοια για παράδειγμα, χρησιμοποιούν μαζούτ, λόγω του χαμηλότερου κόστους του, συμβάλλοντας σημαντικά στην ατμοσφαιρική ρύπανση, ή όταν η ταχύτατα αναπτυσσόμενη βιομηχανία του φοινικέλαιου απαιτεί συνεχώς νέα τροπικά δάση για αποψίλωση. Σύμφωνα με το EurActiv η ναυτιλία αντιπροσωπεύει σήμερα το 2-3% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και αν ήταν χώρα θα ήταν η έβδομη μεγαλύτερη πηγή εκπομπών στον πλανήτη, ενώ το 49% του συνόλου της πρόσφατης αποψίλωσης των τροπικών δασών είναι αποτέλεσμα παράνομων εργασιών εκκαθάρισης για σκοπούς εμπορικής γεωργίας, συμβάλλοντας κατά 25% στις ετήσιες εκπομπές ορυκτών καυσίμων της ΕΕ.

Ο Αμερικανός φιλόσοφος Μάρεϋ Μπούκτσιν στο βορειοδυτικό Ειρηνικό το 1988, φωτογραφημένος από την Τζάνετ Μπιλ.

Η εποχή που η οικολογία μπορούσε να σταθεί ως μονοδιάστατο κίνημα, αγνοώντας τα ταξικά ζητήματα έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ένα σύστημα παραγωγής που σκοπό έχει την κυριαρχία πάνω στη φύση, αντιμετωπίζοντας τη βιόσφαιρα ως κάτι δίχως εγγενή αξία, ως έναν πόρο που πρέπει να αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην καταστροφή. Όπως πολύ εύστοχα το είχε θέσει ο Μάρεϋ Μπούκτσιν «οι αιτίες της σημερινής οικολογικής κρίσης βρίσκονται στις ιεραρχικές δομές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης που χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική κοινωνία». Οικολογία και καπιταλισμός είναι έννοιες αντίθετες μεταξύ τους. Η φύση δεν είναι εμπόρευμα και οποιαδήποτε απόπειρα να θεωρηθεί ως τέτοιο και να ενταχθεί στους νόμους της αυτορυθμιζόμενης αγοράς είναι παράλογη. Ο πλανήτης δε μπορεί να αντέξει για πολύ ακόμα μια κοινωνία που βασίζεται στο κέρδος, την υπερκατανάλωση και τη λογική τοις «πάσι θυσία» οικονομικής ανάπτυξης. Γι αυτό κάθε προσπάθεια σταδιακής και εκ των έσω αναμόρφωσης του σημερινού συστήματος είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Ο διαστημικός επιστήμονας Δρ. Σταμάτης Κριμιζής δήλωσε πρόσφατα σε μία συνέντευξη του, ότι «η ανθρωπότητα δεν πρέπει να εναποθέσει τις ελπίδες της στον εποικισμό άλλων πλανητών αλλά στην διατήρηση της ζωής στη Γη». Αν δούμε το ζήτημα ρεαλιστικά η αποίκιση κάποιου απ’ τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος αναμένεται σε 100 με 200 χρόνια και μιλάμε για υπόγειες αποικίες. Όχι κάτι ιδιαίτερα ελκυστικό. Πολύ δύσκολα θα καταφέρουμε να γίνουμε διαστημικός πολιτισμός και να προσεγγίσουμε κάποιον άλλο κατοικήσιμο πλανήτη, σε λιγότερο από μία χιλιετία. Θα καταφέρουμε όμως να επιβιώσουμε τόσο; Ενώ τίθεται και το ερώτημα: έχουμε το δικαίωμα να εισβάλουμε σε αυτούς τους κόσμους; Ό,τι έχουμε αυτή στη στιγμή είναι αυτός ο βράχος πάνω στον οποίο στεκόμαστε. Κατά κάποιο τρόπο είμαστε φυλακισμένοι εδώ. Όσο δύσκολο κι αν φαντάζει αυτή τη στιγμή, είναι ώρα για ριζοσπαστικές αλλαγές γιατί όπως έλεγε ο Μπούκτσιν «εάν δεν κάνουμε το αδύνατο, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο».

 

 

Βασισμένο στην έρευνα της Μπρουκ Τζάρβις δημοσιογράφου των New York Times

Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι

Βιβλιογραφία:

Η Γερμανική μελέτη του Κρέφελντ:
More than 75 percent decline over 27 years in total flying insect biomass in protected areas
Caspar A. Hallmann, Martin Sorg, Eelke Jongejans, Henk Siepel, Nick Hofland, Heinz Schwan, Werner Stenmans, Andreas Müller, Hubert Sumser, Thomas Hörren, Dave Goulson, Hans de Kroon

Η μελέτη του βιολόγου Μπραντ Λίστερ:
Climate-driven declines in arthropod abundance restructure a rainforest food web
Bradford C. Lister and Andres Garcia

Η μελέτη του 1995 για τα παιδιά στο Χιούστον:
Environmental Views and Values of Children in an Inner-City Black Community
Peter H. Kahn Jr., Batya Friedman

The shifting baselines syndrome
Masashi Soga

Historical marine ecology
Loren McClenachan

Παγίδα Μαλαίζ – Malaise trap

Entomologischer Verein Krefeld  (Εντομολογική Ένωση του Κρέφελντ)

Τροφικός καταρράκτης – Trophic cascade

Λειτουργική εξαφάνιση – Functional extinction

Διαταραχή Κατάρρευσης Αποικιών:
Colony Collapse Disorder: A Descriptive Study
Dennis vanEngelsdorp, Jay D. Evans, Claude Saegerman, Chris Mullin, Eric Haubruge, Bach Kim Nguyen, Maryann Frazier, Jim Frazier, Diana Cox-Foster, Yanping Chen, Robyn Underwood, David R. Tarpy, Jeffery S. Pettis

Art Shapiro’s Butterfly Project