Ο τρύγος στη βελανιδιά

Τα μελίσσια στα έλατα πήγαν αρκετά καλά μετά από αρκετά χρόνια, όμως λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων είχα καθυστερήσει να μεταφέρω ένα μέρος του κοπαδιού έγκαιρα και έτσι αυτά τα μελίσσια δούλεψαν λίγο εκεί. Αφού τρυγήσαμε λοιπόν το μέλι ελάτης κατά τα τέλη του Ιούνη, αποφασίσαμε να μεταφέρουμε αυτά τα μελίσσια προς το πυκνό βελανιδόδασος των Ορέων του Βάλτου στη νότια Πίνδο.

Εκεί ήλπιζα ότι τα μελίσσια θα συμπλήρωναν το μέλι που δεν πρόλαβαν. Η περσινή χρονιά που είχε πάει εξαιρετικά σ’ αυτό το δάσος με γέμιζε αισιοδοξία. Όμως σύντομα διαπιστώσαμε ότι ο δέντρος δεν είχε το βελάνι που είχε τα περασμένη χρονιά. Αρχικά και με τη βοήθεια των βροχών η βελανιδιά άρχισε να δίνει λίγο μελίτωμα από τα φύλλα και οι μέλισσες δούλευαν. Το μέλι που προκύπτει από εκεί είναι πιο ανοιχτόχρωμο σε σχέση με το σκούρο που προέρχεται από το βελάνι.

Το υψόμετρο όπου στήθηκε το μελισσοκομείο ήταν περίπου στα 700 μέτρα. Το δάσος πολύ πυκνό παρείχε σκιά στα μελίσσια, σημαντικό για τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. Η χλωρίδα της περιοχής είναι πλούσια σε είδη και ευτυχώς πολλά από αυτά είναι γυρεοδοτικά, πράγμα που μας έδωσε την δυνατότητα να μείνουμε μέχρι τέλους. Είναι πολύ σημαντικό για την ποιότητα του μελιού να τρυγάς αργά και όχι με βιασύνη.

Οι μέλισσες, μετά το τέλος των ανθοφοριών / μελιτοφοριών συγκεντρώνουν και ωριμάζουν τα μέλια. Όσο περισσότερο τις αφήσουμε να τα δουλέψουν τόσο ποιοτικότερα θα βγουν. Εξάλλου την εποχή αυτή δεν υπάρχει ο κίνδυνος να τα φάνε καθώς δεν εκτρέφουν πολύ γόνο, οπότε χρειάζεται απλώς υπομονή.

Πραγματοποιώντας λοιπόν τον τρύγο αρχές Αυγούστου, συνειδητοποίησα ότι το μέλι ήταν ιδιαίτερο και αρκετά διαφορετικό από την περασμένη χρονιά. Στείλαμε ένα δείγμα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για ανάλυση και μέτρηση της αγωγιμότητας. Το μέλι ήταν σαφώς πιο ανοιχτόχρωμο από την περσινή χρονιά. Βρέθηκε ότι περιείχε ένα ποσοστό που είχε προέλθει από εκκρίσεις της ελάτης, γεγονός που του έδωσε αυτό το χαρακτηριστικό απαλό άρωμα αλλά και εκπληκτική υφή.

Αμέσως μετά τον τρύγο τα μελίσσια μεταφέρθηκαν στον κάμπο για λίγες μέρες, ώστε να συλλέξουν γύρες, να γίνουν οι απαραίτητες αντικαταστάσεις παλαιών βασιλισσών και κατά τα τέλη Αυγούστου φορτώθηκαν ξανά για το βουνό. Αυτή τη φορά για το ρείκι και την κουμαριά.

Advertisements

Ψιθυρίζοντας στις μέλισσες

Στην Νέα Αγγλία, του δέκατου ένατου αιώνα, υπήρχε η παράδοση να ψιθυρίζουν στις μέλισσες έπειτα από την απώλεια κάποιου αγαπημένου τους προσώπου. Αυτό το περίεργο έθιμο ήταν αρκετά συνηθισμένο την εποχή εκείνη, ενώ συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας, αλλά με διαφορετική μορφή. Η πιο διαδεδομένη και χαρακτηριστική απεικόνιση αυτής της παράδοσης συναντάται σε ένα ποίημα του 1858, του Τζον Γκρέινλαφ Ουιτιρ, με τίτλο Telling the Bees”.

The Bee Friend. Πίνακας του Χανς Τομά (1863)

Ένας ανώνυμος ομιλητής επιστρέφει στο σπίτι της αγαπημένης του μετά από απουσία ενός έτους. Περιγράφει την προηγούμενη επίσκεψή του εκεί με ιδιαίτερη λεπτομέρεια, πριν παρατηρήσει ότι τίποτα δεν άλλαξε. Η προσοχή του ομιλητή στρέφεται στα μελίσσια της οικογένειας, εξαιτίας των κινήσεων ενός μικρού κοριτσιού που τραγουδάει μια θλιβερή μελωδία καθώς σκεπάζει με ένα μαύρο ύφασμα τις κυψέλες.

Είναι φανερό από τις πράξεις της κοπέλας ότι κάτι κακό έχει συμβεί εδώ. Το σπίτι είναι βυθισμένο στο πένθος. Μια συνειδητοποίηση που μας μεταφέρει μια χειμωνιάτικη ψύχρα, μέσω του ομιλητή, ο οποίος πλέον αρχίζει να ακούει με προσοχή τη μελωδία του κοριτσιού. Αυτή σιγοτραγουδάει στις μέλισσες για κάποιον που ξεκίνησε για ένα ταξίδι που όλοι κάποτε θα κάνουμε. Η πρώτη του σκέψη είναι ότι ο αγαπημένος του παππούς έχει πεθάνει. Οι σκέψεις του διακόπτονται στη συνέχεια από τον γαύγισμα ενός σκύλου.

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Τσάρλς Νάπιερ Χέμυ The Widow (1895).

Αυτός γυρίζει το κεφάλι και κοιτάει. Εκεί, στην πόρτα, στέκεται ένας ηλικιωμένος, ο οποίος δείχνει αρκετά ζωντανός. Η κοπέλα συνεχίζει να τραγουδάει στις μέλισσες και τώρα μπορεί να καταλάβει τι τους λέει. «Μείνετε σπίτι, όμορφες μέλισσες, μην πετάξετε έξω. Η κυρία Μαίρη είναι νεκρή, πάει.» Μ’ αυτή τη φράση τελειώνει το ποίημα, προβάλλοντας τη σημασία των μελισσών σε ένα τελετουργικό που μεταφέρει ανθρώπινη θλίψη.

Ο ίδιος ο Γκρέινλαφ μπόρεσε να εντοπίσει αυτή την παράδοση, μέσα από τη λαογραφία της αγροτικής Νέας Αγγλίας. Όταν δημοσίευσε το ποίημα του σε μια εφημερίδα του 1858, περιέλαβε μια εισαγωγή όπου σημειώνει ότι αυτό το τελετουργικό ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα έχει αρχίσει να εξασθενεί. Σε μια επιστολή του, το ίδιο έτος, προς την συνάδελφό του ποιήτρια και συγγραφέα, Ρόουζ Τέρι Κουκ, εκφράζει την επιθυμία να διατηρηθεί το συγκεκριμένο λαϊκό τελετουργικό.

Η έμφαση που δίνει ο Γκρέινλαφ σε αυτή την έννοια της μετάδοσης σημαντικών πληροφοριών στις μέλισσες, υποδηλώνει ότι υπάρχει μια ξεχωριστή σχέση μεταξύ των μελισσών και των ανθρώπων, που είναι σημαντικό να διατηρηθεί. Οι μέλισσες δεν ενημερώνονταν μόνο για τους θανάτους μελών της οικογένειας, αλλά για όλα τα σημαντικά γεγονότα στη ζωή των κατόχων τους, όπως μακρινά ταξίδια, γεννήσεις και γάμους.

Γκραβούρα του 1856 του Ζυλ Γκέιλντρο σχετικά με το έθιμο.

Αυτό το έθιμο ίσως οφείλει την προέλευσή του στην Κελτική μυθολογία, όπου η παρουσία μέλισσας μετά από κάποιον θάνατο, σήμαινε ότι η ψυχή αποχωρίζεται από το σώμα. Η τελετουργία αυτή άκμασε κατά τον 18ο και 19ο αιώνα στις ΗΠΑ αλλά και την Δυτική Ευρώπη. Όταν κάποιο μέλος της οικογένειας πέθαινε, σκέπαζαν κάθε κυψέλη με ένα μαύρο ύφασμα έτσι ώστε οι μέλισσες να μοιράζονται το πένθος. Ήταν απαραίτητο η θλιβερή είδηση ​​να μεταδοθεί σε κάθε μία κυψέλη ξεχωριστά, χτυπώντας μια φορά και έπειτα ψιθυρίζοντας τα θλιβερά μαντάτα.

Ο Τσαρλς Φιτζέραλντ, Βρετανός μελισσοκόμος και πρύτανης, στο βιβλίο “A Book about Bees” που έγραψε το 1886, αναφέρει ότι αυτό το μήνυμα πρέπει να παραδοθεί στις κυψέλες τα μεσάνυχτα. Σε άλλες περιοχές, όπως στη Νέα Αγγλία απλώς σκέπαζαν με μαύρο ύφασμα τις κυψέλες και στη συνέχεια τραγουδούσαν τα νέα για τον νεκρό. Σε άλλες περιοχές πάλι μετέφεραν τις πληροφορίες ψιθυριστά.

Η Τάμι Χορν μια συγγραφέας μελετητής και μελισσοκόμος γράφει στο βιβλίο της “Bees in America” του 2005, ότι στο Νιου Χάμσαϊρ, οι ειδήσεις των θανάτων δεν έπρεπε απλώς να τραγουδιούνται αλλά έπρεπε οι στίχοι να έχουν και ομοιοκαταληξία. Μάλιστα έχει και ένα παράδειγμα που διασώζεται: «Bees, bees, awake! / Your master is dead, / And another you must take.» Αν οι μέλισσες βούιζαν μετά απ’ αυτό, θεωρούνταν καλός οιωνός. Η Χορν αναφέρει άλλο ένα τελετουργικό που συνδέεται με τον θάνατο, σύμφωνα με το οποίο ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας έπρεπε να μετατοπίσει όλες τις κυψέλες λίγο προς τα δεξιά, ώστε να σημάνει ότι μια μεγάλη αλλαγή έχει συμβεί.

Οι συνέπειες αν δεν το έλεγαν στις μέλισσες μπορούσαν να είναι τρομερές. Μια άλλη βικτοριανή βιολόγος, η Μάργκαρετ Ουόρνερ Μόρλεϊ, στο βιβλίο τηςThe Honey-Makers” του 1899, αναφέρει μια υπόθεση στο Νόρφολκ όπου ένας άνδρας αγόρασε μια κυψέλη μελισσών σε δημοπρασία. Όταν ο άνδρας επέστρεψε στο σπίτι μαζί τους, οι μέλισσες αρρώστησαν. Έτσι έγινε αντιληπτό στον νέο ιδιοκτήτη τους ότι δεν είχαν σωστά τεθεί σε πένθος μετά το θάνατο του πρώην ιδιοκτήτη τους. Εκείνος τότε αποφάσισε να σκεπάσει την κυψέλη με μαύρο πανί, και σύντομα οι μέλισσες ανέκτησαν την υγεία τους. Υπάρχουν επίσης ιστορίες ολόκληρων αποικιών μελισσών που πέθαναν επειδή η οικογένεια δεν τους ανακοίνωσε έναν θάνατο.

Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα και μέχρι τον εικοστό, υπήρχαν αναφορές αγροτών που πίστευαν σθεναρά σε αυτή την παράδοση. Το 1956 το Associated Press ανέφερε ένα περίεργο περιστατικό στην κηδεία του Τζον Ζέπκα, ενός μελισσοκόμου από τους λόφους του Μπέρκσαϊρ. Καθώς η νεκροφόρα έφτασε στο νεκροταφείο, ο κόσμος παρατήρησε ότι σμήνη μελισσών κάθονταν πάνω στα στεφάνια με τα λουλούδια, χωρίς να ενοχλούν τους παρευρισκόμενους. Οι μέλισσες απλώς παρέμεναν ακίνητες. Αυτή η περίεργη περίπτωση φάνηκε να επιβεβαιώνει την ανάγκη να μεταδοθεί η πληροφορία στις μέλισσες ενισχύοντας περαιτέρω την πεποίθηση ότι υπάρχει μια συμπάθεια μεταξύ των μελισσών και των ανθρώπων.

Σύμφωνα με την λαογράφο Πάμελα Μακ Άρθουρ Κόουλ, αυτά τα τελετουργικά θεωρούνταν αναχρονιστικά, ήδη από το 1894, όπως για παράδειγμα το να αγγίξεις τον νεκρό πριν την ταφή γιατί θα εμφανιστεί στο όνειρό σου. Η Κόουλ παρατηρεί ότι από το 1842 μόνο λίγα άτομα τηρούσαν αυτήν την παράδοση. Δεκαέξι χρόνια πριν το ποίημα του Γκρέινλαφ.

Πέρα απ’ τους θανάτους όμως οι μέλισσες συμμετείχαν και σε άλλα γεγονότα. Σύμφωνα με την Μόρλεϊ, στη Βρετάνη υπήρχε η παράδοση στους γάμους να διακοσμούνται οι κυψέλες με κόκκινο ύφασμα, ενώ στη Βεστφαλία οι νεόνυμφοι έπρεπε να συστηθούν στις μέλισσες, αν ήθελαν να έχουν έναν ευτυχισμένο γάμο.

Η Σύλβια Πλαθ, η οποία έγραψε το “Bee poems“, είχε άμεση σχέση με τη μελισσοκομία καθώς ο πατέρας της ήταν γνωστός εντομολόγος με εξειδίκευση στις μέλισσες. Λίγο πριν την αυτοκτονία της, η Πλαθ άρχισε να διατηρεί η ίδια μέλισσες. Στο “The Arrival of the Bee Box” (1962), παρομοιάζει την ξύλινη κυψέλη με ένα μικρό φέρετρο και την σήτα της μάσκας του μελισσοκόμου με την πλερέζα, υπονοώντας τις σαφείς συνδέσεις μεταξύ μελισσοκομίας, θανάτου και πένθους.

Πίνακας του Justin Fitzpatrick με τίτλο The Arrival of the Bee Box, αφιερωμένος στην Σύλβια Πλαθ. 2008

Σήμερα, με την κρίση των μελισσών να φτάνει σε ανησυχητικά ύψη, φαίνεται ότι έχουμε αναβιώσει μια αντίστοιχα νοσηρή οικειότητα με τις μέλισσες. Μέσα στο 2018, Γάλλοι μελισσοκόμοι πραγματοποίησαν συμβολική κηδεία στις μέλισσες, διαμαρτυρόμενοι με αυτόν τον τρόπο για την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων που ευθύνεται για τον θάνατο των μελισσών. Και ενώ αρκετοί από το 19ου αιώνα θεωρούσαν ότι αυτό το απαρχαιωμένο έθιμο θα χάνονταν, η κίνηση των Γάλλων που διαμαρτύρονται με κυψέλες σε σχήμα φέρετρου βεβαιώνει την κληρονομιά του, δίνοντας του άλλες πτυχές.

Η αναπαράσταση της διαδικασίας του Telling the Bees από ένα φιλμ του 1926:

Δεδομένου ότι οι μέλισσες επικονιάζουν 70 από τις 100 καλλιέργειες, που τροφοδοτούν το 90% του πλανήτη και όσο το μέλλον τους παραμένει αβέβαιο, αυτή η κηδεία χρησιμεύει ως ισχυρή υπενθύμιση ότι η μοίρα μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή των μελισσών. Αν ήρθε η ώρα γι αυτές να κάνουν το “ταξίδι που όλοι κάποτε θα κάνουμε” τότε ίσως πρέπει να αναλογιστούμε αν και για εμάς έφτασε το πλήρωμα του χρόνου.

Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι

Πέθανε από σοβαρή τοξική πολυπνευμονοπάθεια ο άντρας – σύμβολο του αγώνα κατά της γλυφοσάτης

Ο Φαμπιάν Τομάσι, σύμβολο του αγώνα κατά της γλυφοσάτης στην Αργεντινή πέθανε σε ηλικία 53 ετών έπειτα από σοβαρή τοξική πολυπνευμονοπάθεια. Ο Τομάσι εργάστηκε για χρόνια γεμίζοντας με το αμφιλεγόμενο ζιζανιοκτόνο τις δεξαμενές ψεκαστικών αεροπλάνων.

«Την Παρασκευή κατάφεραν να τον σκοτώσουν. Ο Φαμπιάν ήταν άρρωστος για περισσότερο από δέκα χρόνια. Προσπαθούσε να κρατηθεί στη ζωή για να καταγγέλλει την γενοκτονική αγροτική πολιτική που τον κατέστρεψε», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Μεντάρντο Αβίλα, μέλος του Δικτύου γιατρών των θειαφισμένων χωριών. Πατέρας μιας κόρης, ο Φαμπιάν Τομάσι, που δεν είχε πλέον δέρμα στα κόκκαλα, αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην αφύπνιση των συνειδήσεων για τους κινδύνους των ζιζαντιοκτόνων, είχε μάλιστα δεχθεί να φωτογραφηθεί για τις ανάγκες του αγώνα, θυμάται ο Μεντάρντο Αβίλα.

Το 2005, είχε αρχίσει να εργάζεται σε μια επιχείρηση της επαρχίας Έντρε Ρίος (κεντροανατολικά), όπου του είχε ανατεθεί να γεμίζει με ζιζανιοκτόνα τις δεξαμενές των ψεκαστικών αεροπλάνων. Είχε εξηγήσει ότι χειριζόταν μπιτόνια τοξικών προϊόντων χωρίς προστασία, καθώς κανείς δεν τον είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους της γλυφοσάτης, η οποία κατατάσσεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας στην κατηγορία των «πιθανώς καρκινογόνων». «Ο θάνατός του μας λυπεί και μας θυμώνει πολύ. Έχουμε ένα σύστημα παραγωγής που μολύνει τη μισή χώρα», πρόσθεσε ο ακτιβιστής γιατρός.

Μερικούς μήνες προτού πεθάνει, ο Φαμπιάν Τομάσι είχε μιλήσει στο AFP. Για εκείνον, η γλυφοσάτη ήταν «μια τρομερή απάτη, μια παγίδα που μας έστησαν πολύ ισχυροί άνθρωποι». «Δεν θα απομείνει κανείς. Όλα τα εδάφη που έχουμε δεν θα φθάσουν για να θάψουμε τους νεκρούς», είχε προσθέσει. Λόγω της ασθένειάς του δεν μπορούσε πλέον να τρώει στερεά τροφή, περπατούσε με δυσκολία γιατί είχε χάσει όλη τη μυική του μάζα, ακόμα και οι κινήσεις των χεριών του ήταν περιορισμένες.

Καθώς δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετηθεί, τον φρόντιζε η 80χρονη μητέρα του. Στην Αργεντινή, η γενετικά τροποποιημένη σόγια διαδόθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία του 1990 κερδίζοντας έδαφος έναντι της παραδοσιακής εκτροφής των βοοειδών, καθιστώντας μεγαλύτερη την απόδοση ανά στρέμμα.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ/ afp

Σάλτσα χαμπανέρο με μάνγκο

Καυτερή σάλτσα από πιπεριά χαμπανέρο με μάνγκο, που θα απογειώσει τα κρεατικά, τα πουλερικά και τις σαλάτες σας.

time

Χρόνος Εκτέλεσης
45 λεπτά
merides

Μερίδες
2
difficulty

Δυσκολία
Πολύ εύκολο

 

Συστατικά:
1 καρότο κομμένο σε μικρά κομμάτια
½ ξερό κρεμμύδι ψιλοκομμένο
½ φλιτζάνι νερό
3 μάνγκο κομμένα σε μικρά κομμάτια
1-2 πιπεριές χαμπανέρο (χωρίς τους σπόρους)
½ φλιτζάνι λευκό ξύδι
1 κουταλιά της σούπας μέλι
1 κουταλάκι του γλυκού χοντρό αλάτι

Εκτέλεση:
Τοποθετήστε τα καρότα, το κρεμμύδι και το νερό σε ένα μπλέντερ και κάντε τα πουρέ. Προσθέστε τα μάνγκο και χτυπήστε τα μέχρι να αποκτήσει το μείγμα απαλή υφή. Προσεκτικά προσθέστε λίγο – λίγο την πιπεριά μέχρι να λιώσει και αυτή. Ρίξτε το μείγμα σε μια μεγάλη κατσαρόλα, προσθέστε το ξίδι, το μέλι και το αλάτι και σιγοβράστε τα για περίπου 30 λεπτά. Ανακατέψτε ανά διαστήματα για να βεβαιωθείτε ότι δεν θα κολλήσει. Αφαιρέστε από τη φωτιά και αφήστε τη σάλτσα να κρυώσει πριν την σερβίρετε. Μπορείτε να το συνδυάσετε με τάκος, κρέας ή τηγανιτές γαρίδες.

* Το Ορεινό Μέλι συνιστά να μη μαγειρεύετε θερμαίνοντας το μέλι σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 45-50 °C γιατί έτσι χάνονται όλα του τα θρεπτικά συστατικά. *

πηγή: sbs.com.au

Οι μελισσοκόμοι των δασών της Ζανζιβάρης

Ο φωτογράφος Jurre Rompa πέρασε τους τρεις πρώτους μήνες του 2018, εξερευνώντας τα τροπικά δάση του αρχιπελάγους της Ζανζιβάρης. Αυτή η ημιαυτόνομη περιοχή της Τανζανίας στην Ανατολική Αφρική, συνίσταται από πολυάριθμα μικρά νησιά και δύο μεγάλα: την Ουνγκούτζα και την Πέμπα.

Καθώς ο Rompa ταξίδευε, ακολούθησε μια ομάδα τοπικών μελισσοκόμων που είχαν τοποθετήσει τις κυψέλες τους στα πυκνά, καταπράσινα δάση της ενδοχώρας. Μια απ’ τις κυριότερες πηγές πλούτου της χώρας είναι τα μπαχαρικά και ειδικότερα το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, η κανέλα και το μαύρο πιπέρι. Για το λόγο αυτό, τα νησιά μαζί με τη Νήσο Μάφια της Τανζανίας, μερικές φορές καλούνται και τα νησιά των μπαχαρικών.

Λόγω της εντατικής εκμετάλλευσης όμως, τα δάση έχουν υποβαθμιστεί. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν αρκετά προγράμματα αναδάσωσης, σε μια προσπάθεια που γίνεται ώστε να επανέλθουν και οι μέλισσες, λόγω της επικονίασης, είναι βασικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής. Παράλληλα με τη συμβολή τους στην τοπική βιοποικιλότητα, οι μέλισσες προσφέρουν στους νησιώτες και έναν τρόπο να ενισχύσουν τα εισοδήματά τους, καθώς πουλούν το μέλι. Για τους μικροκαλλιεργητές είναι μια νέα πηγή εισοδήματος, μιας και έχουν πληγεί από την πτώση της τιμής του γαρίφαλου τα τελευταία χρόνια.

Ο εξηντάχρονος Ali Manguja είναι ιδιοκτήτης ενός φυτώριου, ενώ εκτρέφει και λίγες αγελάδες. Διατηρεί μέλισσες από τότε που ήταν παιδί και χρησιμοποιεί το εισόδημα που βγάζει απ’ το μέλι για να πληρώνει το νερό για το φυτώριο του. Έχει 11 παιδιά! Είπε στον Rompa ότι «θα το κάνω αυτό για όσο με κρατάνε τα πόδια μου».  Ο Mohamed Abdula Mshiti, 57 ετών, είναι άλλος ένας άνθρωπος που διατηρεί μέλισσες για να έχει ένα επιπλέον εισόδημα. Εργάστηκε ως γεωργός για περισσότερα από 30 χρόνια, αλλά και ως πτηνοτρόφος. «Το μέλι στην Πέμπα είναι ακριβό και δύσκολο να το αποκτήσεις» εξηγεί. «Ένα κιλό κοστίζει 24.000 δολάρια Τανζανίας (περίπου 8-10 ευρώ). Το χρησιμοποιούμε για φαγητό αλλά και ως φάρμακο».

πηγή: BBC (All photographs copyright: Jurre Rompa)

Ο Μελισσοκόμος του Μάνο Καλίλ

Όταν το ντοκιμαντέρ «Ο Μελισσοκόμος», του κούρδου σκηνοθέτη Μάνο Καλίλ, προβάλλονταν στις πόλεις της Αυστραλίας, στα πλαίσια του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο ίδιος ο σκηνοθέτης περιόδευε μαζί του. Όταν έφτασαν στο Σίδνεϊ, ο Καλίλ μίλησε για την ιστορία της ταινίας αλλά και την δική του:

Πάντα μου άρεσε να ψάχνω τις ιστορίες πίσω απ’ τους ανθρώπους. Η ταινία μου, Ο μελισσοκόμος, είναι η ιστορία ενός Κούρδου μελισσουργού, του Ιμπραήμ Γκίζερ, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας πολύ ευκατάστατος άνθρωπος που ζούσε με μια ευτυχισμένη οικογένεια. Παρήγαγε 18 τόνους μελιού ετησίως, όμως ως Κούρδος που ζούσε στα βουνά, είδε τη ζωή του να καταστρέφεται από τον τουρκικό στρατό. Η γυναίκα και τα παιδιά του σκοτώθηκαν, έχασε όλες του τις κυψέλες και ο ίδιος αναγκάστηκε να μεταναστεύσει.

Ο Κούρδος μελισσοκόμος Ιμπραήμ Γκίζερ.

Ο Ιμπραήμ έζησε για επτά χρόνια σαν κυνηγημένος στην Τουρκία. Στα 64 του έφθασε στην Ελβετία ως πρόσφυγας και προσπάθησε να αρχίσει εκ νέου τη μελισσοκομία. Τα κατάφερε παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε καθόλου Γερμανικά. Είναι ένας άνθρωπος ερωτευμένος με τη φύση. Ένας απλός Κούρδος χωρικός.

Ένας φίλος, μου μίλησε γι αυτόν και την ιστορία του και έτσι έψαξα και τον βρήκα. Όταν τον συνάντησα, μου μίλησε λίγο για τη ζωή του και εγώ τον ρώτησα αν μπορούσα να κάνω μια ταινία σχετικά με αυτήν.  Ο Ιμπραήμ δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ σε κινηματογραφική αίθουσα. Η πρώτη του φορά ήταν για την ταινία του. Κατά τη διάρκεια της κινηματογράφησης ήταν πολύ νευρικός με την κάμερα. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε γιατί δεν τον ρώταγα για τις μέλισσες του, αλλά βλέπετε ο Ιμπραήμ ήταν η μέλισσα μου · ήθελα η ταινία μου να είναι γι ‘αυτόν.

Ο σκηνοθέτης Μάνο Καλίλ.

Για έξι μήνες τρώγαμε μαζί, χωρίς κάμερες και αναπτύξαμε μια σπουδαία φιλία που βασίζεται στην αγάπη και το σεβασμό. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα τον χρησιμοποιούσα μου άνοιξε την καρδιά του. Δεν θα υπήρχαν όλες αυτές οι συναισθηματικές στιγμές στην ταινία αν δεν είχαμε αυτή τη δυνατή φιλία.

Όπως και ο Ιμπραήμ έτσι και εγώ ήρθα ως Κούρδος πρόσφυγας στην Ελβετία. Μεγάλωσα στο Συριακό Κουρδιστάν τη δεκαετία του 1960 σε μια μικρή οικογένεια που δεν καταλάβαινε καθόλου Αραβικά. Πήγα σε ένα αραβικό σχολείο όπου απαγορευόταν η κουρδική γλώσσα και οι γονείς μου με είχαν συμβουλέψει να μην μιλήσω ποτέ στα κουρδικά. Την τρίτη ημέρα, ο δάσκαλος, μου έδειξε ένα μικρό μήλο σε ένα βιβλίο και μου ζήτησε να του πω τι είναι. Εγώ είπα «sev», όπως είναι δηλαδή το μήλο στα κουρδικά και τότε με χτύπησε πάρα πολύ σκληρά. Ήμουν τόσο άσχημα που όταν με είδε η μητέρα μου, υποσχέθηκε ότι θα τον σκοτώσει.

Το σχολείο μας ήταν φυλακή. Μάθαμε να μισούμε, να μην αγαπάμε. Η μετάβαση στο πανεπιστήμιο στη Δαμασκό ήταν ένα μεγάλο σοκ. Μάθαμε πώς λειτουργεί ο έξω κόσμος, πώς είχαμε δικαιώματα, πώς ήταν άδικο που η Συρία καταδίκαζε έναν δολοφόνο στη φυλακή για 3 χρόνια, αλλά έναν ποιητή που έγραφε στα κουρδικά για 12 χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 πολλοί φίλοι μου ήθελαν να αγωνιστούν για το κίνημα της ελευθερίας, εγώ απλώς ήθελα να κάνω ταινίες.

Έτσι πήγα να σπουδάσω κινηματογράφο στην Τσεχοσλοβακία. Επιστρέφοντας πίσω στη Συρία, χρόνια αργότερα με συνέλαβαν για μια λεζάντα περιοδικού στην οποία υπήρχε αναφορά για εμένα με τον τίτλο «Ο Κούρδος φοιτητής από τη Συρία». Με ρώτησαν γιατί είπα ότι είμαι Κούρδος, όταν δεν υπήρχαν Κούρδοι στη χώρα. Με έστειλαν στη φυλακή στη Δαμασκό για ένα μικρό διάστημα και αργότερα η Ελβετία μου έδωσε άσυλο.

Στην Ελβετία υπάρχουν διαφορετικές εθνικότητες (Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι) οι οποίοι ζουν αρμονικά και σέβονται ο ένας τον άλλο. Στην Τουρκία, υπάρχουν περίπου 14 εκατομμύρια Κούρδοι και απαγορεύεται να μιλάνε τη γλώσσα τους. Δεν υπάρχουν σχολεία για τα παιδιά των Κούρδων. Πιστεύω ότι μια μέρα η Τουρκία θα χωριστεί γιατί Τούρκοι και Κούρδοι δεν σέβονται ο ένας τον άλλον και το μίσος είναι πολύ βαθιά ριζωμένο. Βλέπω ένα μακρύ σκοτεινό τούνελ, αλλά όχι φως στο τέλος του.

Το προσφυγικό είναι αποτέλεσμα της πολιτικής των Ευρωπαϊκών χωρών στη Μέση Ανατολή. Τώρα οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν το προσφυγικό ως ασθένεια, φοβούνται και αρνούνται να μιλήσουν γι αυτό. Οπουδήποτε πηγαίνω, συναντώ ανθρώπους που θέλουν να βοηθήσουν και να μοιραστούν, να προσφέρουν μέρος των σπιτιών τους, στους πρόσφυγες. Έχω δει όμως και αφίσες που γράφουν ότι είμαστε ανεπιθύμητοι εδώ. Είναι κρίμα στον 21ο αιώνα οι πρόσφυγες να αντιμετωπίζονται με τόσο επιθετικό και απάνθρωπο τρόπο.

Καταλαβαίνω πως είναι πρόβλημα ότι 24 εκατομμύρια άνθρωποι φεύγουν από τη Συρία, αλλά όταν υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη, πρέπει να τους βοηθήσετε. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα στη Συρία. Το ISIS φέρεται στους ανθρώπους με βάρβαρο τρόπο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι κάνουν. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, το καθεστώς του Άσαντ υποστήριζε την Αλ Κάιντα που υπονόμευε τους Αμερικανούς στο Ιράκ αλλά ο Ασαντ έχασε τον έλεγχο του δικού του τέρατος και μετά χάσαμε τα πάντα.

Το ISIS κατέστρεψε το σπίτι μου. Σκότωσαν την ανιψιά μου, μια μέρα, ενώ βρισκόταν έξω και φύτευε λουλούδια. Πέθανε με οκτώ άλλους ανθρώπους. Τώρα η οικογένειά μου δεν έχει τίποτα. Είμαστε όλοι πρόσφυγες. Μόνο ο αδερφός μου παραμένει στη χώρα, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος σε τηλεοπτικό σταθμό και αγωνίζεται για τον κουρδικό λαό ενάντια στον ISIS.

Και μόνο που λέω ότι είμαι Κούρδος είναι μια πολιτική πράξη. Η νέα μου ταινία «The Swallow» που γυρίστηκε στο ιρακινό Κουρδιστάν, ολοκληρώθηκε λίγες μέρες πριν το ISIS μπει στην πόλη της Μοσούλης. Είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά είναι επίσης μια πολιτική ιστορία. Στη χώρα μας, ακόμη και η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων είναι πολιτική πράξη. Πρόκειται για μια ταινία που έχει να κάνει με την τρομοκρατία, τα εγκλήματα πολέμου στο Ιράκ και την αγάπη. Θα ήθελα η επόμενη ταινία μου να είναι για τη ζωή μου ως παιδί.

Ως Κούρδος πρόσφυγας από τη Συρία, νιώθω σαν να είμαι μόνο ένας αριθμός. Αλλά οι πρόσφυγες είναι σαν εσάς: έχουν παιδιά, φωνάζουν, γελούν. Είναι ανθρώπινα όντα. Πώς μπορείτε να αγαπάτε το δικό σας παιδί αλλά να μισείτε το παιδί του άλλου; Εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Πρέπει να βρούμε μια λύση.

πηγή: The Guardian
Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι