Ένα μακρύ ταξίδι με τα πόδια στα δάση και τα βουνά της βόρειας Πίνδου

Με ή χωρίς υποστήριξη, η απίθανη πεζοπορική διάσχιση 100 χιλιομέτρων στον άξονα της Βόρειας Πίνδου είναι πλέον εφικτή και μπορεί ο οποιοσδήποτε να την επιχειρήσει απολαμβάνοντας την ανέγγιχτη φύση και τα παραδοσιακά χωριά αυτής της ξεχασμένης περιοχής της χώρας μας.

Μαυροβούνι: Στο μονοπάτι με θέα την λίμνη των πηγών του Αώου.

αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε αναπτύξει επαρκώς την πεζοπορική κουλτούρα στην χώρα μας. Ωστόσο, αν και δεν είναι πολλοί εκείνοι που επιλέγουν την πεζοπορία ως τρόπο για να επισκεφθούν έναν προορισμό, τελευταίως αυτή η μοναδικά αναζωογονητική δραστηριότητα κερδίζει όλο και περισσότερους οπαδούς που αντιλαμβάνονται ότι μόνο μέσα από αυτήν μπορεί κανείς να καταλάβει την πλούσια σε εναλλαγές γεωμορφολογία τόπου μας, τα μαγευτικά, φυσικά τοπία που διαθέτει και τα ξεχασμένα χωριά-διαμάντια που κρύβει- που συνήθως βρίσκονται μακριά από τα τουριστικά κέντρα- όπου κανείς μπορεί να συναντήσει ακόμα και σήμερα την παλιά, αγνή Ελλάδα.

Πάρτε για παράδειγμα τη πεζοπορική περιήγηση στα ορεινά μονοπάτια της οροσειράς της Πίνδου: πρόκειται περισσότερο για ένα ταξίδι, παρά για μια δραστηριότητα άθλησης, όπως πολλοί πιστεύουν. Είναι, θα έλεγε κανείς, ένα ταξίδι στην ιστορία και τον πολιτισμό της ορεινής Ελλάδας με μεταφορικό μέσο τα πόδια μια και το μέρος έχει να προσφέρει άφθονη αρχέγονη εμπειρία, επιβλητικά μνημεία της φύσης και του ανθρώπινου πολιτισμού, αρχιτεκτονήματα περασμένων εποχών και φυσιογνωμίες που δεν έχουν αλλοιωθεί και διατηρούνται ακόμα αυθεντικές. Με λίγα λόγια πρόκειται για μια συνολικότερη εμπειρία, όχι μόνο αθλητική, αλλά κυρίως βιωματική.

Κατηφορίζοντας από την κορυφή για τις δίδυμες λίμνες και τον πυρήνα της Βάλια Κάλντα.

Όμως είναι και κάτι ακόμα: ένα τρόπος για να συνδεθούμε με τη φύση, τον ίδιο μας τον εαυτό, το σώμα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Νομίζω πως τίποτα δεν συνοψίζει καλύτερα την ουσία της πεζοπορίας από την ατάκα του θρυλικού Sir Edmund Hillary, του πρώτου ανθρώπου που ανέβηκε στο Όρος Έβερεστ: «Δεν είναι το βουνό που κατακτούμε, αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό».

Ο Αποστόλης Τσιμπανάκος, λάτρης των βουνών, εξερευνητής και ιδιοκτήτης γραφείου πεζοπορικών περιηγήσεων είναι ο επικεφαλής του γιγαντιαίου επικείμενου πρότζεκτ Pindus Trail στα πλαίσια του οποίου προετοιμάζεται η μελέτη και κατασκευή ενός ενιαίου μονοπατιού 600+ χλμ υψηλών προδιαγραφών που θα ξεκινά από τους Δελφούς και θα καταλήγει στις Πρέσπες.

Εμπνευσμένος από παλαιότερη χάραξη διαδρομής και διάσχισης της Πίνδου “Τhe Pindos Way” (το Πέρασμα της Πίνδου) που ανέδειξε και περιέγραψε στο βιβλίο-οδηγό πεζοπορίας, ο Τιμ Σάλμον, ένας Άγγλος φιλέλληνας ερευνητής-συγγραφέας, φίλος και μέντοράς του- έχει βάλει σαν στόχο ζωής του να ανοίξει και να χαρτογραφήσει μαζί με την ομάδα εξειδικευμένων συνεργατών της Terra Pindus και τη συνδρομή πολλών εθελοντών και χορηγών ένα από τα μεγαλύτερα εθνικά μονοπάτια της Ευρώπης, ικανοποιώντας έτσι και την διεθνή πεζοπορική τάση, που βρίσκει έδαφος και στην χώρα μας και αρέσκεται στην διάσχιση μεγάλων, καλαίσθητων ορεινών περιοχών όπως είναι η οροσειρά της Πίνδου, ακολουθώντας ένα μονοπάτι πολιτισμού που θα μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο και θα ενισχύει το ηθικό των ντόπιων κατοίκων και την τοπική οικονομία. Αρκεί να σκεφθεί κανείς την επισκεψιμότητα που μπορούν να προσελκύσουν αυτά τα μονοπάτια- είπαμε ότι υπάρχει μια ολόκληρη τάση γύρω από τον πεζοπορικό τουρισμό- και εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι μπορούν να αναστήσουν απομακρυσμένες περιοχές όπως αυτές της Πίνδου.

Η λίμνη από το καταφύγιο και στο βάθος το Περιστέρι

«Κάθε χρόνο, δεκάδες χιλιάδες περιπατητές διασχίζουν τα μονοπάτια των γαλλικών Πυρηναίων, των Άλπεων ή της Κορσικής. Οι διαδρομές αυτές μάλιστα είναι διάσημες σε όλο τον κόσμο. Η χώρα μας απαρτίζεται κυρίως από ορεινές περιοχές, περίπου το 75% της συνολικής έκτασης είναι βουνά. Γιατί λοιπόν να μην φτιάξουμε τη δική μας διαδρομή μέσα από τα βουνά και να βοηθήσουμε ουσιαστικά τους λίγους ορεινούς οικισμούς που έχουν μείνει ζωντανοί να επιβιώσουν με τον πιο αειφορικό τρόπο;» αναρωτιέται ο κ. Τσιμπανάκος.

Ήδη κάποιοι πεζοπόροι έχουν ξεκινήσει να χρησιμοποιούν το μονοπάτι του οποίου τα πρώτα 100 χιλιόμετρα, έπειτα από συντονισμένες προσπάθειες καθαρισμού και διαμόρφωσης είναι πλέον προσπελάσιμα. Ξεκινώντας με τα πόδια από το Μέτσοβο και με πορεία βόρεια προς τα όρια του δρυμού της Βάλια Κάλντα κανείς μπορεί να κινηθεί πεζοπορικά στο ανάπτυγμα του ενιαίου μονοπατιού, που περνά από τη γραφική Βοβούσα, τη Βάλια Στάθη και το Δίστρατο, την ξακουστή Σαμαρίνα και τέλος την ψηλή ράχη του Σμόλικα για να τερματίσει για την ώρα στα νότια του βουνού στα χωριά της Λάκκας Άωου, Πάδες & Παλιοσέλι ή Β.Δ. στο χωριό Αγία Παρασκευή (Κεράσοβο).

Ίχνος αρκούδας.

Η ενιαία διαδρομή που συνδέει σημαντικά βλαχοχώρια της Ηπείρου και της Δυτ. Μακεδονίας, προτείνεται σε πενθήμερη δράση, είναι στο μεγαλύτερο ανάπτυγμα της φρεσκοσυντηρημένη και διαθέτει σχετική σήμανση, αλλού παλιά κι αλλού ανανεωμένη (σύντομα θα ανανεωθούν και τα τμήματα που εκρεμμούν) για να κινηθεί κανείς με σαφήνεια, άνεση και ασφάλεια. Όποιοι το έχουν τολμήσει περιγράφουν την απίστευτη εμπειρία που έζησαν περνώντας μέσα από τις υπέροχες, παρθένες δασικές εκτάσεις, σπάνιες εναλλαγές, τον ίσκιο και τα τρεχούμενα νερά.

Στο πέρασμα από το δαιδαλώδες αυτό ορεινό διαμέρισμα της χώρας, δε μπορείς παρά να στέκεις κάθε τόσο για να θαυμάζεις τα μοναδικά τοπία ανυπολόγιστης αισθητικής και περιβαλλοντικής αξίας, από όπου κι αν σου δοθεί η ευκαιρία, όπως τις αλπικές λίμνες και τα πανέμορφα βουνά που τις φιλοξενούν, που σε καλούν να έρθεις πιο κοντά με τη θελκτικότητα τους. Η κύρια διαδρομή στην 4η ενότητα (βόρεια Πίνδος) της χάραξης του “Μονοπατιού της Πίνδου”- Pindus Trail 600km έχει την δική της θεματική ενότητα: Περνάει από ξακουστά χωριά των Βλάχων τα οποία κατά το παρελθόν επικοινωνούσαν και συνέβαλαν σημαντικά στην επιβίωση και διάδοση της κουλτούρας της φυλής στην ευρύτερη περιοχή και είναι μια διαδρομή στην οποία ο πεζοπόρος περπατάει διαδοχικά από χωριό σε χωριό, ενώ το δίκτυο εξελίσσεται διαρκώς με σκοπό να πλέξει έναν ανεξάντλητο πεζοπορικό ιστό εντάσσοντας και τα γύρω χωριά-οικισμούς.

Ζητήσαμε από τον κ. Τσιμπανάκο να μας διηγηθεί αυτή την υπέροχη «βόλτα»:

«Αν και η σήμανση της διαδρομής είναι αμφίδρομη, τα μονοπάτια της διαδρομής μας προτείνονται ως μονοπάτια «διασχίσεων» και καλό είναι στο τέλος της διαδρομής να μας περιμένει ένα αμάξι που θα μας γυρίσει πίσω στην αφετηρία μας. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα φυσικά και καλό είναι να το συνεννοηθούμε πριν ξεκινήσουμε την πορεία μας. Ως αφετηρία για την ώρα προτείνεται το Μέτσοβο, το οποίο είναι ένα κομβικό σημείο, πλήρως οργανωμένο, όπου κανείς μπορεί να βρει τα πάντα αλλά και να αφήσει το όχημά του με ασφάλεια. Από το χωριό του Μετσόβου μπορείς να προμηθευτείς προϊόντα που θα χρησιμοποιήσεις στη διαδρομή όπως φρούτα, ξηρούς καρπούς ή κάποια σνακ για το πρόγευμά σου, ακόμα και πεζοπορικό εξοπλισμό.

Η λίμνη από την κορυφή Φλέγγα.

Από εκεί λοιπόν μπορεί να ξεκινήσει κανείς το 1ο προτεινόμενο ημερήσιο πεζοπορικό τμήμα και να κινηθεί βόρεια προς τα όρια του δρυμού της Βάλια Κάλντα περνώντας από πυκνά δάση ελάτης και οξιάς μέχρι να φτάσει στην ψηλότερη (τεχνητή) λίμνη της χώρας και τα βοσκοτόπια που στολίζουν την μεγάλη υποαλπική κοιλάδα που σχηματίζεται κάτω από το Μαυροβούνι. Στον 1ο ημερήσιο σταθμό, που στην ουσία σε φέρνει μέσα στον δρυμό, εκκρεμεί το κομμάτι της οργανωμένης διαμονής διότι παρότι υπάρχει υφιστάμενη υποδομή, το καταφύγιο του Μαυροβουνίου, ψηλά στα 1836μ (λίγο πριν την κορυφή Φλέγγα) για την ώρα παραμένει κλειστό.

Ωστόσο, το καταφύγιο συντηρείται από τον Αθλητικό Όμιλο Μετσόβου και υπάρχει η δυνατότητα να ζητήσει κανείς τα κλειδιά από τον αρμόδιο τοπικό φορέα για να βρει καταφύγιο και κρεβάτι σε αυτή την προνομιούχα τοποθεσία με την υπέροχη θέα στο υπόλοιπο, νότιο ανάπτυγμα της οροσειράς της Πίνδου και τα γύρω βουνά. Αυτή η πρώτη απόσταση που πρέπει να διανύσει κανείς είναι γύρω στα 15 χιλιόμετρα και στην ουσία μεταφέρει τον περιηγητή από το Μέτσοβο που βρίσκεται χτισμένο σε υψόμετρο 1160 μέτρων, ψηλά στα όρη του Λύγκου (Μαυροβούνι) και την απερίγραπτης ομορφιάς δασωμένη κοιλάδα των βλάχων, Βάλια Κάλντα (που στα βλάχικα σημαίνει ζεστή κοιλάδα). Οι κάπως πιο μυημένοι πεζοπόροι πολλές φορές επιλέγουν να κατασκηνώσουν στην περιοχή σε αυτό τον πρώτο σταθμό της διαδρομής. Το βουνό έχει αρκετές πηγές με καθαρό πόσιμο νερό και αυτό βοηθάει πολύ.

Η βόρεια Πίνδος έχει διαφορετική μορφολογία, χλωρίδα και πανίδα από την κεντρική και νότια Πίνδο. Εδώ συναντούμε γεωλογικές διαφορές και άλλη βλάστηση. Επικρατούν κυρίως η πεύκη, η οξιά, η βελανιδιά, ο σφένδαμος, θάμνοι και καρποφόρα δέντρα, καθώς κινούμαστε στα υποαλπικά πεδία, δηλαδή σε υψόμετρο 1200-2100 μέτρων. Η διαδρομές για τα υψίπεδα των βουνών είναι πιο βατές, οι κλήσεις είναι πιο ήπιες, υπάρχουν σκιερά περάσματα και αμέτρητες πηγές.

Το μεγάλο προνόμιο της διαδρομής είναι ότι βρίσκουμε άφθονο νερό όλο τον χρόνο κι αυτό είναι μεγάλη υπόθεση διότι σημαίνει ότι δεν θα χρειαστεί να αποθηκεύσουμε μεγάλες ποσότητες. Ένα μπουκάλι ή θερμός το οποίο θα ξαναγεμίζουμε με δροσερό και πεντακάθαρο νερό είναι αρκετό.

Στο μονοπάτι που περνά πάνω από τις βάθρες με προορισμό τη Βοβούσα.

Το Μαυροβούνι είναι ένα πολύ όμορφο βουνό, με ιδιαίτερα πετρώματα, μικρές παγετωνικές λεκάνες, χωρίς πυκνή βλάστηση στα οροπέδιά όπου κινείται η διαδρομή. Από την κορυφή του διακρίνονται καθαρά μεγάλες ημιορεινές εκτάσεις και βουνοκορφές της Ηπείρου, της Δυτ. Μακεδονίας αλλά και της Θεσσαλίας. Στα υψώματα του Μαυροβουνίου, αλλά και του Σμόλικα βορειότερα συναντούμε την λευκόδερμη πεύκη ή ρόμπολο ή αλλιώς Πεύκη του Χελδράιχ, όπως είναι η τοπική ονομασία του αειθαλούς δέντρου που μπορεί να φτάσει σε ύψος και τα 40 μέτρα, έχει σταχτίλευκο φλοιό και οι βελόνες του σχηματίζουν τούφες στις άκρες των κλαδιών του.

Σε αυτό το 1ο ημερήσιο τμήμα της διαδρομής μπορεί να μην συναντούμε πλήθος πεζοπόρων γιατί ακόμα δεν είναι αρκετά διαδεδομένη ως γραμμή διάσχισης, αλλά ίσως, όσο κι αν ακούγεται αλλόκοτο, μπορεί να συναντήσουμε δρομείς οι οποίοι αυτή την εποχή κάνουν την προπόνησή τους εκεί.

Η διαδρομή 15χλμ Μέτσοβο – Καταφύγιο Μαυροβουνίου παρέμενε αδιάφορη για τον κόσμο ωστόσο αξιοποιήθηκε στα πλαίσια της υλοποίησης ενός ετήσιου αγώνα ορεινού τρεξίματος μεγάλου αναπτύγματος που γίνεται στο Μέτσοβο. Ο αγώνας των 100χλμ σηματοδοτήθηκε από τον Α.Ο.Μετσόβου, ώστε να κάνει έναν κύκλο, στη Βάλια Κάλντα ονομάστηκε Ultra Ursa Trail ( σ.σ. ursa είναι η αρκούδα στα βλάχικα) και λαμβάνει χώρα στις αρχές του Σεπτέμβρη με αφετηρία και τερματισμό στο Μέτσοβο. Παράλληλα επιλέχθηκε από την Περιφέρεια Ηπείρου ως μέρος της προτεινόμενης γραμμής διάσχισης της ευρύτερης περιοχής που κινείται κατά κύριο λόγο στα όρια του νομού Ιωαννίνων και βρίσκεται σε εξέλιξη.

Μεγάλο τμήμα του συνόλου της πενθήμερης προτεινόμενης διαδρομής, επιλέχθηκε στο παρελθόν και σηματοδοτήθηκε για το πέρασμα του Ε6, ένα παλιό, διεθνές μονοπάτι που είχε χαραχτεί πριν από δεκαετίες να διατρέχει την Ελλάδα από δύση προς ανατολή (από Ηγουμενίτσα ως Σαμοθράκη) και εντάσσεται μέσα σε ένα δίκτυο πανευρωπαϊκών μονοπατιών.

Την δεύτερη μέρα, εισερχόμαστε στη Βάλια Κάλντα, ανηφορίζοντας από το καταφύγιο του Μαυροβουνίου, στην κορυφή Φλέγγα, που βρίσκεται στα 2,156 μέτρα υψόμετρο, η οποία είναι μια εύκολη και βατή κορυφή που μπορεί να ανέβει ο κάθε πεζοπόρος που διαθέτει την φυσική κατάσταση χωρίς κανένα κίνδυνο. Φτάνοντας ψηλά, αξίζει οπωσδήποτε μια στάση για να θαυμάσουμε την πανοραμική θέα. Από κει διακρίνουμε καθαρά το Περιστέρι, τα Τζουμέρκα την Τύμφη (Ζαγόρι), τον Σμόλικα και την κοιλάδα της Βάλια Κάλντα από ψηλά ενώ από κάτω ακριβώς βρίσκονται και οι Δίδυμες λίμνες της Φλέγγας οι οποίες θεωρούνται και το hot spot της περιοχής. Πρόκειται για ένα τοπίο μοναδικής ομορφιάς που πραγματικά σε ξαφνιάζει ευχάριστα και σε προϊδεάζει για την συνέχεια.

είς πρέπει να γνωρίζει ότι όταν κάνει πεζοπορικό τουρισμό ο στόχος του είναι να περπατά από το πρωί μέχρι νωρίς το απόγευμα, κάνοντας φυσικά τις απαραίτητες στάσεις κάθε τόσο για κολατσιό, για να κολυμπήσει μέσα σε κάποιο ποτάμι που θα συναντήσει ή απλά για να χαζέψει το τοπίο. Η διαδρομή αυτή πάντως είναι άκρως θεαματική σε όλο της το ανάπτυγμα.

Πάντως είναι απορίας άξιο πως δεν φρόντισε η ίδια η πολιτεία να αναδείξει αυτές τις διαδρομές, να τις αξιοποιήσει και να εντάξει το μεγαλύτερο εμβαδό της χώρας μας που είναι ορεινός όγκος μέσα στο πλαίσιο ενός αειφόρου μοντέλου ανάδειξης και αξιοποίησης. Έχουμε υπέροχα βουνά, αντίστοιχης ομορφιάς με αυτής των Άλπεων που όλοι γνωρίζουν ως πόλο έλξης για τουρίστες απ όλο τον κόσμο. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως η Πίνδος γεωλογικά είναι η νότια απόληξη των Άλπεων, συνεπώς η μορφολογία είναι όμοια, μόνο που τα δικά μας τα βουνά έχουν χαμηλότερα υψόμετρα γεγονός που τα κάνει και πιο προσιτά. Επίσης, στα βουνά της Πίνδου μπορούμε να έχουμε μεγαλύτερη πεζοπορική σεζόν διότι δεν έχουμε χιονοκάλυψη όλο το χρόνο στα διάσελα (ψηλά περάσματα) όπως έχουν για παράδειγμα οι Άλπεις ακόμα και το καλοκαίρι.

Πίσω στις Δρακόλιμνες της Φλέγγας θα δούμε και μια μεγάλη κοινότητα από τρίτωνες, αυτά τα προϊστορικά ζώα, που είναι αμφίβια ερπετά, πολύ μικρά σε μέγεθος ( 5-6 εκατοστά). Μοιάζουν με σαύρες και τα συναντάμε σε διάφορους υδάτινους κόσμους στις υποαλπικές ζώνες και στα αλπικά πεδία. Γι αυτό και οι λίμνες λέγονται έτσι, γιατί μοιάζουν με μικροσκοπικά «δρακάκια».

Υπάρχει περίπτωση να συναντηθεί κανείς και άλλα άγρια ζώα μέσα στον δρυμό καθώς εδώ είναι ένας από τους σημαντικούς βιότοπους της καφέ αρκούδας, όμως υπάρχουν και ζαρκάδια, αγριογούρουνα, αγριόγιδα και φήμες θέλουν να υπάρχει και ο λύγκας ένα δασόβιο είδος, ένα αιλουροειδές, που λόγω της ιδιαίτερης οικολογίας και συμπεριφοράς του, έχει λάβει συχνά μυθικές διαστάσεις στην φαντασία του λαού, καθώς είναι γνωστό σαν ένα άγριο και οξυδερκές ζώο που ελάχιστοι είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν μαζί του.

Σε περίπτωση που συναντήσει ο άνθρωπος ένα από τα παραπάνω ζώα έχω την πεποίθηση ότι δεν θα κινδυνέψει η ζωή του. Εγώ έχω συναντήσει πάρα πολλές φορές αρκούδα στη ζωή μου. Μάλιστα μια από τις τελευταίες φορές βρεθήκαμε πολύ κοντά, σε απόσταση τεσσάρων μέτρων. Σηκώθηκε μπροστά μου όρθια, με κοίταξε και έφυγε. Είναι ένα ζώο που θέλει την ησυχία του. Έχει πάρα πολύ δυνατή όσφρηση και μας μυρίζει από πολύ μακριά. Δεν θέλει να συναντηθεί μαζί μας. Εμείς έχουμε πάρα πολλή τοξίνη στο σώμα μας για να μας προτιμήσει σαν «γεύμα» η αρκούδα.

Ασχολείται περισσότερο με τα φρούτα και τα πρόβατα των κτηνοτρόφων και αυτοί έχουν το πρόβλημα. Αυτές οι φήμες που θέλουν την αρκούδα να προστατεύει τα παιδιά της και να γίνεται επιθετική είναι ατεκμηρίωτες διότι ακόμα και με τα παιδιά της να είναι η αρκούδα θα θελήσει και πάλι να αποφύγει τον άνθρωπο. Προσωπικά μου έχει τύχει δύο φορές συνάντηση με μητέρα και μωρά και αλλάξανε πορεία δις. Αν παρ’ όλ’ αυτά κανείς έχει μια τέτοια συνάντηση το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να παραμείνει ψύχραιμος και αν μπορεί να έχει το δάκτυλο στη φωτογραφική του μηχανή για να απαθανατίσει την στιγμή.

Υπάρχει μια δεισιδαιμονία και φήμες που λένε ότι στα βουνά της Πίνδου μπορεί κανείς να κινδυνέψει από τα άγρια ζώα. Όμως αν κοιτάξουμε τα υπαρκτά κρούσματα θα δούμε ότι έχουν καταγραφεί μεμονωμένα περιστατικά που αφορούν σε κυνηγούς οι οποίοι στριμώχνουν το ζώο σε θαμνώδεις περιοχές και στη προσπάθειά του το ζώο να διαφύγει μπορεί να τραυματίσει τον άνθρωπο. Οι καφέ αρκούδες που ζουν στη χώρα μας δεν είναι επιθετικές όπως οι Γκρίζλι στη Βόρεια Αμερική.

Πάντως επειδή οι αρκούδες συχνάζουν εκεί που βρίσκονται και οι κτηνοτρόφοι και επειδή το πέρασμα της Βάλια Κάλντα έχει γίνει πολυσύχναστο εδώ και αρκετά χρόνια, η αρκούδα έχει απομακρυνθεί από την περιοχή και κινείται σε πιο απομονωμένα σημεία με αποτέλεσμα ελάχιστοι να έχουν συνάντηση μαζί της, έστω κι από μακριά, μέσα στη διαδρομή αυτή.

Οι δίδυμες αλπικές λίμνες στα 1950μ., πάνω από τον πυρήνα του δρυμού.

Από την άλλη πρέπει να πω ότι είχα πολλές φορές την ευκαιρία να θαυμάσω ζαρκάδια να πηδάνε μπροστά μου ή οικογένειες αγριογούρουνων να περνάνε τρέχοντας γιατί κι αυτά φοβούνται τον άνθρωπο. Κοντολογίς, ως έμπειρος πεζοπόρος, θεωρώ ότι είναι μια σχετικά ασφαλής διαδρομή για να κάνει κάποιος πεζοπορία.

Στα ποτάμια παρατηρείται η πέστροφα και άλλα ψάρια και γαρίδες, εκλεκτός μεζές για τις λιγοστές βίδρες που επανήλθαν στο Αρκουδόρεμα της Βάλια Κάλντα. Η βίδρα κιόλας είναι δείκτης καθαρότητας των νερών των ποταμιών. Ειδικά ο Αωός που είναι και ο κυρίαρχος ποταμός που περνάει μέσα από τη διαδρομή μας στην βόρεια Πίνδο σημειώνεται από τους επιστήμονες ως το δεύτερο πιο καθαρό ποτάμι της ευρύτερης περιοχής με τα πρωτεία να πηγαίνουν στον Σαραντάπορο αρκετά βορειότερα.

Στην Βάλια Κάλντα δεν μπορεί να μείνει κανείς. Είναι εθνικός δρυμός και πρέπει να παραμείνει όσο πιο ανέγγιχτος γίνεται. Υπάρχουν ταμπέλες που απαγορεύουν κάποιες δραστηριότητες, όπως το να ανάψεις φωτιά, να κατασκηνώσεις, να κυνηγήσεις, κόψεις ξύλα κλπ. Όμως επειδή δεν υπάρχει κρατικός μηχανισμός που να τα διαφυλάσσει όλα αυτά με συχνή παρουσία θα πρέπει να είναι οι ίδιοι οι επισκέπτες ενσυνείδητοι και σε γενικές γραμμές είναι, θα έλεγα.

Κατεβαίνοντας τώρα από τις λίμνες Φλέγγα προς τα μέσα, προς τον πυρήνα της Βάλια Κάλντα, στο βάθος της κοιλάδας της, βρίσκεται το Αρκουδόρεμα.

Ο επόμενός μας σταθμός είναι η Βοβούσα η οποία βρίσκεται βορειότερα από το Μαυροβούνι. Είναι ένα πανέμορφο χωριό, που τέμνει ο Άωος, και έχει μες την πλατεία του ένα όμορφο, τοξωτό πέτρινο γεφύρι. Τελευταία έχει αρκετή κινητικότητα τα καλοκαίρια ( περνάει και ο αγώνας δρόμου που λέγαμε πιο πριν). Είναι ένα από τα λίγα μέρη στη περιοχή που μπορείς να βρεις διαμονή και να το έχεις ως ορμητήριο για πεζοπορήσεις μέσα στον δρυμό της Βάλια Κάντα. Μπορείς είτε να κατασκηνώσεις σε οργανωμένα σημεία όπως είναι το καταφύγιο αλλά μπορεί κανείς να μείνει και σε ξενώνες διαφόρων κλάσεων που υπάρχουν μέσα στο χωριό. Υπάρχουν και ωραίες ταβέρνες για να φάει κανείς και είναι ένα πολύ ευχάριστο μέρος για να παραμείνεις.

Για να φτάσουμε στην Βοβούσα ακολουθούμε παραποτάμιες διαδρομές μέσα από την Βάλια Κάλντα, δηλαδή ακολουθούμε παραποτάμια διαδρομή όλο το Αρκουδόρεμα που είναι ένα άγριας ομορφιάς ποτάμι και χρειάζεται να το περάσουμε 3 φορές αλλάζοντας όχθη. Όμως ειδικά τώρα το καλοκαίρι, που η στάθμη του νερού είναι πολύ χαμηλή, είναι ιδανική εποχή γιατί πατάμε από πέτρα σε πέτρα και περνάμε απέναντι με σχετική ασφάλεια. Έπειτα, το Αρκουδόρεμα συναντά τον Αωό μέσα στον οποίο χύνεται και ακολουθούμε την όχθη του που θα μας φέρει σταδιακά στην Βοβούσα.

Το γεφύρι στην πλατεία της Βοβούσας.

Αυτή είναι άλλη μια εξαιρετική και σκιερή διαδρομή που περνάει μέσα από δάσος πεύκης. Το δάσος είναι γεμάτο με συστάδες μαύρης, κόκκινης αλλά και κοινής πεύκης, συναντάμε όμως και σφενδάμια, οξιές, οστριές, πυξάρια ενώ παράλληλα κυριαρχεί το υδάτινο στοιχείο. Αυτά τα δύο, ίσκιος και νερό, κάνουν την πεζοπορία πολύ ευχάριστη, προσιτή και ασφαλή. Βέβαια, έχει μεγαλύτερο χιλιομετρικό ανάπτυγμα από την προηγούμενη μέρα. Δηλαδή από το καταφύγιο του Μαυροβουνίου μέχρι την Βοβούσα θα πρέπει κανείς να περπατήσεις 24-25 χιλιόμετρα. Όμως πρόκειται για σχεδόν καθοδική διαδρομή μια και από τα 1836μ υψόμετρο, που βρίσκεται το καταφύγιο του Μαυροβουνίου, ανηφορίζουμε ελαφρώς για την κορυφή στα 2156μ για να βρεθούμε στο χωριό της Βοβούσας που βρίσκεται στα 1000 μ υψόμετρο. Επιπλέον έχει και αρκετές επίπεδες διαδρομές- αυτές που πάνε παράλληλα με το ποτάμι- που είναι και οι πιο εύκολες.

Όταν πεζοπορείς καλό είναι να ξυπνάς με το πρώτο φως της μέρας και να ξεκινάς να ετοιμάζεσαι για το περπάτημα. Τώρα βέβαια που είναι καλοκαίρι και οι μέρες είναι μεγάλες, αν ξεκινήσεις γύρω στις 8-8.30 είναι μια χαρά και πάλι θα φτάσεις στο χωριό με το φως. Όλες αυτές οι ώρες εξυπακούεται ότι συμπεριλαμβάνουν και αρκετές στάσεις γιατί στη διαδρομή θα συναντήσεις βάθρες όπου θα θελήσεις να κολυμπήσεις για να δροσιστείς ή τοπία που θα σε σαγηνέψουν και απαραίτητα θα κοντοσταθείς. Επίσης, έχει πολύ ωραία σημεία με υπέροχη θέα και άγριο τοπίο και θελήσεις να καθίσεις για να κολατσίσεις. Είναι μια διαδρομή που δεν σε αφήνει αδιάφορο γιατί την αισθάνεσαι. Δεν περπατάς μόνο αλλά γεμίζει το βλέμμα σου με υπέροχες εικόνες. Είναι μια διαδρομή με φοβερή ενέργεια που την επισκέπτονται λογιών άνθρωποι εδώ και πολλά χρόνια.

Οι βάθρες και μικροί καταρράκτες, ιδανική στάση για κολύμπι τους θερινούς μήνες.

Επιπλέον, είναι μια διαδρομή που αποτέλεσε ένα πέρασμα διαβίωσης των Βλάχων της περιοχής που επικοινωνούσαν μέσα από αυτήν από χωριό σε χωριό. Δεν είναι μια πορεία που δημιουργήθηκε για πεζοπορία αναψυχής αλλά μια διαδρομή που υπήρχε.

Μέσα στη Βάλια Κάλντα παλιά υπήρχαν νεροπρίονα όπου γινόταν υλοτόμηση, ζούσαν ολόκληρες οικογένειες από αυτή την δραστηριότητα. Επίσης, υπήρχαν καρβουνιάρικα, διάφορες υπαίθριες τέχνες που επιβίωναν παράλληλα με την κτηνοτροφία και υπήρχε και κίνηση μέσα στην περιοχή. Παλιά υπήρχαν ακόμα και καλύβια μέσα στα οποία ζούσαν άνθρωποι.

Τώρα πιά όλη αυτή η περιοχή είναι όσο πιο απομονωμένη μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν υπάρχουν άνθρωποι παρά μόνο επισκέπτες. Μέσα σε αυτό το μονοπάτι που προτείνουμε και που προσπαθούμε να συντηρήσουμε, οι ντόπιοι μας λένε ότι παλιά κάθε δεκαπέντε λεπτά έλεγες μια καλημέρα κάποτε, συναντούσες κάποιον να πηγαίνει κάπου. Έναν βοσκό, αγωγιάτες, μια γυναίκα που πήγαινε να πλύνει στο ποτάμι, κατοίκους των χωριών που πήγαιναν προς το Μέτσοβο, που ήταν πάντα εμπορικός κόμβος, για να πουλήσουν ή να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους.

Στο μονοπάτι για τη Βάλια Στάθη.

Η Βοβούσα είναι ένα χωριό στο οποίο τον χειμώνα μένουν περίπου 30 άνθρωποι. Το καλοκαίρι είναι που αποκτά και πάλι ζωή, έρχονται επισκέπτες και γεμίζουν οι ταβέρνες του χωριού που σερβίρουν πίτες, ψητά κρέατα της περιοχής, δικά τους τυριά, όπως γαλοτύρι και φέτα αλλά και πέστροφα μια και υπάρχουν καλλιέργειες πέστροφας στα ποτάμια της περιοχής.

Την επόμενη μέρα (3η) αφού έχουμε κοιμηθεί στη Βοβούσα ξεκινάμε να πάμε ακόμα πιο βόρεια, συνεχίζοντας την πεζοπορία προς το Δίστρατο μέσα από μια εξαιρετική διαδρομή που περνάει μέσα από κάποιες πολύ απομονωμένες τοποθεσίες οι οποίες μέχρι πρότινος αγνοούνταν παντελώς. Παρότι είναι μια διαδρομή που περνάει το Ε6 ωστόσο δεν έχει χαρτογραφηθεί, δεν υπήρχε δηλαδή καν στους πεζοπορικούς χάρτες. Η απόσταση που θα πρέπει να καλύψουμε μέχρι τον επόμενο ημερήσιο σταθμό είναι γύρω στα 16 χιλιόμετρα που μπορούν να καλυφθούν σε 6-7 ώρες πεζοπορίας.

Μια βατή και όμορφη διαδρομή που επίσης κινείται παράλληλα με τον Αωό στο μεγαλύτερο ανάπτυγμά της και με θέα στην κοιλάδα του Αωού- ή αλλιώς την Λάκκα του Αωού όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι- που είναι πολύ εντυπωσιακή και οδηγεί σε ένα άλλοτε ζωντανό από ανθρώπους τόπο, μακριά από τα πάντα που λέγεται Βάλια Στάθη, ένα πραγματικά πλούσιο οικοσύστημα με ρέματα, πηγές και λογής-λογής δέντρα.

Όταν είσαι εκεί μέσα αισθάνεσαι ότι είσαι μόνος σου σε αυτό τον κόσμο μια αίσθηση που πολλοί πεζοπόροι αποζητούν και συνήθως για να συναντήσουν τέτοιες περιοχές περπατούν δεκάδες χιλιόμετρα. Για να βρουν αυτή την αίσθηση του απόλυτου τοπίου της φύσης και της αρμονίας της. Οι ρομαντικοί της πεζοπορίας δεν προτιμούν τις πολυσύχναστες διαδρομές γι αυτό και η Ελλάδα έχει μεγάλες πιθανότητες να αναπτυχθεί πεζοπορικά αν δημιουργήσουμε μια καλή υποδομή. Κι αυτό γιατί τα βουνά μας δεν είναι εμπορικά, τουλάχιστον όχι ακόμη. Η φύση εκεί είναι ακόμα παρθένα και επίσης υπάρχει έντονο το στοιχείο της παράδοσης, υπάρχει ζώσα ιστορία.

Θα δεις ακόμα τον παπά της εκκλησίας να περπατά στα σοκάκια του χωριού, μια γιαγιά να είναι φορτωμένη με κλαριά και να περπατά παρέα με τις γίδες της ή τον βοσκό να οδηγεί το κοπάδι του. Και μπορεί για εμάς τους Έλληνες αυτές να είναι εικόνες που αποτελούν κομμάτι της γραφικότητας αλλά για τους ξένους επισκέπτες είναι μοναδικές. ‘Αλλωστε πάντα δεν εντυπωσιάζει η κουλτούρα των ανθρώπων και η απλότητά τους ακόμα και οι δυσκολίες που περνάνε για την απλή επιβίωσή τους! Εκεί βλέπεις και πάλι ανθρώπους που διατηρούν αξίες τις οποίες, οι άνθρωποι της πόλης έχουν ξεχάσει μέσα στον δυτικό και τοξικό τρόπο ζωής τους.

Μαυρόπευκο γίγαντας σε ξέφωτο λιβάδι πριν το Σαμαρινιώτικο ποτάμι.

Οι ξένοι πεζοπόροι, επειδή έχουν περισσότερο αφομοιωμένη στην κουλτούρα τους την πεζοπορία, ψάχνουν και θέλουν να βρίσκουν μεγάλες πεζοπορικές διαδρομές. Η καλή χαρτογράφηση και οι πεζοπορικές εφαρμογές είναι το εισιτήριο για να μπει κανείς στα βουνά. Σου εξασφαλίζουν μια θέση στο βουνό, σου δίνουν την δυνατότητα να μπορείς να κινηθείς με ασφάλεια και να χαρείς τη πεζοπορία χωρίς να δοκιμάζεσαι ιδιαίτερα ή να προβληματίζεσαι. Διότι αν δεν υπάρχει καλή σήμανση σε μια διαδρομή και δεν υπάρχει σαφήνεια σε αυτή, ένας πεζοπόρος μπορεί να κάνει λάθη, να ταλαιπωρηθεί ακόμα και να κινδυνέψει.

Πίσω στη διαδρομή μας τώρα, η χλωρίδα αλλάζει σε αυτή τη περιοχή μια και συναντάμε περισσότερα καρποφόρα δέντρα. Αυτό υπόψιν ότι κάνει και εντονότερη την παρουσία από τα ίχνη της αρκούδας. Αλλά είπαμε, δεν υπάρχει λόγος πανικού. Υπάρχουν άγριες μηλιές, αχλαδιές, κορομηλιές, κερασιές, κράνα, σμέουρα, βατόμουρα και πάρα πολλές άγριες φράουλες (στο τέλος της άνοιξης μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού) στη διαδρομή. Τώρα που είμαστε στα μέσα του Αυγούστου τα κορόμηλα, τα άγρια αχλάδια και τα άγρια μήλα έχουν την τιμητική τους. Μπορούμε λοιπόν να περπατάμε και να κόβουμε για να φάμε μερικούς καρπούς μέσα από την Βάλια Στάθη.

Μάλιστα λέγεται ότι το παλιό χωριό του Δίστρατου ήταν μέσα στην Βάλια Στάθη γιατί ήταν πιο απομονωμένα εκεί κι έτσι ήταν πιο προστατευμένο το μέρος από επιδρομείς. Βέβαια δεν υπάρχουν ίχνη από ερείπια κάποιου οικισμού εκεί μέσα κι αυτή η πληροφορία έρχεται μόνο από μαρτυρίες των ντόπιων. Το παλιό βλάχικο όνομα του χωριού πάντως είναι Μπριάζα ή Βριάζα.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή συμβαίνει και το εξής: Μεταξύ Βοβούσας και Διστράτου περνάμε τα όρια της Ηπείρου και μπαίνουμε για λίγο στη Δυτ. Μακεδονία και στον Νομό των Γρεβενών. Το ίδιο συμβαίνει και από το Δίστρατο προς τη Σαμαρίνα μια και η Σαμαρίνα είναι κι αυτή ένα χωριό της Δυτ. Μακεδονίας. Κι εδώ έχουμε ένα απτό παράδειγμα του πως συνδέονται περιφέρειες και νομοί μέσα από μια πεζοπορική διάσχιση και είναι το βασικό στοιχείο πάνω στο οποίο έχει βασιστεί η ιδέα της δημιουργίας ενός πεζοπορικού δικτύου που θα ενώνει όλα αυτά τα χωριά αλλά και πόλεις της περιοχής.

Το Δίστρατο ενώ είναι πολύ απομακρυσμένο χωριό ωστόσο έχει περισσότερους μόνιμους κατοίκους, περί τους 170 ανθρώπους, οι οποίοι έχουν ένα παλιό σύστημα επιβίωσης – δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ με την αξιοποίηση του τουρισμού- διατηρώντας τα παλιά επαγγέλματα. Ζουν από την υλοτομία, την κτηνοτροφία, τις ιχθυοκαλλιέργειες και τις χειρωνακτικές εργασίες μια και γίνεται μια σχετική ανοικοδόμηση στην περιοχή. Κάποιοι επίσης δουλεύουν στα γύρω εργοστάσια όπως αυτό της εμφιάλωσης νερού της Σαμαρίνας ή στον μικρό υδροηλεκτρικό σταθμό που υπάρχει λίγο πιο κάτω. Θα λέγαμε ότι οι άνθρωποι εδώ διατηρούν παλαιές αξίες και συντηρούνται με αυτόν τον αρχέτυπο τρόπο.

Για κάποια χρόνια είχαν το χιονοδρομικό κέντρο της Βασιλίτσας που τους έφερνε κόσμο τον χειμώνα όμως τώρα πλέον που η χιονοδρομία έχει δεχθεί μεγάλο πλήγμα έχει πέσει πολύ η επισκεψιμότητα στην περιοχή.

Περνώντας το Σαμαρινιώτικο ποτάμι.

Από το Δίστρατο ξεκινά 4η ημερήσια διαδρομή προς την Σαμαρίνα. Εδώ αφήνουμε πίσω μας τα καρποφόρα δέντρα και κινούμαστε στις πλαγιές της Γομάρας, ένα όμορφο και βατό βουνό που βρίσκεται δυτικά στο πλάι της Βασιλίτσας. Είναι μια άγρια και επίσης παρθένα διαδρομή που κινείται κατά κύριο λόγο μέσα σε δάση μαύρης πεύκης και ρόμπολου. Μεγάλα αιωνόβια δέντρα με χοντρούς κορμούς και σε εντυπωσιακούς σχηματισμούς μέσα σε υπέροχες πλαγιές με απίθανη θέα την οροσειρά του Σμόλικα. Από εδώ μπορείς να βλέπεις τις Μόσιες του Σμόλικα – έτσι λένε δυο ψηλές κορφές του βουνού- και την Βάλια Κίρνα της Σαμαρίνας που κάποιοι την λένε και Κοιλάδα του Διαβόλου ενώ κάποιοι άλλοι την λένε και κοιλάδα με τα πολλά και παγωμένα νερά. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα πολύ άγριο μέρος και τόπο κατοικίας άγριας ζωής. Έχει πολλά νερά από πηγές που πηγάζουν από τον Σμόλικα, συνεπώς πολύ έντονη υδρολογία με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο, έως και επικίνδυνο, να κάνεις αυτή τη διαδρομή από φθινόπωρο μέχρι αργά την άνοιξη γιατί πρέπει να περάσεις από πολλά ορμητικά ρέματα. Τώρα το καλοκαίρι όμως τα πράγματα είναι πιο εύκολα.

Κάποια στιγμή η διαδρομή έτσι όπως κινείται στις πλαγιές της Γομάρας αρχίζει και κατηφορίζει και πέφτει μέσα στη στενή κοιλάδα που απορρέει το Σαμαρινιώτικο ποτάμι το οποίο και θα πρέπει να περάσουμε τέμνοντάς το, πράγμα επίσης εύκολο τώρα το καλοκαίρι. Όλα αυτά τα ρέματα θυμίζουν σαν τοπία πολύ τα Καναδέζικα ρέματα που έχουν άγρια ομορφιά και είναι κάτι ξεχωριστό για τα ελληνικά δεδομένα. Οι χρωματισμοί των πετρωμάτων έχουν αυτό το σκούρο καφέ χρώμα που σπάνια συναντάμε, τα δέντρα που στολίζουν τις κοίτες του ποταμού είναι καλοσχηματισμένα μαυρόπευκα και ολοκληρώνουν μια συναρπαστική εικόνα.

Περνώντας το Σαμαρινιώτκο ποτάμι αρχίζουμε να ανεβαίνουμε για το παλιό ξωκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και το Βυζαντινό Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής που είναι έξω από την Σαμαρίνα. Αυτή η διαδρομή είναι επίσης 16 χιλιόμετρα και μπορεί να την ολοκληρωθεί μέσα σε περίπου έξι ώρες πεζοπορίας. Η διαδρομή αυτή είναι και σκιερή αλλά έχει και ξέφωτα σημεία με υπέροχη θέα, εναλλαγές που την κάνουν και πολύ ενδιαφέρουσα.

Από εκεί ακολουθούμε σύντομη πορεία στο δρόμο για το χωριό, διότι αυτή τη στιγμή δεν είναι ακόμα έτοιμο το μονοπάτι που θα μας πηγαίνει σε αυτό από τη Μονή. Φτάνοντας στην Σαμαρίνα βρισκόμαστε σε ένα από τα δύο ψηλότερα χωριά της χώρας σε υψόμετρο 1450 μ. Είναι ένα μεγάλο χωριό με δυνατή κτηνοτροφική και λαϊκή παράδοση που βρίσκεται χτισμένο στην Β.Α. απόληξη της οροσειράς του Σμόλικα.

Παλιότερα ήταν ένα μέρος πόλος έλξης για τουρίστες που έρχονταν για να γνωρίσουν τις παραδόσεις των Βλάχων, να μάθουν για τις ιστορίες και τους θρύλους που υπάρχουν γι αυτά τα βουνά και να πάρουν μέρος στα πανηγύρια τους. Μια πληροφορία που είναι πρωτοφανής είναι ότι λίγο έξω από την Σαμαρίνα έχουν εντοπιστεί ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την εποχή του Νεατερντάλ! Αρχέγονος τόπος με λίγα λόγια η Σαμαρίνα και πολύ προσοδοφόρος για τους κτηνοτρόφους γιατί έχει πολλά πλούσια λιβάδια.

Πέρασμα από τα ρόμπολα στα 2200μ.

Τον χειμώνα σαν πέσουν τα χιόνια στο χωριό η πρόσβαση είναι δύσκολη και μένουν λιγοστοί μυημένοι στις συνθήκες κάτοικοι, αλλά το καλοκαίρι οι ετεροδημότες παραθεριστές και οι επισκέπτες είναι αρκετές εκαντοντάδες. Πολλοί έχουν σπίτι εδώ και έρχονται για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Έχει όμως πολλούς ξενώνες και ξενοδοχεία. Αυτή τη στιγμή συμβαίνει και το εξής: επειδή οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις δεν τα έβγαζαν πέρα οι επιχειρηματίες έκαναν αιτήσεις σε διάφορα κρατικά προγράμματα που υπάρχουν και μέσα από διάφορες ΜΚΟ και τώρα φιλοξενούν Σύριους πρόσφυγες προσφέροντας τους διαμονή και σίτιση με κάποιο αντίτιμο που τους πληρώνει το κράτος (αυτό συμβαίνει και σε πολλά από τα γύρω χωριά που υπάρχουν γύρω από το χιονοδρομικό το οποίο έχει πάψει να έχει την επισκεψιμότητα που είχε κάποτε). Μόνο που αυτό είναι παροδικό γιατί κάποια στιγμή θα λήξουν αυτά τα συμβόλαια.

Η πλατεία της Σαμαρίνας από μόνη τα είναι ένα κέντρο που κανείς θα δει πολύ κόσμο, θα ακούσει να μιλάνε τα βλάχικα και θα έρθει σε επαφή με τη κουλτούρα και την αλεγκρία αυτής της ιδιαίτερης φυλής που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και περηφάνια.Εδώ θα συναντήσεις παντού βοσκούς και κτηνοτρόφους, θα φας καλά, θα πληρώσεις σωστά και θα ακούσεις και κανά κλαρίνο.

Από την Σαμαρίνα έρχεται η μεγάλη δοκιμασία που είναι η διάσχιση του Σμόλικα, που είναι και το 5ο κομμάτι της διαδρομής, έτσι ώστε να φτάσουμε να καλύψουμε και τα 100 χιλιόμετρα αυτής της πεζοπορικής διάσχισης του μοναπατιού. Πολλοί επιλέγουν να σταματήσουν τη διαδρομή τους στη Σαμαρίνα κι από εκεί μπορεί να κανονίσουν μια μετακίνηση με αυτοκίνητο που θα τους πάει πίσω στο Μέτσοβο απ όπου και ξεκίνησαν. Κάποιοι που είναι λίγο πιο τολμηροί ή πιο ανθεκτικοί θα επιλέξουν να κάνουν και τη διάσχιση του Σμόλικα που είναι και το πέμπτο μέρος της διαδρομής που καταλήγει στα χωριά που βρίσκονται στην άλλη μεριά του βουνού, απέναντι από την Σαμαρίνα δηλαδή, τα χωριά Αγ. Παρασκευή (Κεράσοβο), Πάδες και Παλιοσέλι.

Ο Σμόλικας είναι το δεύτερο ψηλότερο βουνό στη χώρα, η κορυφή του είναι στα 2, 638 μέτρα κι από εκεί πέφτουμε πάνω στην Δρακόλιμνη του Σμόλικα που είναι επίσης ένα πολύ ωραίο σημείο που επισκέπτεται αρκετός κόσμος. Από εκεί λοιπόν έχει να επιλέξει μεταξύ τριών διαδρομών και να βρεθεί σε τρία διαφορετικά χωριά, τα χωριά Κεράσοβο, Πάδες και Παλιοσέλι.

Διασχίζοντας την ψηλή ράχη του Σμόλικα θα συναντήσουμε κι άλλες αλπικές λιμνούλες τις οποίες τις βλέπουμε ανεβαίνοντας από τη Σαμαρίνα. Είναι μια βατή διαδρομή που όμως έχει μεγαλύτερο χιλιομετρικό ανάπτυγμα, γύρω στα 25 χιλιόμετρα.

Θέα στις Μόσιες.

Από εδώ έχουμε πανοραμική θέα σε όλα τα βουνά της περιοχής γιατί κινούμαστε πολύ ψηλά διότι κάποια στιγμή θα φτάσουμε στα 2500 – 2600 μέτρα υψόμετρο οπότε θα βρεθούμε σε ένα υπέροχο μπαλκόνι της βόρειας Πίνδου απ όπου βλέπουμε όλα τα βουνά μέχρι και τα ελληνοαλβανικά σύνορα, σε πρώτο πλάνο την Τύμφη και την Τραπεζίτσα μέχρι τον Γράμμο και την Νεμέρτσικα.

Είναι θεαματική αυτή η διαδρομή και παρόλο που κινούμαστε σε μεγάλο υψόμετρο συναντάμε κι εδώ πηγές απ όπου μπορούμε να ανεφοδιαζόμαστε συχνά με δροσερό νερό ακόμα και μέσα στο καλοκαίρι. Κι εδώ επικρατούν τα ρόμπολα και η μαύρη πέυκη.

Το χωριό Κεράσοβο ή Αγία Παρακευή που βρίσκεται στη Δυτική πλευρά του Σμόλικα, μας δίνει μια συνοχή ώστε να συνεχίσουμε και να βρεθούμε στον Γράμμο, στο επόμενο μεγάλο βουνό που συναντούμε στη συνέχεια της χάραξης. Ωστόσο προτείνουμε τις διαδρομές κατάβασης από τον Σμόλικα στα χωριά Παλιοσέλι όπου υπάρχει καταφύγιο και το χωριό Πάδες, στις νότιες απολήξεις του Σμόλικα, κοντά σε έναν χαρακτηριστικά ογκώδη βράχο που ονομάζεται «Πέτρινη Γριά» και περιτριγυρίζεται από πλούσια δάση δρυών και μαυρόπευκου, όπου υπάρχει επίσης οργανωμένη διαμονή στην πλατεία του χωριού».

της Μερόπης Κοκκίνη lifo.gr

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.