«Brutalia, Εργάσιμες Μέρες»

Στο φετινό Φεστιβάλ Καννών και συγκεκριμένα στην Εβδομάδα Κριτικής που στρέφει το βλέμμα σε πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς από όλον τον κόσμο, διακρίθηκε η ταινία μικρού μήκους «Brutalia, Εργάσιμες Μέρες» του Μανώλη Μαυρή, μια αλληγορία όπου οι άνθρωποι παίρνουν το ρόλο των μελισσών σε μια μητριαρχική κοινωνία, με στρατιωτικοποιημένη εργασία.

Η Άννα μια εργάτρια μέλισσα που ακόμα βρίσκεται στο στάδιο της εκπαίδευσης παρακολουθεί το σύμπαν της κυψέλης μέσα στο οποίο ζει. Βλέπουμε τη δομή της σκληρής κοινωνίας, τη σταδιακή εσωτερική μετάλλαξη της ηρωίδας μέσω της καταπίεσης που βιώνει και στο τέλος, τη συμβολική ανατροπή και καταστροφή του συστήματος

Ο Μανώλης Μαυρής αναφέρει για την έμπνευση και τη φιλοσοφία πίσω από την ταινία:

Η ταινία είναι ένα ψευδοντοκυμαντέρ το οποίο έχει στοιχεία θρίλερ, μαύρης κωμωδίας και μιούζικαλ. Η ταινία, χαρακτηρίστηκε στο φεστιβάλ Καννών ως «queer», ενώ δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση όταν την έφτιαχνα. Από κάποιες συζητήσεις που έκανα στο φεστιβάλ, φαίνεται ότι την εξέλαβαν ως «το ανδρικό βλέμμα πάνω στην υπεροχή των γυναικών».

Ο τίτλος σημαίνει «Η χώρα της βίας» . Προέκυψε από έναν αρχιτεκτονικό όρο, το «brutale», ένα αυστηρό αρχιτεκτονικό στύλ το οποίο χρησιμοποιεί το γυμνό τσιμέντο. O υπότιτλος επίσης είναι σημαντικός, οι «εργάσιμες μέρες». Ήθελα η ταινία να στρέφεται γύρω από την εργασία και τη βία.

Η επιθυμία να ασχοληθώ με το θέμα προέκυψε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Αυτό το «σύμπαν» αποτέλεσε αφορμή για να εστιάσω πάνω σε έννοιες όπως η πειθαρχία, η εργασία, η τάξη, η ρουτίνα, ο εγκλεισμός, ο φόβος. Το θέμα όμως που με απασχόλησε περισσότερο ήταν η σχέση του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο. Πώς οι προσωπικές επιθυμίες – και κατ’ επέκταση η ταυτότητα του ατόμου – ισοπεδώνονται “με στόχο να υπηρετηθεί το κοινό καλό”. Πώς ένα σύστημα που καταργεί την ατομική κρίση και ομογενοποιεί τα άτομα, τα μετατρέπει σε εκτελεστικά όργανα διαταγών και κανόνων. Όπως αναφέρει η Χάνα Αρεντ στη φιλοσοφική της μελέτη για την Κοινοτοπία του Κακού («Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ», 1963), αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα όρια της «ηθικής κρίσης» του ατόμου να αλλοιώνονται, διαστρεβλώνοντας τη δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Στη συνέχεια, αναζητώντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διαδραματιστεί η ιστορία, ανακάλυψα ότι πολλά κοινωνικά μοντέλα που υπάρχουν στη φύση φέρουν κοινά στοιχεία με αυτά της στρατιωτικής και πειθαρχημένα εργατικής κοινωνίας για την οποία ήθελα να μιλήσω. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και πλησιέστερο σε αυτό που αναζητούσα ήταν η κοινωνία των μελισσών. Σε αυτό το σημείο προέκυψε η ιδέα. Επιθυμώντας να μην ταυτίσω την ταινία με ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό καθεστώς (συγκεριμένη χώρα και χρονική στιγμή) οδηγήθηκα στην αλληγορία. Τοποθετώντας την ιστορία σε μια κυψέλη και αντικαθιστώντας τις μέλισσες με τους ανθρώπους θέλησα να αναφερθώ σφαιρικά στην ανθρώπινη φύση, ευελπιστώντας ότι η ταινία θα αποκτήσει οικουμενική ταυτότητα.

Χρησιμοποίησα τις μέλισσες και όχι κάποιο άλλο είδος κυρίως γιατί ο κόσμος τους μου φάνηκε ανεξάντλητος. Μια αστείρευτη πηγή ιδεών, ένα εξαιρετικά σύνθετο πεδίο το οποίο τροφοδοτούσε το σενάριο συνεχώς με καινούριες σκέψεις. Επίσης, ένας ακόμα βασικός λόγος για τον οποίο επέλεξα τις μέλισσες ήταν η μητριαρχία, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο στην ταινία. Τέλος, εντόπισα πολλές ομοιότητες μεταξύ της οργάνωσης της κυψέλης και των ανθρώπινων πολιτευμάτων. Ενώ σε μία κυψέλη υπάρχει «βασιλεία» , ταυτόχρονα υπάρχει και ένα είδος «αναρχίας» κατά την οποία η βασίλισσα καθαιρείται όταν παύει να είναι λειτουργική (τη σκοτώνει το ίδιο της το μελίσσι). Όλα τα παραπάνω συνέθεσαν ένα τελείως πρωτότυπο σύμπαν, κάτι που δεν είχα συναντήσει πουθενά πιο πριν.

Εξωτερικοί εχθροί δεν υπάρχουν στην ταινία. Με ενδιέφερε να παρουσιάσω ένα σύστημα πολεμικό, το οποίο όμως βρίσκεται σε περίοδο ειρήνης και κατά συνέπεια ο λόγος της ύπαρξής του δεν είναι σαφής. Στόχος μου ήταν να κάνω εμμέσως μια κριτική πάνω στην τάση των κρατών να διασφαλίσουν τα συμφέροντα τους εις βάρος των άλλων. Θεωρώ ότι η περιχαράκωση των κρατικών συνόρων αποτελεί εξαιρετικά επίκαιρο φαινόμενο. Η συνεχής αυξανόμενη εσωστρέφεια των εθνών, η σπατάλη τεράστιων χρηματικών ποσών για τον εξοπλισμό του στρατού, τα τείχη που κατασκευάζονται για να απωθήσουν ανεπιθύμητους πληθυσμούς (γειτονικούς λαούς, μετανάστες), όλα έχουν ως αποτέλεσμα την απομόνωση των κρατών. Ο μόνος υπαρκτός εχθρός είναι η μοναξιά.

Η στρατιωτικοποιημένη εργασία των μελισσών, σύμβολο αποτελεσματικότητας στην ανθρώπινη συνείδηση, αποτέλεσε για μένα βασικό πεδίο διερεύνησης. Ύστερα από εκτενή έρευνα πάνω στην κοινωνία των μελισσών ανακάλυψα πως πολλά από τα χαρακτηριστικά τους, όταν μεταφράζονται – μέσω της κινηματογραφικής γλώσσας – σε ανθρώπινα μέτρα, δημιουργούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνθήκες. Κάποιες ιδιαίτερα βίαιες και άλλες εξαιρετικά κωμικές.

Για παράδειγμα στην ταινία ο κεντρικός χαρακτήρας παίρνει, παρά τη θέληση της, μέρος σε ένα λιντσάρισμα που γίνεται σε μία από της αδελφές της. Κάτι αντίστοιχο γίνεται και στις μέλισσες. Όταν τραυματιστεί μία οι υπόλοιπες τη σκοτώνουν, ή την πετούν έξω από την κυψέλη γιατί πλέον δεν είναι λειτουργική και άρα αποτελεί κίνδυνο για το μελίσσι. Αυτό εγώ τo συνέδεσα με το περιστατικό του λιντσαρίσματος του Ζακ Κωστόπουλου το 2018 στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς βέβαια να φαίνεται ευθέως στην ταινία. Εκεί το πλήθος καταδίκασε συλλογικά κάποιον χωρίς να ξέρει τα γεγονότα. Η μάζα λειτούργησε εναντίον του, καταδικάζοντας τον επιτόπου. Το περιστατικό μου είχε φανεί τόσο συνταρακτικό που ένιωσα την ανάγκη να κάνω μία νύξη. Αποτέλεσε την αφορμή για να φτιάξω την εν λόγω σκηνή.

Ιδιαιτερότητα του φιλμ αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι νεαρές γυναίκες – εργάτριες μέλισσες. Πρόκειται για την αναπαράσταση μιας μητριαρχικής κοινωνίας, μέσα στην οποία μόνο οι γυναίκες παίρνουν αποφάσεις, εργάζονται και την προστατεύουν από εξωτερικούς εχθρούς. Δεν υπάρχει ατομικό συμφέρον, ούτε ωφελιμιστικά κίνητρα. Με “αίσθημα δικαίου” οι εργάτριες μέλισσες αφοσιώνονται στα κοπιαστικά έργα που αναλαμβάνουν εφ’ όρου ζωής και έναντι στοιχειωδών «απολαβών» που διασφαλίζουν απλά την επιβίωσή τους. Είναι πανίσχυρες, ανθεκτικές και παραγωγικές. Ενσαρκώνουν το τελειότερο μοντέλο συνεργασίας με μοναδικό στόχο τη διαιώνιση του είδους (όπως περιγράφει ο Matt Ridley στις Ρίζες της Αρετής). Από την άλλη πλευρά, οι άντρες – κηφήνες (όπως ακριβώς συμβαίνει σε μία κυψέλη) έχουν αποκλειστικά δευτερεύοντα ρόλο. Είναι παθητικοί, ανενεργοί και απολαμβάνουν το χρόνο, χωρίς καμία ευθύνη και υποχρέωση. Κατ’ επέκταση, η συμβολή τους στην κοινωνία είναι μικρή. Η χρησιμότητά τους περιορίζεται κυρίως στην αναπαραγωγή, ρόλο που ωστόσο μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό κηφήνων καταφέρνουν να εκπληρώσουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σύστημα με αυστηρά παγιωμένους «κοινωνικούς» ρόλους, λειτουργικό και παραγωγικό.

Στην ταινία, το γυναικείο φύλο παρουσιάζεται ασύμμετρα ισχυρό σε σχέση με το αντρικό. Ωστόσο, δεν επιχειρώ να κατασκευάσω ένα φεμινιστικό μανιφέστο, παρά μόνο να αναπαραστήσω αυτό που συμβαίνει στη φύση, συνθέτοντας μια δυστοπική κοινωνία, από την οποία απουσιάζει το συναίσθημα. Πρόκειται για μια απαισιόδοξη ματιά πάνω στην πορεία του ανθρώπινου είδους, που διαχρονικά κατασκευάζει κοινωνικά μοντέλα, τα οποία αποσκοπούν στην παραγωγικότητα. Το άτομο βρίσκεται, αναπόφευκτα, ανίσχυρο και εγκλωβισμένο σε κανόνες και νόρμες που το ίδιο δεν ελέγχει. Σε τι διαφέρει όμως ο άνθρωπος από τις μέλισσες; Και γιατί θεωρείται θετική και υποδειγματική η στρατιωτικοποιημένη εργασία; Γιατί οι άνθρωποι προβάλλουν διαχρονικά στο μελίσσι την πειθαρχημένη κοινωνία, εξιδανικεύοντας την παραγωγικότητα και παραβλέποντας ένα σύστημα που προάγει την εξόντωση μέσω της εργασίας; Μπορεί τελικά ένα τέτοιο μοντέλο – που στο όνομα του κοινού καλού επιβάλλει τη θανάτωση των αδυνάμων – να αποτελέσει ουτοπικό όραμα για την ανθρώπινη κοινωνία;

Η ταινία είναι προφανώς αλληγορική και δεν είναι στόχος μου να κατηγορήσω τις μέλισσες. Ο κόσμος των μελισσών λειτουργεί μόνο ως αφορμή. Πρόκειται για μια απαισιόδοξη ματιά πάνω στην πορεία του ανθρώπινου είδους, που διαχρονικά κατασκευάζει κοινωνικά μοντέλα, τα οποία αποσκοπούν στην παραγωγικότητα. Το άτομο βρίσκεται, αναπόφευκτα, ανίσχυρο και εγκλωβισμένο σε κανόνες και νόρμες που το ίδιο δεν ελέγχει.

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ταινία φιλοδοξεί να αποτελέσει μια σπουδή πάνω στην κίνηση του «σμήνους». Tο βλέμμα του θεατή ακολουθεί το συλλογικό υποκείμενο και για αφηγηματικούς λόγους εστίασης, παρατηρεί ατομικά υποκείμενα. Στόχος είναι η ταύτιση του θεατή με τους πολλούς (με τη μάζα), ακόμα και με αρνητικά σημαινόμενα. Παρατηρούμε το σμήνος ως ένα αυτοτελές, μεμονωμένο υποκείμενο, κι ας είναι ουσιαστικά συλλογικά αποτελούμενο από πολλές μονάδες.

Brutalia, Εργάσιμες Μέρες aka Brutalia, Days Of Labour
2021 | Έγχρ. | Διάρκεια: 26΄ | Ελλάδα | Σκηνοθεσία: Μανώλης Μαυρής
Πρωταγωνιστούν: Ελσα Λεκάκου, Κόρα Καρβούνη, Χαρά Μάτα-Γιαννάτου

πηγές: flix.gr , melissosfaira.wordpress.com

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.