Στα ελατοδάση της Ηπείρου

Η φετινή άνοιξη ήταν καταστροφική. Όχι μόνο δεν τρυγήθηκε μέλι, αλλά η αφρικανική σκόνη και η μεγάλη ανομβρία που ακολούθησε δεν άφησαν τα μελίσσια να αναπτυχθούν σωστά. Ένας μήνας, στην καρδιά της άνοιξης είχε χαθεί και τα μελίσσια είχαν παραμείνει στάσιμα. Οι βροχές του Μαΐου όμως και οι ανθοφορίες της ροδιάς, της βατομουριάς και των ακτινίδιων, έδωσαν νέα ώθηση στις μέλισσες.

Εκείνη την περίοδο στα ορεινά, ο έλατος άρχισε να δίνει μέλι. Παρά το γεγονός ότι τα μελίσσια μου δεν παρουσίαζαν την εικόνα που θα ήθελα, επέλεξα περίπου τα 2/3, όσα δηλαδή είχαν προλάβει να αναπτυχθούν αρκετά και τα φόρτωσα για το βουνό. Ήταν η πρώτη φορά που παρέμεινα για τόσο πολύ στον κάμπο, έπειτα από το ξεχειμώνιασμα και η αιτία ήταν ότι τα μελίσσια παρουσίαζαν προβλήματα στην ανάπτυξη.

Είχα φροντίσει και είχα αντικαταστήσει όλες τις βασίλισσες το περασμένο φθινόπωρο και αυτός ήταν ένας παραπάνω λόγος για να με προβληματίζει η πρωτοφανής στασιμότητα που έδειξαν οι μέλισσες την περίοδο του Απριλίου. Αφήνοντας τα μικρότερα μελίσσια πίσω, ώστε να ασχοληθώ μαζί τους αργότερα, ξεκίνησα για το πυκνό ελατοδάσος των Ορέων του Βάλτου και συγκεκριμένα για τη Χελώνα.

Η κορυφή Χελώνα, γνωστή και ως Αϊλίντας (1538 μέτρα) αποτελεί «φυσικό» σύνορο του νομού Άρτας με τον νομό Αιτωλοακαρνανίας. Δεν είναι απ’ τα μεγαλύτερα βουνά του νομού, όμως η θέα απ’ την κορυφή είναι μοναδική! Τζουμέρκα, Τύμφη, Νεμέρτσικα από τη μία, Λευκάδα και Κεφαλλονιά στο Ιόνιο, προς το νότο Παναιτωλικό, Παναχαϊκό, στο βάθος ο Ερύμανθος και πίσω τα άγρια Άγραφα.

Χρειάστηκα συνολικά δύο δρομολόγια, εκ των οποίων το ένα το πραγματοποίησα ξημερώματα, ώστε να με βρει η ανατολή κατά το ξεφόρτωμα. Οι μέλισσες είχαν εξαιρετικό πέταγμα ακόμη και στις 7 το πρωί, ενώ ολόκληρο το δάσος βούιζε, πράγμα πολύ ενθαρρυντικό.

Πίσω στον κάμπο τα τρακτέρ με τις τουρμπίνες είχαν κατακλύσει τα κτήματα. Παντού μύριζε εντομοκτόνο. Έπρεπε να αποφασίσω άμεσα τι θα κάνω με τα μελίσσια που έμειναν πίσω. Η ζέστη ήταν αβάσταχτη κάτω. Οι μέλισσες δεν έδειχναν καμία διάθεση να βγουν απ΄ τις κυψέλες τους. Αν άφηνες κηρήθρα ακόμα και στη σκιά, μετά από λίγο έλιωνε. Φέρνοντας στο μυαλό μου το πέταγμα των μελισσών του βουνού, αποφάσισα να μεταφέρω τα μελίσσια σε κοντινή περιοχή με το υπόλοιπο κοπάδι, μέχρι να δω τι θα κάνω.

Τις πρώτες μέρες του Ιούνη ο καύσωνας έφτασε και στο βουνό. Οι μέλισσες περιόρισαν το έντονο πέταγμα των προηγούμενων ημερών και το εισερχόμενο μέλι ελαττώθηκε. Ο έλατος ανέκαμψε αρκετές φορές φέτος, ίσως το κάνει και τώρα. Απ’ την άλλη για την βελανιδιά που ακολουθεί, άλλοι είναι σκεπτικοί και άλλοι πολύ αισιόδοξοι. Περιμένουμε. Όπως πάντα.

Advertisements

Μία δύσκολη χρονιά…

Η φετινή χρονιά είναι ένα καλό παράδειγμα του πόσο σημαντικό είναι το φθινόπωρο. Το περσινό φθινόπωρο, για την Δυτική Ελλάδα, ήταν καταστροφικό. Με τους δύο πρώτους μήνες να είναι εντελώς άνυδροι, φυτά όπως το ρείκι, ο κισσός, η ακονιζιά και ο αρκουδόβατος δεν απέδωσαν με αποτέλεσμα τα μελίσσια να μην ανανεώσουν τους πληθυσμούς τους και να ξεχειμωνιάσουν με κουρασμένες μέλισσες.

Κεντρική Πίνδος. Στο δρόμο για το μελισσοκομείο κατά τα μέσα του φθινοπώρου.

Αν συνυπολογίσουμε σ’ αυτό και το γεγονός ότι και η κουμαριά που ανθίζει τελευταία πριν το χειμώνα, δεν έδωσε μέλι, καταλαβαίνουμε ότι οι μέλισσες αντιμετώπισαν το χειμώνα με λίγες προμήθειες. Ο χειμώνας υπήρξε αντικειμενικά ήπιος, χωρίς ιδιαίτερα χαμηλές θερμοκρασίες, όμως αρκετά μελίσσια, παρ’ όλα αυτά δεν τα κατάφεραν.

Το μελίσσια στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα. Στο βάθος χιονισμένο το όρος Ξηροβούνι και δεξιά ίσα που διακρίνονται τα Τζουμέρκα.

Όσες βροχοπτώσεις δεν είχαμε το φθινόπωρο όμως, τόσες είχαμε με το νέο έτος. Μάλιστα ο Μάρτης αποδείχτηκε πραγματικά παλουκοκαύτης, καθώς μόλις για 4-5 μέρες είδαμε τον ήλιο. Αυτό κράτησε μέσα τις μέλισσες, που δε μπόρεσαν να εκμεταλλευτούν τα ανοιξιάτικα ρείκια. Έχοντας μείνει εντυπωσιακά πίσω στην ανάπτυξη, ελπίζαμε ότι όλα θα αλλάξουν με την έναρξη της ανθοφορίας των εσπεριδοειδών.

Οι πορτοκαλιές άνοιξαν πρώιμα και ξεκίνησαν σχετικά καλά, όμως οι προσδοκίες μας για μέλι ήταν λίγες, μιας και τα μελίσσια ήταν πολύ πίσω. Όμως και τότε, ένα σύννεφο σκόνης κάλυψε την Ανατολική Μεσόγειο για μια εβδομάδα περίπου. Οι μέλισσες ελάττωσαν τις πτήσεις τους. Αρκετά εκνευρισμένες, δεν δέχονταν επιθεωρήσεις. Τις κατανοώ.

Ανθισμένη μανταρινιά στον κάμπο της Άρτας.

Για πρώτη φορά δυσκολευόμαστε τόσο πολύ στην ανάπτυξη. Με τη μελιτοφορία του ελάτου να πλησιάζει (ακούγεται ότι θα είναι και αυτή αρκετά πρώιμη) αναρωτιόμαστε αν θα έχουμε έτοιμα μελίσσια. Οι επόμενες 10-15 μέρες θα είναι οι σημαντικότερες της χρονιάς.

Τα μελίσσια είναι καλά, αλλά πρέπει να φύγουν σύντομα…

Όταν αποφάσισα να στήσω το μελισσοκομείο του νότου στα σύνορα της Άρτας με την Αιτωλοακαρνανία, είχα βρει μια τοποθεσία που έμοιαζε ιδανική για το φθινόπωρο. Χαμηλό υψόμετρο ώστε να έχει λιγότερο κρύο και πολύ ηλιόλουστο που είναι σημαντικό θέμα αυτή την εποχή στο βουνό. Το μόνο που με ανησυχούσε ήταν ότι κοντά βρισκόταν το ποτάμι.

Όργωσα όλη την γύρω περιοχή για να βρω κάποιο σημείο λίγο ψηλότερα ώστε να νοιώθω ασφάλεια, αλλά μάταια. Τα μελίσσια ήταν αρκετά και δεν μπορούσαν να χωρέσουν πουθενά. Με το ποτάμι ελοχεύει πάντα ο κίνδυνος μετά από έντονες βροχοπτώσεις να φουσκώσει και να υπερχειλίσει, παρασύροντας τα μελίσσια. Έτσι μόλις κόπασαν τα έντονα καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ημερών, ξεκίνησα για να επισκεφτώ το μελισσοκομείο.

Η πρώτη προσπάθεια αποδείχτηκε άκαρπη όμως καθώς στον δρόμο είχαν γίνει κατολισθήσεις. Μεγάλοι βράχοι είχαν αποκολληθεί και είχαν κλείσει τον δρόμο. Έτσι γύρισα πίσω και αφού εφοδιάστηκα με κάποια εργαλεία που μπορούσαν να βοηθήσουν ξεκίνησα την επόμενη μέρα και πάλι. Αφού κατάφερα να μετακινήσω κάποιες μεγάλες πέτρες στην άκρη του δρόμου ώστε να καταστεί και πάλι ο δρόμος προσπελάσιμος, συνέχισα.

Το ποτάμι κατέβαζε πολύ λιγότερο όγκο νερού σε σχέση με την προηγούμενη μέρα και αυτό με είχε ανακουφίσει κάπως. Λίγα χιλιόμετρα αργότερα όμως βρέθηκα μπροστά σε ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα. Σε ένα στενό σημείο του δρόμου είχε πέσει μεγάλος όγκος λάσπης που είχε παρασύρει μαζί της πέτρες αλλά και δέντρα. Μάλιστα ο δρόμος είχε υποστεί καθίζηση τουλάχιστον στο 1/4 του πλάτους του.

Με τα μελίσσια να μην απέχουν πολύ απ’ το σημείο, αποφάσισα να αφήσω το αυτοκίνητο και να προσπαθήσω να προσεγγίσω το σημείο με τα πόδια. Ομολογώ πως είναι αρκετά τρομακτικό να περνάς κάτω από απότομους βράχους οι οποίοι στάζουν νερό και κατεβάζουν συνεχώς μικρές πέτρες.

Φτάνοντας στο μελισσοκομείο ένιωσα μεγάλη ανακούφιση βλέποντας τα μελίσσια στη θέση τους αλλά και τις μέλισσες δειλά δειλά να πετούν, προσπαθώντας να καθαρίσουν τις κυψέλες τους μετά από αρκετές μέρες που είχαν μείνει κλεισμένες λόγω της βροχής. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι η σουσούρα ήταν ακόμη ανοιχτή και μάλιστα την επισκέπτονταν και μέλισσες. Προσωπικά δεν την έχω ξαναδεί ανθισμένη Δεκέμβριο μήνα και να αντέχει μετά από τόση κακοκαιρία.

Ενημέρωσα τον Δήμο ώστε να ανοίξει τον δρόμο και πλέον αυτό που σκέφτομαι είναι αν πρέπει να μεταφέρω τα μελίσσια στην ασφάλεια του κάμπου ή να τα αφήσω να εκμεταλλευτούν όσο απομένει απ’ το ρείκι.

Φθινόπωρο στο βουνό

Πριν από μερικά χρόνια, όταν ξεκινούσαμε με τα πρώτα μας μελίσσια, τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Όταν έρχονταν το φθινόπωρο, βρίσκαμε ένα μέρος στο βουνό και τα μεταφέραμε. Σήμερα όμως τα μελίσσια έχουν αυξηθεί αρκετά και στο βουνό δεν υπάρχουν χώροι για να τοποθετηθούν όλα. Άλλωστε όσο πιο λίγα τα μελισσοσμήνη σε μια περιοχή, τόσο περισσότερες και οι διαθέσιμες τροφές, πράγμα που σημαίνει ότι καλό είναι να δημιουργούνται μικρές ομάδες μελισσιών και να μεταφέρονται σε διαφορετικές περιοχές.

Έτσι αφού μεταφέραμε την πρώτη ομάδα στην λίμνη Πουρναρίου στην Άρτα, αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε την Πίνδο νοτιότερα, προς την Αιτωλοακαρνανία. Η χλωρίδα ελάχιστα αλλάζει, τουλάχιστον από τα σύνορα του νομού Ιωαννίνων και Άρτας μέχρι τη λίμνη Τριχωνίδα. Από τους πρόποδες και μέχρι ύψους 500-600 μέτρων συναντά κανείς ρείκια, κουμαριές, ακονιζιές, κισσούς και αρκουδόβατους.

Προσωπικά θεωρώ ότι όλο αυτό το κομμάτι της Πίνδου είναι καλό για να φιλοξενήσει μελίσσια το φθινόπωρο καθώς όλα τα παραπάνω φυτά θα τα βοηθήσουν να ανανεώσουν τους πληθυσμούς και να ξεχειμωνιάσουν με νέες και πιο ανθεκτικές μέλισσες. Οπότε αυτό που έψαχνα ήταν να βρω ένα ηλιόλουστο μέρος και σε όσο γίνεται χαμηλότερο υψόμετρο. Και πράγματι η συγκεκριμένη περιοχή ήταν αυτό ακριβώς.

Το μελισσοκομείο στήθηκε σε ένα απάνεμο ξέφωτο ανάμεσα σε δύο κατάφυτες πλαγιές, σε πολύ χαμηλό υψόμετρο, ώστε να παραμένουν οι κυψέλες όσο το δυνατόν πιο ζεστές, τις κρύες νύχτες του φθινοπώρου. Επίσης οι μέλισσες θα δούλευαν ανεβαίνοντας άδειες και άρα ελαφρύτερες και θα κατέβαιναν γεμάτες. Νερό υπήρχε από το κοντινό ποτάμι και έτσι δεν χρειαζόταν και κάποιου είδους ποτίστρα.

Ο μόνος φόβος που είχα ήταν να μην φουσκώσει το ποτάμι, αλλά ο καιρός τους δύο πρώτους μήνες του φθινοπώρου ήταν τόσο άνομβρος που τα ρείκια ξεράθηκαν. Ουσιαστικά τα μελίσσια όλη αυτή την περίοδο έβρισκαν μόνο γύρη από την άφθονη στην περιοχή ακονιζιά. Χωρίς νέκταρ, δεν ανέπτυξαν πολλούς γόνους και έτσι ελπίζουμε πλέον οι βροχές του τελευταίου δεκαημέρου του Οκτώβρη να βοηθήσουν την κουμαριά, να δώσει στα μελίσσια την απαραίτητη τροφή για να βγάλουν το χειμώνα.

Ο κισσός κι αυτός ξεκίνησε σχεδόν με ένα μήνα καθυστέρηση με αποτέλεσμα να έχουμε ένα “περίεργο” φθινόπωρο, που δεν μας επιτρέπει να κάνουμε προβλέψεις, όχι μόνο για το τι είδους χειμώνα θα έχουμε, αλλά ούτε για το πως θα εξελιχθεί ο Νοέμβριος. Ελπίζουμε να υπάρξουν οι απαραίτητες βροχές ώστε να δώσουν χυμούς όσα λουλούδια έχουν απομείνει πλέον και κυρίως η κουμαριά, την οποία και πολύς κόσμος περιμένει.

Πίσω στο βουνό!

Αφού τρυγήσαμε το μέλι της βελανιδιάς στα Όρη του Βάλτου στην νότια Πίνδο τον Αύγουστο, μεταφέραμε τα μελίσσια μας στον κάμπο της Άρτας, ώστε να ξεκουραστούν και να βρουν τις απαραίτητες γυρούλες, που θα τα βοηθούσαν να ανανεωθούν για το φθινόπωρο.

Το φθινοπωρινό μελισσοκομείο στις πλαγιές του Κορφοβουνίου Άρτας, πάνω απ’ την λίμνη του Πουρναρίου.

Για τους περισσότερους μελισσοκόμους της Ηπείρου, ο Αύγουστος είναι μήνας ξεκούρασης. Πέρα απ’ αυτούς που θα επιχειρήσουν να μετακινηθούν στα πεύκα, οι υπόλοιποι δεν έχουν κάποια μεγάλη ανθοφορία να κυνηγήσουν και έτσι αρκούνται στο να προετοιμάσουν τα μελίσσια τους για το φθινόπωρο. Για εμάς όμως ήταν ένας δύσκολος μήνας. Κι αυτό γιατί τα μελίσσια τα οποία αγοράσαμε τον Φλεβάρη ήταν πολύ ταλαιπωρημένα και με μεγάλης ηλικίας βασίλισσες, ενώ και τα δικά μας ήταν καιρός πια να ανανεωθούν.

Η λίμνη Πουρναρίου το φθινόπωρο.

Έτσι αποφασίσαμε να αλλάξουμε όλες τις βασίλισσες μέσα στο καλοκαίρι, με στόχο να μπουν τα μελίσσια με νέες, δυνατές που θα κατάφερναν να ανανεώσουν καλύτερα τους πληθυσμούς και κατά συνέπεια να ξεχειμωνιάσουν χωρίς προβλήματα. Τα πράγματα πήγαν εξαιρετικά καλά και μέχρι το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη σχεδόν όλα τα μελίσσια είχαν καταφέρει να έχουν νέες, γονιμοποιημένες βασίλισσες.

Ο μελισσόκηπος στο βουνό.

Ενώ όμως είχαμε φτάσει στα τέλη του Σεπτέμβρη, ο καιρός θύμιζε καλοκαίρι. Ξηρασία και υψηλές θερμοκρασίες δημιουργούσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον τα φυτά στο βουνό θα μπορούσαν να αποδώσουν και πράγματι σε μια διερευνητική βόλτα η κατάσταση ήταν απελπιστική. Το ρείκι σχεδόν ξερό, ο κισσός είχε ξεγελαστεί και δεν είχε ανοίξει ακόμη, ο αρκουδόβατος με κίτρινα μαραμένα φύλλα και μόνο η ακονιζιά έδειχνε σημάδια ζωής…

Φθινοπωρινή ερείκη (σουσούρα) σε τραγική κατάσταση λόγω της ξηρασίας.

Έχοντας κόψει πολλές παραφυάδες για να αυξήσουμε τον αριθμό των μελισσοσμηνών, ουσιαστικά είχαμε αποδυναμώσει τους πληθυσμούς και αν συνυπολογίσει κανείς σε αυτό και το κενό που υπήρξε στους γόνους λόγω της αλλαγής των βασιλισσών, εγείρονταν ερωτήματα για το αν θα καταφέρναμε να βγάλουμε το χειμώνα. Τελικά τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη ξεκινήσαμε να φορτώνουμε μελίσσια για τις βουνοπλαγιές της Πίνδου.

Στο βάθος η λίμνη του Πουρναρίου, όπως φαίνεται απ’ το μελισσοκομείο.

Τα πρώτα μελίσσια μεταφέρθηκαν στις πλαγιές πάνω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου, σε σχετικά χαμηλό υψόμετρο 360-380 μέτρων, ώστε να μην έχει πολύ κρύο. Τα φυτά, εκτός της ακονιζιάς, δεν είχαν ανοίξει ακόμα, κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή. Με τον αριθμό των μελισσιών να έχει αυξηθεί πολύ και τις περιοχές στο βουνό όπου μπορούν να στηθούν μελισσοκομεία λίγες, έπρεπε να βρεθεί και δεύτερη τοποθεσία. Το γεγονός αυτό το είδα περισσότερο ως ευκαιρία να δοκιμάσω και άλλες περιοχές για το φθινόπωρο πέρα από τους πρόποδες των Τζουμέρκων.

Ο Άραχθος κάπου ανάμεσα στον κάμπο της Άρτας και τον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων.

Έτσι μεταφέραμε αρκετά μελίσσια νοτιότερα στα σύνορα των νομών Άρτας και Αιτωλοακαρνανίας στις εκβολές του ποταμού Βωβού. Εκεί μας δόθηκε η ευκαιρία να δημιουργήσουμε ένα απάνεμο μελισσοκομείο σε πολύ χαμηλό υψόμετρο (120-130 μέτρα) δίνοντας την ευκαιρία στα μελίσσια να παραμείνουν ζεστά μέχρι αργά το φθινόπωρο, έχοντας παράλληλα πρόσβαση στα ίδια φυτά με το άλλο μελισσοκομείο στη λίμνη. Τα μελίσσια είναι ισοδύναμα και έτσι κατά το τέλος Νοέμβρη θα έχουμε μια εικόνα για το πια περιοχή απέδωσε καλύτερα.

Μέχρι στιγμής, δεν έχουμε τις αναμενόμενες βροχές και λίγο πολύ τα φυτά παραμένουν στην ίδια κατάσταση. Σε ενδεικτικές επιθεωρήσεις παρατηρήσαμε ότι τα μελίσσια βρίσκουν μεν αρκετή γύρη από την ακονιζιά, όμως το κρύο της τελευταίας εβδομάδας δεν τα αφήνει να αναπτυχθούν όπως θα θέλαμε. Θα δείξει. Έχουμε 50 μέρες ακόμα να δούμε πως θα εξελιχθεί αυτό το ξηρό φθινόπωρο.

Στις βελανιδιές του ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας

Έπειτα από την αποτυχία στον έλατο έπρεπε να μετακινηθούμε άμεσα σε χαμηλότερο υψόμετρο και τις βελανιδιές, ώστε να καταφέρουμε επιτέλους έναν καλό τρύγο. Τα μελίσσια δεν είχαν προετοιμαστεί για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς και μάλιστα μετά από έναν περίπου μήνα στα έλατα, με λιγοστές γύρες και αρκετό κρύο, δημιουργούσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον θα μπορούσαν να αντέξουν σε ένα δάσος όπου η έλλειψη γύρης θα ήταν εξίσου εμφανής.

Κάναμε συνολικά δύο δύσκολα ολονύχτια δρομολόγια από την ορεινή Άρτα και τα Τζουμέρκα στα Όρη του Βάλτου στην Αιτωλοακαρνανία και το βελανιδόδασος στα Ρέθα. Η βελανιδιά είχε ήδη αρχίσει να δίνει μελίτωμα από τα φύλλα όταν φτάσαμε, τις τελευταίες μέρες του Ιούνη. Λίγες μέρες αργότερα όμως, η φύση άρχισε και πάλι να παίζει μαζί μας. Ενώ επί έναν μήνα στα έλατα έβρεχε συνεχώς, μην επιτρέποντας στις μέλισσες να συλλέξουν, μόλις πατήσαμε το πόδι μας στη βελανιδιά έπιασε ένας απ’ τους μεγαλύτερους καύσωνες των τελευταίων ετών…

Και ενώ ο βροχερός καιρός του Ιουνίου μπορεί να μην άφησε το έλατο να δουλέψει, έφτιαχνε ένα ιδανικό σκηνικό για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς που ακολουθούσε. Τα δέντρα γεμάτα χυμούς ξεκίνησαν να «στάζουν», όμως ο καύσωνας που ακολούθησε στέγνωσε το μελίτωμα, με αποτέλεσμα το μέλι που εισέρχονταν στην κυψέλη να μειώνεται καθημερινά.

Η βελανιδιά όμως θέλει υπομονή, γιατί μια βροχή μπορεί να αλλάξει άρδην την κατάσταση και να αρχίσει και πάλι να δίνει άφθονο μελίτωμα. Επίσης προς το τέλος του Ιουλίου ξεκινάει το δεύτερο «βάρεμα» καθώς αρχίζουν οι μελιτοεκκρίσεις από το βελανίδι. Το μέλι που προκύπτει τότε είναι πιο σκούρο και αρκετά παχύρρευστο. Ελπίζουμε τα μελίσσια να αντέξουν και να καταφέρουν να μας δώσουν έναν καλό τρύγο.

Στα ορεινά καστανοδάση της Ηπείρου

Λένε πως οι βασίλισσες που γεννιούνται κατά την ανθοφορία της καστανιάς είναι απ’ τις παραγωγικότερες, ενώ και οι παραφυάδες που θα εκμεταλλευτούν την σπουδαία γύρη της θα αναπτυχθούν ταχύτατα.

Με βάση αυτά λοιπόν αποφασίσαμε να μεταφέρουμε τις παραφυάδες που είχαμε δημιουργήσει κατά τον προηγούμενο μήνα, ώστε να τους δώσουμε την ευκαιρία να αναπτυχθούν πριν το φθινόπωρο. Αυτό δεν το είχαμε πράξει πέρσι και οι παραφυάδες μας είχαν παραμείνει στάσιμες μέχρι την ανθοφορία της ερείκης, τον Οκτώβριο, οπότε και ανέπτυξαν πληθυσμούς ίσα ίσα για να ξεχειμωνιάσουν.

Ταυτόχρονα είχαμε αποφασίσει να δημιουργήσουμε μερικές βασίλισσες στην καστανιά για να δούμε και στην πράξη πόσο καλές είναι. Όλες οι βασίλισσες που είχαμε φτιάξει μέχρι τώρα φέτος ήταν κατά την ανθοφορία της πορτοκαλιάς και θέλαμε να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης. Μάλιστα βασιζόμενοι στις σημειώσεις του μεγάλου δάσκαλου βασιλοτροφίας Roger A. Morse είχαμε σκοπό να αντικαταστήσουμε μέχρι το τέλος Ιουλίου όλες τις βασίλισσες των παραγωγικών μελισσιών, όταν αυτά θα γυρνούσαν απ’ τα έλατα, αλλά λίγο η κακή απόδοση της ελάτης που μας ανάγκασε να μεταφέρουμε τα μελίσσια στις βελανιδιές (όπου θα καθυστερούσαν) και λίγο ο καύσωνας που οδήγησε τις μέλισσες να πετάξουν έξω τους κηφήνες, μας έκαναν να το ξανασκεφτούμε.

Στα ορεινά της Πίνδου, στις πλαγιές του όρους Ξηροβούνι, από τα 400 έως τα 600 μέτρα υψόμετρο συναντά κανείς πυκνά καστανοδάση τα οποία καλλιεργούν οι ντόπιοι. Άλλωστε αυτά τα δέντρα ευδοκιμούν σ’ αυτό το υψόμετρο καθώς είναι πιο αποδοτικά. Αποδίδουν 30 με 50 κιλά κάστανα τον χρόνο και μπορούν να ξεπεράσουν τους 2 αιώνες ζωής. Το μέλι της καστανιάς είναι σκούρο, συχνά κοκκινωπό και πολύ θρεπτικό λόγω της πολύ υψηλής περιεκτικότητας σε γυρεόκοκκους. Από τις άγριες καστανιές προκύπτει ένα μέλι με μια ελαφρώς πικρή επίγευση, πράγμα που δεν συμβαίνει όμως στις ήμερες.

Το σημαντικότερο όμως δώρο της καστανιάς είναι η γύρη της. Πράγματι με το που βρέθηκαν εκεί οι μέλισσες, οι κηρήθρες άρχισαν να μπλοκάρουν με γύρη, πράγμα που μας χαροποίησε αρκετά, καθώς αυτή θα καταναλωθεί απ’ το σμήνος και αργότερα, κρατώντας το δυνατό για μεγάλο διάστημα. Για πολλούς μελισσοκόμους το «πέρασμα» απ’ την καστανιά επιβάλλεται, αν σκοπεύουν να μεταφέρουν τα μελίσσια τους τον Σεπτέμβριο στο πεύκο, όπου η γύρη είναι δυσεύρετη.

Το τοπίο είναι εντυπωσιακό, με τον Άραχθο πάντα στο φόντο και είναι μεγάλη χαρά και τύχη να εργάζεσαι εδώ. Είναι αδύνατον να μην αναπτυχθούν τα μελίσσια σ’ αυτό το περιβάλλον.

Στράτος Σαραντουλάκης