Φθινόπωρο στο βουνό

Πριν από μερικά χρόνια, όταν ξεκινούσαμε με τα πρώτα μας μελίσσια, τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Όταν έρχονταν το φθινόπωρο, βρίσκαμε ένα μέρος στο βουνό και τα μεταφέραμε. Σήμερα όμως τα μελίσσια έχουν αυξηθεί αρκετά και στο βουνό δεν υπάρχουν χώροι για να τοποθετηθούν όλα. Άλλωστε όσο πιο λίγα τα μελισσοσμήνη σε μια περιοχή, τόσο περισσότερες και οι διαθέσιμες τροφές, πράγμα που σημαίνει ότι καλό είναι να δημιουργούνται μικρές ομάδες μελισσιών και να μεταφέρονται σε διαφορετικές περιοχές.

Έτσι αφού μεταφέραμε την πρώτη ομάδα στην λίμνη Πουρναρίου στην Άρτα, αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε την Πίνδο νοτιότερα, προς την Αιτωλοακαρνανία. Η χλωρίδα ελάχιστα αλλάζει, τουλάχιστον από τα σύνορα του νομού Ιωαννίνων και Άρτας μέχρι τη λίμνη Τριχωνίδα. Από τους πρόποδες και μέχρι ύψους 500-600 μέτρων συναντά κανείς ρείκια, κουμαριές, ακονιζιές, κισσούς και αρκουδόβατους.

Προσωπικά θεωρώ ότι όλο αυτό το κομμάτι της Πίνδου είναι καλό για να φιλοξενήσει μελίσσια το φθινόπωρο καθώς όλα τα παραπάνω φυτά θα τα βοηθήσουν να ανανεώσουν τους πληθυσμούς και να ξεχειμωνιάσουν με νέες και πιο ανθεκτικές μέλισσες. Οπότε αυτό που έψαχνα ήταν να βρω ένα ηλιόλουστο μέρος και σε όσο γίνεται χαμηλότερο υψόμετρο. Και πράγματι η συγκεκριμένη περιοχή ήταν αυτό ακριβώς.

Το μελισσοκομείο στήθηκε σε ένα απάνεμο ξέφωτο ανάμεσα σε δύο κατάφυτες πλαγιές, σε πολύ χαμηλό υψόμετρο, ώστε να παραμένουν οι κυψέλες όσο το δυνατόν πιο ζεστές, τις κρύες νύχτες του φθινοπώρου. Επίσης οι μέλισσες θα δούλευαν ανεβαίνοντας άδειες και άρα ελαφρύτερες και θα κατέβαιναν γεμάτες. Νερό υπήρχε από το κοντινό ποτάμι και έτσι δεν χρειαζόταν και κάποιου είδους ποτίστρα.

Ο μόνος φόβος που είχα ήταν να μην φουσκώσει το ποτάμι, αλλά ο καιρός τους δύο πρώτους μήνες του φθινοπώρου ήταν τόσο άνομβρος που τα ρείκια ξεράθηκαν. Ουσιαστικά τα μελίσσια όλη αυτή την περίοδο έβρισκαν μόνο γύρη από την άφθονη στην περιοχή ακονιζιά. Χωρίς νέκταρ, δεν ανέπτυξαν πολλούς γόνους και έτσι ελπίζουμε πλέον οι βροχές του τελευταίου δεκαημέρου του Οκτώβρη να βοηθήσουν την κουμαριά, να δώσει στα μελίσσια την απαραίτητη τροφή για να βγάλουν το χειμώνα.

Ο κισσός κι αυτός ξεκίνησε σχεδόν με ένα μήνα καθυστέρηση με αποτέλεσμα να έχουμε ένα “περίεργο” φθινόπωρο, που δεν μας επιτρέπει να κάνουμε προβλέψεις, όχι μόνο για το τι είδους χειμώνα θα έχουμε, αλλά ούτε για το πως θα εξελιχθεί ο Νοέμβριος. Ελπίζουμε να υπάρξουν οι απαραίτητες βροχές ώστε να δώσουν χυμούς όσα λουλούδια έχουν απομείνει πλέον και κυρίως η κουμαριά, την οποία και πολύς κόσμος περιμένει.

Advertisements

Πίσω στο βουνό!

Αφού τρυγήσαμε το μέλι της βελανιδιάς στα Όρη του Βάλτου στην νότια Πίνδο τον Αύγουστο, μεταφέραμε τα μελίσσια μας στον κάμπο της Άρτας, ώστε να ξεκουραστούν και να βρουν τις απαραίτητες γυρούλες, που θα τα βοηθούσαν να ανανεωθούν για το φθινόπωρο.

Το φθινοπωρινό μελισσοκομείο στις πλαγιές του Κορφοβουνίου Άρτας, πάνω απ’ την λίμνη του Πουρναρίου.

Για τους περισσότερους μελισσοκόμους της Ηπείρου, ο Αύγουστος είναι μήνας ξεκούρασης. Πέρα απ’ αυτούς που θα επιχειρήσουν να μετακινηθούν στα πεύκα, οι υπόλοιποι δεν έχουν κάποια μεγάλη ανθοφορία να κυνηγήσουν και έτσι αρκούνται στο να προετοιμάσουν τα μελίσσια τους για το φθινόπωρο. Για εμάς όμως ήταν ένας δύσκολος μήνας. Κι αυτό γιατί τα μελίσσια τα οποία αγοράσαμε τον Φλεβάρη ήταν πολύ ταλαιπωρημένα και με μεγάλης ηλικίας βασίλισσες, ενώ και τα δικά μας ήταν καιρός πια να ανανεωθούν.

Η λίμνη Πουρναρίου το φθινόπωρο.

Έτσι αποφασίσαμε να αλλάξουμε όλες τις βασίλισσες μέσα στο καλοκαίρι, με στόχο να μπουν τα μελίσσια με νέες, δυνατές που θα κατάφερναν να ανανεώσουν καλύτερα τους πληθυσμούς και κατά συνέπεια να ξεχειμωνιάσουν χωρίς προβλήματα. Τα πράγματα πήγαν εξαιρετικά καλά και μέχρι το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη σχεδόν όλα τα μελίσσια είχαν καταφέρει να έχουν νέες, γονιμοποιημένες βασίλισσες.

Ο μελισσόκηπος στο βουνό.

Ενώ όμως είχαμε φτάσει στα τέλη του Σεπτέμβρη, ο καιρός θύμιζε καλοκαίρι. Ξηρασία και υψηλές θερμοκρασίες δημιουργούσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον τα φυτά στο βουνό θα μπορούσαν να αποδώσουν και πράγματι σε μια διερευνητική βόλτα η κατάσταση ήταν απελπιστική. Το ρείκι σχεδόν ξερό, ο κισσός είχε ξεγελαστεί και δεν είχε ανοίξει ακόμη, ο αρκουδόβατος με κίτρινα μαραμένα φύλλα και μόνο η ακονιζιά έδειχνε σημάδια ζωής…

Φθινοπωρινή ερείκη (σουσούρα) σε τραγική κατάσταση λόγω της ξηρασίας.

Έχοντας κόψει πολλές παραφυάδες για να αυξήσουμε τον αριθμό των μελισσοσμηνών, ουσιαστικά είχαμε αποδυναμώσει τους πληθυσμούς και αν συνυπολογίσει κανείς σε αυτό και το κενό που υπήρξε στους γόνους λόγω της αλλαγής των βασιλισσών, εγείρονταν ερωτήματα για το αν θα καταφέρναμε να βγάλουμε το χειμώνα. Τελικά τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη ξεκινήσαμε να φορτώνουμε μελίσσια για τις βουνοπλαγιές της Πίνδου.

Στο βάθος η λίμνη του Πουρναρίου, όπως φαίνεται απ’ το μελισσοκομείο.

Τα πρώτα μελίσσια μεταφέρθηκαν στις πλαγιές πάνω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου, σε σχετικά χαμηλό υψόμετρο 360-380 μέτρων, ώστε να μην έχει πολύ κρύο. Τα φυτά, εκτός της ακονιζιάς, δεν είχαν ανοίξει ακόμα, κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή. Με τον αριθμό των μελισσιών να έχει αυξηθεί πολύ και τις περιοχές στο βουνό όπου μπορούν να στηθούν μελισσοκομεία λίγες, έπρεπε να βρεθεί και δεύτερη τοποθεσία. Το γεγονός αυτό το είδα περισσότερο ως ευκαιρία να δοκιμάσω και άλλες περιοχές για το φθινόπωρο πέρα από τους πρόποδες των Τζουμέρκων.

Ο Άραχθος κάπου ανάμεσα στον κάμπο της Άρτας και τον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων.

Έτσι μεταφέραμε αρκετά μελίσσια νοτιότερα στα σύνορα των νομών Άρτας και Αιτωλοακαρνανίας στις εκβολές του ποταμού Βωβού. Εκεί μας δόθηκε η ευκαιρία να δημιουργήσουμε ένα απάνεμο μελισσοκομείο σε πολύ χαμηλό υψόμετρο (120-130 μέτρα) δίνοντας την ευκαιρία στα μελίσσια να παραμείνουν ζεστά μέχρι αργά το φθινόπωρο, έχοντας παράλληλα πρόσβαση στα ίδια φυτά με το άλλο μελισσοκομείο στη λίμνη. Τα μελίσσια είναι ισοδύναμα και έτσι κατά το τέλος Νοέμβρη θα έχουμε μια εικόνα για το πια περιοχή απέδωσε καλύτερα.

Μέχρι στιγμής, δεν έχουμε τις αναμενόμενες βροχές και λίγο πολύ τα φυτά παραμένουν στην ίδια κατάσταση. Σε ενδεικτικές επιθεωρήσεις παρατηρήσαμε ότι τα μελίσσια βρίσκουν μεν αρκετή γύρη από την ακονιζιά, όμως το κρύο της τελευταίας εβδομάδας δεν τα αφήνει να αναπτυχθούν όπως θα θέλαμε. Θα δείξει. Έχουμε 50 μέρες ακόμα να δούμε πως θα εξελιχθεί αυτό το ξηρό φθινόπωρο.

Στις βελανιδιές του ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας

Έπειτα από την αποτυχία στον έλατο έπρεπε να μετακινηθούμε άμεσα σε χαμηλότερο υψόμετρο και τις βελανιδιές, ώστε να καταφέρουμε επιτέλους έναν καλό τρύγο. Τα μελίσσια δεν είχαν προετοιμαστεί για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς και μάλιστα μετά από έναν περίπου μήνα στα έλατα, με λιγοστές γύρες και αρκετό κρύο, δημιουργούσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον θα μπορούσαν να αντέξουν σε ένα δάσος όπου η έλλειψη γύρης θα ήταν εξίσου εμφανής.

Κάναμε συνολικά δύο δύσκολα ολονύχτια δρομολόγια από την ορεινή Άρτα και τα Τζουμέρκα στα Όρη του Βάλτου στην Αιτωλοακαρνανία και το βελανιδόδασος στα Ρέθα. Η βελανιδιά είχε ήδη αρχίσει να δίνει μελίτωμα από τα φύλλα όταν φτάσαμε, τις τελευταίες μέρες του Ιούνη. Λίγες μέρες αργότερα όμως, η φύση άρχισε και πάλι να παίζει μαζί μας. Ενώ επί έναν μήνα στα έλατα έβρεχε συνεχώς, μην επιτρέποντας στις μέλισσες να συλλέξουν, μόλις πατήσαμε το πόδι μας στη βελανιδιά έπιασε ένας απ’ τους μεγαλύτερους καύσωνες των τελευταίων ετών…

Και ενώ ο βροχερός καιρός του Ιουνίου μπορεί να μην άφησε το έλατο να δουλέψει, έφτιαχνε ένα ιδανικό σκηνικό για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς που ακολουθούσε. Τα δέντρα γεμάτα χυμούς ξεκίνησαν να «στάζουν», όμως ο καύσωνας που ακολούθησε στέγνωσε το μελίτωμα, με αποτέλεσμα το μέλι που εισέρχονταν στην κυψέλη να μειώνεται καθημερινά.

Η βελανιδιά όμως θέλει υπομονή, γιατί μια βροχή μπορεί να αλλάξει άρδην την κατάσταση και να αρχίσει και πάλι να δίνει άφθονο μελίτωμα. Επίσης προς το τέλος του Ιουλίου ξεκινάει το δεύτερο «βάρεμα» καθώς αρχίζουν οι μελιτοεκκρίσεις από το βελανίδι. Το μέλι που προκύπτει τότε είναι πιο σκούρο και αρκετά παχύρρευστο. Ελπίζουμε τα μελίσσια να αντέξουν και να καταφέρουν να μας δώσουν έναν καλό τρύγο.

Στα ορεινά καστανοδάση της Ηπείρου

Λένε πως οι βασίλισσες που γεννιούνται κατά την ανθοφορία της καστανιάς είναι απ’ τις παραγωγικότερες, ενώ και οι παραφυάδες που θα εκμεταλλευτούν την σπουδαία γύρη της θα αναπτυχθούν ταχύτατα.

Με βάση αυτά λοιπόν αποφασίσαμε να μεταφέρουμε τις παραφυάδες που είχαμε δημιουργήσει κατά τον προηγούμενο μήνα, ώστε να τους δώσουμε την ευκαιρία να αναπτυχθούν πριν το φθινόπωρο. Αυτό δεν το είχαμε πράξει πέρσι και οι παραφυάδες μας είχαν παραμείνει στάσιμες μέχρι την ανθοφορία της ερείκης, τον Οκτώβριο, οπότε και ανέπτυξαν πληθυσμούς ίσα ίσα για να ξεχειμωνιάσουν.

Ταυτόχρονα είχαμε αποφασίσει να δημιουργήσουμε μερικές βασίλισσες στην καστανιά για να δούμε και στην πράξη πόσο καλές είναι. Όλες οι βασίλισσες που είχαμε φτιάξει μέχρι τώρα φέτος ήταν κατά την ανθοφορία της πορτοκαλιάς και θέλαμε να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης. Μάλιστα βασιζόμενοι στις σημειώσεις του μεγάλου δάσκαλου βασιλοτροφίας Roger A. Morse είχαμε σκοπό να αντικαταστήσουμε μέχρι το τέλος Ιουλίου όλες τις βασίλισσες των παραγωγικών μελισσιών, όταν αυτά θα γυρνούσαν απ’ τα έλατα, αλλά λίγο η κακή απόδοση της ελάτης που μας ανάγκασε να μεταφέρουμε τα μελίσσια στις βελανιδιές (όπου θα καθυστερούσαν) και λίγο ο καύσωνας που οδήγησε τις μέλισσες να πετάξουν έξω τους κηφήνες, μας έκαναν να το ξανασκεφτούμε.

Στα ορεινά της Πίνδου, στις πλαγιές του όρους Ξηροβούνι, από τα 400 έως τα 600 μέτρα υψόμετρο συναντά κανείς πυκνά καστανοδάση τα οποία καλλιεργούν οι ντόπιοι. Άλλωστε αυτά τα δέντρα ευδοκιμούν σ’ αυτό το υψόμετρο καθώς είναι πιο αποδοτικά. Αποδίδουν 30 με 50 κιλά κάστανα τον χρόνο και μπορούν να ξεπεράσουν τους 2 αιώνες ζωής. Το μέλι της καστανιάς είναι σκούρο, συχνά κοκκινωπό και πολύ θρεπτικό λόγω της πολύ υψηλής περιεκτικότητας σε γυρεόκοκκους. Από τις άγριες καστανιές προκύπτει ένα μέλι με μια ελαφρώς πικρή επίγευση, πράγμα που δεν συμβαίνει όμως στις ήμερες.

Το σημαντικότερο όμως δώρο της καστανιάς είναι η γύρη της. Πράγματι με το που βρέθηκαν εκεί οι μέλισσες, οι κηρήθρες άρχισαν να μπλοκάρουν με γύρη, πράγμα που μας χαροποίησε αρκετά, καθώς αυτή θα καταναλωθεί απ’ το σμήνος και αργότερα, κρατώντας το δυνατό για μεγάλο διάστημα. Για πολλούς μελισσοκόμους το «πέρασμα» απ’ την καστανιά επιβάλλεται, αν σκοπεύουν να μεταφέρουν τα μελίσσια τους τον Σεπτέμβριο στο πεύκο, όπου η γύρη είναι δυσεύρετη.

Το τοπίο είναι εντυπωσιακό, με τον Άραχθο πάντα στο φόντο και είναι μεγάλη χαρά και τύχη να εργάζεσαι εδώ. Είναι αδύνατον να μην αναπτυχθούν τα μελίσσια σ’ αυτό το περιβάλλον.

Στράτος Σαραντουλάκης

Στα έλατα!

Οι μέρες περνούσαν και εμείς περιμέναμε με ένα τηλέφωνο στο χέρι τα νέα απ’ τον έλατο. Μελίσσια δείκτες είχαν τοποθετηθεί σε διάφορες περιοχές της ορεινής Πίνδου και έστελναν δεδομένα σχετικά με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί αλλά και του βάρους τους. Αν ένα μελίσσι παρουσίαζε σημαντική αύξηση βάρους για συνεχόμενες ημέρες σήμαινε ότι η μελιτοφορία της ελάτης είχε ξεκινήσει. Οι μέλισσες έφερναν μέλι.

Ο έλατος είναι ένα πολύ σημαντικό μέλι. Κι αυτό γιατί εκτός απ’ το ότι είναι ένα απ’ τα ποιοτικότερα και πιο φίνα Ελληνικά μέλια, όταν πάει καλά δίνει πολύ μεγάλες ποσότητες. Τόσες ώστε να σου εξασφαλίσει το μέλι της χρονιάς σου και να μην χρειαστεί να αναζητήσεις άλλες νομές, τουλάχιστον μέχρι αυτές του φθινοπώρου. Έτσι είσαι ελεύθερος να ασχοληθείς σχεδόν αποκλειστικά με την πώληση. Όμως τα τελευταία χρόνια δεν πάει καλά κι αυτό μας έχει αναγκάσει να κάνουμε μέχρι και 2000 χλμ πήγαινε-έλα για άλλες ανθοφορίες-μελιτοφορίες ώστε να γεμίσουμε τα βαρέλια μας.

Επίσης ο έλατος έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Πρέπει να είσαι σίγουρος ότι δίνει μελίτωμα για να πας τα μελίσσια σου, καθώς το μεγάλο υψόμετρο και το κρύο δεν σου δίνουν τη δυνατότητα να μείνεις καιρό. Οι πληθυσμοί στα μελίσσια πέφτουν και η νόσος των δασών προσβάλει τις μέλισσες. Εκ των πραγμάτων βέβαια ποτέ όμως δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για την πορεία του έλατου, μιας και ο καιρός ακόμα αυτήν την εποχή είναι αρκετά άστατος και απρόβλεπτος στα ορεινά.

Η αλήθεια όμως είναι ότι όλες οι ενδείξεις ήταν μαζί μας. Ένας βαρύς χειμώνας με αρκετό χιόνι, που κράτησε μέχρι αργά, ευνοεί ιδιαίτερα το έλατο και όταν τα πρώτα θετικά μηνύματα άρχισαν να καταφτάνουν φορτώσαμε τα μελίσσια και ξεκινήσαμε για την Ελάτη Άρτας. Η Ελάτη είναι πανέμορφο χωριό μέσα σε ένα ελβετικό τοπίο, κοντά στα 750-800 μέτρα στο όρος Κοκκινόλακος σε μια, όπως την ονομάζουν «παραφυάδα» των Τζουμέρκων.

Η ώρα πρέπει να κόντευε 2 τα ξημερώματα όταν φτάναμε μετά από πολλές δυσκολίες με το φορτηγό. Η κίνηση στο βουνό απ’ τους μελισσοκόμους δεν περιγράφεται. Κάθε 100 μέτρα και ένα φορτηγό που ξεφόρτωνε. Άνθρωποι με φακούς κεφαλής να κουβαλάνε εδώ και εκεί στη μέση του πουθενά. Σαν ένα πανηγύρι που γίνεται κάθε χρόνο. Η κάκιστη περσινή χρονιά, οι ευνοϊκές, έως εκείνη τη στιγμή, συνθήκες και η ζήτηση του κόσμου για το συγκεκριμένο μέλι είχε δημιουργήσει μια παράκρουση στο μελισσοκομικό κόσμο.

Έπειτα όμως από 2-3 μέρες άρχισαν οι βροχές, οι οποίες μάλιστα κάνουν μεγάλη ζημιά, με αποκορύφωμα το χαλάζι της 11της Ιουνίου. Ευτυχώς στην περιοχή υπήρχαν και λίγες καστανιές, λαδανιές που σ’ αυτό το υψόμετρο κρατούσαν ακόμα αλλά και αυγουστόχορτα, για να τροφοδοτούν με λίγη γύρη. Ο χρόνος που έχει απομείνει πλέον δεν είναι πολύς, αλλά ελπίζουμε μέχρι τέλος να συλλέξουμε λίγο απ’ αυτό το πολύτιμο μέλι!

Και πάλι στα ορεινά

Ήταν λίγο μετά τις 9 το πρωί όταν ανηφόριζα την επαρχιακή οδό του Πατιόπουλου στους πρόποδες της Πίνδου, για να επισκεφτώ τα μελίσσια. Τα είχα αφήσει ήδη 2 μέρες για να συνηθίσουν το νέο τους περιβάλλον και τώρα έπρεπε να πάω να συμμαζέψω το χάος που επικρατούσε μέσα στις κυψέλες μετά την ανθοφορία της πορτοκαλιάς. Η πορτοκαλιά τρελαίνει τις μέλισσες τόσο πολύ που αποθηκεύουν ότι βρίσκουν, όπου βρίσκουν με αποτέλεσμα να μπλοκάρεται η βασίλισσα και το μελίσσι να μην αναπτύσσεται.

Θυμάμαι ότι είχα αργήσει να ξεκινήσω με αποτέλεσμα να φτάσω τελικά στις 9:30, όπου μάλιστα μία έκπληξη με περίμενε. Εκεί που είχα συνηθίσει στην πεδιάδα της Άρτας να πηγαίνω απ’ τις 8 και στις εισόδους να γίνεται χαμός απ’ την κίνηση, παρατήρησα ότι εδώ, δεν πετούσε σχεδόν τίποτα. Το σημείο ήταν ηλιόλουστο αλλά το κρύο της νύχτας κρατούσε ακόμα και δεν άφηνε τις μέλισσες να πιάσουν δουλειά. Αμέσως σκέφτηκα ότι ίσως ήταν λάθος να αφήσω τόσο νωρίς την ασφάλεια και τη ζεστασιά του κάμπου για ένα μόνο φυτό…

Πριν λίγες μέρες είχα πάρει την απόφαση να εγκαταλείψω την πεδιάδα της Άρτας με το ακτινίδιο στο μέσο της ανθοφορίας του. Κάποιοι λένε ότι η άφθονη μεν γύρη του δε μπορεί να συγκριθεί σε ποιότητα με αυτήν της λαδανιάς ή του παλιουριού και οι μέλισσες που θα γεννηθούν και θα τραφούν με ποιοτική και θρεπτική γύρη θα γίνουν πιο δυνατές. Άλλωστε όλη αυτή η προετοιμασία γίνονταν για τον έλατο και ο χρόνος των 20 περίπου ημερών που είχα για να ανασυνταχτούν τα μελίσσια ήταν μικρός και το ρίσκο μεγάλο.

Οι τελευταίες μέρες του Μαΐου ήταν αρκετά βροχερές και η θερμοκρασία τη νύχτα έπεφτε αρκετά χαμηλά. Πράγματι έπειτα από 2-3 μελίσσια βρήκα στον πάτο της κυψέλης και μπροστά στην είσοδο, νεκρό – παγωμένο γόνο. Ήταν αρκετά νωρίς σκέφτηκα, να στήσω το μελισσοκομείο στα 550 μέτρα υψόμετρο… Όμως οι λάθος επιλογές μπορεί να παίζουν το ρόλο τους, δεν καθορίζουν όμως και το τελικό αποτέλεσμα. Αμέσως «έσφιξα» τα μελίσσια και συγκέντρωσα όλους τους γόνους στον κάτω όροφο. Μάζεψα ότι περιττό πλαίσιο δεν πατούσαν οι μέλισσες και έβαλα τις γύρες και τα μέλια στις θέσεις τους.

Στη συνέχεια έκανα μια βόλτα στη γύρω περιοχή για να δω που πηγαίνουν οι μέλισσες. Όπου άκουγα βουητό ακολουθούσα, προσπαθώντας να δω τι είναι. Είδα λαδανιές (κουνούκλες) άσπρες και ροζ, στις οποίες εργάζονταν και άλλα έντομα, σκαθάρια αλλά και άγριες μέλισσες. Παρατήρησα παλιούρια τα οποία όμως είχε «ξεπλύνει» η βροχή και δεν μπορούσαν να προσελκύσουν πολλούς επικονιαστές. Αυτό όμως που φαίνονταν να κεντρίζει περισσότερο το ενδιαφέρον των μελισσών ήταν το αλογοθύμαρο (σουρούπα). Φυσικά υπήρχαν σε μεγάλη αφθονία ασφάκες, ο βαθύς κάλυκας των οποίων όμως καθιστούσε τη συλλογή νέκταρος πολύ δύσκολη, σχεδόν αδύνατη, αλλά και αγριοράδικα.

Τα μελίσσια θα παραμείνουν εδώ μέχρι να ξεκινήσει η μελιτοέκκριση του ελάτου. Το μέρος πάντως είναι φανταστικό!

Στράτος Σαραντουλάκης

Ποταμός Αχέροντας: Τα νερά που γέννησαν τους μύθους

Κρυμμένος καλά στους μίτους του μύθου και στα κάθετα φαράγγια που τον αγκαλιάζουν, ο μεγάλος ποταμός της Βορειοδυτικής Ελλάδας λικνίζεται μαιανδρικά πριν καταλήξει στο Ιόνιο, συμβολίζοντας με τους θρύλους του τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης.

Ο Αχέροντας

Γιος της Γης, ο μυθικός ποταμός Αχέροντας έκανε το μοιραίο λάθος ενώ εξελισσόταν η Τιτανομαχία να προσφέρει νερό στους Τιτάνες για να σβήσουν τη δίψα τους. Ο Δίας έγινε έξαλλος. Μαύρισε τα νερά του και τον καταδίκασε να γίνει για πάντα το όριο μεταξύ του κόσμου των ζωντανών και των νεκρών. Εκεί που ο Αχέροντας συναντούσε τον ποταμό των δακρύων, Κωκυτό, τοποθέτησε η λαϊκή φαντασία την είσοδο του υποχθόνιου κόσμου. Στην πύλη του στεκόταν ο φοβερός Κέρβερος, αδελφός της Λερναίας Υδρας και γιος της Εχιδνας.

Αυτός είναι ο μύθος που χάνεται στους αιώνες. Η σημερινή αλήθεια είναι ότι ο υπέροχος, δυνατός Αχέροντας, είναι ένα ποτάμι με σπάνιες ομορφιές και μοναδικά οικοσυστήματα στο Δέλτα, στις πηγές και στις απότομες χαράδρες του, που πηγάζει από τα όρη του Σουλίου και διανύοντας με διαδοχικούς μαιανδρισμούς μια υδάτινη διαδρομή 64 χιλιομέτρων εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος, στον κόλπο του Γλυκέα.

Κατάβαση με κανό στις Πύλες του Αδη.

Ψυχοπομπός Ερμής και Χάροντας
Η απολαυστική περιήγηση στον Αχέροντα δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει με μια ιχνηλασία στα απομεινάρια του αρχαίου παρελθόντος. Σε ανασκαφές που άρχισαν το 1958 στον λόφο πάνω από τη συμβολή του ποταμού με τον Κωκυτό ανακαλύφθηκε το αρχαιότερο ελληνικό νεκρομαντείο…

Εδώ οι ζωντανοί έρχονταν σε επαφή με τους νεκρούς με διάφορες τελετουργίες και παρακάλια προς τους θεούς του Κάτω Κόσμου, αλλά και τους ίδιους τους νεκρούς. Νεκρομαντεία στον ελλαδικό χώρο κατά την αρχαιότητα υπήρχαν πολλά όπως του Ταίναρου, της Ερμιόνης, της Φιγαλείας, της Ιεράπολης στη Φρυγία και της Κύμης στην Κάτω Ιταλία. Απ’ όλα όμως το πιο αρχαίο, φημισμένο κι ονομαστό ήταν αυτό της Εφύρας στη γη της Θεσπρωτίας.

Το ταξίδι προς το αιώνιο σκοτάδι δεν ήταν απλό. Ο ψυχοπομπός Ερμής, ως θεός της πορείας ήταν αυτός που μετέφερε τις ψυχές των θνητών μέχρι τις πύλες του Αδη, στην αρχή του φαραγγιού του Γκορίλα κοντά στο χωριό Σεριζιανά. Για να διαπλεύσουν οι ψυχές το ποτάμι έπρεπε να προσφύγουν στις υπηρεσίες του θλιβερού περαματάρη Χάροντα. Πρώτη του φροντίδα είναι να λάβει τον οβολό που κάθε «επιβάτης» όφειλε να έχει στο στόμα του. Οσοι νεκροί δεν είχαν το κόμιστρο των πορθμείων καταδικάζονταν σε αιώνια περιπλάνηση στις τραχιές χαράδρες και στα σκιερά φαράγγια του Αχέροντα.

Ο βαρκάρης κατέβαινε βιαστικά το ποτάμι κουβαλώντας τις ψυχές για να τις παραδώσει με τη σειρά του στον Αδη. Στη μακριά διαδρομή του στη χώρα των Θεσπρωτών ο Αχέροντας εξαφανιζόταν εδώ κι εκεί μέσα σε βαθιές αβύσσους και ξανάβγαινε στην επιφάνεια, φτάνοντας κοντά στην αρχαία πόλη Εφύρα, που σχηματιζόταν η Αχερουσία λίμνη.

Η μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στο ηρωικό Κούγκι.

Τα αρχαία δρώμενα του Νεκρομαντείου της Εφύρας
Ανηφόρισα τον λόφο στο χωριό Μεσοπόταμος και πέρασα την πύλη του Νεκρομαντείου. Από εδώ ψηλά αποκαλύπτεται το πανόραμα της μυθικής χώρας του Αδη που περιβάλλεται από βουνά και ράχες και διαρρέεται από τρία ποτάμια που σμίγουν κι ενωμένα χύνονται στον κόλπο του Γλυκέα.

Ο Αχέροντας, ο Κωκυτός και ο βουβός Πυριφλεγέθοντας που στα παρόχθια λιβάδια του, τα γεμάτα ασφόδελους, έκαναν βόλτες οι ψυχές των νεκρών (οι φερτές φωσφορικές ύλες που κατεβάζει έχουν σαν αποτέλεσμα να λαμπυρίζει μέσα στη νύχτα).

Είναι συγκλονιστικό πόσο οι αρχαίες παραδόσεις για τον Αχέροντα συγχωνεύτηκαν με τις μετέπειτα χριστιανικές. Σύμφωνα με παλιούς θρύλους στη σπηλιά του βουνού Γκορίλα κοντά στο σημερινό χωριό Γλυκή, όπου βρίσκονται και πολλές πηγές του ποταμού, ζούσε ένας δράκος που έκανε το νερό πικρό και θανατηφόρο (ο Αχέροντας ονομάζεται και Μαυροπόταμος).

Για να τον καλοπιάσουν οι γύρω κάτοικοι του πρόσφεραν κάθε χρόνο μια κόρη για να την καταβροχθίσει. Ο άνθρωπος που σύμφωνα με την παράδοση μπόρεσε και σκότωσε τον δράκο που μόλυνε τα νερά του ποταμού λεγόταν Αηδονάτος και ήταν επίσκοπος Ευροίας, ο μετέπειτα Αϊ-Δονάτος που η γιορτή του στις 30 Απριλίου πανηγυρίζεται και σήμερα με μεγαλοπρέπεια σε όλα τα χωριά που βρίσκονται κοντά στον Αχέροντα. Το νερό έγινε πάλι γλυκό και το χωριό που βρισκόταν στην έξοδο του φαραγγιού του Αχέροντα ονομάστηκε Γλυκή. Από το όνομα του Αϊ-Δονάτου η πόλη της Παραμυθιάς και τα περίχωρά της ονομάζονταν Αϊδονάτι. Καζάς Αηδονάτου γραφόταν η επαρχία στα τούρκικα κατάστιχα.

Το Νεκρομαντείο της Εφύρας είναι κτίσμα του 3ου προχριστιανικού αιώνα. Μέχρι και έναν σεληνιακό μήνα παρέμεναν οι χρηστηριαζόμενοι για να μυηθούν στην πολύπλοκη διαδικασία επαφής με τους αγαπημένους τους νεκρούς. Μια διαδικασία σκοτεινή και απόλυτα σιωπηλή.

Προτού εισέλθουν στην ιερή αίθουσα μασούσαν σπόρους, φύλλα και κουκιά που προκαλούσαν ζάλη και οπτασίες, στα πλαίσια της στέρησης των αισθήσεων που επέβαλε η όλη διαδικασία. Με τέτοια κουκιά και σπόρους βρέθηκαν γεμάτα πιθάρια στο Νεκρομαντείο. Για τον εξαγνισμό του ιερού χώρου θυμιάτιζαν με καιόμενο θειάφι. Ο χρηστηριαζόμενος περνούσε από το ιερό της Περσεφόνης, όπου άφηνε το τάμα του, εισερχόταν στον περίβολο και δια της μεγάλης δυτικής πύλης στον βόρειο διάδρομο. Εχανε πια το φως της ημέρας και προετοιμαζόμενος για την επαφή με τους νεκρούς υποβαλλόταν σε μυστηριακές τελετές. Ετρωγε ορισμένο φαγητό (χοιρινό, θαλασσινά, οστρακοειδή), πλενόταν, μασούσε ναρκωτικούς καρπούς και φέροντας μαζί του το αγγείο με τα άλφιτα (χοντροαλεσμένα δημητριακά) και δύο λιθάρια προχωρούσε για τον ανατολικό διάδρομο.

Αποτροπιαστικά σύμβολα και ιερές σπονδές
Προτού εισέλθει στον δεύτερο διάδρομο έριχνε δεξιά του τη μία πέτρα για να αφήσει το κακό πίσω του (αποτρόπαια λίθος) και έπλενε συμβολικά τα χέρια του σε πιθάρι με νερό που ήταν τοποθετημένο στην είσοδο (η πρακτική επιβιώνει μέχρι και τις μέρες μας, καθώς στην Ηπειρο εξακολουθούν μετά τις κηδείες να ρίχνουν νερό πίσω τους). Ο οδηγός-μαντολόγος ψιθύριζε ευχές και ιερά, ακατάληπτα λόγια επικαλώντας και προτρέποντας τους χθόνιους θεούς να επιτρέψουν την επικοινωνία του χρηστηριαζομένου με τα φαντάσματα των νεκρών. Στον ανατολικό διάδρομο που ακούγονταν τα μακάβρια γαβγίσματα του Κέρβερου ο χρηστηριαζόμενος προχωρούσε σε έναν μαιανδρικό λαβύρινθο που συμβόλιζε την περιπλάνηση των ψυχών στον Αδη και το αδιέξοδο της ανθρώπινης ζωής και από εκεί εισερχόταν στο κυρίως ιερό.

Μπαίνοντας έριχνε και τον δεύτερο αποτρόπαιο λίθο για να εξορκιστεί το κακό από πάνω του και έκανε σπονδές με μέλι, κρασί, γάλα και λάδι θέλοντας να εξευμενίσει τη ζήλια των νεκρών για τους ζωντανούς και τον Επάνω Κόσμο. Την ίδια στιγμή που οι ιερείς έκαιγαν δάφνες και λιβάνια ο χρηστηριαζόμενος αντίκριζε στο βάθος της ιερής αίθουσας τη σκιά του ειδώλου του νεκρού. Εδώ προκύπτει και το μεγάλο ερώτημα. Ηταν οι ιερείς μύστες και πνευματιστές που νόμιζαν ότι πράγματι έρχονταν σε επαφή με την άλλη πλευρά ή μήπως έστηναν μια καλοστημένη παράσταση θεάτρου σκιών εκμεταλλευόμενοι τη συγκίνηση και τις παραισθήσεις των χρηστηριαζομένων;

Ειδυλλιακή βαρκάδα κοντά στις εκβολές του Αχέροντα.

Οι πρωταγωνιστές του μύθου
Κάποιοι πιο επώνυμοι, πάντως, είχαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν απευθείας επίσκεψη στον Κάτω Κόσμο. Ο μουσικός Ορφέας μην αντέχοντας τον χωρισμό της πολυαγαπημένης του Ευρυδίκης κατέβηκε στον Αδη και με τη λύρα του συγκίνησε τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη που του επέτρεψαν να την πάρει μαζί του με την προϋπόθεση να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να ανέβει στη γη.

Ο ανυπόμονος Ορφέας αθέτησε την υπόσχεση και η Ευρυδίκη εξαφανίστηκε. Από κοντά και τα πρωτοπαλίκαρα του αρχαίου κόσμου. Ο Ηρακλής και ο Θησέας.

Συγκλονιστική, ίσως η συγκλονιστικότερη απ’ όλες, είναι και η κάθοδος του Οδυσσέα στον Αδη ύστερα από τη συμβουλή της Κίρκης να συναντήσει εκεί τον νεκρό μάντη Τειρεσία για να μάθει τι ακόμα του επιφυλάσσει η μοίρα στο ταξίδι του για την Ιθάκη.

«Εμπα στο καράβι σου και ο βοριάς θα σε οδηγήσει στον Αχέροντα. Μη φοβηθείς. Εμπα μέσα στον ωκεανό του ποταμού δέσε το καράβι σου και πεζός τράβα για τον Αδη. Θα δεις δάσος από λεύκες και ιτιές. Είναι το δάσος στο βασίλειο της Περσεφόνης. Εκεί που ο Πυριφλεγέθοντας πέφτει στον Αχέροντα και σμίγουν με τον Κωκυτό υπάρχει βράχος, κομμάτι της Στύγας. Ανέβα ψηλά και κάνε σπονδές και θα δεις να πετάγονται μέσα από το Ερεβος μιλιούνια οι ψυχές των νεκρών μαζί με την ψυχή του Τειρεσία.»

Εφτασε ο Οδυσσέας, ακολουθώντας κατά γράμμα τις συμβουλές της Κίρκης και εξιλέωσε την Περσεφόνη με παρακάλια, θυσιάζοντας στους νεκρούς, χύνοντας κρασί και μέλι. Πετάχτηκαν από τη χαράδρα του βράχου μελίσσι οι ψυχές. Ο Οδυσσέας μιλάει με τον Τειρεσία, συναντιέται με τον Αγαμέμνονα που κλαίει σαν παιδί για τη δολοφονία του, συναντά τον Αχιλλέα που επιστρέφει απ’ το λιβάδι με τους ασφόδελους, γεμάτος χαρά που άκουσε καλά λόγια για τον γιο του, Νεοπτόλεμο.

Ένας παλιός, πέτρινος νερόμυλος στο μονοπάτι για το Σούλι.

Βλέπει ακόμα τον Τάνταλο να σκύβει σκασμένος από τη δίψα να πιει νερό κι εκείνο να χάνεται και τον Σίσυφο να παιδεύεται στο απέναντι βουνό να ανεβάσει το θεόρατο λιθάρι και μόλις το φτάνει στην κορυφή, να του κατρακυλάει. Τέλος, συναντά και συνομιλεί με τη μητέρα του, Αντίκλεια, που είχε αφήσει ζωντανή φεύγοντας από την Ιθάκη, στη λυρικότερη και συγκινητικότερη ίσως στιγμή της Οδύσσειας.

-«Την είδα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, η ψυχή μου λύπη»

-«Γιε μου πώς ήλθες ζωντανός στο ζοφερό σκοτάδι

δύσκολο είναι όσοι ζουν να δουν τον κόσμο τούτο…»

Ιστορικές επιδρομές και αρχαιολογικές ανασκαφές
Το 167 π.Χ. το Νεκρομαντείο δέχεται σφοδρή επίθεση από τους Ρωμαίους του Αιμίλιου Παύλου. Οι μάντεις και το προσωπικό του ιερού μανταλώνουν τις πόρτες και αντιστέκονται. Ο εχθρός βάζει σε ενέργεια τις πολιορκητικές μηχανές και οι τοίχοι σπάζουν. Ο,τι γλιτώνει από τους καταπέλτες παραδίδεται στην πυρά.

Κι όμως, το κάψιμο του Νεκρομαντείου από τους Ρωμαίους και το θάψιμο των ερειπίων του ίσως και να έσωσε το μοναδικό αυτό μνημείο της αρχαιότητας από την ολοκληρωτική καταστροφή. Οι γεροντότεροι στο Μεσοπόταμο θυμούνται ότι σαν παιδιά κατρακυλούσαν λιθάρια από τον λόφο ενώ θυμούνται και κάποιους Ιταλούς που το 1914 ανέβηκαν στον λόφο φόρτωσαν δεκαπέντε άλογα και αναχώρησαν ανενόχλητοι για την πατρίδα τους. Το 1958 ύστερα από τις επίμονες προσπάθειες του Σπύρου Μουσελίμη, επιμελητή αρχαιοτήτων, λογοτέχνη και ακούραστου ερευνητή της θεσπρωτικής γης αρχίζουν ανασκαφές στον λόφο του Αγιου Γιάννη του Πρόδρομου από τον Σωτήρη Δάκαρη (1916-1996), πανεπιστημιακό καθηγητή και πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων που συνεχίζονται μέχρι και το 1964, που αποκαλύπτεται ολόκληρος ο χώρος του Νεκρομαντείου, των διαδρόμων, του δωματίου και του περιβόλου.

Οι πλούσιοι βιότοποι του άγριου ποταμού
Το οδοιπορικό στον Αχέροντα θα ακολουθήσει πορεία ανάποδη από τη ροή του ποταμού και το πλωτό ταξίδι του Χάροντα. Με αφετηρία το χωριό Γλυκή θα επιχειρούσα την «Αχέροντος ανάβαση» στις Πύλες του Αδη. Ο ποταμός, εγκαταλείποντας το, σχεδόν μονίμως σκιερό φαράγγι του μετά τη Γλυκή, κυλούσε προς τα δυτικά, τροφοδοτούσε τη βαλτώδη λίμνη Αχερουσία και από εκεί συνέχιζε την πορεία του έως τις κοντινές εκβολές του.

Στο Αλωνάκι της Αμμουδιάς με τα σμαραγδένια νερά.

Μετά την οριστική αποξήρανση της λίμνης Αχερουσίας τη δεκαετία του ’50 με σκοπό την δημιουργία της εύφορης πεδιάδας του Φαναρίου, ο μυθικός ποταμός συνεχίζει πλέον απευθείας τη ροή του προς το μεγάλης φυσικής αξίας οικοσύστημα του Δέλτα του. Δύο αξιοσημείωτοι ελώδεις υγρότοποι σχηματίζονται. Το μεγάλο έλος της Αμμουδιάς και το μικρότερο της Βελανιδοράχης καλύπτονται από χιλιάδες καλαμιές, βούρλα, σκλήθρα, φράξους και αλμυρίκια. Περισσότερα από 150 είδη πουλιών έχουν παρατηρηθεί στην περιοχή των εκβολών του Αχέροντα καθιστώντας ιδιαίτερα αξιόλογη την ορνιθοπανίδα της περιοχής.

Η χλωρίδα του Δέλτα περιλαμβάνει 415 είδη. Ανάμεσά τους και είδη με περιορισμένη εξάπλωση, όπως το ρακοβότανο, η λουίζα, η κραμπουτσάνα, αλλά και ο πανέμορφος λευκός κρίνος της θάλασσας που σχηματίζει μικρά λιβάδια στις αμμούδες των εκβολών. Η μαγεία της περιοχής των εκβολών του ποταμού συμπληρώνεται από την εντυπωσιακή παραλία της Αμμουδιάς, του Αμονιού, της Λούτσας και του κόλπου του Οδυσσέα. Ισως ο καλύτερος τρόπος για τη γνωριμία με την περιοχή του Δέλτα να είναι το μικρό ποταμόπλοιο που πραγματοποιεί εκδρομές από το ποτάμιο λιμάνι της Αμμουδιάς μέχρι και το χωριό Μεσοπόταμος. Πρόκειται μάλιστα για την ίδια διαδρομή που ακολούθησε κι ο Οδυσσέας αναζητώντας τον νεκρό μάντη Τειρεσία στο βασίλειο του Πλούτωνα…

Τα περίφημα πηγάδια του Σουλίου.

Το δυσπρόσιτο ανάγλυφο στα περίφημα Στενά
Από το χωριό Γλυκή (περίπου 20 χλμ. από τις εκβολές) ξεκινά το μονοπάτι που διασχίζει το περίφημο φαράγγι του Αχέροντα. Η Σκάλα της Τζαβέλαινας ανηφορίζει στα στενά και το αχολόγημα του ποταμού γίνεται όλο και εντονότερο. Το δυσπρόσιτο ανάγλυφο της περιοχής των Στενών του Αχέροντα, η τραχύτητα των γύρω βουνών, η πλούσια βλάστηση και τα καθαρά και ορμητικά νερά του ποταμού συνθέτουν ένα τοπίο ιδιαίτερης ομορφιάς. Σε αρκετά τμήματα εκεί που η ροή του το καλοκαίρι είναι ομαλή, σχηματίζονται νερόλακκοι και μικρές λίμνες, τόποι ιδανικοί για τη διαβίωση πολλών αμφιβίων και ψαριών. Σε άλλες πλευρές, ο ποταμός κυλά ορμητικά μέσα από κατακόρυφους και ψηλούς βράχους. Κάποιες φορές το ύψος τους ξεπερνά κατά πολύ τα 100 μέτρα, ενώ το πλάτος του ποταμού στα σημεία αυτά φτάνει τα δύο μέτρα.

Στις βραχώδεις πλαγιές των Στενών του Αχέροντα φωλιάζουν πολλά είδη αρπακτικών πουλιών, όπως γερακίνες, ξεφτέρια, βραχοκιρκίνεζα, ασπροπάρηδες και φιδαετοί. Μεγάλα θηλαστικά, όπως λύκοι και αγριογούρουνα, αναζητούν τροφή και καταφύγιο στις δασωμένες πλαγιές του φαραγγιού, ενώ άλλα θηλαστικά της περιοχής των Στενών είναι η αλεπού, ο ασβός, το πετροκούναβο, η νυφίτσα, η αγριόγατα και ο δασοποντικός. Στα νερά του ποταμού ζει η βίδρα, ένα σπάνιο υδρόβιο θηλαστικό που ζει μόνο σε καθαρά νερά με πλούσια παρόχθια βλάστηση. Τέλος, στα νερά του Αχέροντα αναπαράγονται περισσότερα από εννέα είδη ψαριών, ένα από τα οποία είναι ο περίφημος αχερωνογοβιός, ένα ενδημικό είδος που πήρε το όνομα του ποταμού.

Με πενήντα λεπτά πορεία φτάνω στη γέφυρα του Ντάλα. Ασπρα βράχια σκαλισμένα από τον χρόνο και το νερό. Το μονοπάτι διακόπτεται από το Τσαγγαριώτικο ρέμα. Από εδώ, μία ώρα ανηφορική διαδρομή οδηγεί στο ιστορικό χωριό Σαμονίβα, στο Μέσα Σούλι.

Το ιερό του Νεκρομαντείου Μεσοποτάμου, όπου οι αρχαίοι έπαιρναν τον χρησμό.

Τα ανυπότακτα Σουλιωτοχώρια αντιστάθηκαν για χρόνια σθεναρά στον Αλή Πασά και τελικά -όπως σε πολλές περιπτώσεις στην Ιστορία μας- βρέθηκε ο προδότης για να δώσει τη λύση. Ο Πήλιος Γούσης πρόδωσε το Σούλι και ο καλόγερος Σαμουήλ ανατίναξε το Κούγκι στέλνοντας στον άλλο κόσμο Τούρκους και Σουλιώτες.

Ηρωικοί τόποι γεμάτοι κάστρα, δάση και γεφύρια
Το εντυπωσιακό Κάστρο της Κιάφας (μαζί με τα χωριά Σαμονίβα, Αβαρίκο και Σούλι αποτελούσαν το περίφημο τετραχώρι, τον πυρήνα της αυτόνομης ομοσπονδίας των Σουλιωτών) με άφησε άφωνο με το μέγεθος και την οχύρωσή του πάνω στο απόκρημνο βουνό. Μετά την πτώση του Σουλίου, ο Αλή Πασάς επισκεύασε το κάστρο και εγκατέστησε μόνιμη φρουρά. Το φρούριο της Κιάφας -που σώζεται σχεδόν ακέραιο- αποτελεί και το ύστατο σημείο άμυνας των Σουλιωτών κατά τη δεύτερη και οριστική εκδίωξή τους το 1822.

Επιστροφή στη γέφυρα του Ντάλα και περπάτημα σε μονοπάτι με νοτιοανατολική κατεύθυνση και επίπονη πορεία που οδηγεί στις Πύλες του Αδη κοντά στο χωριό Σεριζιανά. Στη θέση Ταμπουράκια στη χαρακτηριστική στροφή του ποταμού προς την Ανατολή ένα δάσος με πυκνές ιτιές που αχνίζει από την πρωινή δροσιά. Μια εικόνα συναρπαστική και συνάμα απόκοσμη που ταιριάζει απόλυτα με την περιγραφή της Κίρκης για το δάσος της Περσεφόνης. Κυκλάμινα, ίριδες, ανεμώνες, νάρκισσοι αλλά και φτέρες, ασφάκες και σκυλοκρεμμύδες.

Περπατώντας στον περίβολο στο Κούγκι.

Το Κάστρο της Κιάφας κρέμεται στα βράχια του φαραγγιού. Η θέα και η βοή του ποταμού γίνονται πιο συγκλονιστικές. Το μονοπάτι παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες, ιδιαίτερα για όσους υποφέρουν από υψοφοβίες. Σκαλοπάτια και προστατευτικά κιγκλιδώματα έχουν τοποθετηθεί για το πέρασμα των δύσκολων σημείων. Αντικρίζω επιτέλους τις Πύλες του Αδη, το λιμάνι του θλιβερού βαρκάρη Χάροντα, τον τόπο όπου ο Ηρακλής πάλεψε με τον Κέρβερο. Τα λόγια τα δικά μου μάλλον περιττεύουν μπροστά στην εικόνα άγριας ομορφιάς και την τρομακτική βοή του μυθικού ποταμού που κυλά με ορμή ανάμεσα στα βράχια, οδηγώντας τις ψυχές στο βασίλειο του Πλούτωνα. Καλύτερα να μιλήσουν οι στίχοι από την ανεπανάληπτη δημοτική μας παράδοση.

Στο χαροπόταμο πλέει η κόρη
σκιά ωχρόλυπη με τ’ άξιο αγόρι
Στη μαύρη βάρκα του στέκετ’ ο Χάρος
και στον Αχέροντα πάει κουρσάρος.
Ακούει το μούγκρισμα το ερημάδι
του στοιχειού τ’ άγριου κάτου στον Αδη
και τρέμει σύγκορμη κατασκιασμένη
που παίνει η άμοιρη, τι την προσμένει;

Κείμενο – Φωτογραφίες: Αντώνης Δήμας. Πηγή: Έθνος