Ένα σπάνιο είδος ορχιδέας στις πλαγιές των Τζουμέρκων

Η παρουσία της σπάνις ορχιδέας Ophrys insectifera, γνωστής και ως Ορχιδέα μύγα (fly orchid), διαπιστώθηκε στις ανατολικές πλαγιές των Τζουμέρκων. Η κατανομή της είναι κυρίως μεσο-ευρωπαϊκή και ξεκινάει από τις Σκανδιναβικές χώρες. Η Ελλάδα θεωρείται πλέον το ανατολικότερο σημείο εξάπλωσης της.

Λεπτό και ψηλό φυτό με μικρά άνθη, τόσο που δυσκολεύουν τον εντοπισμό του φυτού. Τα άνθη του μοιάζουν με μύγες, εξ ου και η ονομασία του και το άρωμά του μιμείται τις σεξουαλικές φερομόνες, προσελκύοντας έτσι επικονιαστές. Κάθε επικονίαση παράγει πάνω από δέκα χιλιάδες μικροσκοπικούς σπόρους, αρκετούς τόσο για τη διατήρηση όσο και για τον πολλαπλασιασμό των ειδών.

Η μόνη επιβεβαιωμένη θέση της ορχιδέας αυτής στην ελληνική επικράτεια ήταν κοντά στο Δελβινάκι Ιωαννίνων. Το 2012 όμως, μετά από σχεδόν 30 χρόνια, βρέθηκε και σε δεύτερη τοποθεσία στην Ήπειρο, στις ανατολικές πλαγιές των Τζουμέρκων σε υψόμετρο 1100 μέτρων, σε μικτό δάσος υβριδογενούς ελάτης και μαυρόπευκου (εύρεση από Κατερίνα Γούλα).

Με στοιχεία από: greekorchids.gr

Μελισσόψωμο

Το πιο γνωστό απ’ τα προϊόντα των μελισσών είναι φυσικά το μέλι, μια αρωματική γλυκαντική ουσία, υψηλής θρεπτικής αξίας. Πέρα απ’ αυτό όμως οι μέλισσες παράγουν το κερί, που χρησιμοποιούν ως δομικό υλικό καθώς είναι εύκαμπτο και ανθεκτικό στην υγρασία, αλλά και άλλα προϊόντα τα οποία είναι γνωστά κυρίως στους μελισσοκόμους και τους πιο «μυημένους».

Μελισσόψωμο αφού έχει εξαχθεί από την κηρήθρα. (φωτό: Chris Tonnesen)

Ένα απ’ αυτά είναι η πρόπολη μια κολλώδης ουσία η οποία προκύπτει από την συλλογή ρητινωδών εκκρίσεων από τους φλοιούς φυτών και χρησιμοποιείται για να σφραγίσει ρωγμές και τρύπες στην κυψέλη αλλά και για απολύμανση μιας και έχει αντιμικροβιακές ιδιότητες. Ο βασιλικός πολτός επίσης είναι μια παχύρρευστη, κρεμώδης ουσία που παράγεται από ειδικούς αδένες των μελισσών και προορίζεται για τη διατροφή των νεογέννητων και της βασίλισσας.

Κάθε ένα απ’ αυτά τα προϊόντα είναι συναρπαστικό από μόνο του, όμως η γύρη είναι ίσως το σημαντικότερο απ’ όλα. Ενώ οι μέλισσες χρησιμοποιούν το μέλι ως κύρια πηγή ενέργειας, η γύρη είναι αυτή που θα τους προσφέρει τις πρωτεΐνες, τις βιταμίνες και τα άλλα ζωτικά θρεπτικά συστατικά που χρειάζονται. Με τη πρώτη ματιά, η γύρη των μελισσών φαίνεται σαν ένα αρκετά απλό προϊόν – κατά τη διάρκεια της επικονίασης χιλιάδων λουλουδιών κάθε μέρα, οι εργαζόμενες συλλέκτριες μέλισσες λούζονται με κόκκους γύρης, μερικούς από τις οποίους συλλέγουν στα πίσω πόδια τους και μεταφέρουν στην αποικία τους.

Κηρήθρα με αποθηκευμένη γύρη. (φωτό: Josh Pollen)

Αυτή είναι η γύρη που διατίθεται συνήθως στην αγορά, κυρίως επειδή είναι σχετικά εύκολο να συλλεχθεί με μια γυρεοπαγίδα η οποία τοποθετείται στην είσοδο της κυψέλης και λόγω του ότι δυσκολεύει την μέλισσα να εισέλθει την αναγκάζει να χάσει απ’ τα πόδια της τη γύρη και να την αφήσει να πέσει σε ένα καλαθάκι. Όμως οι μέλισσες δεν τρώνε την γύρη έτσι, δηλαδή φρέσκια. Αντ ‘αυτού, αφού εισαχθούν στην κυψέλη συγκεντρώνονται και συσκευάζονται στις κηρήθρες όπου αναμιγνύονται με νέκταρ και πεπτικά υγρά ενώ στη συνέχεια σφραγίζονται με μια σταγόνα μελιού ώστε να διατηρηθούν.

Οι μελισσοκόμοι ονομάζουν αυτή τη μορφή γύρης «μελισσόψωμο» και αν αναρωτιέστε γιατί δεν κυκλοφορεί στην αγορά σε αυτή τη μορφή, αυτό συμβαίνει διότι είναι σχεδόν αδύνατον να εξαχθεί απ’ την κηρήθρα χωρίς αυτή να καταστραφεί. Γιατί όμως οι μέλισσες επεξεργάζονται την γύρη; Η φρέσκια γύρη έχει υψηλή περιεκτικότητα σε υγρασία και πρωτεΐνη και όταν εισάγεται στην κυψέλη βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με θερμοκρασίες που φτάνουν τους 37°C, συνθήκες ιδανικές για την ανάπτυξη μούχλας. Ωστόσο, τα πεπτικά υγρά των μελισσών είναι πλούσια σε βακτηρίδια γαλακτικού οξέος (Vasquez και Olofsson 2009) και μεταβολίζουν τα σάκχαρα στη γύρη, παράγοντας γαλακτικό οξύ και μειώνοντας το pH από 4,8 σε περίπου 4,1 (Mattila et al., 2012), μια τιμή που βρίσκεται κάτω από το γενικά αναγνωρισμένο όριο (4,6) για την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων.

Αριστερά: κηρήθρα με αποθηκευμένη γύρη. Δεξιά: σούπα αρακά με προνύμφες μελισσών και μελισσόψωμο.

Αυτό το μείγμα γύρης και πεπτικών υγρών είναι μια αρκετά διαφορετική ουσία από την φρέσκια ακατέργαστη γύρη των φυτών. Μάλιστα το μελισσόψωμο υπόκειται ένα είδος ζύμωσης που μοιάζει ιδιαίτερα με πρακτικές παρασκευής τροφίμων από ανθρώπους. Το ψωμί των μελισσών περιέχει γνωστά προβιοτικά όπως τα Oenococcus, Paralactobacillus και ιδιαίτερα το Bifidobacterium τα οποία αποδεδειγμένα μειώνουν τους παθογόνους μικροοργανισμούς. Πολλοί από αυτούς τους ευεργετικούς μύκητες είναι ευαίσθητοι σε μυκητοκτόνα στο περιβάλλον (Yoder et al., 2013), που συχνά εφαρμόζονται σε φυτικές καλλιέργειες.

Η μεγαλύτερη μικροβιακή ποικιλομορφία των ευεργετικών μικροβίων στις αποικίες μελισσών, συσχετίστηκε επίσης με τη μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία των ίδιων των μελισσών και αυτή η συμβίωση μεταξύ των μελισσών και των μικροβίων τους, όπως και στους ανθρώπους, γίνεται ολοένα και περισσότερο γνωστή ως πιθανό θεμελιώδες στοιχείο της συνολικής υγείας των αποικιών τους.

Βούτυρο από μελισσόψωμο.

Εκτός από τη συντήρηση η διαδικασία ζύμωσης της γύρης βοηθά στην καλύτερη αφομοίωση των θρεπτικών συστατικών της. Ορισμένες πρωτεΐνες διασπώνται σε αμινοξέα, τα άμυλα μεταβολίζονται σε απλά σάκχαρα και οι βιταμίνες γίνονται καλύτερα αφομοιώσιμες. Με αυτή την έννοια, το ψωμί των μελισσών είναι ακόμα πιο υγιεινό από τη συνηθέστερη φρέσκια γύρη των φυτών. Ωστόσο, η μετατροπή της γύρης σε μελισσόψωμο παρουσιάζει κάποιες ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες. Η οξύτητα του γαλακτικού οξέως δημιουργεί μια πικρία στη γεύση ενώ η ζύμωση παράγει δευτερογενή φρουτώδη αρώματα.

Το πιάτο «The Whole Hive» ένα επιδόρπιο παγωτού με μελισσοκέρι, σάλτσα μελιού και γύρη.

Σε αυτό το πρότζεκτ του Nordic Food Lab χρησιμοποιήθηκε μελισσόψωμο σε διάφορες συνταγές, όπως σε μια σούπα αρακά με προνύμφες μελισσών αλλά και σε ένα επιδόρπιο παγωτού με μελισσοκέρι και σάλτσα μελιού. Οι ισχυρές βακτηριακές ιδιότητες του μελισσόψωμου το καθιστούν ιδανικό «εμβόλιο» για την έναρξη μιας γαλακτικής ζύμωσης σε μια κρέμα γάλακτος ή για τη δημιουργία βουτύρου.

πηγή: Nordic Food Lab

Η Ανταρκτική αρχίζει σιγά σιγά να πρασινίζει λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη…

Σύμφωνα με μία νέα μελέτη τα βρύα στην Ανταρκτική παρουσιάζουν σταθερή αύξηση τα τελευταία 50 χρόνια λόγω της κλιματικής αλλαγής και της ανόδου της θερμοκρασίας.

Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Current Biology, δείχνει ότι αν συνεχίσουν έτσι τα πράγματα, η Ανταρκτική θα είναι πολύ πιο πράσινη στο μέλλον. Η συνεχιζόμενη υποχώρηση των πάγων θα καταστήσει την χερσόνησο της Ανταρκτικής πιο «φιλική» για τα βρυόφυτα, μιας και θερμαίνεται με ταχύτερο ρυθμό από την υπόλοιπη ήπειρο.

«Είναι ένα σαφές σημάδι ότι η βιολογική αντίδραση στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη είναι διαδεδομένη σε όλο τον κόσμο» δήλωσε ο επικεφαλής Matt Amesbury, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Exeter στο Ηνωμένο Βασίλειο. «Η χερσόνησος της Ανταρκτικής θεωρείται συχνά ως πολύ απομακρυσμένη και ίσως ακόμη και άθικτη, αλλά αυτό δείχνει σαφώς ότι οι επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος γίνονται αισθητές και εδώ». Ο Amesbury και οι συνεργάτες του εργάστηκαν πάνω σε δεδομένα 150 ετών και βρήκαν σημαντικές αλλαγές τα τελευταία 50 χρόνια, κατά τα οποία περιοχές της Ανταρκτικής καλύφθηκαν με βρύα.

Και όλο αυτό έρχεται ύστερα από μία άλλη έρευνα η οποία δημοσιεύτηκε επίσης μέσα στο έτος και η οποία δείχνει αύξηση των φυτών και στην Αρκτική. Οι επιστήμονες κάποτε πίστευαν ότι το φυτοπλαγκτόν δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει κάτω από τον θαλάσσιο πάγο στον ψυχρό ωκεανό της Αρκτικής. Αλλά η μείωση των πάγων έφερε τα πάνω κάτω. Το λεπτότερο στρώμα πάγου επιτρέπει στην ηλιακή ακτινοβολία να περνά σε σημεία που προηγουμένως έμεναν σκοτεινά, γεγονός που επιτρέπει στο πλαγκτόν να αναπτυχθεί.

Τα τελευταία χρόνια, η Αρκτική έχει καταγράψει εκπληκτικά ρεκόρ θερμοκρασίας που ως αποτέλεσμα είχαν χαμηλά επίπεδα κάλυψης από πάγο. Στην Ανταρκτική, απ’ την άλλη, η παρατηρούμενη αλλαγή ήταν λιγότερο δραματική. Οι υψηλές θερμοκρασίες όμως συνεχίζουν να επηρεάζουν και τους δύο πόλους. Ο Απρίλιος που μας πέρασε ήταν ο δεύτερος θερμότερος που έχει καταγραφεί ποτέ!

πηγή: scientificamerican

Το μέλι Ερείκης

Είναι γνωστό ότι κάθε τύπος μελιού είναι ευεργετικός για την υγεία του ανθρώπου. Οι αντιμικροβιακές ιδιότητες του μελιού το καθιστούν ένα από τα πιο σημαντικά ιατρικά “εργαλεία” εδώ και αιώνες. Υπάρχουν πολλά και διαφορετικά είδη μελιού, ανάλογα με το φυτό, το οποίο χρησιμοποιούν οι μέλισσες για να τραφούν. Το ρείκι είναι ένα εξαιρετικό φυτό για την παραγωγή μελιού, πολύ απλά επειδή έχει ορισμένες μοναδικές ιδιότητες που κάνουν καλό στην υγεία του ανθρώπου.

Φθνιπωρινή ερείκη (Erica verticillata)

Το ρείκι (Erica manipuliflora, ερείκη η σπονδυλανθής) ανήκει στην οικογένεια των Ερεικωδών. Ως βότανο περιέχει αλκαλοειδή, αρμπουτίνη, κιτρικό και φουμαρικό οξύ, πτητικό έλαιο, τανίνη και καροτίνη. Έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως σαν φαρμακευτικό φυτό στις ορεινές περιοχές της Ευρώπης, όπου υπάρχει αυτοφυές σε ολόκληρες εκτάσεις. Οι θεραπευτικές ιδιότητες του βοτάνου έχουν καταγραφεί ήδη από τον Μεσαίωνα, αφού αναφέρονται σε βιβλία του 7ου αιώνα μ.Χ.

Στην Ελλάδα υπάρχουν τέσσερα φυτά της οικογένειας των Ερεικωδών από την νεκταροέκκριση των οποίων παράγονται αντιστοιχοι τύποι μελιών. Η Φθνιπωρινή ερείκη γνωστή και ως σούσουρα (Erica verticillata), η ανοιξιάτικη ερείκη (Erica arborea), η Κουμαριά (Arbutus unedo) και το Ροδόδεντρο (Rhododendron). Το μέλι που παράγεται από τα τέσσερα αυτά φυτά έχει διαφορετικές ιδιότητες γι αυτό και εξετάζεται χωριστά.

Το μέλι της Φθινοπωρινής ερείκης (σούσουρας). Παράγεται σε μεγάλες ποσότητες σε αρκετές περιοχές της χώρας. Είναι προϊόν με ιδιαίτερα υψηλή θρεπτική αξία.

Από τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά (Πίνακας) ξεχωρίζουν οι τιμές υγρασίας που είναι συγκριτικά με άλλες κατηγορίες μελιού υψηλές, μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβαίνουν το όριο των αγορανομικών διατάξεων (20%). Η υπέρβαση αυτή γίνεται δεκτή από τις αγορανομικές διατάξεις, ως ιδιομορφία κατ΄εξαίρεση για το ερεικόμελο. Η ηλεκτρική αγωγιμότητα είναι επίσης σχετικά υψηλή και βρίσκεται ανάμεσα στις τιμές των ανθόμελων και δασόμελων γεγονός που επιτρέπει την διάκριση του ερεικόμελου από τα άλλα ανθόμελα.

Το χρώμα του ερεικόμελου είναι κοκκινωπό, η οσμή και η γεύση χαρακτηριστική. Λόγω τις υψηλής φυσικής περιεκτικότητάς του σε γλυκόζη κρυσταλλώνει πολύ γρήγορα (1-3 μήνες) και γι αυτό δεν προσφέρεται για ανάμειξη με άλλα μέλια για δημιουργία εμπορικών τύπων (χαρμάνια).

Χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή γιατί ξινίζει πιο εύκολα από τα άλλα είδη μελιού λόγω της υψηλής του υγρασίας και της μεγάλης του περιεκτικότητας σε ζαχαρομύκητες.

Το ερεικόμελο θεωρείται υψηλής θρεπτικής αξίας και τονωτικό για τον ανθρώπινο οργανισμό, δεν υπάρχουν όμως δημοσιευμένα αποτελέσματα που να τεκμηριώνουν τις παρατηρήσεις αυτές.

Ανοιξιάτικο μέλι ερείκης. Το ανοιξιάτικο ρεικίσιο μέλι συγκριτικά με το φθινοπωρινό είναι ανοικτόχρωμο, έχει διαφορετική γεύση, και χαρακτηρίζεται από υψηλή συγκέντρωση γλυκόζης, η οποία πιθανόν να κυμανθεί υψηλότερα της φρουκτόζης.

Ανοιξιάτικη ερείκη (Erica arborea)

Θρεπτική αξία Ερεικόμελου

Το μέλι ερείκης έχει πολύ υψηλή βιολογική και θρεπτική αξία που οφείλεται κυρίως στα μέταλλα, τις πρωτεΐνες, τα αμινοξέα, τα ένζυμα και τις βιταμίνες του συμπλέγματος Β.

Το μέλι της ερείκης έχει μια ιδιαίτερα υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη (2%) σε σύγκριση με άλλες ποικιλίες μελιού.

Έχει επίσης αντισηπτικές και διουρητικές ιδιότητες.

Σε έρευνα του 2012 βρέθηκε ότι το μέλι από το φυτό ρείκι είχε την μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε φαινόλες. Επίσης, η υψηλή ποσότητα των αντιοξειδωτικών του μελιού ερείκης βοηθά στην απομάκρυνση των ελεύθερων ριζών που παράγονται ως αποτέλεσμα των μεταβολικών αντιδράσεων και αλληλεπιδράσεων με τους εξωτερικούς ρύπους του περιβάλλοντος. Η εξόντωση αυτών των ελευθέρων ριζών προλαμβάνει τη γήρανση και βελτιώνει τη γενική υγεία.

πηγές: Ταυτότητα Ελληνικού μελιού, Θρασυβούλου, Μανίκης, 1o Επιστημονικό Συνέδριο Μελισσοκομίας-Σηροτροφίας
healthywithhoney.com, herb.gr, iatropedia.gr, omse.gr
Επιμέλεια: MelissokomiaNet.gr

5 Πράγματα που κάνουμε καθημερινά και βλάπτουν τις μέλισσες

Δεν είναι μυστικό ότι οι μέλισσες υποφέρουν. Η διαταραχή κατάρρευσης αποικιών (CCD), μαστίζει τους μελισσοκόμους τα τελευταία 10 χρόνια. Ενώ η διαταραχή είναι σε μικρή πτώση, σχεδόν το ένα τέταρτο των κυψελών δεν θα βγάλει το χειμώνα του τρέχοντος έτους. Οι ερευνητές ακόμη δεν έχουν καταλήξει στο τι προκαλεί τη CCD, αλλά γενικά πιστεύεται πως είναι ένας συνδυασμός από θανατηφόρους παράγοντες όπως η αλόγιστη χρήση παρασιτοκτόνων στις καλλιέργειες, ακάρεα που ταλαιπωρούν τις μέλισσες, στρες και απώλεια φυσικού περιβάλλοντος. Αυτό θα πρέπει να μας ανησυχήσει όλους γιατί η επάρκεια τροφής θα μειωθεί δραστικά χωρίς τις μέλισσες να επικονιάζουν τις καλλιέργειες. Ποιες είναι όμως αυτές οι καθημερινές συνήθειες που συμβάλλουν στη μείωση των μελισσών;

Το μέλι που χρησιμοποιούμε δεν είναι ντόπιο
Το να επιλέξουμε το καλύτερο μέλι μοιάζει περίπλοκο. Υπάρχουν δεκάδες μάρκες, χρώματα, γεύσεις αλλά ο μόνος κανόνας που πρέπει πραγματικά να ακολουθήσουμε κατά την αγορά του μελιού είναι να το πάρουμε από ένα αξιόπιστο τοπικό μελισσοκομείο. Εξαιτίας της CCD, οι συγκυρίες είναι σκληρές για να είσαι μελισσοκόμος και τα μελισσοκομεία χρειάζονται τη στήριξη μας προκειμένου να αντικαθιστούν τις χαμένες αποικίες και να διατηρούν τα μελίσσια υγιή. Ακόμη, με την αγορά ντόπιου μελιού στηρίζουμε τους ντόπιους αγρότες που βασίζονται σε αυτές τις μέλισσες για να επικονιάσουν τις καλλιέργειες τους. Ναι, το μέλι από ένα τοπικό μελισσοκομείο μπορεί να είναι πιο ακριβό από κάποιας φίρμας που μπορούμε να βρούμε στο super market αλλά πληρώνουμε για ένα προϊόν ποιότητας και επιπλέον στηρίζουμε έναν ζωτικό κλάδο της περιοχής μας.

Δεν αγοράζουμε βιολογικά προϊόντα
Μέχρι τώρα, δεν είναι μυστικό ότι τα φυτοφάρμακα είναι ο χειρότερος εχθρός μιας μέλισσας. Οι μέλισσες είναι ιδιαίτερα ευάλωτες σε μια συγκεκριμένη κατηγορία φυτοφαρμάκων που ονομάζεται νεονικοτινοειδή. Η Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (EPA) δήλωσε πρόσφατα ότι τα νεονικοτινοειδή είναι μια μακροπρόθεσμη απειλή για τις μέλισσες. Πιο πρόσφατα, ερευνητές στη Γερμανία, διαπίστωσαν επίσης ότι τα νεονικοτινοειδή είναι πιθανόν ένας βασικός παράγοντας για την εκτεταμένη θνησιμότητα των μελισσών. Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, διότι εξακολουθούμε να βασιζόμαστε στις μέλισσες για την επικονίαση των τροφίμων μας, όπως τα αμύγδαλα, τα ροδάκινα, τις κολοκύθες, για να αναφέρουμε μερικά, καθώς και ορισμένες καλλιέργειες ζωοτροφών για την κτηνοτροφία, όπως η μηδική. Όταν χρησιμοποιούμε εντομοκτόνα, που είναι θανατηφόρα για τις μέλισσες, στις καλλιέργειες που καλούνται να γονιμοποιήσουν, απειλούμε την επάρκεια τροφής. Η αγορά βιολογικών τροφίμων είναι καλή και για τις μέλισσες και τους ανθρώπους, και στέλνει ένα μήνυμα προς τους παραγωγούς για το τι εκτιμούμε ως καταναλωτές.

Αγνοούμε την οικονομική επίπτωση του φαινομένου της μείωσης των μελισσών
Η διαταραχή κατάρρευσης αποικιών (CCD) επηρεάζει το πορτοφόλι μας με πολύ απτούς τρόπους. Όλοι μας βασίζουμε το δείπνο μας στις μέλισσες, καθώς χωρίς αυτές τα αποθέματα τροφίμων κινδυνεύουν και κάθε μπουκιά θα στοιχίζει περισσότερο. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Λευκού Οίκου οι μέλισσες συμβάλλουν περίπου 15 δισεκατομμύρια δολάρια στην οικονομία των ΗΠΑ ετησίως. Οι καλλιεργητές νοικιάζουν μελίσσια από μελισσοκόμους για να επικονιάσουν τις καλλιέργειες τους. Πριν την CCD πλήρωναν περίπου 50 δολάρια την κυψέλη, τώρα τους στοιχίζει 175 ή και παραπάνω. Η αύξηση αυτή της τιμής μετακυλίεται στην τιμή των τροφίμων και θα μπορούσε να είναι και χειρότερα. Το BBC News αναφέρει ότι χωρίς τις μέλισσες, ο μόνος τρόπος για να γονιμοποιηθούν αυτές οι βασικές καλλιέργειες θα ήταν να προσλάβουμε ανθρώπους να διαδώσουν τη γύρη των φυτών με ξεσκονιστήρια από φτερά, κάτι που ήδη συμβαίνει σε ορισμένες περιοχές της Κίνας. Οι εκτιμήσεις από το Πανεπιστήμιο του Reading στην Αγγλία δείχνουν πως αυτό θα μπορούσε να υπερδιπλασιάσει την τιμή των τροφίμων, ακόμη και αν αυτοί οι εργαζόμενοι πληρώνονταν με τον κατώτατο μισθό του Ηνωμένου Βασιλείου. Όταν βλέπει κανείς αυτή την πλευρά του προβλήματος, καταλαβαίνει πως συμφέρει να επενδύσουμε στην έρευνα για τους επικονιαστές.

Φυτεύουμε μόνο γκαζόν στην αυλή μας
Οι μέλισσες μπορούν να ταξιδέψουν μέχρι και 4 χιλιόμετρα όταν ψάχνουν για τροφή. Ακόμα και αν δεν έχουμε μια κυψέλη στην αυλή μας, μπορούμε να βοηθήσουμε τις πεινασμένες μέλισσες, δημιουργώντας ένα βιότοπο φιλικό προς τις μέλισσες (οι γηγενείς επικονιαστές θα επωφεληθούν, επίσης!). Συνιστάται λοιπόν η φύτευση πολλών εγχώριων ποικιλιών. Οι μέλισσες προτιμούν ποικιλίες με μονές κορυφές λουλουδιών, όπως οι κατιφέδες, επειδή έχουν ευκολότερη πρόσβαση στη γύρη. Αγαπούν επίσης το τριφύλλι, γι’ αυτό ας δοκιμάσουμε να ρίξουμε στην αυλή μας σπόρους τριφυλλιού· θα αναζωογονήσει και το γκαζόν μας.

Δεν παίρνουμε στα σοβαρά την κλιματική αλλαγή
Σύμφωνα με το Συμβούλιο Άμυνας Φυσικών Πόρων, η υπερθέρμανση του πλανήτη θα μπορούσε να δημιουργήσει έναν αποσυντονισμό μεταξύ των μελισσών και των ανθοφοριών: Οι μέλισσες δεν θα μπορούν να επιβιώσουν αν βγουν από το χειμώνα πριν τα λουλούδια ξεκινήσουν να ανθίζουν. Η αλλαγή του κλίματος θα μπορούσε επίσης να προκαλέσει μια αποσύνδεση μεταξύ των ποικιλιών λουλουδιών και μελισσών, που σημαίνει ότι σημαντικές πηγές τροφίμων δεν θα μπορούν πλέον να αναπτυχθούν σε περιοχές όπου ζουν οι μέλισσες. Μπορούμε να βοηθήσουμε πιέζοντας τους νομοθέτες μας να αναλάβουν δράση για την κλιματική αλλαγή και τη διατήρηση των επικονιαστών και παίρνοντας μέτρα για τη μείωση της προσωπικής μας επίδρασης στην κλιματική αλλαγή.

πηγή: rodalesorganiclife.com

Όταν μας τσιμπούν οι μέλισσες

Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί όταν μας τσιμπάει η μέλισσα πρήζεται το χέρι μας; Γνωρίζετε ότι οι μελισσοκόμοι σπάνια πάσχουν από την πάθηση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας; Σήμερα θα μπούμε στον μαγικό κόσμο των μελισσών και θα δώσουμε πληροφορίες για το ενδιαφέρον όπλο που διαθέτουν.

Η  μέλισσα παράγει δηλητήριο από έναν ειδικό αδένα και το αποθηκεύει σε μια κύστη για να το χρησιμοποιήσει εναντίον των εχθρών της μέσω του κεντριού της. Η παραγωγή ξεκινά με  την εκκόλαψη της εργάτριας μέλισσας και η ποσότητα αυξάνει σταδιακά κάθε μέρα μέχρι τη μέγιστη ποσότητα (0,3 mg), όταν γίνει 20 περίπου ημερών. Η ηλικιωμένη μέλισσα δεν μπορεί να ανανεώσει το δηλητήριο, αν τύχει και το χρησιμοποιήσει.

Όταν η εργάτρια κεντρίσει εξαπολύοντας το δηλητήριο της, συνήθως χάνει το κεντρί της και μετά από λίγο πεθαίνει. Το κεντρί παραμένει στον ιστό του θύματος και συνεχίζει να διοχετεύει δηλητήριο για 30-60 δευτερόλεπτα καθώς οι περιβάλλοντες μύες εξακολουθούν να συσπώνται.  Όταν μας τσιμπάει λοιπόν μια μέλισσα, είναι κρίσιμο να αφαιρέσουμε άμεσα το κεντρί για να μειώσουμε την ποσότητα του δηλητηρίου που εισέρχεται στο δέρμα μας. Αν και η θανατηφόρος δόση για τον άνθρωπο είναι εκατοντάδες τσιμπήματα, εντούτοις, οι θάνατοι από ένα ή περισσότερα τσιμπήματα μέλισσας οφείλονται σε αλλεργικές αντιδράσεις που καταλήγουν σε ανακοπή ή πνιγμό εξαιτίας οιδήματος στον λαιμό ή το στόμα.

Το δηλητήριο της μέλισσας είναι μια σύνθετη ουσία με υψηλό ποσοστό υγρασίας (πάνω από 80%), πικρή γεύση, όξινη αντίδραση και χαρακτηριστικό άρωμα. Το κυριότερο συστατικό του δηλητηρίου είναι το πεμπτίδιο μελιτίνη, που όταν εισαχθεί μέσα στο ζωικό ιστό ελευθερώνει ισταμίνη από τα μαστικά κύτταρα  και αιμολύει (σπάζει) τα ερυθρά αιμοσφαίρια, προκαλώντας πόνο και πρήξιμο. Το δηλητήριο περιέχει αρκετές ουσίες που είναι ενδιαφέρουσες από βιοχημικής και φαρμακολογικής σκοπιάς. Οι κυριότερες ουσίες είναι οι: μελιτίνη, απαμίνη, ισταμίνη, ντοπαμίνη, φωσφολιπάση Α, υαλουρπνιδάση.

Μέχρι σήμερα, το δηλητήριο μελισσών είναι αποδεκτό και νόμιμο ιατρικά στον δυτικό κόσμο για την απευαισθητοποίηση ατόμων που είναι υπερευαίσθητα (αλλεργικά) στο τσίμπημα των μελισσών. Όμως το δηλητήριο χρησιμοποιείται και σε διάφορα σκευάσματα για την αντιμετώπιση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας και άλλων ασθενειών. Η ιδέα για τη  θεραπεία της ρευματοειδούς  αρθρίτιδας είναι πολύ παλιά και βασίζεται κατά ένα μέρος στο γεγονός ότι οι μελισσοκόμοι οι οποίοι δέχονται αρκετά τσιμπήματα σπάνια πάσχουν από την πάθηση αυτή.

Για την παραγωγή δηλητηρίου από τις μέλισσες αξιοποιείται η χρήση μικρής τάσης ηλεκτρικού ρεύματος καθώς προκαλείται στις εργάτριες μέλισσες η διάθεση να κεντρίσουν. Συγκεκριμένα, σε κυψέλες με βαθύ πυθμένα τοποθετείται ένα συρμάτινο πλέγμα που καλύπτεται με νάιλον και μπορούμε με αυτό να προκαλέσουμε ηλεκτρικό σοκ. Οι ερεθισμένες εργάτριες κεντρίζουν το νάιλον, που επενδύει τη συσκευή και αφήνουν το δηλητήριο τους, χωρίς να χάνουν το κεντρί τους. Το δηλητήριο μαζεύεται σε κρυσταλλική μορφή επάνω σε γυάλινη πλάκα, που βρίσκεται κάτω από το νάιλον. Μέσα σε πέντε λεπτά της ώρας είναι απαραίτητο να μεταφερθεί η συσκευή στο πυθμένα άλλη κυψέλης. Με τη μέθοδο αυτή μπορεί να συλλεχθεί 1 g ξηρού δηλητηρίου από 20 περίπου μελίσσια.

πηγή: bostanistas.gr (του Κώστα Λιονουδάκη)

Εως και 600 χρόνια «ζει» ένα πλαστικό στη θάλασσα

Σε όλους μας  έχει τύχει σε κάποια καλοκαιρινή βουτιά να βρούμε μπερδεμένη στα βράχια μια πετονιά. Αυτό που δεν γνωρίζουμε είναι ότι η πετονιά θα βρίσκεται εκεί –ή γενικά στο οικοσύστημα– για ακόμα… 600 χρόνια, μέχρις ότου αποσυντεθεί. Αντίστοιχα, ένα μπουκάλι χρειάζεται 500 χρόνια για να διαλυθεί, ένας αναπτήρας 100, μια πλαστική σακούλα 55, ένα αποτσίγαρο έως 5 χρόνια.

Τα ενδιαφέροντα στοιχεία φέρνει στο φως η Greenpeace, στο πλαίσιο εκστρατείας για τον περιορισμό των πλαστικών που καταλήγουν στις θάλασσές μας. Η οργάνωση προχωρεί στη συγκέντρωση υπογραφών ώστε ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος να τηρήσει μια δυναμική στάση κατά την επικείμενη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού σχεδίου δράσης για την κυκλική οικονομία. Και παράλληλα ενημερώνει τους πολίτες για τις συνέπειες στο οικοσύστημα και στην υγεία μας από την απόρριψη πλαστικών στη θάλασσα.

«Τα πλαστικά αντικείμενα μιας χρήσης, αν και χρησιμοποιούνται για ελάχιστα λεπτά, παραμένουν στο περιβάλλον επί δεκαετίες, ακόμη και εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια. Ο τρόπος με τον οποίον αξιοποιούμε αυτόν τον πολύτιμο πόρο αποτελεί μια τεράστια πληγή τόσο για την οικονομία μας, όσο και για το φυσικό μας περιβάλλον. Απαιτείται μια ριζική αναθεώρηση των καταναλωτικών μας συνηθειών, αλλά και των πολιτικών αποφάσεων που χρειάζονται για τη δημιουργία μιας οικονομίας όπου η αξία των προϊόντων και των υλικών θα διατηρείται εντός της οικονομίας για όσο το δυνατόν περισσότερο», αναφέρει ο Άλκης Καφετζής, υπεύθυνος της εκστρατείας για το θαλάσσιο περιβάλλον στο ελληνικό γραφείο της Greenpeace.

Σύμφωνα με την οργάνωση, στη Μεσόγειο επιπλέουν 1.455 τόνοι πλαστικού, ενώ πλαστικά σκουπίδια έχουν εντοπιστεί σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του βυθού της, από την επιφάνεια της θάλασσας μέχρι τα μεγαλύτερα βάθη της και σε όλο το μήκος της ακτογραμμής της. Στην Ελλάδα από τους 180.000 έως 300.000 τόνους πλαστικής συσκευασίας που παράγονται ετησίως (το σύνολο της ετήσιας ζήτησης σε πλαστικό υπολογίζεται κοντά στους 500.000 τόνους), μόλις ένα μικρό ποσοστό από αυτήν την ποσότητα ανακυκλώνεται εξαιτίας της ανεπάρκειας του συστήματος διαχείρισης απορριμμάτων και της απουσίας ενός θεσμικού πλαισίου που αποθαρρύνει την παραγωγή και ζήτηση πλαστικού μίας χρήσης.

πηγή: Καθημερινή