Η γυναίκα που δεν φορούσε μαύρο βέλο

Η γυναίκα που εξημέρωσε την αγριότερη φυλή μελισσών, την αντανσονάι της Ροδεσίας, σχεδόν ποτέ δεν φόρεσε την προστατευτική κεφαλοκαλύπτρα με το μαύρο βέλο.

Αθήνα 1926. «Ημουν 15 χρόνων όταν ο σοφέρ της θείας μου παρακάλεσε να βάλει δύο μελίσσια μέσα στο κτήμα της στα Λιόσια. Ο καθηγητής της Γεωπονικής Σχολής Σπύρος Βαλλιάνος, φίλος οικογενειακός, φέρνει τους 20 φοιτητές του επίσκεψη. Κανένα αγόρι δεν έβαζε το χέρι του μέσα στην κυψέλη από φόβο. «Εσύ φοβάσαι να ακουμπήσεις τις μέλισσες;», με ρωτά ο καθηγητής. Και έβαλα το χέρι μου από ντροπή. Αυτό ήταν. Οι μέλισσες άρχισαν να με ψάχνουν και να με χαϊδεύουν. Κατάλαβα πως θα γίνω μελισσουργός».

Η Πηνελόπη Παπαδοπούλου στην Κρήτη.
Η φωτογραφία έχει δημοσιευτεί με την άδεια του Ιδρύματος Eva Crane Trust
στο οποίο ανήκουν τα δικαιώματα. www.evacranetrust.org

Λίγο μετά η κυρία Πηνελόπη Παπαδοπούλου θα γίνει δεκτή στις παραδόσεις της Ανωτάτης Γεωπονικής. «Έτσι κι αλλιώς δεν πίστευαν ότι ένα κορίτσι θα ασχοληθεί σοβαρά με όλα τούτα». Και όμως. Αποφοιτώντας, να ‘την που διευθύνει τη μεγαλύτερη τότε μονάδα, στη Λοκρίδα, με 500 ευρωπαϊκές κυψέλες. Ζωή τραχιά, αγροτική. Η μικρούλα κοινωνία των εντόμων μεταφερόταν στον Μώλο και στις τσοπανολάτες για να τρυγήσουν θυμάρι οι μέλισσες.

Η Πόπη όμως ήταν ανήσυχο πνεύμα. Μοζαμβίκη, Ιράν, Ν. Αφρική, Ρουμανία, Μαυρίκιος. Χώρες που περιέτρεξε με τη ζαχαρί (και όχι μελί) Mercedes ειδικής κατασκευής με υψηλότερες ρόδες. Στο διαβατήριό της υπήρχε μια ειδική στάμπα: Queen Bee.

Στη Ροδεσία (στα εδάφη της σημερινής Ζιμπάμπουε) οι φονικές μέλισσες αντανσονάι (Apis mellifera adansonii) τρομοκρατούσαν τον πληθυσμό. Μέχρι το 1962 ελάχιστοι άνθρωποι διατηρούσαν μέλισσες κυρίως λόγω έλλειψης γνώσης και της επιθετικότητας των μελισσών αυτών. Αυτό εξήψε το ενδιαφέρον της Παπαδοπούλου και έτσι ταξίδεψε εκεί για να μελετήσει τις πιο άγριες μέλισσες του κόσμου. Χρειάστηκε μόλις δύο χρόνια για να μάθει τα χούγια των επικίνδυνων αυτών εντόμων. Δεν συμπαθούσαν την πούδρα Arden που χρησιμοποιούσε! Την άλλαξε. Θύμωναν με το μαύρο χρώμα. Το κατήργησε. Έλκονταν από το απαλό κίτρινο και το γαλάζιο. Τέτοια φουστάνια καθιέρωσε.

Η Apis Mellifera adansonii

«Οι μέλισσες εκείνες έχουν 2.000 μάτια, το καθένα με το νεύρο του, που απολήγει στον εγκέφαλο. Το κόκκινο δεν το βλέπουν καθόλου, το άσπρο το βλέπουν ιώδες, το πράσινο και το πορτοκαλί ίδια. Μόλις τις πλησίαζα έπρεπε να μείνω για λίγο ακίνητη. Να τους δώσω τον χρόνο να «συνειδητοποιήσουν» την παρουσία μου. Οι μέλισσες ερεθίζονται επειδή αισθάνονται απειλή. Τότε μονάχα σας τσιμπούν». Η κυρία Παπαδοπούλου θα δείξει στους Ροδεσιανούς πώς να σπρώχνουν με μαχαιράκι ή με το νύχι το κεντρί. «Ένα κεντρί ελικοειδές που διαχέει το δηλητήριο σε 20 λεπτά, άρα πρέπει να δράσουμε σύντομα».

Στη Ροδεσία βρήκε μια χώρα που υπέφερε από την φτώχεια. Εκεί, η τεχνητή κυψέλη ήταν πάντοτε κρεμασμένη σε ψηλά κλαδιά δέντρων και για αυτό κάπως δυσλειτουργική. Το 1966 η Παπαδοπούλου εισήγαγε για πρώτη φορά στην Αφρικανική ήπειρο το ανάστομο κοφίνι από την Σαλαμίνα, το οποίο έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τους ντόπιους, καθώς δε μπορούσαν να αντέξουν οικονομικά τις σύγχρονες κυψέλες με τα κινητά πλαίσια. Εμπνεόμενοι από την λογική του, δηλαδή τα ειδικής διαμόρφωσης κινητά ξυλάκια πάνω στα οποία χτίζουν ελεύθερα οι μέλισσες, ξεκινούν να πειραματίζονται με ό,τι υλικά βρίσκουν γύρω τους, μετατρέποντας αρχικά ξύλινα κιβώτια φρούτων σε ένα είδος μακρόστενης κυψέλης, που σταδιακά εξελίχθηκε σ’ αυτό που διεθνώς σήμερα ονομάζουμε τοπ μπαρ. Μια κυψέλη που χαίρει μεγάλης εκτίμησης λόγω του μηδαμινού κεφαλαίου έναρξης.

Αριστερά το ανάστομο κοφίνι και δεξιά η κυψέλη τοπ μπαρ.

Πειραματίστηκε ανεπιτυχώς με την ελεγχόμενη σύζευξη βασιλισσών. Δεκατρία χρόνια έζησε εκεί. Προφανώς η παρουσία μιας γυναίκας στην επιστημονική κοινότητα την εποχή εκείνη προκαλούσε αμηχανία.«Δεν πολυέδωσα σημασία. Δεν είχαν άδικο, τους χαλούσα τις συνήθειες. Έμπαινα στα γραφεία και κατέβαζαν τα πόδια τους από τα γραφεία, πρόσεχαν πώς μιλούσαν μεταξύ τους. Ε, είναι και η Πόπη μπροστά, λέγανε.»

Επιστρέφει στην Ελλάδα. Δύσκολη η προσαρμογή. Βρίσκει τη μεταπολεμική Αθήνα ριζικά αλλαγμένη. Στην πατρίδα μας ο κύκλος του μέλιτος την αναγνωρίζει ως αυθεντία. Κάποια στιγμή, την δεκαετία του 1980 επιχείρησε να μεταδώσει τις γνώσεις της στην Κρήτη, μαζί με την φίλη της Εύα Κρέιν, μια απ’ τις σημαντικότερες ερευνήτριες και συγγραφείς μελισσοκομίας του 20ου αιώνα. «Εκεί οι άντρες ήταν σκληροί. Δεν δέχτηκαν να διδαχτούν από μία γυναίκα οπότε άρχισα να διδάσκω τις γυναίκες τους. Όταν αυτές τα κατάφεραν καλύτερα απ’ τους άντρες τους, τότε ήρθαν κι αυτοί να παρακολουθήσουν τα μαθήματα.»

Κάποτε, τυπικά τουλάχιστον, ήρθε η σύνταξη. Σταμάτησε να οδηγεί. Μαζί με τα αντανακλαστικά, όπως έλεγε, αμβλύνεται και η οξύτης των αισθητηρίων. «Πριν από κάθε διεθνή έκθεση σταματούσα το κάπνισμα για μερικές εβδομάδες. Δοκιμάζοντας εκατοντάδες μέλια μπορούσα να διακρίνω ποιο είχε υποστεί θερμική «ταλαιπωρία» και σε πόσους βαθμούς. Οι συσκευαστές ζεσταίνουν τα μέλια για δύο λόγους, για να διευκολύνουν την ανάμειξη και να αποφύγουν την κρυστάλλωση, το ζαχάρωμα. Πλην, πέραν των 65 βαθμών τα βιολογικά στοιχεία του μελιού αλλοιούνται. Μα κι έτσι ακόμη το μέλι είναι προτιμότερο από τη ζάχαρη».

Η Μητέρα της Μελισσουργίας, ήταν μια ανεκτίμητη κιβωτός εμπειρίας, διέθετε τη φλόγα και το ταλέντο να μεταδίδει τις γνώσεις της με απλότητα. Οι μέλισσες ήταν η οικογένεια και ο κόσμος της. Μοναδική παράδοξη ρωγμή; Δεν έτρωγε μέλι!

πηγές – βιβλιογραφία:
Το Βήμα (12 Ιανουαρίου 1997) – Η Βασίλισσα Μητέρα της μελισσοκομίας
Μελισσοκομική Επιθεώρηση: Η γυναίκα που πέταξε (έρευνα – μελέτη του Θανάση Μπίκου 2008)
Beeconomy: What Women and Bees Can Teach Us about Local Trade and the Global Market
Beekeeping in the Mediterranean- From Antiquity to the present
The First Top Bar Hive with Fully Interchangeable Combs

«Honeyland»: Το ντοκιμαντέρ-ύμνος στην τέχνη της παραδοσιακής μελισσοκομίας

Ξεχώρισε αμέσως στο φεστιβάλ του Sundance, μαζεύοντας από εκεί το βραβείο του καλύτερου διεθνούς ντοκιμαντέρ αλλά και ειδικό βραβείο για τη φωτογραφία του, και από τότε συνεχίζει μια πολύ πετυχημένη πορεία στα φεστιβάλ όλου του κόσμου.

Το «Honeyland» των Ταμάρα Κοτέφσκα και Λιούμπομιρ Στεφάνοφ, ακολουθεί την καθημερινότητα μιας γυναίκας που ζει με την ηλικιωμένη μητέρα της σε ένα εγκαταλελειμμένο χωριό της Βόρειας Μακεδονίας, κι επιβιώνει συλλέγοντας το μέλι από τα ημιάγρια μελίσσια της, με τον παραδοσιακό τρόπο, διατηρώντας την αναλογία 50-50. Παίρνοντας δηλαδή το μισό για εκείνη και αφήνοντας το άλλο μισό για τις μέλισσες.

Οταν μια θορυβώδης οικογένεια έρθει να εγκατασταθεί δίπλα της, η μοναξιά της θα αποκτήσει παρέα, όταν όμως εκείνοι αποφασίσουν να ασχοληθούν με την μελισσοκομία, με μοντέρνες μεθόδους παραγωγής, παραβλέποντας τον κανόνα του μισού-μισού, η ισορροπία και η ίδια της η ζωή θα διαταραχθεί με τρόπους απρόβλεπτους και σκληρούς.

Γεμάτο υπέροχες εικόνες και μια πρωταγωνίστρια που δεν είναι τίποτα λιγότερο από μαγνητική, με μια συναρπαστική «μυθοπλασία» να αναδύεται από την παρατήρηση και τον χρόνο που οι σκηνοθέτες περνάνε μαζί της, το φιλμ ξετυλίγεται σαν μια συναρπαστική παραβολή για έναν τρόπο ζωής και μια ισορροπία ανάμεσα στον άνθρωπο και την φύση, που ίσως έχει χαθεί οριστικά.

Πηγές: cinemagazine.gr / flix.gr

Ο μελισσοκόμος που κατάφερε να συνεργαστεί με τις αρκούδες

Είναι γνωστό ότι οι αρκούδες αγαπούν το μέλι και πολλές φορές φτάνουν στα άκρα για να το αποκτήσουν. Έτσι προκαλούν έναν επιπλέον πονοκέφαλο στους μελισσοκόμους, μιας και είναι ικανές να καταστρέψουν ένα ολόκληρο μελισσοκομείο μέσα σε λίγη ώρα.

Ωστόσο, ο Τούρκος μελισσοκόμος Ibrahim Sedef, που ζει στην Τραπεζούντα, βρήκε έναν πρωτότυπο τρόπο να τις κρατήσει μακριά από τις κυψέλες του. Αφού είδε και απόειδε με τις αρκούδες, αρχικά προσπάθησε να προστατεύσει τις κυψέλες του, τοποθετώντας γύρω τους μεταλλικά κλουβιά.

Στη συνέχεια τους άφησε διάφορα τρόφιμα όπως ψωμί και φρούτα, σε μια προσπάθεια να τις αποτρέψει απ’ το να καταστρέψουν τα μελίσσια του. Ωστόσο, τίποτα απ’ αυτά δεν λειτούργησε και έτσι αποφάσισε να εγκαταστήσει κάμερες ώστε να μελετήσει την συμπεριφορά τους.

Του ήρθε με μια λαμπρή ιδέα! Μετέτρεψε τις αρκούδες σε γευσιγνώστες μελιού. Σε ένα τραπέζι τοποθέτησε 4 διαφορετικές ποικιλίες μελιού για τις αρκούδες και κατέγραψε σε κάμερα τις προτιμήσεις τους. Αποδείχτηκε ότι οι αρκούδες όχι μόνο ξέρουν από καλό μέλι αλλά έχουν και ακριβό γούστο!

Οι αρκούδες έδειξαν προτίμηση στο μέλι Ανζέρ, το οποίο κατανάλωσαν πρώτο, ενώ άφησαν για το τέλος το μέλι από άνθη κερασιού. Το μέλι Ανζέρ παράγεται σε υψόμετρο 3.000 έως 3500 μέτρων στην περιοχή του Πόντου, από διάφορα είδη αλπικών λουλουδιών, εκ των οποίων τα 90 ενδημικά.

Η τιμή του φτάνει τα 250 ευρώ και θεωρείται ένα απ’ τα ακριβότερα και σπανιότερα μέλια.

 

Το μέλι του μεγάλου υψομέτρου και οι μέλισσες της οροσειράς Πουέμπλα στο Μεξικό

Στην οροσειρά Σιέρα Νόρτε στο Μεξικό ζει μια ξεχωριστή μέλισσα. Γνωστή τοπικά ως «Pisilnekmej» η Scaptotrigona Mexicana είναι μέλος της γηγενούς στην αμερικανική ήπειρο, μέλισσας χωρίς κεντρί.

Εκτρέφεται από αυτόχθονες κοινότητες σε παραδοσιακές πήλινες κυψέλες, που μοιάζουν με δύο γλάστρες ενωμένες μεταξύ τους, οι οποίες σφραγίζονται μαζί με μια υγρή πάστα στάχτης. Το παραγόμενο μέλι χρησιμοποιείται από τους ντόπιους και ως τρόφιμο αλλά και ως φάρμακο. Η γεύση του είναι αρκετά πικάντικη, θα την χαρακτηρίζαμε πολύπλοκη με αρωματικές νότες από αιθέρια έλαια.

Όταν ο καιρός είναι πολύ κρύος τα σκεύη αυτά που χρησιμοποιούνται ως κυψέλες, συνήθως καλύπτονται με μια κουβέρτα. Μάλιστα αν υπάρχει πένθος στο σπίτι, από τυχόν θάνατο κάποιου προσώπου, φτιάχνουν έναν σταυρό από ασβέστη και τοποθετούν μεγάλα κλαδιά πάνω στις κυψέλες για να προστατευτούν από τον «κακό αέρα». Γενικά πιστεύουν ότι πρέπει να υπάρχει αρμονία στο σπίτι, διαφορετικά οι μέλισσες φεύγουν.

Η μέλισσα Scaptotrigona Mexicana είναι ένα είδος που εξελίχθηκε παράλληλα με το τοπικό οικοσύστημα. Μέσα από την αναπαραγωγή, έχει αλληλεπιδράσει στενά με τα παραδοσιακά αγρο-οικοσυστήματα, όπως το milpa και το koujtakiloyan, ένα ιδιαίτερα διαφοροποιημένο σύστημα αγροδασοκομίας για καλλιέργεια καφέ. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι συνέβαλε στη διατήρηση του πλούτου της φυσικής χλωρίδας.

Η επικονίαση, για παράδειγμα, βελτιώνει την παραγωγή σοδειών όπως της πιπεριάς, του καφέ, της σαποντίγια αλλά και άλλων. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την εκτροφή μελισσών, οπότε ο αριθμός των παραγωγών μελιού στην περιοχή αυξάνεται. Επιπλέον, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι η άσκηση της μελισσοκομίας σημαίνει και διακοπή της χρήσης ζιζανιοκτόνων και χημικών ουσιών.

Οι δεντροκυψέλες του δάσους Ναλιμπόκι

Ο Jonathan Powell αφηγείται την επίσκεψή του στο δάσος Ναλιμπόκι, όπου ο Ivan Mulin, θεματοφύλακας μιας παραδοσιακής μελισσοκομικής παράδοσης της Λευκορωσίας και η ομάδα του, αναβιώνουν την μέθοδο των δεντροκυψελών.

Δεντροκυψέλη

Η Λευκορωσία υπήρξε μια απ’ τις σημαντικότερες χώρες, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μέλισσες πάνω στα δέντρα. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν γύρω στα 200 Μπορτ (τεχνητές κοιλότητες μέσα σε δέντρα τις οποίες δημιούργησαν άνθρωποι) που έχουν καταγραφεί πρόσφατα, όμως μόνο στο 1/4 εξ αυτών ζουν μέλισσες.

Δεντροκυψέλες ηλικίας 150 ετών οι οποίες αποκαταστάθηκαν και πάλι.

Υπάρχουν ακόμη 14.000 Κολόντα (κορμοί δέντρων που έχουν μετατραπεί σε δεντροκυψέλες), τα οποία βρίσκονται πάνω σε δέντρα, αλλά πολλά απ’ αυτά είχαν εγκαταλειφθεί τα τελευταία δέκα με είκοσι χρόνια. Σε περίπου 1.500 με 2.000 από αυτά ζουν μέλισσες.

Εγκαταλελειμμένο σπίτι στο δάσος του Ναλιμπόκι.

Σήμερα έχουν απομείνει περίπου 300 παραδοσιακοί μελισσοκόμοι. Ο αποδεκατισμός των χωριών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πυρηνική καταστροφή του Τσερνομπίλ στο νότο και εντατική εμπορική εκμετάλλευση των δασών τα τελευταία χρόνια, διέβρωσαν αυτή την παράδοση. Το δάσος έχει ένα τραγικό παρελθόν. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ολόκληρα χωριά καταστράφηκαν. Άνθρωποι σφαγιάστηκαν ή απελάθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

Πλατφόρμα ύψους 10 μέτρων που φιλοξενεί 3 κυψέλες.

Βαθύτερα μέσα στο βαλτώδες δάσος χιλιάδες παρτιζάνοι βρήκαν καταφύγιο από την φρίκη του πολέμου. Σήμερα μόνο 20 από τα 400 απομονωμένα ξύλινα σπίτια του δάσους παραμένουν από τη μεταπολεμική εποχή, και από αυτά μόνο 5 κατοικούνται. Αυτά τα σπίτια αποπνέουν μια θλίψη και μία γοητεία ταυτόχρονα.

Εγκαταλελειμμένο σπίτι στο δάσος του Ναλιμπόκι.

Ο Ivan ανακαινίζει δύο από αυτά τα σπίτια βαθιά μέσα στο δάσος, ώστε όποιος επιθυμεί να επισκεφτεί ένα από τα τελευταία μεγάλα παρθένα δάση της Ευρώπης και να παρακολουθήσει σεμινάρια σχετικά με την παραδοσιακή μελισσοκομία των δέντρων. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν επιστρέψει στο δάσος οχτώ αρκούδες, έτσι υπάρχουν πραγματικά σημάδια ελπίδας. Ο Ιβάν σταδιακά ξαναβάζει τις μέλισσες στα δεντρόσπιτα. 

Αυτό είναι πραγματικά ένας αγώνας αγάπης. Η αγάπη για το δάσος, η αγάπη για τις μέλισσες και η αγάπη για την άγρια ζωή. Ο Ιβάν με τη βοήθεια μερικών φίλων έδωσε και την ψυχή του για την αποκατάσταση του οικισμού. Βέβαια υπάρχει μια λίστα με πράγματα που πρέπει να γίνουν η οποία ίσως αποθάρρυνε πολλούς, αλλά δεν τα παρατάνε!

Ψιθυρίζοντας στις μέλισσες

Στην Νέα Αγγλία, του δέκατου ένατου αιώνα, υπήρχε η παράδοση να ψιθυρίζουν στις μέλισσες έπειτα από την απώλεια κάποιου αγαπημένου τους προσώπου. Αυτό το περίεργο έθιμο ήταν αρκετά συνηθισμένο την εποχή εκείνη, ενώ συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας, αλλά με διαφορετική μορφή. Η πιο διαδεδομένη και χαρακτηριστική απεικόνιση αυτής της παράδοσης συναντάται σε ένα ποίημα του 1858, του Τζον Γκρέινλαφ Ουιτιρ, με τίτλο Telling the Bees”.

The Bee Friend. Πίνακας του Χανς Τομά (1863)

Ένας ανώνυμος ομιλητής επιστρέφει στο σπίτι της αγαπημένης του μετά από απουσία ενός έτους. Περιγράφει την προηγούμενη επίσκεψή του εκεί με ιδιαίτερη λεπτομέρεια, πριν παρατηρήσει ότι τίποτα δεν άλλαξε. Η προσοχή του ομιλητή στρέφεται στα μελίσσια της οικογένειας, εξαιτίας των κινήσεων ενός μικρού κοριτσιού που τραγουδάει μια θλιβερή μελωδία καθώς σκεπάζει με ένα μαύρο ύφασμα τις κυψέλες.

Είναι φανερό από τις πράξεις της κοπέλας ότι κάτι κακό έχει συμβεί εδώ. Το σπίτι είναι βυθισμένο στο πένθος. Μια συνειδητοποίηση που μας μεταφέρει μια χειμωνιάτικη ψύχρα, μέσω του ομιλητή, ο οποίος πλέον αρχίζει να ακούει με προσοχή τη μελωδία του κοριτσιού. Αυτή σιγοτραγουδάει στις μέλισσες για κάποιον που ξεκίνησε για ένα ταξίδι που όλοι κάποτε θα κάνουμε. Η πρώτη του σκέψη είναι ότι ο αγαπημένος του παππούς έχει πεθάνει. Οι σκέψεις του διακόπτονται στη συνέχεια από τον γαύγισμα ενός σκύλου.

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Τσάρλς Νάπιερ Χέμυ The Widow (1895).

Αυτός γυρίζει το κεφάλι και κοιτάει. Εκεί, στην πόρτα, στέκεται ένας ηλικιωμένος, ο οποίος δείχνει αρκετά ζωντανός. Η κοπέλα συνεχίζει να τραγουδάει στις μέλισσες και τώρα μπορεί να καταλάβει τι τους λέει. «Μείνετε σπίτι, όμορφες μέλισσες, μην πετάξετε έξω. Η κυρία Μαίρη είναι νεκρή, πάει.» Μ’ αυτή τη φράση τελειώνει το ποίημα, προβάλλοντας τη σημασία των μελισσών σε ένα τελετουργικό που μεταφέρει ανθρώπινη θλίψη.

Ο ίδιος ο Γκρέινλαφ μπόρεσε να εντοπίσει αυτή την παράδοση, μέσα από τη λαογραφία της αγροτικής Νέας Αγγλίας. Όταν δημοσίευσε το ποίημα του σε μια εφημερίδα του 1858, περιέλαβε μια εισαγωγή όπου σημειώνει ότι αυτό το τελετουργικό ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα έχει αρχίσει να εξασθενεί. Σε μια επιστολή του, το ίδιο έτος, προς την συνάδελφό του ποιήτρια και συγγραφέα, Ρόουζ Τέρι Κουκ, εκφράζει την επιθυμία να διατηρηθεί το συγκεκριμένο λαϊκό τελετουργικό.

Η έμφαση που δίνει ο Γκρέινλαφ σε αυτή την έννοια της μετάδοσης σημαντικών πληροφοριών στις μέλισσες, υποδηλώνει ότι υπάρχει μια ξεχωριστή σχέση μεταξύ των μελισσών και των ανθρώπων, που είναι σημαντικό να διατηρηθεί. Οι μέλισσες δεν ενημερώνονταν μόνο για τους θανάτους μελών της οικογένειας, αλλά για όλα τα σημαντικά γεγονότα στη ζωή των κατόχων τους, όπως μακρινά ταξίδια, γεννήσεις και γάμους.

Γκραβούρα του 1856 του Ζυλ Γκέιλντρο σχετικά με το έθιμο.

Αυτό το έθιμο ίσως οφείλει την προέλευσή του στην Κελτική μυθολογία, όπου η παρουσία μέλισσας μετά από κάποιον θάνατο, σήμαινε ότι η ψυχή αποχωρίζεται από το σώμα. Η τελετουργία αυτή άκμασε κατά τον 18ο και 19ο αιώνα στις ΗΠΑ αλλά και την Δυτική Ευρώπη. Όταν κάποιο μέλος της οικογένειας πέθαινε, σκέπαζαν κάθε κυψέλη με ένα μαύρο ύφασμα έτσι ώστε οι μέλισσες να μοιράζονται το πένθος. Ήταν απαραίτητο η θλιβερή είδηση ​​να μεταδοθεί σε κάθε μία κυψέλη ξεχωριστά, χτυπώντας μια φορά και έπειτα ψιθυρίζοντας τα θλιβερά μαντάτα.

Ο Τσαρλς Φιτζέραλντ, Βρετανός μελισσοκόμος και πρύτανης, στο βιβλίο “A Book about Bees” που έγραψε το 1886, αναφέρει ότι αυτό το μήνυμα πρέπει να παραδοθεί στις κυψέλες τα μεσάνυχτα. Σε άλλες περιοχές, όπως στη Νέα Αγγλία απλώς σκέπαζαν με μαύρο ύφασμα τις κυψέλες και στη συνέχεια τραγουδούσαν τα νέα για τον νεκρό. Σε άλλες περιοχές πάλι μετέφεραν τις πληροφορίες ψιθυριστά.

Η Τάμι Χορν μια συγγραφέας μελετητής και μελισσοκόμος γράφει στο βιβλίο της “Bees in America” του 2005, ότι στο Νιου Χάμσαϊρ, οι ειδήσεις των θανάτων δεν έπρεπε απλώς να τραγουδιούνται αλλά έπρεπε οι στίχοι να έχουν και ομοιοκαταληξία. Μάλιστα έχει και ένα παράδειγμα που διασώζεται: «Bees, bees, awake! / Your master is dead, / And another you must take.» Αν οι μέλισσες βούιζαν μετά απ’ αυτό, θεωρούνταν καλός οιωνός. Η Χορν αναφέρει άλλο ένα τελετουργικό που συνδέεται με τον θάνατο, σύμφωνα με το οποίο ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας έπρεπε να μετατοπίσει όλες τις κυψέλες λίγο προς τα δεξιά, ώστε να σημάνει ότι μια μεγάλη αλλαγή έχει συμβεί.

Οι συνέπειες αν δεν το έλεγαν στις μέλισσες μπορούσαν να είναι τρομερές. Μια άλλη βικτοριανή βιολόγος, η Μάργκαρετ Ουόρνερ Μόρλεϊ, στο βιβλίο τηςThe Honey-Makers” του 1899, αναφέρει μια υπόθεση στο Νόρφολκ όπου ένας άνδρας αγόρασε μια κυψέλη μελισσών σε δημοπρασία. Όταν ο άνδρας επέστρεψε στο σπίτι μαζί τους, οι μέλισσες αρρώστησαν. Έτσι έγινε αντιληπτό στον νέο ιδιοκτήτη τους ότι δεν είχαν σωστά τεθεί σε πένθος μετά το θάνατο του πρώην ιδιοκτήτη τους. Εκείνος τότε αποφάσισε να σκεπάσει την κυψέλη με μαύρο πανί, και σύντομα οι μέλισσες ανέκτησαν την υγεία τους. Υπάρχουν επίσης ιστορίες ολόκληρων αποικιών μελισσών που πέθαναν επειδή η οικογένεια δεν τους ανακοίνωσε έναν θάνατο.

Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα και μέχρι τον εικοστό, υπήρχαν αναφορές αγροτών που πίστευαν σθεναρά σε αυτή την παράδοση. Το 1956 το Associated Press ανέφερε ένα περίεργο περιστατικό στην κηδεία του Τζον Ζέπκα, ενός μελισσοκόμου από τους λόφους του Μπέρκσαϊρ. Καθώς η νεκροφόρα έφτασε στο νεκροταφείο, ο κόσμος παρατήρησε ότι σμήνη μελισσών κάθονταν πάνω στα στεφάνια με τα λουλούδια, χωρίς να ενοχλούν τους παρευρισκόμενους. Οι μέλισσες απλώς παρέμεναν ακίνητες. Αυτή η περίεργη περίπτωση φάνηκε να επιβεβαιώνει την ανάγκη να μεταδοθεί η πληροφορία στις μέλισσες ενισχύοντας περαιτέρω την πεποίθηση ότι υπάρχει μια συμπάθεια μεταξύ των μελισσών και των ανθρώπων.

Σύμφωνα με την λαογράφο Πάμελα Μακ Άρθουρ Κόουλ, αυτά τα τελετουργικά θεωρούνταν αναχρονιστικά, ήδη από το 1894, όπως για παράδειγμα το να αγγίξεις τον νεκρό πριν την ταφή γιατί θα εμφανιστεί στο όνειρό σου. Η Κόουλ παρατηρεί ότι από το 1842 μόνο λίγα άτομα τηρούσαν αυτήν την παράδοση. Δεκαέξι χρόνια πριν το ποίημα του Γκρέινλαφ.

Πέρα απ’ τους θανάτους όμως οι μέλισσες συμμετείχαν και σε άλλα γεγονότα. Σύμφωνα με την Μόρλεϊ, στη Βρετάνη υπήρχε η παράδοση στους γάμους να διακοσμούνται οι κυψέλες με κόκκινο ύφασμα, ενώ στη Βεστφαλία οι νεόνυμφοι έπρεπε να συστηθούν στις μέλισσες, αν ήθελαν να έχουν έναν ευτυχισμένο γάμο.

Η Σύλβια Πλαθ, η οποία έγραψε το “Bee poems“, είχε άμεση σχέση με τη μελισσοκομία καθώς ο πατέρας της ήταν γνωστός εντομολόγος με εξειδίκευση στις μέλισσες. Λίγο πριν την αυτοκτονία της, η Πλαθ άρχισε να διατηρεί η ίδια μέλισσες. Στο “The Arrival of the Bee Box” (1962), παρομοιάζει την ξύλινη κυψέλη με ένα μικρό φέρετρο και την σήτα της μάσκας του μελισσοκόμου με την πλερέζα, υπονοώντας τις σαφείς συνδέσεις μεταξύ μελισσοκομίας, θανάτου και πένθους.

Πίνακας του Justin Fitzpatrick με τίτλο The Arrival of the Bee Box, αφιερωμένος στην Σύλβια Πλαθ. 2008

Σήμερα, με την κρίση των μελισσών να φτάνει σε ανησυχητικά ύψη, φαίνεται ότι έχουμε αναβιώσει μια αντίστοιχα νοσηρή οικειότητα με τις μέλισσες. Μέσα στο 2018, Γάλλοι μελισσοκόμοι πραγματοποίησαν συμβολική κηδεία στις μέλισσες, διαμαρτυρόμενοι με αυτόν τον τρόπο για την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων που ευθύνεται για τον θάνατο των μελισσών. Και ενώ αρκετοί από το 19ου αιώνα θεωρούσαν ότι αυτό το απαρχαιωμένο έθιμο θα χάνονταν, η κίνηση των Γάλλων που διαμαρτύρονται με κυψέλες σε σχήμα φέρετρου βεβαιώνει την κληρονομιά του, δίνοντας του άλλες πτυχές.

Η αναπαράσταση της διαδικασίας του Telling the Bees από ένα φιλμ του 1926:

Δεδομένου ότι οι μέλισσες επικονιάζουν 70 από τις 100 καλλιέργειες, που τροφοδοτούν το 90% του πλανήτη και όσο το μέλλον τους παραμένει αβέβαιο, αυτή η κηδεία χρησιμεύει ως ισχυρή υπενθύμιση ότι η μοίρα μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή των μελισσών. Αν ήρθε η ώρα γι αυτές να κάνουν το “ταξίδι που όλοι κάποτε θα κάνουμε” τότε ίσως πρέπει να αναλογιστούμε αν και για εμάς έφτασε το πλήρωμα του χρόνου.

Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι

Οι μελισσοκόμοι των δασών της Ζανζιβάρης

Ο φωτογράφος Jurre Rompa πέρασε τους τρεις πρώτους μήνες του 2018, εξερευνώντας τα τροπικά δάση του αρχιπελάγους της Ζανζιβάρης. Αυτή η ημιαυτόνομη περιοχή της Τανζανίας στην Ανατολική Αφρική, συνίσταται από πολυάριθμα μικρά νησιά και δύο μεγάλα: την Ουνγκούτζα και την Πέμπα.

Καθώς ο Rompa ταξίδευε, ακολούθησε μια ομάδα τοπικών μελισσοκόμων που είχαν τοποθετήσει τις κυψέλες τους στα πυκνά, καταπράσινα δάση της ενδοχώρας. Μια απ’ τις κυριότερες πηγές πλούτου της χώρας είναι τα μπαχαρικά και ειδικότερα το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, η κανέλα και το μαύρο πιπέρι. Για το λόγο αυτό, τα νησιά μαζί με τη Νήσο Μάφια της Τανζανίας, μερικές φορές καλούνται και τα νησιά των μπαχαρικών.

Λόγω της εντατικής εκμετάλλευσης όμως, τα δάση έχουν υποβαθμιστεί. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν αρκετά προγράμματα αναδάσωσης, σε μια προσπάθεια που γίνεται ώστε να επανέλθουν και οι μέλισσες, λόγω της επικονίασης, είναι βασικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής. Παράλληλα με τη συμβολή τους στην τοπική βιοποικιλότητα, οι μέλισσες προσφέρουν στους νησιώτες και έναν τρόπο να ενισχύσουν τα εισοδήματά τους, καθώς πουλούν το μέλι. Για τους μικροκαλλιεργητές είναι μια νέα πηγή εισοδήματος, μιας και έχουν πληγεί από την πτώση της τιμής του γαρίφαλου τα τελευταία χρόνια.

Ο εξηντάχρονος Ali Manguja είναι ιδιοκτήτης ενός φυτώριου, ενώ εκτρέφει και λίγες αγελάδες. Διατηρεί μέλισσες από τότε που ήταν παιδί και χρησιμοποιεί το εισόδημα που βγάζει απ’ το μέλι για να πληρώνει το νερό για το φυτώριο του. Έχει 11 παιδιά! Είπε στον Rompa ότι «θα το κάνω αυτό για όσο με κρατάνε τα πόδια μου».  Ο Mohamed Abdula Mshiti, 57 ετών, είναι άλλος ένας άνθρωπος που διατηρεί μέλισσες για να έχει ένα επιπλέον εισόδημα. Εργάστηκε ως γεωργός για περισσότερα από 30 χρόνια, αλλά και ως πτηνοτρόφος. «Το μέλι στην Πέμπα είναι ακριβό και δύσκολο να το αποκτήσεις» εξηγεί. «Ένα κιλό κοστίζει 24.000 δολάρια Τανζανίας (περίπου 8-10 ευρώ). Το χρησιμοποιούμε για φαγητό αλλά και ως φάρμακο».

πηγή: BBC (All photographs copyright: Jurre Rompa)