Νησί Καγκουρό, το τελευταίο καταφύγιο της Ιταλικής Μέλισσας

Το νησί Καγκουρό είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί της Αυστραλίας. Κατοικήθηκε από Αβορίγινες πριν από τουλάχιστον 11.000 χρόνια, όμως αυτοί εξαφανίστηκαν από εκεί γύρω στο 200 π.Χ. Από τότε και μέχρι το 1802 που το ανακάλυψε και πάλι ο Άγγλος εξερευνητής Μάθιου Φλίντερς, το μέρος παρέμεινε παρθένο.

Ο Peter Davis επιθεωρεί τις κυψέλες του, οι οποίες βρίσκονται διάσπαρτες σε όλο το νησί Καγκουρό.

Σήμερα έχει περίπου 4000 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την αγροτική παραγωγή (κρασί, μαλλί, μέλι). Για τη μελισσοκομία το νησί Καγκουρό είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο. Το 1884 εισήχθη στο νησί από το Μπρίσμπεϊν η Ιταλική μέλισσα Apis mellifera ligustica και σήμερα θεωρείται το τελευταίο μέρος στον κόσμο όπου παραμένει ακόμα “καθαρή” αυτή η φυλή μελισσών.

Η Ιταλική μέλισσα Apis mellifera ligustica ενώ μεταφέρει γύρη.

Η Ιταλική μέλισσα (Λιγκούστικα) θεωρείται ότι προέρχεται από το ηπειρωτικό τμήμα της Ιταλίας, νότια των Άλπεων και βόρεια της Σικελίας. Είναι η πιο διαδεδομένη παγκοσμίως μέλισσα, καθώς μπορεί να προσαρμοστεί στα περισσότερα κλίματα. Ένα χαρακτηριστικό της είναι ότι δεν σχηματίζει σφιχτή μελισσόσφαιρα τον χειμώνα, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την κατανάλωση περισσότερης τροφής, λόγω της απώλειας θερμότητας.

Είναι πιο ευάλωτη από τις βορειοευρωπαϊκές μέλισσες στη νοζεμίαση, ενώ επίσης δε μπορεί να συγκρατήσει τα κόπρανα στο έντερο της για μεγάλες περιόδους, με αποτέλεσμα να χρειάζεται πιο συχνές πτήσεις καθαρισμού. Είναι όμως μια πολύ ήρεμη και συνεργάσιμη μέλισσα, που δεν έχει έντονες τάσεις για σμηνουργία. και θεωρείται πολύ καλή στο χτίσιμο των κηρηθρών. Αυτό όμως που την έκανε να διαδοθεί τόσο μεταξύ των ανθρώπων, είναι ότι έχει εξαιρετικές ικανότητες στη συλλογή μελιού, δείχνοντας όμως μια προτίμηση στη συλλογή νέκταρος αντί μελιτωμάτων.

Ο Peter Davis μεγάλωσε στο αγρόκτημα της οικογένειάς του στο νησί του Καγκουρό και γρήγορα αντιλήφθηκε την σπουδαιότητα της μέλισσας Λιγκούστικα. Από το 1950, έχει αφιερώσει την επαγγελματική του ζωή στην προστασία αυτής της μέλισσας. Με δεδομένο ότι οι μέλισσες δεν πετούν πάνω απ’ την θάλασσα και με το νησί Καγκουρό ακόμα ανέγγιχτο απ’ την βαρρόα, οι μέλισσες αυτές απολαμβάνουν ένα προνόμιο να βοσκάνε σε έναν παράδεισο.

Στο νησί Καγκουρό υπάρχουν ευκάλυπτοι του είδους mallee, που δεν υπάρχουν αλλού στον κόσμο.

«Τα τελευταία 12 χρόνια υπήρξε τεράστια ευαισθητοποίηση των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, που κάνουν ό, τι μπορούν για να προστατεύσουν τις μέλισσες. Αλλά νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα» λέει ο Peter, ο οποίος στα 71 του πια, διευθύνει την Island Beehive, μια μελισσοκομική επιχείρηση με περίπου 1000 κυψέλες. Ο ίδιος θεωρεί ότι το μέλι που παράγει είναι μοναδικό καθώς κάποια είδη ευκαλύπτων της περιοχής δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στον κόσμο.

πηγές: Wikipedia, South Australia News

Advertisements

Ασκώντας μελισσοκομία στην Ισλανδία

Προσπαθήστε να φανταστείτε την Ισλανδία. Το πρώτο που ίσως σας έρθει στο μυαλό είναι το Βόρειο Σέλας, το αέναο χειμερινό σκοτάδι, ή αντίστοιχα ο ατελείωτος καλοκαιρινός ήλιος. Σίγουρα το κρύο, το ηφαιστειογενές τοπίο αλλά και οι Βίκινγκς. Πιθανόν να γνωρίζετε ότι η Ισλανδία διαθέτει πληθώρα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και ότι σχεδόν τα πάντα εκεί είναι ακριβά. Το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα σκεφτόσασταν την Ισλανδία είναι για την μελισσοκομία της…

Την περασμένη Άνοιξη, την περίοδο που ετοιμάζαμε και στέλναμε τα μελισσοδέματα, άκουσα έναν συνάδελφο να μιλά για την μελισσοκομία της Ισλανδίας. Αρχικά έμεινα έκπληκτος που στη χώρα αυτή υπήρχαν μελισσοκόμοι, αλλά έπειτα σκεπτόμενος ότι εγώ ο ίδιος διατηρώ μέλισσες στο Ντουλούθ στη Μινεσότα, θεώρησα ότι ίσως δεν είναι και τόσο ακραίο όσο ακούγεται. Εκδήλωσα ενδιαφέρον για να μάθω περισσότερα και προς έκπληξή μου, ο Torbjörn Andersen, ένας τοπικός μελισσοκόμος ανταποκρίθηκε και με προσκάλεσε, ώστε να τον βοηθήσω στη συγκομιδή του μελιού.

Είναι πολύ περίεργο να περιμένεις στο αεροδρόμιο μιας άλλης χώρας, να σε παραλάβει ένας άνθρωπος που γνωρίζεις μόνο μέσα από emails. Ο Torbjörn με περίμενε στο φορτηγάκι του, το οποίο, όπως κάθε μελισσοκομικό, ήταν γεμάτο με εξαρτήματα κυψελών και άλλα αξεσουάρ που μπορεί να χρειάζονταν σε περίπτωση που αποφάσιζες να εργαστείς με τις μέλισσες. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, περάσαμε από μερικά, από τα πιο όμορφα τοπία που έχω δει ποτέ. «Εδώ έχω μερικές κυψέλες και λίγες ακόμα στο νότο. Η νοτιοδυτική περιοχή της Ισλανδίας είναι καλύτερη για μελισσοκομία», μου εξήγησε.

Ξεκινήσαμε να μιλάμε για το πώς και γιατί ο ίδιος αποφάσισε να γίνει μελισσοκόμος στην Ισλανδία. Μου είπε ότι είχε ξεκινήσει από μικρός στη Νορβηγία με τον πατέρα του, και όταν μετακόμισε με την οικογένειά του στην Ισλανδία, για να κάνει την πρακτική του στην Ιατρική, έφερε μαζί και το πάθος του, τις μέλισσες. «Η βασική δουλειά ενός μελισσοκόμου το καλοκαίρι είναι να ελέγχει τις κυψέλες κάθε επτά έως δέκα ημέρες για να δει πώς αναπτύσσονται» είπε.

Φτάσαμε στο πρώτο του μελισσοκομείο, στα περίχωρα του Ρέικιαβικ. Άναψα το καπνιστήρι και πήγαμε προς την πρώτη κυψέλη. Καθώς ανοίξαμε το καπάκι της, το οποίο δεν ήταν ξύλινο αλλά από διογκωμένη πολυστερίνη, λίγες μέλισσες πετάχτηκαν έξω. Ο Torbjörn χάλασε με το ξέστρο του λίγο απ’ το κερί με το οποίο οι μέλισσες είχαν σφραγίσει το μέλι. Πήρε λίγο και μου έδωσε να δοκιμάσω. Η γεύση του ήταν απίστευτη, υπέροχα γλυκιά και ανθώδης. Δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ κάτι τέτοιο. Συνειδητοποίησα από πρώτο χέρι την έκκληση που κάνουν οι ντόπιοι παραγωγοί ώστε να διατηρηθεί η τοπική μελισσοκομία.

Με βάση την εμπειρία μου και δεδομένου ότι ήταν τέλος καλοκαιριού, θεώρησα ότι το σμήνος αυτό ήταν αρκετά αδύναμο, όμως ο Torbjörn έδειχνε πολύ ικανοποιημένος. Όπως μου είπε είναι σε άριστη κατάσταση και θα έβγαζε εύκολα το χειμώνα. Παρά την αίσθηση που έχουμε, ο χειμώνας στην Ισλανδία δε συνοδεύεται από τρομερά κρύα. Η χαμηλότερη θερμοκρασία στην περιοχή αυτή κυμαίνεται από -2°C έως 3°C, σε αντίθεση π.χ. με τη Μινεσότα που πέφτει μέχρι και τους -16°C. 

Η μεγαλύτερη πρόκληση λοιπόν δεν είναι το κρύο αλλά η διάρκεια του χειμώνα, η οποία είναι εξαιρετικά μεγάλη. Εδώ δεν υπάρχουν μεγάλες θερμοκρασιακές μεταβολές μεταξύ των εποχών όπως γίνεται νοτιότερα. Το καλοκαίρι δεν έχει μεγάλη διαφορά απ’ το χειμώνα κι αυτό έχει επίπτωση στην ανάπτυξη του σμήνους. Είναι πολύ αργή. Με τα φυτά για πολύ μεγάλο διάστημα σε λήθαργο, οι μέλισσες δυσκολεύονται να συλλέξουν μεγάλες ποσότητες τροφής. Για να ξεχειμωνιάσουν βασίζονται κυρίως στη χορτονομή και φυτά όπως η χαμολεύκη, το αρκτικό θυμάρι, το ρείκι, η πικραλίδα, η αγγελική, το λευκό τριφύλλι και η Αγριαψιθιά.

Σύμφωνα με τον Torbjörn οι χειμερινές απώλειες φτάνουν το 20% με 30% των μελισσιών. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν εκεί είναι η δυσκολία στην γονιμοποίηση των βασιλισσών. Δεδομένου ότι οι ιδανικές θερμοκρασίες για τις γαμήλιες πτήσεις των βασιλισσών είναι 18-20ºC πολλές χρονιές τα καλοκαίρια δεν τις φτάνουν. Είναι σαν παιχνίδι. Όταν το καλοκαίρι είναι καλό αντισταθμίζει τις απώλειες του χειμώνα. Είναι ζήτημα 1 ή 2ºC που κάνει τη διαφορά.

Για εμάς τους υπόλοιπους, οι φθινοπωρινές συγκομιδές είναι σημαντικές για το ξεχειμώνιασμα, όμως στην Ισλανδία με τη εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια του χειμώνα δεν επαρκούν και οι μέλισσες χωρίς τροφοδότηση δεν επιβιώνουν. Με περίπου 330.000 κατοίκους η Ισλανδία έχει 100 μελισσοκόμους και 300 κυψέλες. Στο παρελθόν έγιναν αρκετές προσπάθειες εισαγωγής και διατήρησης αυτοσυντηρούμενων μελισσών οι οποίες τελικά απέτυχαν. Το 1998 ο Egill Rafn Sigurgeirsson προσπάθησε και πάλι φέρνοντας 5 κυψέλες από την Σουηδία. Από τότε οι κυψέλες αυξήθηκαν και έφτασαν στις περίπου 300 που είναι σήμερα. Πριν την μεταφορά τους απομονώνονται από την ηπειρωτική χώρα, ελέγχονται για ασθένειες και πιστοποιούνται από κτηνίατρο. Μέχρι σήμερα, οι Ισλανδοί μελισσοκόμοι απολαμβάνουν την πολυτέλεια να διατηρούν μέλισσες απαλλαγμένες από βαρρόα.

Ένα μελισσοδέμα από το Ώλαντ της Σουηδίας κοστίζει περίπου 500€ και μία βασίλισσα 100€. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει προμηθευτής κυψελών στην Ισλανδία, όλος ο εξοπλισμός πρέπει να εισαχθεί επίσης! Λαμβάνοντας υπόψη το πολύ υψηλό αυτό κόστος και το μακρύ χειμώνα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτοί οι μελισσοκόμοι επιτελούν σπουδαίο έργο. Εγείρει όμως και ερωτήματα σχετικά με τις μέλισσες. Πως τελικά καταφέρνουν να επιβιώσουν σε αυτό το περιβάλλον; Τι ποσότητες τροφής χρειάζονται για να διαχειμάσει με ασφάλεια εδώ ένα σμήνος;

Θυμήθηκα το πρώτο μελίσσι του Torbjörn που εγώ θεώρησα αδύνατο, αλλά αυτός όχι και άρχισα να ξετυλίγω το κουβάρι. Αυτή η αποικία είχε περίπου το μισό μέγεθος από αυτές που ξεχειμωνιάζω εγώ στη Μινεσότα. Επίσης εμείς αφήνουμε γύρω στα 35 με 40 κιλά μέλι για τον χειμώνα (στην Ελλάδα αφήνουμε 10-18) τα οποία επαρκούν μέχρι να αρχίσουν να ανθίζουν τα πρώτα λουλούδια της άνοιξης και οι μέλισσες να ξεκινήσουν να συλλέγουν πάλι.

Ρώτησα τον Torbjörn πόσο μέλι θα αφήσει μέσα για τον χειμώνα και η απάντησή του ήταν γύρω στα 10 κιλά, ενώ θα ενισχύσει το σμήνος κατά τη διάρκεια του χειμώνα με συμπληρωματική σίτιση. Από τότε που άρχισε να χρησιμοποιεί τις κυψέλες διογκωμένης πολυστερίνης τα ποσοστά επιβίωσης έχουν βελτιωθεί ενώ και οι μέλισσες καταναλώνουν λιγότερη τροφή. Μπορεί η θερμοκρασία να μην πέφτει πολύ, όμως ο χειμώνας κρατάει 6 μήνες και αυτό ίσως είναι χειρότερο. Σημαντικό ρόλο στην επιβίωση των μελισσών παίζει και η φυλή Μπάκφαστ, η οποία παρά το γεγονός ότι είναι ανθρώπινο δημιούργημα, διασταύρωση από πολλά στελέχη μελισσών, που αναπτύχθηκε από τον «Αδελφό Αδάμ», ζει πολλά χρόνια στις βόρειες χώρες και έχει προσαρμοστεί πολύ καλά.

Οι μέλισσες Μπάκφαστ είναι πολύ ήρεμες, εύκολες στην συνεργασία, συντηρητικές όσον αφορά την κατανάλωση τροφών, ενώ παρουσιάζουν και μεγάλη αντοχή στο κρύο. Με απλά λόγια, ο πρωταρχικός τους στόχος είναι να επιβιώσουν, πράγμα το οποίο εδώ κρίνεται αργά την άνοιξη. Αυτή η προσέγγιση είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που έχουμε συνηθίσει σε πιο νότιες χώρες. Εμείς προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μεγάλους πληθυσμούς όσο το δυνατόν γρηγορότερα, έτσι ώστε εκμεταλλευτούμε τις ανοιξιάτικες ανθοφορίες που θα μας δώσουν τη συγκομιδή μελιού και έπειτα να μεταφέρουμε τα μελίσσια για την διαδικασία της επικονίασης. (Στην Ελλάδα, απ’ την άλλη, δεν ενοικιάζονται μελίσσια για επικονίαση, όπως στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα αναπτύσσουμε τα μελίσσια την άνοιξη και τα μεταφέρουμε, δυνατά πλέον, στις καλοκαιρινές και φθινοπωρινές ανθοφορίες που θα μας αποδώσουν τη συγκομιδή.)

Σχετικά με την διαχείριση των αποικιών ανέφερα κάποια στιγμή στον Torbjörn ότι επιστρέφοντας, πρέπει να αντικαταστήσω μια παλιά βασίλισσα σε μια κυψέλη και εκείνος με ρώτησε πόσο χρονών ήταν; Όταν του απάντησα ότι ήταν 18 μηνών, με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι του και με ρώτησε «γιατί να το κάνεις αυτό»; Του απάντησα ότι αν αφήσω μια βασίλισσα για 3, 4 χρόνια τότε κάποια στιγμή το ίδιο το σμήνος από μόνο του, θα την αντικαταστήσει γιατί πλέον δεν θα κάνει καλά τη δουλειά της και αυτό το μελίσσι δεν θα είναι παραγωγικό την συγκεκριμένη χρονιά. Οι Ισλανδοί μελισσοκόμοι όταν δουν βασιλικά κελιά, θεωρούν το γεγονός ως σημάδι υγείας και συνήθως χωρίζουν το σμήνος, ελπίζοντας ότι οι νέες βασίλισσες θα καταφέρουν να βρουν κάποιες καλές μέρες και θα πετάξουν ώστε να γονιμοποιηθούν. Αν δεν τα καταφέρουν τότε το ορφανό σμήνος θα συνενωθεί με κάποιο άλλο.

Οι Ισλανδοί συμπεριφέρονται περισσότερο ως μελισσοτρόφοι παρά ως μελισσοκόμοι. Προστατεύουν, σέβονται και φροντίζουν τις μέλισσες με κάθε κόστος. Με αυτή τη λογική όμως θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει για ποιο λόγο να διατηρεί κάποιος μέλισσες στην Ισλανδία; Την πρώτη μέρα στο μελισσοκομείο του Torbjörn επιθεωρήσαμε 20 μελίσσια και αφαιρέσαμε για να τρυγήσουμε 11 μισά πατώματα (μελιτοθαλάμους). Το ίδιο βράδυ στο τραπέζι που μου έκανε σπίτι του, με ευχαρίστησε για την βοήθεια που του προσέφερα στον τρύγο. Στις ΗΠΑ όμως, οποιοσδήποτε μελισσοκόμος θα ήταν απογοητευμένος με μια τέτοια συγκομιδή. 11 μισά πατώματα από 20 μελίσσια! Ο Torbjörn όμως ήταν πολύ ευχαριστημένος, πράγμα που με έβαλε να κάνω μαθηματικά στο κεφάλι μου.

Ένα σμήνος κοστίζει 500€. Μια κυψέλη γύρω στα 400€. Πολλαπλασιάστε τα αυτά επί 20 και προσθέστε τις βενζίνες που κατανάλωσε για τις επιθεωρήσεις αλλά και τις τροφές του χειμώνα. Και το κέρδος; 11 μισά πατώματα! Περίεργος ρώτησα τον Torbjörn πόσο και που πουλάει το μέλι του. Με κοίταξε με μια λάμψη στα μάτια του. «Λοιπόν, μπορώ να σου πω ότι το μέλι μου δεν είναι το πιο ακριβό μέλι της Ισλανδίας. Φέτος σκέφτομαι να το δώσω γύρω στα 30€ το κιλό. Μπορώ όμως να σε διαβεβαιώσω ότι πέρυσι το έδωσα 90€!» Τον κοίταξα με δυσπιστία για μερικά δευτερόλεπτα. «Αυτό σημαίνει ότι έχεις συγκεντρώσει μέλι αξίας 5000€;» τον ρώτησα. Γελάσαμε και οι δύο και ύστερα αυτός είπε «δεν είναι εκπληκτικό;»

Συνεχίζοντας την κουβέντα μας πάνω στο μέλι, τον ρώτησα αν το αγοράζουν τουρίστες αλλά μου απάντησε πως, αντίθετα με ότι πίστευα, το παίρνουν κυρίως οι ντόπιοι, πράγμα που μου έκανε εντύπωση. Είχα παρατηρήσει στα καταστήματα εκεί ότι διατίθονταν εισαγόμενο βελγικό μέλι για λιγότερα χρήματα. Ο Torbjörn όμως μου εξήγησε πως οι άνθρωποι εδώ εκτιμούν το ντόπιο προϊόν, κατανοούν τις ιδιαίτερες δυσκολίες της παραγωγής και δίνουν μεγάλη σημασία στην αλληλοϋποστήριξη. Αυτό με έκανε να σκεφτώ λίγο.

Πάντα πίστευα πως ότι πληρώνεις παίρνεις, όμως η συγκεκριμένη τιμή μελιού περνάει αυτό το κατώφλι. Ειδικά σε μια οικονομία που το 2008 χρεοκόπησε και έκτοτε οι άνθρωποι πληρώνουν 40% του εισοδήματός τους σε φόρους. Με το αέριο να έχει φτάσει τα 7 δολάρια το γαλόνι είναι δυνατόν να πληρώνουν τόσο πολύ για μέλι; Η απάντηση είναι ότι η αξία της επιβίωσης και της αυτάρκειας σε επίπεδο χώρας είναι πιο σημαντική από την εξοικονόμηση λίγων χρημάτων. Η λογική, να την βγάλουμε και σήμερα χωρίς να μας ενδιαφέρει το αύριο είναι ξένη προς αυτούς. Η μακροπρόθεσμη επιβίωση για τον πληθυσμό είναι ο στόχος τους, κάτι δηλαδή που θυμίζει τις μέλισσες.

Τι κερδίζουν οι Ισλανδοί από αυτή τη νοοτροπία; Η οικονομία τους αναπτύσσεται, οι πολίτες παρουσιάζουν ένα απ’ τα υψηλότερα προσδόκιμα ζωής στον κόσμο ενώ η χώρα θεωρείται από τα ιδανικότερα μέρη για να ζήσει κανείς. Η μοναδική περιβαλλοντική κατάσταση της Ισλανδίας δημιούργησε έναν πληθυσμό που ενδιαφέρεται πρώτα απ’ όλα για την επιβίωση. Ενώ ο αρχικός μου στόχος να ταξιδέψω στην Ισλανδία ήταν να μάθω για τη διαχείριση των μελισσών σε ένα ακραίο περιβάλλον, αυτό που πραγματικά ανακάλυψα είναι ότι με τις σωστές προτεραιότητες, αξίες και συμβιβασμούς, οι πληθυσμοί όχι μόνο θα προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους, αλλά τελικά θα μάθουν να ευδοκιμούν. Αυτό ισχύει ασφαλώς τόσο για τις ισλανδικές μέλισσες όσο και για τους ανθρώπους που τις φροντίζουν.

Του Erik Donley
πηγή: Beeculture
Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης

Οι τελευταίοι μελισσοκόμοι του δάσους Αρέννα της Αιθιοπίας

Ο ήλιος έδυε όταν πλησίαζα το δάσος Αρέννα, στα όρη Μπέιλ της νοτιοανατολικής Αιθιοπίας. Ήμουν καθ ‘οδόν για να παρακολουθήσω μια σπάνια συγκομιδή μελιού που λαμβάνει χώρα σ’ αυτό το δάσος. Εδώ, στις νότιες πλαγιές του εθνικού πάρκου, οι ντόπιοι μελισσοκόμοι τοποθετούν τις χειροποίητες κυψέλες τους, ψηλά στα δέντρα. Η συγκομιδή είναι δύσκολη και συχνά επικίνδυνη.

Μαζί με τον ξεναγό μου τον Ζιάντ, ακολουθούσαμε τον Σαΐντ, έναν ντόπιο μελισσοκόμο. Το δάσος Αρέννα είναι βγαλμένο από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Γιγάντια ρείκια και συκιές, επενδεδυμένα από σμαραγδένια βρύα, δημιουργούν έναν λαβύρινθο απ’ τον οποίο δύσκολα μπορείς να δραπετεύσεις. Στην περιοχή περιπλανιούνται τα σπάνια λιοντάρια της Αιθιοπίας με τη μαύρη χαίτη,  μπαμπουίνοι, ο φακόχοιρος αλλά και ο πίθηκος του Μπέιλ που απειλείται με εξαφάνιση.

Το πυκνό δάσος Αρέννα στα Όρη Μπέιλ στην Αιθιοπία

Αφού φτάσαμε, ο Σαΐντ ξεκίνησε την προετοιμασία. Συγκέντρωσε μια χούφτα βρύα και λειχήνες, τα έδεσε με σπάγκο και έφτιαξε μια δέσμη στην οποία έβαλε φωτιά ώστε να καπνίσει τις μέλισσες, ενώ ένας περίεργος ασπρόμαυρος πίθηκος μας παρακολουθούσε με απορία. Η κυψέλη του βρισκόταν πάνω σε μία Αγένια (Hagenia abyssinica), ένα ιθαγενές δέντρο της κεντρικής Αφρικής που ξεπερνάει τα 20 μέτρα ύψος. Τα άνθη του δέντρου αυτού είναι ανθελμινθικά και χρησιμοποιούνται στην ιατρική. Η κόμη του θυμίζει ομπρέλα και παρέχει προστασία στις μέλισσες.

Δέντρο Αγένια (Hagenia abyssinica) στα Όρη Μπέιλ της Αιθιοπίας

Ήταν ξυπόλητος και εξοπλισμένος με ένα μόνο σχοινί, μια πολυτέλεια που δεν έχουν όλοι οι μελισσοκόμοι της περιοχής. Η κυψέλη βρισκόταν 20 μέτρα περίπου πάνω από το έδαφος. Αφού σκαρφάλωσε από κλαδί σε κλαδί, προσέγγισε την μικροσκοπική είσοδο της κυψέλης και έστειλε μέσα λίγο καπνό ώστε να ηρεμήσει τις μέλισσες. Ο Σαΐντ παραμένει ένας απ’ τους τελευταίους μελισσοκόμους που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αυτήν την πανάρχαια μέθοδο.

Σε άλλες περιοχές της Αιθιοπίας οι μελισσοκόμοι έχουν υιοθετήσει πιο σύγχρονες μεθόδους εκμετάλλευσης με κυψέλες τοποθετημένες στο έδαφος, όμως οι τελευταίοι του δάσους της Αρέννα είναι απρόθυμοι να εγκαταλείψουν τις τεχνικές που έμαθαν από τους προγόνους τους. Οι κυψέλες τους είναι φτιαγμένες από παλαιούς κοίλους κορμούς νεκρών δένδρων, σκαλισμένες και χωρισμένες σε δύο κομμάτια που μοιάζουν με κανό και πλεγμένες εξωτερικά από μπαμπού.

Παραδοσιακή χειροποίητη κυψέλη στην Αιθιοπία, τοποθετημένη ψηλά σε δέντρο.

Πριν τις χρησιμοποιήσουν, τις καπνίζουν με κερί μέλισσας αναμεμιγμένο με βρύα ώστε να θυμίζει τις φερομόνες της βασίλισσας και να γίνει πιο οικείο για την αποικία. Χρειάζονται τρεις μέρες για να κατασκευαστεί μια τέτοια κυψέλη και δύο άνθρωποι για να την σηκώσουν ψηλά στο δέντρο. Αφού εγκατασταθεί εκεί μπορεί να αντέξει μέχρι και οχτώ χρόνια, αποδίδοντας 5 κιλά μέλι το χρόνο, συνήθως την περίοδο Ιουνίου – Δεκεμβρίου.

Αφού καπνίσουν τις μέλισσες και φτάσουν στο εσωτερικό τους, στύβουν τις κηρήθρες, συλλέγοντας το μέλι σε ειδικές δερμάτινες θήκες. Ο Σαΐντ αφού επιθεώρησε την κυψέλη άφησε ένα δυνατό γέλιο και επέστρεψε στο έδαφος. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα. Ένα σχετικά δροσερό καλοκαίρι είχε καθυστερήσει την γέννα της βασίλισσας και οι μέλισσες δεν είχαν αναπτύξει ακόμη πληθυσμούς ικανούς να αποθηκεύσουν μέλι. Εκείνη τη στιγμή είδαμε τις μέλισσες πολύ θυμωμένες να κυνηγούν τον Σαΐντ αρκετά μέτρα μακριά με αποτέλεσμα να προσπαθήσει να προστατευτεί από τα τσιμπήματα με ένα κασκόλ.

«Ο συγχρονισμός είναι το παν» είπε ο Ζιάντ. «Όταν συμβαίνει αυτό πρέπει να περιμένεις και να επιστρέψεις την κατάλληλη στιγμή» πρόσθεσε ψύχραιμα, ενώ προσπαθούσε να αφαιρέσει με προσοχή τις μέλισσες από τα μαλλιά και τα ρούχα του Σαΐντ. «Είναι σύνηθες να εξαγριώνονται» πρόσθεσε ο μελισσοκόμος όμως αυτή τη φορά είχε δεχτεί επίθεση από τουλάχιστον 100 μέλισσες. Αυτό του είχε συμβεί μόλις δεύτερη φορά στα 10 χρόνια που κάνει αυτή τη δουλειά.

Με 70 κυψέλες συγκεντρωμένες σ’ αυτό το δάσος ο Σαΐντ προέρχεται από μια μελισσοκομική οικογένεια που έχει τις ρίζες της πίσω στον προηγούμενο αιώνα. Το μέλι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή εισοδήματος εδώ μετά τον καφέ. Εκτός από τη συνηθισμένη του μορφή στα βαζάκια, διατίθεται στις τοπικές αγορές και σαν υδρόμελι ένα είδος πανάρχαιου σπιτικού κρασιού. Κάθε οικογένεια έχει τη δική της συνταγή γι αυτό. Χρησιμοποιείται σε όλες τις εορταστικές εκδηλώσεις.

Όρη Μπέιλ, Αιθιοπία.

Αφήνοντας πίσω τον Σαΐντ στην καλύβα του, επιστρέψαμε στο Bale Mountain Lodge ένα συγκρότημα με καταλύματα που βρισκόταν στους καταπράσινους λόφους του εθνικού πάρκου των Ορέων του Μπέιλ. «Γενιές και γενιές συλλέγουν αυτό το μέλι» μας είπε ο Γκάι Λεβέν ο οποίος συντηρεί το καταφύγιο εδώ μαζί με τη σύζυγο του Υβόν. Διοργανώνουν εκδρομές ώστε να δει ο κόσμος πως γίνεται η συλλογή του μελιού και προσπαθούν να βοηθήσουν τους μελισσοκόμους να κερδίσουν περισσότερα χρήματα προωθώντας τα προϊόντα τους.

Το Bale Mountain Lodge στην Αιθιοπία

Ο Λεβέν ψάχνει ακόμη τρόπους να εξάγει το εξαιρετικά αυτό αρωματικό μέλι, ενώ αρκετές εταιρίες από την Ευρώπη συνεργάζονται με μελισσοκόμους της Αιθιοπίας, παρέχοντας τους σύγχρονες κυψέλες και εξοπλισμό. Οι μελισσοκόμοι του δάσους Αρέννα όμως δεν θέλουν να εγκαταλείψουν αυτή την παράδοση ανεξάρτητα από το πόσο αποδίδει ή επικίνδυνη είναι.

Όσο τρελή κι αν φαντάζει αυτή η εμμονή τους, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που καθιστούν αυτήν την τεχνική λογική. Η τοποθέτηση των κυψελών ψηλά στα δέντρα βοηθά τις μέλισσες να προσανατολίζονται καλύτερα μέσα στο πυκνό δάσος ενώ το ύψος τους προσφέρει ασφάλεια από πλάσματα που μπορεί να διαταράξουν την ησυχία του μελισσιού. Αλλά δεν είναι μόνο θέμα πρακτικότητας ή απόδοσης. Στην Αιθιοπία η παραγωγή μελιού έχει βαθύτατες πολιτισμικές και θρησκευτικές ρίζες. Υπάρχουν τοιχογραφίες του 4ου αιώνα που δείχνουν αυτά τα κοντόχοντρα φλασκιά με τα οποία σερβίρουν παραδοσιακά το υδρόμελι.

Επίσης σύμφωνα με το μύθο, ο Βασιλιάς Λαλιμπέλα ήταν περιστοιχισμένος από σμήνος μελισσών όταν γεννιόταν, αλλά τα κατάφερε χωρίς να δεχτεί ούτε ένα τσίμπημα, με αποτέλεσμα η μητέρα του να του δώσει αυτό το όνομα που σημαίνει ότι οι μέλισσες τον αναγνώρισαν ως ηγεμόνα. Το μέλι εδώ χρησιμοποιείται και ως θεραπεία, ακόμα και πνευματική. Πίσω στο 488 π.Χ. οι Ναοί έδιναν το Ιερό Μέλι ή Mar που προορίζονται μόνο για θεραπεία. Εφαρμόζονταν τοπικά για τη θεραπεία των δερματικών παθήσεων, αλλά και για εσωτερικές ασθένειες.

Τα Όρη Μπέιλ την περίοδο που οι Αγένιες είναι ανθισμένες

Στα Όρη Μπέιλ της Αιθιοπίας το μέλι δεν είναι απλώς μέρος της καθημερινότητας αλλά καθορίζει και το κοινωνικό στάτους. Οι οικογένειες που διατηρούν μεγάλο αριθμό κυψελών είναι αρκετά ευκατάστατες. Η κατοχή κυψελών θεωρείται ιερή και οι κλοπές μελιού ή κυψελών εδώ είναι πολύ σπάνιες.

Οι ντόπιοι προτείνουν το μέλι να καταναλώνεται το πρωί σε μικρές κουταλιές καθώς πιστεύουν ότι έχει αντιβιοτικές ιδιότητες και ότι αποτρέπει τις ασθένειες και καταπραΰνει την ψυχή. Οι μέλισσες συλλέγουν από τουλάχιστον 20 διαφορετικά φυτά, με αποτέλεσμα ένα πολύπλοκα αρωματικό μέλι. Το νέκταρ από τα κοκκινωπά άνθη της Αγένιας προσδίδουν ακόμη μεγαλύτερη θεραπευτική αξία.

Από τα άνθη της Αγένιας, που έχουν ανθελμινθικές ιδιότητες, παρασκευάζεται ένα τσάι που καταπολεμά τα εντερικά παράσιτα.

Την επόμενη μέρα ο Ζιάντ με οδήγησε στο χωριό του που λέγεται Ρίρα και βρισκόταν σχετικά κοντά. Καθίσαμε σε κάτι πλαστικές καρέκλες ενώ πίσω μας βρίσκονταν οι λιγοστές πήλινες καλύβες του χωριού που εξωτερικά ήταν υφασμένες με άχυρο, όταν ο Ζιάντ βγήκε απ’ την κουζίνα με έναν δίσκο στο χέρι. Πήρα να δοκιμάσω το κεχριμπαρένιο μέλι με την κρεμώδη υφή και το φρουτώδες και λουλουδάτο άρωμα με μία ανεπαίσθητη αίσθηση καπνού.

Παιδιά κάθονταν μαζί μας τρώγοντας κι αυτά το ίδιο. «Το μέλι με το ψωμί είναι ένα πολύ πλούσιο σνακ για μετά το σχολείο» εξήγησε ο Ζιάντ. Όσο ψωμί μένει, ψιλοκόβεται, αναμιγνύεται με μέλι και σερβίρεται σε κούπες για πρωινό. «Πάντα ήταν έτσι» πρόσθεσε.

πηγή: BBC / της Ella Buchan / επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης

 

Ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο προστάτευαν τα μελίσσια απ’ τις αρκούδες οι Ισπανοί.

Στα ορεινά της βορειοδυτικής Ιβηρικής Χερσονήσου, στην περιοχή της Γαλικίας, οι μελισσοκόμοι βρήκαν αυτόν τον ευφάνταστο τρόπο για να προστατεύουν τα μελίσσια απ’ τις αρκούδες αλλά και τις πυρκαγιές.

Η κυκλική αυτή πέτρινη κατασκευή χρησιμοποιούνταν από τους παλαιότερους μελισσοκόμους. Σήμερα οι νεότεροι την έχουν διατηρήσει σε πολύ καλή κατάσταση και μάλιστα κάθε κάτοικος του κοντινού χωριού έχει εκεί και από ένα μελισσάκι.

Η Γαλικία είναι αυτόνομη κοινότητα της Ισπανίας από το 1981, με πρωτεύουσα το Σαντιάγο ντε Κομποστέλα.

Η τέχνη της ζωγραφικής κυψέλης

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Σλοβένικης μελισσοκομίας, που έχει αποκτήσει διεθνή αναγνώριση, είναι η λαϊκή τέχνη ζωγραφικής κυψελών, κάτι που δεν γίνεται πουθενά αλλού στον κόσμο. Οι αρχές αυτής της λαϊκής τέχνης βρίσκονται αρκετά πίσω, στα μέσα του 18ου αιώνα.

Στην Σλοβενία χρησιμοποιούν τα γνωστά μελισσόσπιτα, τα οποία είναι μεγάλες ξύλινες κατασκευές, σαν δωμάτια, τα οποία βρίσκονται διασκορπισμένα στην ύπαιθρο και μέσα τους τοποθετούνται οι κυψέλες, ώστε να προστατεύονται από το κρύο. Οι έξοδοι αυτών των κυψελών είναι φυσικά προς τα έξω και για να μην δημιουργείται παραπλάνηση των μελισσών κατά την επιστροφή, ζωγραφίζονται τα μπροστινά μέρη των κυψελών ώστε να ξεχωρίζουν.

Το γεγονός αυτό αποτέλεσε πρόκληση για πολλούς λαϊκούς καλλιτέχνες οι οποίοι ανέλαβαν να διακοσμήσουν τις κυψέλες αυτές με folk θέματα από την καθημερινή ζωή, δημιουργώντας ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα, αναγάγοντας τα μελίσσια σε ένα είδος υπαίθριας γκαλερί τέχνης. Οι ζωγραφιές αυτές, φυσικά βοηθούν τις μέλισσες να βρίσκουν πιο εύκολα τον προσανατολισμό τους, αλλά και τον μελισσοκόμο να ξεχωρίζει τα μελίσσια του.

Τα μουσεία της Σλοβενίας διατήρησαν έναν μεγάλο αριθμό πρωτότυπων έργων ζωγραφικής, από τα οποία έχουν γίνει αμέτρητα αντίγραφα και τα οποία πωλούνται ως αναμνηστικά. Πολλοί Σλοβένοι μελισσοκόμοι αρέσκονται ακόμα και σήμερα να διακοσμούν τα μελίσσια τους με τα παλιά μοτίβα, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούν νέα.

Σύμφωνα με τον Joze Koželj, μελισσοκόμο ο οποίος διατηρεί ένα μουσείο μελισσοκομίας, αρχικά οι καλλιτέχνες αυτοί ήταν άγνωστοι και φτωχοί ταξιδιώτες οι οποίοι δεν είχαν να πληρώσουν για κατάλυμα και έτσι αναλάμβαναν να ζωγραφίσουν τις κυψέλες με αντάλλαγμα να τους δοθεί ένα κρεβάτι. Αργότερα, αρκετοί από αυτούς έγιναν γνωστοί και πληρώνονταν για τη δουλειά τους, όπως η διάσημη οικογένεια των Šubic.

Τα θέματα που επέλεγαν ήταν θρησκευτικά, σκηνές από διάφορα τοπικά έθιμα αλλά και αστείες καθημερινές στιγμές. Όπως για παράδειγμα αυτή όπου ένας κυνηγός έκαστε να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο και αφού ήπιε και λίγο αποκοιμήθηκε. Τότε ήρθαν τα ζώα και του ξύρισαν το μουστάκι. Και ενώ μπορούμε να φανταστούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί έπρεπε να δουλέψουν πολύ σκληρά στην καθημερινή τους ζωή, δεν έχασαν την αίσθηση του χιούμορ τους και την ικανότητά τους να βλέπουν πάντα τη λαμπρή πλευρά της ζωής.

Ή αυτός ο πίνακας όπου ένας καμπουριασμένος άνδρας με μπαστουνάκι περνάει κάτω από ένα δέντρο όπου ζει ένα μελίσσι και άθελά του το ενοχλεί με αποτέλεσμα να τον τσιμπήσουν οι μέλισσες, καθώς όμως προσπαθεί να ξεφύγει τα τσιμπήματα θεραπεύουν τους ρευματισμούς του.

Όλες αυτές οι κυψέλες συνοψίζουν τη συλλογική σοφία της παράδοσης της μελισσοκομίας στη Σλοβενία. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστες.

Τα Θαύματα της Αλίτσε Ρορβάκερ

Κόρη μελισσοκόμων που ξεκίνησε τη σκηνοθετική της καριέρα από το ντοκιμαντέρ, η 32χρονη Αλίτσε Ρορβάκερ (μικρότερη αδερφή της πρωταγωνίστριας Άλμπα) εντυπωσίασε με το προ τριετίας μυθοπλαστικό ντεμπούτο της «Corpo Celeste». Δανειζόμενη στοιχεία από την οικογενειακή της ιστορία κι έχοντας για άλλη μία φορά ένα νεαρό κορίτσι ως βασική ηρωίδα, έκανε με τα «Θαύματα» τη μεγάλη έκπληξη στο τελευταίο Φεστιβάλ Κανών, στο οποίο απέσπασε το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής.

Πιστή στο νταρντενικό, νεο-ρεαλιστικό αφηγηματικό της ύφος, «εισβάλλει» στην καθημερινότητα μιας εξαμελούς, απομονωμένης στην εξοχή οικογένειας μελισσοκόμων η οποία προσπαθεί να εκσυγχρονίσει το μικρό παρασκευαστήριό της. Ο γερμανικής καταγωγής πατέρας δίνει τις εντολές, αλλά άτυπος αρχηγός είναι η 12χρονη Τζελσομίνα, η οποία βοηθάει στις δουλειές, προσέχει τις τρεις μικρότερες αδερφές της και κάνει τα πάντα για να πείσει την οικογένειά της να συμμετάσχει σε ένα τηλεοπτικό reality show.

Είναι η νέα ιταλική γενιά, από τη μία δεμένη με την αγροτική παράδοση και τον παραδοσιακό τρόπο­ ζωής και από την άλλη γοητευμένη από ένα φανταχτερό αύριο­, όπου τα πάντα –η Ιστορία, οι παραδόσεις, οι ανθρώπινες σχέσεις– μετατρέπονται σε θέαμα. Η Ρορβάκερ σκηνοθετεί αυτήν την αντίφαση αντιπαραθέτοντας εικόνες που ξεπηδούν από έναν αλά Ερμάνο Όλμι («Το Δέντρο και τα Τσόκαρα») ή αδερφούς Ταβιάνι («Πατέρας Αφέντης») ρεαλισμό με την ονειρική αύρα των ταινιών του Φελίνι: στην πρώτη συνάντηση της Τζελσομίνα με την τηλεπαρουσιάστρια Μόνικα Μπελούτσι στο δάσος, η τελευταία εμφανίζεται ντυμένη σαν κιτσάτα πανέμορφη γοργόνα.

Αυτό το παιχνίδι ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα συντηρείται με διακριτικό τρόπο μέχρι το λυρικό φινάλε, κρατώντας έτσι την ταινία σε μια πρωτότυπη και παράξενη ισορροπία ανάμεσα στη σκληρή κινηματογραφική ειλικρίνεια και την απελευθερωτική φαντασία. Ισορροπία η οποία αντιπροσωπεύει και τη ματιά της δυναμικής, αλλά ευαίσθητης Τζελσομίνα προς το ενήλικο αύριο, το οποίο η Ρορβάκερ προβλέπει τρυφερό, επώδυνο, απολαυστικό, πικρό και σίγουρα γεμάτο θαύματα.

Τα Θαύματα aka The Wonders / Le Meraviglie
2014 | Έγχρ. | Διάρκεια: 110′ | Ιταλία | Σκηνοθεσία: Αλίτσε Ρορβάκερ | Πρωταγωνιστούν: Μόνικα Μπελούτσι, Μαρία Αλεξάντρα Λούνγκου, Άλμπα Ρορβάκερ

πηγή: Αθηνόραμα (του Χρήστου Μήτση)

Καταρρέει η μελισσοκομία στην Υεμένη λόγω του πολέμου

Το βραβευμένο μέλι της Υεμένης αποτελούσε για χρόνια ένα απ’ τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας, όμως ο καταστροφικός εμφύλιος πόλεμος είχε πολύ αρνητικές επιπτώσεις. Η Υεμένη είναι από τις φτωχότερες αραβικές χώρες με ποσοστό ανεργίας 40% και ταχύτατη αύξηση του πληθυσμού.

Η οικονομία εξαρτάται κυρίως από τα μικρά αποθέματα πετρελαίου που όμως έχουν σχεδόν εξαντληθεί. Στην παραλιακή ζώνη Τιχάμα καλλιεργείται σησάμι, βαμβάκι, καπνός, φοινικόδεντρα και ρύζι. Στις δυτικές πλαγιές της οροσειράς και μέχρι ύψους 2.000 μ., καλλιεργείται καφές, στις οάσεις δε των κοιλάδων και την εσωτερική χώρα, σιτηρά, οπωροφόρα, συκιές και αμπέλια. Από διάφορα δε αυτοφυή φυτά εξάγεται το αραβικό κόμμι, βάλσαμο και λιβάνι.

Το σπουδαιότερο από τα προϊόντα της Υεμένης είναι ο καφές, που παράγεται σε πολύ καλή ποιότητα και καλλιεργείται στην παραλιακή περιοχή της Μόκας, μέχρι τις ψηλές οροσειρές. Από το λιμάνι της Μόκας γίνεται και η εξαγωγή του περίφημου καφέ και των άλλων προϊόντων της χώρας. Η Υεμένη παράγει και λουλάκι (ινδικόν). Στην Ερυθρά θάλασσα αλιεύονται και μαργαριτάρια.

Ας μείνουμε όμως στο μέλι. Το πιο γνωστό (και κατά πολλούς το καλύτερο) μέλι της Υεμένης είναι το Sidr. Ένα παχύρρευστο και σκουρόχρωμο μέλι που παράγεται από το αρχαίο ακανθώδες δέντρο με τη λατινική ονομασία Ziziphus spina-christi (Sidr tree) που στα ελληνικά είναι γνωστό με το εκπληκτικό Ακανθώδης τζιτζιφιά του Χριστού. Λένε ότι τα τζίτζιφα, οι καρποί του δέντρου, ήταν το πρώτο φρούτο που έφαγε ο προφήτης Αδάμ όταν κατέβηκε στη Γη. Το ξύλο του δέντρου χρησιμοποιήθηκε από τον Σολομώντα αλλά και από αρκετούς Φαραώ για να χτίσουν παλάτια και ναούς.

Το μέλι μαζεύεται δύο φορές τον χρόνο στα απομακρυσμένα βουνά Hadramaut, στα νοτιοδυτικά και κεντρικά υψίπεδα όπου το κλίμα είναι πολύ πιο ευχάριστο. Στα ανατολικά βρίσκεται τμήμα της τεράστιας ερήμου “Ρουμπ αλ Χάλι” που κατοικείται από Βεδουίνους νομάδες και το περιβάλλον εκεί δεν είναι φιλόξενο για τις μέλισσες.

Ο πρόεδρος Αμπντ αλ-Ραμπ Μανσούρ αλ-Χαντί παραιτήθηκε έπειτα από την κατάληψη της πρωτεύουσας από τους Σιίτες αντάρτες Χούτι τον Ιανουάριο του 2015. Έκτοτε, στη χώρα μαίνεται εμφύλιος πόλεμος… Μια «θυγατρική» της Αλ Κάιντα περιπλανιέται στην περιοχή τα τελευταία δυόμισι χρόνια. Ο πόλεμος άφησε πίσω του 10.000 νεκρούς ενώ εκτόπισε περίπου 3 εκατομμύρια ανθρώπους, σπρώχνοντας την Υεμένη στο χείλος της πείνας και της καταστροφής. Και σα να μην έφταναν αυτά, ένα ξέσπασμα χολέρας σκότωσε άλλους 2.000 ανθρώπους.

Η μελισσοκομία της χώρας όπως ήταν φυσικό, παρουσίασε μείωση της τάξης του 70% στην παραγωγή. Αρκετοί μελισσοκόμοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν, ενώ και όσοι έμειναν αποκόπηκαν απ’ τις μέχρι τότε επικερδείς εξαγωγές. Τα έξοδα αποστολής έχουν αυξηθεί από τότε που άρχισε ο πόλεμος και μόνο ένα πολύ μικρό κομμάτι καταφέρνει να περάσει από τις χερσαίες διαβάσεις στη Σαουδική Αραβία.

Το μέλι πουλιόνταν στο εξωτερικό σε πολλαπλάσια τιμή απ’ ότι εντός της χώρας, οπότε ο αποκλεισμός των εξαγωγών έπληξε πολύ τους παραγωγούς. Ή τιμή του μελιού Sidr μπορεί να φτάσει τα 120 δολάρια για 500 γραμμάρια (ένα απ’ τα ακριβότερα του κόσμου) ενώ στο εσωτερικό της Υεμένης το ίδιο βάζο πωλείται για $10. “Υποφέρουμε πολύ” λέει ο Fares al-Houry ο οποίος διαχειρίζεται ένα κατάστημα με μέλια στη Σαναά, πρωτεύουσα της Υεμένης.

Σ’ αυτήν τη φωτογραφία, που τραβήχτηκε στις 22 Αυγούστου 2017, ένας μελισσοκόμος της Υεμένης επιθεωρεί τα μελίσσια του, σε ένα αγρόκτημα που βρίσκεται στα περίχωρα της Σαναά. Οι μέλισσές του παράγουν έναν υγρό χρυσό, που όμως ο πόλεμος δεν τον αφήνει να γευτεί.

του Hani Mohammed (Associated Press)
επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης
έχουν προστεθεί στοιχεία από: yemensidrhoney.com, Wikipedia