Το μέλι του μεγάλου υψομέτρου και οι μέλισσες της οροσειράς Πουέμπλα στο Μεξικό

Στην οροσειρά Σιέρα Νόρτε στο Μεξικό ζει μια ξεχωριστή μέλισσα. Γνωστή τοπικά ως «Pisilnekmej» η Scaptotrigona Mexicana είναι μέλος της γηγενούς στην αμερικανική ήπειρο, μέλισσας χωρίς κεντρί.

Εκτρέφεται από αυτόχθονες κοινότητες σε παραδοσιακές πήλινες κυψέλες, που μοιάζουν με δύο γλάστρες ενωμένες μεταξύ τους, οι οποίες σφραγίζονται μαζί με μια υγρή πάστα στάχτης. Το παραγόμενο μέλι χρησιμοποιείται από τους ντόπιους και ως τρόφιμο αλλά και ως φάρμακο. Η γεύση του είναι αρκετά πικάντικη, θα την χαρακτηρίζαμε πολύπλοκη με αρωματικές νότες από αιθέρια έλαια.

Όταν ο καιρός είναι πολύ κρύος τα σκεύη αυτά που χρησιμοποιούνται ως κυψέλες, συνήθως καλύπτονται με μια κουβέρτα. Μάλιστα αν υπάρχει πένθος στο σπίτι, από τυχόν θάνατο κάποιου προσώπου, φτιάχνουν έναν σταυρό από ασβέστη και τοποθετούν μεγάλα κλαδιά πάνω στις κυψέλες για να προστατευτούν από τον «κακό αέρα». Γενικά πιστεύουν ότι πρέπει να υπάρχει αρμονία στο σπίτι, διαφορετικά οι μέλισσες φεύγουν.

Η μέλισσα Scaptotrigona Mexicana είναι ένα είδος που εξελίχθηκε παράλληλα με το τοπικό οικοσύστημα. Μέσα από την αναπαραγωγή, έχει αλληλεπιδράσει στενά με τα παραδοσιακά αγρο-οικοσυστήματα, όπως το milpa και το koujtakiloyan, ένα ιδιαίτερα διαφοροποιημένο σύστημα αγροδασοκομίας για καλλιέργεια καφέ. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι συνέβαλε στη διατήρηση του πλούτου της φυσικής χλωρίδας.

Η επικονίαση, για παράδειγμα, βελτιώνει την παραγωγή σοδειών όπως της πιπεριάς, του καφέ, της σαποντίγια αλλά και άλλων. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την εκτροφή μελισσών, οπότε ο αριθμός των παραγωγών μελιού στην περιοχή αυξάνεται. Επιπλέον, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι η άσκηση της μελισσοκομίας σημαίνει και διακοπή της χρήσης ζιζανιοκτόνων και χημικών ουσιών.

Advertisements

Οι δεντροκυψέλες του δάσους Ναλιμπόκι

Ο Jonathan Powell αφηγείται την επίσκεψή του στο δάσος Ναλιμπόκι, όπου ο Ivan Mulin, θεματοφύλακας μιας παραδοσιακής μελισσοκομικής παράδοσης της Λευκορωσίας και η ομάδα του, αναβιώνουν την μέθοδο των δεντροκυψελών.

Δεντροκυψέλη

Η Λευκορωσία υπήρξε μια απ’ τις σημαντικότερες χώρες, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μέλισσες πάνω στα δέντρα. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν γύρω στα 200 Μπορτ (τεχνητές κοιλότητες μέσα σε δέντρα τις οποίες δημιούργησαν άνθρωποι) που έχουν καταγραφεί πρόσφατα, όμως μόνο στο 1/4 εξ αυτών ζουν μέλισσες.

Δεντροκυψέλες ηλικίας 150 ετών οι οποίες αποκαταστάθηκαν και πάλι.

Υπάρχουν ακόμη 14.000 Κολόντα (κορμοί δέντρων που έχουν μετατραπεί σε δεντροκυψέλες), τα οποία βρίσκονται πάνω σε δέντρα, αλλά πολλά απ’ αυτά είχαν εγκαταλειφθεί τα τελευταία δέκα με είκοσι χρόνια. Σε περίπου 1.500 με 2.000 από αυτά ζουν μέλισσες.

Εγκαταλελειμμένο σπίτι στο δάσος του Ναλιμπόκι.

Σήμερα έχουν απομείνει περίπου 300 παραδοσιακοί μελισσοκόμοι. Ο αποδεκατισμός των χωριών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πυρηνική καταστροφή του Τσερνομπίλ στο νότο και εντατική εμπορική εκμετάλλευση των δασών τα τελευταία χρόνια, διέβρωσαν αυτή την παράδοση. Το δάσος έχει ένα τραγικό παρελθόν. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ολόκληρα χωριά καταστράφηκαν. Άνθρωποι σφαγιάστηκαν ή απελάθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

Πλατφόρμα ύψους 10 μέτρων που φιλοξενεί 3 κυψέλες.

Βαθύτερα μέσα στο βαλτώδες δάσος χιλιάδες παρτιζάνοι βρήκαν καταφύγιο από την φρίκη του πολέμου. Σήμερα μόνο 20 από τα 400 απομονωμένα ξύλινα σπίτια του δάσους παραμένουν από τη μεταπολεμική εποχή, και από αυτά μόνο 5 κατοικούνται. Αυτά τα σπίτια αποπνέουν μια θλίψη και μία γοητεία ταυτόχρονα.

Εγκαταλελειμμένο σπίτι στο δάσος του Ναλιμπόκι.

Ο Ivan ανακαινίζει δύο από αυτά τα σπίτια βαθιά μέσα στο δάσος, ώστε όποιος επιθυμεί να επισκεφτεί ένα από τα τελευταία μεγάλα παρθένα δάση της Ευρώπης και να παρακολουθήσει σεμινάρια σχετικά με την παραδοσιακή μελισσοκομία των δέντρων. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν επιστρέψει στο δάσος οχτώ αρκούδες, έτσι υπάρχουν πραγματικά σημάδια ελπίδας. Ο Ιβάν σταδιακά ξαναβάζει τις μέλισσες στα δεντρόσπιτα. 

Αυτό είναι πραγματικά ένας αγώνας αγάπης. Η αγάπη για το δάσος, η αγάπη για τις μέλισσες και η αγάπη για την άγρια ζωή. Ο Ιβάν με τη βοήθεια μερικών φίλων έδωσε και την ψυχή του για την αποκατάσταση του οικισμού. Βέβαια υπάρχει μια λίστα με πράγματα που πρέπει να γίνουν η οποία ίσως αποθάρρυνε πολλούς, αλλά δεν τα παρατάνε!

Ψιθυρίζοντας στις μέλισσες

Στην Νέα Αγγλία, του δέκατου ένατου αιώνα, υπήρχε η παράδοση να ψιθυρίζουν στις μέλισσες έπειτα από την απώλεια κάποιου αγαπημένου τους προσώπου. Αυτό το περίεργο έθιμο ήταν αρκετά συνηθισμένο την εποχή εκείνη, ενώ συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας, αλλά με διαφορετική μορφή. Η πιο διαδεδομένη και χαρακτηριστική απεικόνιση αυτής της παράδοσης συναντάται σε ένα ποίημα του 1858, του Τζον Γκρέινλαφ Ουιτιρ, με τίτλο Telling the Bees”.

The Bee Friend. Πίνακας του Χανς Τομά (1863)

Ένας ανώνυμος ομιλητής επιστρέφει στο σπίτι της αγαπημένης του μετά από απουσία ενός έτους. Περιγράφει την προηγούμενη επίσκεψή του εκεί με ιδιαίτερη λεπτομέρεια, πριν παρατηρήσει ότι τίποτα δεν άλλαξε. Η προσοχή του ομιλητή στρέφεται στα μελίσσια της οικογένειας, εξαιτίας των κινήσεων ενός μικρού κοριτσιού που τραγουδάει μια θλιβερή μελωδία καθώς σκεπάζει με ένα μαύρο ύφασμα τις κυψέλες.

Είναι φανερό από τις πράξεις της κοπέλας ότι κάτι κακό έχει συμβεί εδώ. Το σπίτι είναι βυθισμένο στο πένθος. Μια συνειδητοποίηση που μας μεταφέρει μια χειμωνιάτικη ψύχρα, μέσω του ομιλητή, ο οποίος πλέον αρχίζει να ακούει με προσοχή τη μελωδία του κοριτσιού. Αυτή σιγοτραγουδάει στις μέλισσες για κάποιον που ξεκίνησε για ένα ταξίδι που όλοι κάποτε θα κάνουμε. Η πρώτη του σκέψη είναι ότι ο αγαπημένος του παππούς έχει πεθάνει. Οι σκέψεις του διακόπτονται στη συνέχεια από τον γαύγισμα ενός σκύλου.

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Τσάρλς Νάπιερ Χέμυ The Widow (1895).

Αυτός γυρίζει το κεφάλι και κοιτάει. Εκεί, στην πόρτα, στέκεται ένας ηλικιωμένος, ο οποίος δείχνει αρκετά ζωντανός. Η κοπέλα συνεχίζει να τραγουδάει στις μέλισσες και τώρα μπορεί να καταλάβει τι τους λέει. «Μείνετε σπίτι, όμορφες μέλισσες, μην πετάξετε έξω. Η κυρία Μαίρη είναι νεκρή, πάει.» Μ’ αυτή τη φράση τελειώνει το ποίημα, προβάλλοντας τη σημασία των μελισσών σε ένα τελετουργικό που μεταφέρει ανθρώπινη θλίψη.

Ο ίδιος ο Γκρέινλαφ μπόρεσε να εντοπίσει αυτή την παράδοση, μέσα από τη λαογραφία της αγροτικής Νέας Αγγλίας. Όταν δημοσίευσε το ποίημα του σε μια εφημερίδα του 1858, περιέλαβε μια εισαγωγή όπου σημειώνει ότι αυτό το τελετουργικό ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα έχει αρχίσει να εξασθενεί. Σε μια επιστολή του, το ίδιο έτος, προς την συνάδελφό του ποιήτρια και συγγραφέα, Ρόουζ Τέρι Κουκ, εκφράζει την επιθυμία να διατηρηθεί το συγκεκριμένο λαϊκό τελετουργικό.

Η έμφαση που δίνει ο Γκρέινλαφ σε αυτή την έννοια της μετάδοσης σημαντικών πληροφοριών στις μέλισσες, υποδηλώνει ότι υπάρχει μια ξεχωριστή σχέση μεταξύ των μελισσών και των ανθρώπων, που είναι σημαντικό να διατηρηθεί. Οι μέλισσες δεν ενημερώνονταν μόνο για τους θανάτους μελών της οικογένειας, αλλά για όλα τα σημαντικά γεγονότα στη ζωή των κατόχων τους, όπως μακρινά ταξίδια, γεννήσεις και γάμους.

Γκραβούρα του 1856 του Ζυλ Γκέιλντρο σχετικά με το έθιμο.

Αυτό το έθιμο ίσως οφείλει την προέλευσή του στην Κελτική μυθολογία, όπου η παρουσία μέλισσας μετά από κάποιον θάνατο, σήμαινε ότι η ψυχή αποχωρίζεται από το σώμα. Η τελετουργία αυτή άκμασε κατά τον 18ο και 19ο αιώνα στις ΗΠΑ αλλά και την Δυτική Ευρώπη. Όταν κάποιο μέλος της οικογένειας πέθαινε, σκέπαζαν κάθε κυψέλη με ένα μαύρο ύφασμα έτσι ώστε οι μέλισσες να μοιράζονται το πένθος. Ήταν απαραίτητο η θλιβερή είδηση ​​να μεταδοθεί σε κάθε μία κυψέλη ξεχωριστά, χτυπώντας μια φορά και έπειτα ψιθυρίζοντας τα θλιβερά μαντάτα.

Ο Τσαρλς Φιτζέραλντ, Βρετανός μελισσοκόμος και πρύτανης, στο βιβλίο “A Book about Bees” που έγραψε το 1886, αναφέρει ότι αυτό το μήνυμα πρέπει να παραδοθεί στις κυψέλες τα μεσάνυχτα. Σε άλλες περιοχές, όπως στη Νέα Αγγλία απλώς σκέπαζαν με μαύρο ύφασμα τις κυψέλες και στη συνέχεια τραγουδούσαν τα νέα για τον νεκρό. Σε άλλες περιοχές πάλι μετέφεραν τις πληροφορίες ψιθυριστά.

Η Τάμι Χορν μια συγγραφέας μελετητής και μελισσοκόμος γράφει στο βιβλίο της “Bees in America” του 2005, ότι στο Νιου Χάμσαϊρ, οι ειδήσεις των θανάτων δεν έπρεπε απλώς να τραγουδιούνται αλλά έπρεπε οι στίχοι να έχουν και ομοιοκαταληξία. Μάλιστα έχει και ένα παράδειγμα που διασώζεται: «Bees, bees, awake! / Your master is dead, / And another you must take.» Αν οι μέλισσες βούιζαν μετά απ’ αυτό, θεωρούνταν καλός οιωνός. Η Χορν αναφέρει άλλο ένα τελετουργικό που συνδέεται με τον θάνατο, σύμφωνα με το οποίο ο μεγαλύτερος γιος της οικογένειας έπρεπε να μετατοπίσει όλες τις κυψέλες λίγο προς τα δεξιά, ώστε να σημάνει ότι μια μεγάλη αλλαγή έχει συμβεί.

Οι συνέπειες αν δεν το έλεγαν στις μέλισσες μπορούσαν να είναι τρομερές. Μια άλλη βικτοριανή βιολόγος, η Μάργκαρετ Ουόρνερ Μόρλεϊ, στο βιβλίο τηςThe Honey-Makers” του 1899, αναφέρει μια υπόθεση στο Νόρφολκ όπου ένας άνδρας αγόρασε μια κυψέλη μελισσών σε δημοπρασία. Όταν ο άνδρας επέστρεψε στο σπίτι μαζί τους, οι μέλισσες αρρώστησαν. Έτσι έγινε αντιληπτό στον νέο ιδιοκτήτη τους ότι δεν είχαν σωστά τεθεί σε πένθος μετά το θάνατο του πρώην ιδιοκτήτη τους. Εκείνος τότε αποφάσισε να σκεπάσει την κυψέλη με μαύρο πανί, και σύντομα οι μέλισσες ανέκτησαν την υγεία τους. Υπάρχουν επίσης ιστορίες ολόκληρων αποικιών μελισσών που πέθαναν επειδή η οικογένεια δεν τους ανακοίνωσε έναν θάνατο.

Κατά τη διάρκεια του δέκατου ένατου αιώνα και μέχρι τον εικοστό, υπήρχαν αναφορές αγροτών που πίστευαν σθεναρά σε αυτή την παράδοση. Το 1956 το Associated Press ανέφερε ένα περίεργο περιστατικό στην κηδεία του Τζον Ζέπκα, ενός μελισσοκόμου από τους λόφους του Μπέρκσαϊρ. Καθώς η νεκροφόρα έφτασε στο νεκροταφείο, ο κόσμος παρατήρησε ότι σμήνη μελισσών κάθονταν πάνω στα στεφάνια με τα λουλούδια, χωρίς να ενοχλούν τους παρευρισκόμενους. Οι μέλισσες απλώς παρέμεναν ακίνητες. Αυτή η περίεργη περίπτωση φάνηκε να επιβεβαιώνει την ανάγκη να μεταδοθεί η πληροφορία στις μέλισσες ενισχύοντας περαιτέρω την πεποίθηση ότι υπάρχει μια συμπάθεια μεταξύ των μελισσών και των ανθρώπων.

Σύμφωνα με την λαογράφο Πάμελα Μακ Άρθουρ Κόουλ, αυτά τα τελετουργικά θεωρούνταν αναχρονιστικά, ήδη από το 1894, όπως για παράδειγμα το να αγγίξεις τον νεκρό πριν την ταφή γιατί θα εμφανιστεί στο όνειρό σου. Η Κόουλ παρατηρεί ότι από το 1842 μόνο λίγα άτομα τηρούσαν αυτήν την παράδοση. Δεκαέξι χρόνια πριν το ποίημα του Γκρέινλαφ.

Πέρα απ’ τους θανάτους όμως οι μέλισσες συμμετείχαν και σε άλλα γεγονότα. Σύμφωνα με την Μόρλεϊ, στη Βρετάνη υπήρχε η παράδοση στους γάμους να διακοσμούνται οι κυψέλες με κόκκινο ύφασμα, ενώ στη Βεστφαλία οι νεόνυμφοι έπρεπε να συστηθούν στις μέλισσες, αν ήθελαν να έχουν έναν ευτυχισμένο γάμο.

Η Σύλβια Πλαθ, η οποία έγραψε το “Bee poems“, είχε άμεση σχέση με τη μελισσοκομία καθώς ο πατέρας της ήταν γνωστός εντομολόγος με εξειδίκευση στις μέλισσες. Λίγο πριν την αυτοκτονία της, η Πλαθ άρχισε να διατηρεί η ίδια μέλισσες. Στο “The Arrival of the Bee Box” (1962), παρομοιάζει την ξύλινη κυψέλη με ένα μικρό φέρετρο και την σήτα της μάσκας του μελισσοκόμου με την πλερέζα, υπονοώντας τις σαφείς συνδέσεις μεταξύ μελισσοκομίας, θανάτου και πένθους.

Πίνακας του Justin Fitzpatrick με τίτλο The Arrival of the Bee Box, αφιερωμένος στην Σύλβια Πλαθ. 2008

Σήμερα, με την κρίση των μελισσών να φτάνει σε ανησυχητικά ύψη, φαίνεται ότι έχουμε αναβιώσει μια αντίστοιχα νοσηρή οικειότητα με τις μέλισσες. Μέσα στο 2018, Γάλλοι μελισσοκόμοι πραγματοποίησαν συμβολική κηδεία στις μέλισσες, διαμαρτυρόμενοι με αυτόν τον τρόπο για την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων που ευθύνεται για τον θάνατο των μελισσών. Και ενώ αρκετοί από το 19ου αιώνα θεωρούσαν ότι αυτό το απαρχαιωμένο έθιμο θα χάνονταν, η κίνηση των Γάλλων που διαμαρτύρονται με κυψέλες σε σχήμα φέρετρου βεβαιώνει την κληρονομιά του, δίνοντας του άλλες πτυχές.

Η αναπαράσταση της διαδικασίας του Telling the Bees από ένα φιλμ του 1926:

Δεδομένου ότι οι μέλισσες επικονιάζουν 70 από τις 100 καλλιέργειες, που τροφοδοτούν το 90% του πλανήτη και όσο το μέλλον τους παραμένει αβέβαιο, αυτή η κηδεία χρησιμεύει ως ισχυρή υπενθύμιση ότι η μοίρα μας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή των μελισσών. Αν ήρθε η ώρα γι αυτές να κάνουν το “ταξίδι που όλοι κάποτε θα κάνουμε” τότε ίσως πρέπει να αναλογιστούμε αν και για εμάς έφτασε το πλήρωμα του χρόνου.

Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι

Οι μελισσοκόμοι των δασών της Ζανζιβάρης

Ο φωτογράφος Jurre Rompa πέρασε τους τρεις πρώτους μήνες του 2018, εξερευνώντας τα τροπικά δάση του αρχιπελάγους της Ζανζιβάρης. Αυτή η ημιαυτόνομη περιοχή της Τανζανίας στην Ανατολική Αφρική, συνίσταται από πολυάριθμα μικρά νησιά και δύο μεγάλα: την Ουνγκούτζα και την Πέμπα.

Καθώς ο Rompa ταξίδευε, ακολούθησε μια ομάδα τοπικών μελισσοκόμων που είχαν τοποθετήσει τις κυψέλες τους στα πυκνά, καταπράσινα δάση της ενδοχώρας. Μια απ’ τις κυριότερες πηγές πλούτου της χώρας είναι τα μπαχαρικά και ειδικότερα το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, η κανέλα και το μαύρο πιπέρι. Για το λόγο αυτό, τα νησιά μαζί με τη Νήσο Μάφια της Τανζανίας, μερικές φορές καλούνται και τα νησιά των μπαχαρικών.

Λόγω της εντατικής εκμετάλλευσης όμως, τα δάση έχουν υποβαθμιστεί. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν αρκετά προγράμματα αναδάσωσης, σε μια προσπάθεια που γίνεται ώστε να επανέλθουν και οι μέλισσες, λόγω της επικονίασης, είναι βασικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής. Παράλληλα με τη συμβολή τους στην τοπική βιοποικιλότητα, οι μέλισσες προσφέρουν στους νησιώτες και έναν τρόπο να ενισχύσουν τα εισοδήματά τους, καθώς πουλούν το μέλι. Για τους μικροκαλλιεργητές είναι μια νέα πηγή εισοδήματος, μιας και έχουν πληγεί από την πτώση της τιμής του γαρίφαλου τα τελευταία χρόνια.

Ο εξηντάχρονος Ali Manguja είναι ιδιοκτήτης ενός φυτώριου, ενώ εκτρέφει και λίγες αγελάδες. Διατηρεί μέλισσες από τότε που ήταν παιδί και χρησιμοποιεί το εισόδημα που βγάζει απ’ το μέλι για να πληρώνει το νερό για το φυτώριο του. Έχει 11 παιδιά! Είπε στον Rompa ότι «θα το κάνω αυτό για όσο με κρατάνε τα πόδια μου».  Ο Mohamed Abdula Mshiti, 57 ετών, είναι άλλος ένας άνθρωπος που διατηρεί μέλισσες για να έχει ένα επιπλέον εισόδημα. Εργάστηκε ως γεωργός για περισσότερα από 30 χρόνια, αλλά και ως πτηνοτρόφος. «Το μέλι στην Πέμπα είναι ακριβό και δύσκολο να το αποκτήσεις» εξηγεί. «Ένα κιλό κοστίζει 24.000 δολάρια Τανζανίας (περίπου 8-10 ευρώ). Το χρησιμοποιούμε για φαγητό αλλά και ως φάρμακο».

πηγή: BBC (All photographs copyright: Jurre Rompa)

Ο Μελισσοκόμος του Μάνο Καλίλ

Όταν το ντοκιμαντέρ «Ο Μελισσοκόμος», του κούρδου σκηνοθέτη Μάνο Καλίλ, προβάλλονταν στις πόλεις της Αυστραλίας, στα πλαίσια του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο ίδιος ο σκηνοθέτης περιόδευε μαζί του. Όταν έφτασαν στο Σίδνεϊ, ο Καλίλ μίλησε για την ιστορία της ταινίας αλλά και την δική του:

Πάντα μου άρεσε να ψάχνω τις ιστορίες πίσω απ’ τους ανθρώπους. Η ταινία μου, Ο μελισσοκόμος, είναι η ιστορία ενός Κούρδου μελισσουργού, του Ιμπραήμ Γκίζερ, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας πολύ ευκατάστατος άνθρωπος που ζούσε με μια ευτυχισμένη οικογένεια. Παρήγαγε 18 τόνους μελιού ετησίως, όμως ως Κούρδος που ζούσε στα βουνά, είδε τη ζωή του να καταστρέφεται από τον τουρκικό στρατό. Η γυναίκα και τα παιδιά του σκοτώθηκαν, έχασε όλες του τις κυψέλες και ο ίδιος αναγκάστηκε να μεταναστεύσει.

Ο Κούρδος μελισσοκόμος Ιμπραήμ Γκίζερ.

Ο Ιμπραήμ έζησε για επτά χρόνια σαν κυνηγημένος στην Τουρκία. Στα 64 του έφθασε στην Ελβετία ως πρόσφυγας και προσπάθησε να αρχίσει εκ νέου τη μελισσοκομία. Τα κατάφερε παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε καθόλου Γερμανικά. Είναι ένας άνθρωπος ερωτευμένος με τη φύση. Ένας απλός Κούρδος χωρικός.

Ένας φίλος, μου μίλησε γι αυτόν και την ιστορία του και έτσι έψαξα και τον βρήκα. Όταν τον συνάντησα, μου μίλησε λίγο για τη ζωή του και εγώ τον ρώτησα αν μπορούσα να κάνω μια ταινία σχετικά με αυτήν.  Ο Ιμπραήμ δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ σε κινηματογραφική αίθουσα. Η πρώτη του φορά ήταν για την ταινία του. Κατά τη διάρκεια της κινηματογράφησης ήταν πολύ νευρικός με την κάμερα. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε γιατί δεν τον ρώταγα για τις μέλισσες του, αλλά βλέπετε ο Ιμπραήμ ήταν η μέλισσα μου · ήθελα η ταινία μου να είναι γι ‘αυτόν.

Ο σκηνοθέτης Μάνο Καλίλ.

Για έξι μήνες τρώγαμε μαζί, χωρίς κάμερες και αναπτύξαμε μια σπουδαία φιλία που βασίζεται στην αγάπη και το σεβασμό. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα τον χρησιμοποιούσα μου άνοιξε την καρδιά του. Δεν θα υπήρχαν όλες αυτές οι συναισθηματικές στιγμές στην ταινία αν δεν είχαμε αυτή τη δυνατή φιλία.

Όπως και ο Ιμπραήμ έτσι και εγώ ήρθα ως Κούρδος πρόσφυγας στην Ελβετία. Μεγάλωσα στο Συριακό Κουρδιστάν τη δεκαετία του 1960 σε μια μικρή οικογένεια που δεν καταλάβαινε καθόλου Αραβικά. Πήγα σε ένα αραβικό σχολείο όπου απαγορευόταν η κουρδική γλώσσα και οι γονείς μου με είχαν συμβουλέψει να μην μιλήσω ποτέ στα κουρδικά. Την τρίτη ημέρα, ο δάσκαλος, μου έδειξε ένα μικρό μήλο σε ένα βιβλίο και μου ζήτησε να του πω τι είναι. Εγώ είπα «sev», όπως είναι δηλαδή το μήλο στα κουρδικά και τότε με χτύπησε πάρα πολύ σκληρά. Ήμουν τόσο άσχημα που όταν με είδε η μητέρα μου, υποσχέθηκε ότι θα τον σκοτώσει.

Το σχολείο μας ήταν φυλακή. Μάθαμε να μισούμε, να μην αγαπάμε. Η μετάβαση στο πανεπιστήμιο στη Δαμασκό ήταν ένα μεγάλο σοκ. Μάθαμε πώς λειτουργεί ο έξω κόσμος, πώς είχαμε δικαιώματα, πώς ήταν άδικο που η Συρία καταδίκαζε έναν δολοφόνο στη φυλακή για 3 χρόνια, αλλά έναν ποιητή που έγραφε στα κουρδικά για 12 χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 πολλοί φίλοι μου ήθελαν να αγωνιστούν για το κίνημα της ελευθερίας, εγώ απλώς ήθελα να κάνω ταινίες.

Έτσι πήγα να σπουδάσω κινηματογράφο στην Τσεχοσλοβακία. Επιστρέφοντας πίσω στη Συρία, χρόνια αργότερα με συνέλαβαν για μια λεζάντα περιοδικού στην οποία υπήρχε αναφορά για εμένα με τον τίτλο «Ο Κούρδος φοιτητής από τη Συρία». Με ρώτησαν γιατί είπα ότι είμαι Κούρδος, όταν δεν υπήρχαν Κούρδοι στη χώρα. Με έστειλαν στη φυλακή στη Δαμασκό για ένα μικρό διάστημα και αργότερα η Ελβετία μου έδωσε άσυλο.

Στην Ελβετία υπάρχουν διαφορετικές εθνικότητες (Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι) οι οποίοι ζουν αρμονικά και σέβονται ο ένας τον άλλο. Στην Τουρκία, υπάρχουν περίπου 14 εκατομμύρια Κούρδοι και απαγορεύεται να μιλάνε τη γλώσσα τους. Δεν υπάρχουν σχολεία για τα παιδιά των Κούρδων. Πιστεύω ότι μια μέρα η Τουρκία θα χωριστεί γιατί Τούρκοι και Κούρδοι δεν σέβονται ο ένας τον άλλον και το μίσος είναι πολύ βαθιά ριζωμένο. Βλέπω ένα μακρύ σκοτεινό τούνελ, αλλά όχι φως στο τέλος του.

Το προσφυγικό είναι αποτέλεσμα της πολιτικής των Ευρωπαϊκών χωρών στη Μέση Ανατολή. Τώρα οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν το προσφυγικό ως ασθένεια, φοβούνται και αρνούνται να μιλήσουν γι αυτό. Οπουδήποτε πηγαίνω, συναντώ ανθρώπους που θέλουν να βοηθήσουν και να μοιραστούν, να προσφέρουν μέρος των σπιτιών τους, στους πρόσφυγες. Έχω δει όμως και αφίσες που γράφουν ότι είμαστε ανεπιθύμητοι εδώ. Είναι κρίμα στον 21ο αιώνα οι πρόσφυγες να αντιμετωπίζονται με τόσο επιθετικό και απάνθρωπο τρόπο.

Καταλαβαίνω πως είναι πρόβλημα ότι 24 εκατομμύρια άνθρωποι φεύγουν από τη Συρία, αλλά όταν υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη, πρέπει να τους βοηθήσετε. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα στη Συρία. Το ISIS φέρεται στους ανθρώπους με βάρβαρο τρόπο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι κάνουν. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, το καθεστώς του Άσαντ υποστήριζε την Αλ Κάιντα που υπονόμευε τους Αμερικανούς στο Ιράκ αλλά ο Ασαντ έχασε τον έλεγχο του δικού του τέρατος και μετά χάσαμε τα πάντα.

Το ISIS κατέστρεψε το σπίτι μου. Σκότωσαν την ανιψιά μου, μια μέρα, ενώ βρισκόταν έξω και φύτευε λουλούδια. Πέθανε με οκτώ άλλους ανθρώπους. Τώρα η οικογένειά μου δεν έχει τίποτα. Είμαστε όλοι πρόσφυγες. Μόνο ο αδερφός μου παραμένει στη χώρα, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος σε τηλεοπτικό σταθμό και αγωνίζεται για τον κουρδικό λαό ενάντια στον ISIS.

Και μόνο που λέω ότι είμαι Κούρδος είναι μια πολιτική πράξη. Η νέα μου ταινία «The Swallow» που γυρίστηκε στο ιρακινό Κουρδιστάν, ολοκληρώθηκε λίγες μέρες πριν το ISIS μπει στην πόλη της Μοσούλης. Είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά είναι επίσης μια πολιτική ιστορία. Στη χώρα μας, ακόμη και η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων είναι πολιτική πράξη. Πρόκειται για μια ταινία που έχει να κάνει με την τρομοκρατία, τα εγκλήματα πολέμου στο Ιράκ και την αγάπη. Θα ήθελα η επόμενη ταινία μου να είναι για τη ζωή μου ως παιδί.

Ως Κούρδος πρόσφυγας από τη Συρία, νιώθω σαν να είμαι μόνο ένας αριθμός. Αλλά οι πρόσφυγες είναι σαν εσάς: έχουν παιδιά, φωνάζουν, γελούν. Είναι ανθρώπινα όντα. Πώς μπορείτε να αγαπάτε το δικό σας παιδί αλλά να μισείτε το παιδί του άλλου; Εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Πρέπει να βρούμε μια λύση.

πηγή: The Guardian
Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι

Η μελισσοκομία ανακουφίζει την υποβαθμισμένη απ’ την υπερβόσκηση, γη της Κιργιζίας

Για αιώνες, οι άνθρωποι που ζούσαν στα ψηλά απομακρυσμένα χωριά της τεράστιας οροσειράς του Παμίρ, στην Κιργιζία, στην κεντρική Ασία, βασίζονταν κυρίως στη βοσκή των ζώων. Το όνομα Παμίρ σημαίνει ορεινός λειμώνας και σε αυτό συναντώνται τα μεγαλύτερα ορεινά συγκροτήματα της Γης, του Τιεν-Σαν, του Καρακορούμ και Κουέν-Λουν προς ανατολάς, τα Ιμαλάια προς νότο και η οροσειρά του Χίντου Κους προς δυσμάς.

Εδώ υψώνονται βουνά που υπερβαίνουν τα 6000 μ. των οποίων μεγαλύτερες κορυφές είναι η του Ισμαήλ Σαμανί (7.500 μ.) και η κορυφή Λένιν (7.140 μ.). Η χλωρίδα στη περιοχή αυτή είναι πολύ φτωχή και γενικά χαρακτηρίζεται άδενδρος. Μικρή βλάστηση παρατηρείται μόνο στα δυτικά και σε χαμηλό ύψος. Αντίθετα στις κοιλάδες των ποταμών παρατηρείται πυκνή βλάστηση από ιτιές και λεύκες. Κυριότερα ζώα της περιοχής είναι το “Αρχάρ”, πρόβατο βουνού, και το “Κίικ” είδος αγριοκάτσικου.

Δεδομένου του έντονου κλίματος και των παγετώνων που υφίστανται στη περιοχή, το Παμίρ έχει αρκετά συχνά σεισμούς που προκαλούν κατολισθήσεις, κάνοντας τις ήδη δύσκολες συνθήκες διαβίωσης ακόμα δυσκολότερες. Η επί γενιές κακή διαχείριση των βοσκοτόπων έχει επιταχύνει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. «Το οικοσύστημα της ορεινής περιοχής του Παμίρ είναι αρκετά ευαίσθητο. Γι αυτό σε κάθε ανθρώπινη ή φυσική παρέμβαση το περιβάλλον αντιδρά άμεσα» σημειώνει ο Maksat Anarbaev, από το Εθνικό Κέντρο Ανάπτυξης Ορεινής Κιργιζίας. Για τον Anarbaev η υποβάθμιση της γης είναι συνυφασμένη με την φτώχεια και γι αυτό εργάζεται για μια αειφόρο διαχείριση των πόρων.

Στο χωριό Murdash της Κιργιζίας, ο Ulanbek Kasymov βίωσε από πρώτο χέρι τις επιπτώσεις της υποβάθμισης της γης στην περιοχή. Το σπίτι του, το οποίο βρισκόταν σε μια βουνοπλαγιά, καταστράφηκε από μια κατολίσθηση. Οι θείοι του είχαν προτείνει στους γείτονες τους να φυτέψουν δέντρα, καθώς αυτά προστατεύουν το έδαφος. Θα μπορούσαν να γεύονται και τους καρπούς τους, όμως οι γαιοκτήμονες της περιοχής αρνήθηκαν. Προτίμησαν την παραγωγή σανού και τα ζώα. Πλέον η περιοχή δε μπορεί να καλλιεργηθεί αλλά ούτε και να θρέψει τα ζώα.

Ο Anarbaev σήμερα, προσπαθεί να συμβάλει στην ανάκαμψη του περιβάλλοντος και ταυτόχρονα στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των κατοίκων. Πως; Ο ίδιος λέει «Με τις μέλισσες αλλά και τα ζώα.» Ως δάσκαλος χημείας και έπειτα από την καταστροφή του σπιτιού του, ο Kasymov μπορεί να κατανοήσει καλύτερα το μέγεθος της υποβάθμισης και προσπαθεί να βρει λύσεις για να βελτιώσει το βιοτικό του επίπεδο αλλά και το περιβάλλον του χωριού του.

Όταν άκουσε λοιπόν για ένα μικρό πρόγραμμα επιχορηγήσεων ξεκίνησε να οργανώνει μια ομάδα χωρικών ώστε να αναβιώσει μια παράδοση που αργοπέθαινε· την μελισσοκομία. «Έμαθα την τέχνη της μελισσοκομίας όταν βρισκόμουν στην όγδοη τάξη, από τον θείο και τον πατέρα μου, παρακολουθώντας πώς το έκαναν. Τους ακολουθούσαμε ως παιδιά και μεταφέραμε τα καπνιστήρια αλλά και τα ξύλινα πλαίσια.» θυμάται ο Kasymov.

Αλλά από την παιδική του ηλικία μέχρι σήμερα αυτή η τέχνη έχει σχεδόν χαθεί, ενώ παράλληλα τα νοικοκυριά στράφηκαν αποκλειστικά στην διαχείριση μεγάλων ζωικών κεφαλαίων. Ειδικά μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, το 1991, το κλείσιμο των συλλογικών εκμεταλλεύσεων και τον φόβο της ανεργίας. Ο ίδιος, ο Kasymov, όμως έγινε παράδειγμα στην κοινότητα, μειώνοντας το ζωικό του κεφάλαιο και αυξάνοντας τις κυψέλες του, αποδεικνύοντας ότι κάτι τέτοιο είναι βιώσιμο ως λύση. Έπειτα αρκετοί τον ακολούθησαν. Πλέον εργάζονται συλλογικά. Τα κέρδη από την πώληση του μελιού κατανέμονται μεταξύ των μελών της ομάδας.

Οι μέλισσες επικονιάζουν τα φυτά συμβάλλοντας στην ανάκαμψη του περιβάλλοντος. Βέβαια αυτή η περιοχή είναι τόσο σκληρή και απομακρυσμένη και λόγω της περιορισμένης εμβέλειας των σύγχρονων επικοινωνιών, η μεταφορά των γνώσεων του έργου στις κοινότητες αποτελεί πρόκληση. Οι άνθρωποι εδώ έχουν ραδιόφωνο και τηλεόραση αλλά όχι πρόσβαση στο διαδίκτυο. Η γνώση μεταφέρεται μέσω συγγενών, αγροτών και φίλων. Απ’ την άλλη αυτό βοηθάει την κοινότητα να έρθει πιο κοντά και να δρα περισσότερο συλλογικά.

Όπως και οι μέλισσες δρουν συλλογικά έτσι και ο Kasymov και η ομάδα του ίσως αποδειχτούν το κλειδί για τη διατήρηση αυτού του απομακρυσμένου αλλά και μοναδικού οικοσυστήματος.