Ένα βιβλίο για κάθε μελισσοκόμο

Πρόσφατα έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο με τον τίτλο «Μελισσοκομία – Σηροτροφία» που δίνεται στην τρίτη τάξη του επαγγελματικού λυκείου, στον τομέα Γεωπονίας. Είναι ένα αρκετά καλό βιβλίο για κάποιον που εισέρχεται για πρώτη φορά στον κόσμο της μέλισσας, καθώς περιλαμβάνει τόσο θεωρητικά όσο και πρακτικά θέματα.

Δεδομένου λοιπόν ότι δεν παρέχεται κάποιου είδους εκπαίδευση από την πολιτεία προς τους νέους μελισσοκόμους, σκέφτηκα να έρθω σε επαφή, ως μέλος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Άρτας, με το Ινστιτούτο Τεχνολογίας Υπολογιστών και Εκδόσεων «ΔΙΟΦΑΝΤΟΣ», το οποίο έχει αναλάβει την έκδοση όλων των διδακτικών βιβλίων της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της χώρας, από το 2012, όταν και καταργήθηκε ο Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων.

Αυτό που ρώτησα ουσιαστικά ήταν αν υπάρχει η δυνατότητα να προμηθευτούμε 300-400 τεμάχια (αν όχι δωρεάν τότε επί πληρωμή), ώστε να τα δίνουμε στους νέους μελισσοκόμους ως βοήθημα για το ξεκίνημα τους. Η απάντηση ήταν ότι δυστυχώς δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα καθώς τα βιβλία αυτά διατίθενται μόνο δωρεάν, μόνο στις σχολικές μονάδες και δεν υπάρχει δυνατότητα αγοράς τους. Μάλιστα γι αυτό το λόγο μου πρότειναν να κατεβάσουμε το βιβλίο ηλεκτρονικά από ένα link που μου υπέδειξαν.

Τέτοιου είδους βιβλία όμως είναι δύσκολο να διαβαστούν ηλεκτρονικά. Θεωρώ ότι δεν είναι δύσκολο να λυθεί αυτό το γραφειοκρατικό πρόβλημα και να γίνει μια εξαίρεση για τους Συλλόγους ώστε να παρέχεται αυτό το βιβλίο από την πολιτεία, σε κάθε νέο που θέλει να γίνει μελισσοκόμος. Οι παθογένειες της ελληνικής μελισσοκομίας είναι τεράστιες και μπορεί οι παλιοί να αλλάζουν δύσκολα μυαλά, μπορούμε όμως να εκπαιδεύσουμε σωστά μια νέα γενιά μελισσοκόμων, που θα έχει καλύτερες βάσεις και βαθύτερη γνώση του αντικειμένου. Θα πρέπει και η Ομοσπονδία (ΟΜΣΕ) να πιέσει το Υπουργείο και να γίνει σύνθημα το «Ένα βιβλίο για κάθε μελισσοκόμο».

Σε κάθε περίπτωση στο Μελισσοκομικό Σύλλογο Άρτας οργανώσαμε μια ηλεκτρονική βιβλιοθήκη με μελισσοκομικά βιβλία, επιστημονικά συγγράμματα, μελέτες και διδακτορικές διατριβές, τα οποία διατίθενται δωρεάν για όλους. Επίσης θα προβάλλουμε ανά περιόδους εκπαιδευτικά ντοκιμαντέρ και για αρχάριους αλλά και για πιο προχωρημένους και θα ακολουθούν συζητήσεις. Όμως σε κάθε περίπτωση το βιβλίο θα πρέπει να δίνεται από την πολιτεία ως ελάχιστο βοήθημα.

Στράτος Σαραντουλάκης

Η βασίλισσα της κυψέλης της Μπλέρτα Μπασόλι

Ο σύζυγος της αγνοείται από τον πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο. Αυτή παλεύει να τα βγάλει πέρα φροντίζοντας τα δύο ανήλικα παιδιά της αλλά και τον πεθερό της, πουλώντας μέλι, ενώ κάθε τόσο καλείται να αναγνωρίσει τον άντρα της ανάμεσα σε άλλες σορούς. Ώσπου ενάντια σε μια εχθρική πατριαρχική κοινωνία αποφασίζει να πάρει τη ζωή της στα χέρια της στρατολογώντας και άλλες γυναίκες, δημιουργώντας έναν γυναικείο συνεταιρισμό παραγωγής μιας ντόπιας σάλτσας.

Η ταινία της Μπλέρτα Μπασόλι που εξελίσσεται στο μεταπολεμικό επαρχιακό Κόσοβο και βασίζεται στην αληθινή ιστορία της Φαρίγε Κότι, κατέκτησε και τα τρία μεγάλα βραβεία του World Cinema του Σάντανς, ήτοι Μεγάλο Βραβείο Επιτροπής, σκηνοθεσίας και κοινού, κάτι που συνέβη για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού!

Η Φαρίγε είναι μια νέα γυναίκα από το μικρό χωριό Κρούσα του Κοσόβου, της οποίας ο σύζυγος βρίσκεται μεταξύ των εκατοντάδων αγνοουμένων του πολέμου στο Κοσσυφοπέδιο. Παρά τις ελπίδες της, γνωρίζει πως οι πιθανότητες να είναι ζωντανός είναι ελάχιστες. Έχει μείνει μόνη να φροντίζει τα δυο παιδιά τους και τον ηλικιωμένο και με κινητικά προβλήματα πεθερό της με μοναδικό έσοδο τα λίγα χρήματα που βγάζει πουλώντας το μέλι που τρυγάει η ίδια από τα μελίσσια τους.

Η τοπική ένωση γυναικών της δίνει την ευκαιρία να πάρει τη ζωή της στα χέρια της. Η Φαρίγε μαθαίνει να οδηγεί αυτοκίνητο και με χίλια ζόρια, στη αρχή σχεδόν μόνη της, στη συνέχεια πείθοντας όλο και περισσότερες γυναίκες του χωριού της να συμμετάσχουν στήνει έναν γυναικείο συνεταιρισμό παραγωγής Άιβαρ, μιας παραδοσιακής τοπικής σάλτσας πιπεριάς, την οποία προωθούν στα καταστήματα της πόλης.

Οι βαθιά ριζωμένες πατριαρχικές νοοτροπίες του χωριού όμως δεν μπορούν να δεχτούν κάτι τέτοιο και τις χτυπούν ανελέητα. Της σπάνε το αυτοκίνητο, επιχειρούν να τη βιάσουν, την κακολογούν ακόμα και τα παιδιά της, τη στιγμή που αυτή καλείται να αναγνωρίσει τον άντρα της ανάμεσα στα πτώματα που ανακαλύπτονται κάθε τόσο.

Σιγά σιγά όμως οι γυναίκες αντιλαμβάνονται το μέγεθος του εγχειρήματος και τις πραγματικές προθέσεις της Φαρίγε. Βοηθούν η καθεμία όπως μπορεί. Ένα κύμα αλληλεγγύης υψώνεται απέναντι στα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις. Η Φαρίγε καταφέρνει όχι μόνο να κρατήσει την ισορροπία στο σπίτι της, αλλά θα λέγαμε πως βάζει σε τάξη ολόκληρη την περιοχή της δημιουργώντας τον συνεταιρισμό.

Δίχως υπερβολή συνολικά η τοπική κοινωνία ωριμάζει στο πλευρό της. Δίνει το παράδειγμα του ανιδιοτελούς αγώνα που σε συνδυασμό με την μόρφωση που θα έχουν οι επόμενες γενιές θα τους ορίσει μία καλύτερη μοίρα. Παράλληλα όμως δε ξεχνάει το επώδυνο παρελθόν. Η ηθική της δεν της το επιτρέπει. Γίνεται πραγματικά η “Βασίλισσα της Κυψέλης”. Αυτού του μικρού τόπου και τον εκσυγχρονίζει.

Η πραγματική Φαρίγε Κότι με την περίφημη σάλτσα Άιβαρ.

Η ταινία είναι ίσως η σημαντικότερη, έως τώρα, στιγμή του «γυναικείου κύματος» από το Κόσοβο, όπως το βάπτισαν ήδη οι ξένοι. Η ερμηνεία της Ιλκα Γκάσι είναι συγκλονιστική. Μας αποκαλύπτει με έναν αδυσώπητο ρεαλισμό, τη δύσκολη ζωή μιας γενιάς γυναικών στο μεταπολεμικό επαρχιακό Κόσοβο που βρέθηκαν να ζουν δίπλα σε παλαιολιθικούς μεσήλικες άνδρες, με τη φτώχεια, τις πατριαρχικές πεποιθήσεις και το θρήνο, να τους πνίγουν σαν τριπλή μέγγενη.

Οι σκηνές όπου η Φαρίγε μαζί με τον πεθερό της αναζητούν τον αγνοούμενο άνδρα της χωρίς κανένας τους να είναι σίγουρος πως θέλει να μάθει την αναπόφευκτη τραγική αλήθεια, είναι συγκλονιστικές.

Η Βασίλισσα της Κυψέλης aka Hive / Zgjoi
2021 | Έγχρ. | Διάρκεια: 84′ | Κόσοβο | Σκηνοθεσία: Μπλέρτα Μπασόλι
Πρωταγωνιστούν: Ιλκα Γκάσι, Αντριάνα Ματόσι, Κουμρίε Χότζα

πηγές: Filmboy.gr / Flix.gr / Wikipedia / Imdb / alterthess.gr

Ο μελισσοκόμος απ’ το Χαλέπι

Το 2013, ο Σύρος μελισσοκόμος Ryad Alsous ήπιε το τελευταίο του φλιτζάνι τσάι μέντας στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του στη Δαμασκό. Θα έφευγε από την πόλη όπου είχε περάσει όλη του τη ζωή για να μετακομίσει στη Βρετανία. Οκτώ χρόνια αργότερα, πίνει ξανά τσάι μέντας φτιαγμένο στην ίδια τσαγιέρα αλλά αυτή τη φορά στο Χάντερσφιλντ. Η τσαγιέρα είναι το μόνο αντικείμενο που έχει ακόμα από το σπίτι του στη Συρία.

Η πολυκατοικία του είχε βομβαρδιστεί δύο φορές ενώ εκρήξεις στο ανατολικό τμήμα της πόλης γίνονταν καθημερινά. Την ημέρα που έφευγε, ένας δυνατός κρότος εκεί κοντά έκανε τα περιστέρια που είχαν κάτσει στο μπαλκόνι του να πεταχτούν για λίγο στον αέρα. Ταΐζε τα πουλιά για χρόνια και συνειδητοποίησε ότι δεν θα είχαν κανέναν να τα προσέχει από την στιγμή που θα έφευγε. 

«Άφησα το παράθυρό μου ανοιχτό κατά 25 περίπου εκατοστά, αρκετά ώστε να επιτρέψω στα πουλιά να μπαίνουν μέσα. Άνοιξα επίσης όλα τα ντουλάπια της κουζίνας μου για να φάνε τα πουλιά ό,τι είχαμε. Ένιωσα ότι εκείνη τη στιγμή, άλλαζα θέσεις μαζί τους. Εμένα μου επέτρεψαν να μπω στο Ηνωμένο Βασίλειο, μια ασφαλή χώρα, και εγώ τους έδωσα το ασφαλές σπίτι μου για να μείνουν, να φάνε, να πίνουν, να φωλιάσουν και να γεννήσουν απογόνους».

Τουλάχιστον 350.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε 10 χρόνια μαχών στη Συρία, και ο αριθμός αυτός είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερος σύμφωνα με τον ΟΗΕ, με 13,5 εκατομμύρια ανθρώπους (ο μισός πληθυσμός) να έχουν εκτοπιστεί βίαια. Λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου πήγε μαζί με τη σύζυγο του και τα πέντε παιδιά του, ο Alsous ίδρυσε το Buzz Project, μια φιλανθρωπική οργάνωση που βοηθά τους πρόσφυγες να ασχοληθούν με τη μελισσοκομία. Η ιστορία του πώς το έκανε είναι η πηγή έμπνευσης για τον χαρακτήρα του Μουσταφά στο μπεστ σέλερ βιβλίο «The Beekeeper of Aleppo». Όπως ο Alsous έτσι και ο χαρακτήρας του βιβλίου φτάνει στο Γιορκσάιρ, όπου ξεκινά ένα μελισσοκομείο με τις σπάνιες βρετανικές μαύρες μέλισσες και διδάσκει στους πρόσφυγες την τέχνη της παραγωγής μελιού.

Στόχος του Buzz Project είναι να βοηθήσει ανθρώπους σαν αυτόν, που έχουν εξοριστεί από τη χώρα τους, ώστε να νιώσουν σαν στο σπίτι τους σε μια άγνωστη χώρα. Μέχρι τώρα έχει βοηθήσει περισσότερους από 30 πρόσφυγες από χώρες όπως η Συρία, το Σουδάν, το Κουρδιστάν και η Τουρκία. Τη δεκαετία του 1990, τα στρατεύματα του Σαντάμ Χουσεΐν αποστράγγισαν τα έλη της Μεσοποταμίας στο Ιράκ, το μεγαλύτερο υγροτοπικό οικοσύστημα στη Μέση Ανατολή, μειώνοντάς τα στο 10% του αρχικού τους μεγέθους. Δεκαετίες πολέμου έχουν καταστρέψει περισσότερα από τα μισά δάση του Αφγανιστάν. Εν τω μεταξύ, η κλιματική κρίση εκτοπίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους. Πέρυσι, υπολογίζεται ότι 30 εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν ΄σε άλλη περιοχή λόγω των πλημμυρών, των καταιγίδων και των πυρκαγιών.

Ο Alsous μιλάει με αγάπη για τη βρετανική ύπαιθρο. Θαυμάζει τους κράταιγους και τις φλαμουριές, τα οποία λατρεύουν και οι μέλισσες. Πήρε την πρώτη του κυψέλη στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2015, χάρη στην Debbie, μια γυναίκα από το Μάντσεστερ που βρήκε στο Facebook. Τώρα έχει 100. Για τον Alsous το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η χώρα της αφθονίας, αλλά η θλίψη για την εγκατάλειψη της χώρας του δε μπορεί να φύγει. «Θυμάμαι κάθε γωνιά της Δαμασκού» λέει. Πριν από λίγους μήνες, η μικρότερη αδερφή του πέθανε από Covid στη Συρία ενώ εκείνος της μιλούσε στο τηλέφωνο. Δε μπορούσε να πάει στο νοσοκομείο για περίθαλψη γιατί δεν είχε καύσιμα. Είχε να την δει από τότε που έφυγε. Τα υπόλοιπα αδέρφια του βρίσκονται επίσης στη Συρία. Κανένας τους δε μπόρεσε να φύγει. Το όνειρό του είναι να γυρίσει και να τους δει μια μέρα. 

Ερωτεύτηκε τις μέλισσες στα 21 του, ενώ τις σπούδαζε γεωπονία. Ο πατέρας του ήταν δημοσιογράφος και η μητέρα του μοδίστρα. Μαζί με έναν φίλο του αγόρασαν 2 παραφυάδες απ’ τις οικονομίες τους, οι οποίες σύντομα έγιναν μελίσσια. Έβγαζε χρήματα πουλώντας μέλι σε φίλους και συγγενείς. Στη Συρία, οι μέλισσες μάζευαν νέκταρ από βαμβάκια, ηλίανθους, ευκάλυπτους, ερείκη και άνθη εσπεριδοειδών. Ο Alsous ήταν μέλος ενός μελισσοκομικού συλλόγου στη Συρία και λέει ότι ο αριθμός των μελισσοκόμων στη χώρα τετραπλασιάστηκε σε 25.000 μεταξύ 1989 και 2011, αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν.

Υπολογίζει ότι περισσότερα από τα τρία τέταρτα των κυψελών στη Συρία καταστράφηκαν στον πόλεμο. Ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού και είχε 500 κυψέλες, οι οποίες καταστράφηκαν όλες – είτε πυρπολήθηκαν είτε οι μέλισσες χάθηκαν από πείνα καθώς οι καλλιέργειες στις οποίες βασίζονταν εγκαταλείφθηκαν. Για τον Alsous οι μέλισσες είναι μια ιδανική κοινωνία, συνεργάζονται και φροντίζουν η μία την άλλη. «Μέλισσες σημαίνουν ειρήνη και ζωή» λέει.

πηγή: The Guardian

Ο τρύγος του πευκόμελου στη μετά Εύβοια εποχή

Μετά τα γεγονότα του Αυγούστου στην Β. Εύβοια και τη μεγαλύτερη καταστροφή από φωτιά στην ιστορία της Ελλάδας (αυτό που χάθηκε ήταν το 10-12% των δασών ολόκληρης της χώρας), το πλήγμα για την ελληνική μελισσοκομία ήταν τεράστιο. Εκεί παράγονταν το 1/3 του πευκόμελου όλης της χώρας.

Δεδομένου ότι μεγαλύτερο μέρος των μελισσοκόμων της νότιας και κεντρικής Ελλάδας που ζούσαν από το πεύκο της Εύβοιας θα έπρεπε να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι στα υπόλοιπα πευκοδάση θα δημιουργούνταν το αδιαχώρητο. Στη Χαλκιδική ήδη από τα τέλη του καλοκαιριού ιδιοκτήτες γης που βρίσκονταν δίπλα στα δάση, απαιτούσαν από τους παραγωγούς ιδιαίτερα υψηλά αντίτιμα, που ξεπερνούσαν τα 400-500€ για να φιλοξενήσουν μελίσσια για 20-30 ημέρες, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Με όλα αυτά τα προβλήματα αλλά και την απαγόρευση πρόσβασης στα δάση που επιβλήθηκε στους μελισσοκόμους από την κυβέρνηση με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για πάνω από ένα μήνα, καταλήξαμε τελικά στα πεύκα της δυτικής Ελλάδας, όπου ήταν ήδη δύσκολο να βρεις τόπο, τουλάχιστον για μεγάλα κοπάδια.

Εκτός από την Β. Εύβοια, από τις φωτιές φέτος το καλοκαίρι πλήγηκε και η Τουρκία, με αποτέλεσμα το πευκόμελο, ένα μέλι που παράγεται αποκλειστικά στη λεκάνη της μεσογείου και κυρίως σ’ αυτές τις δύο χώρες, να θεωρείται πλέον σπάνιο. Το πευκόμελο είναι ένα πραγματικά εξαιρετικό μέλι, που προέρχεται από μελιτώματα της Μαρσαλίνας της Ελληνικής (Marchalina hellenica), γνωστής και ως εργάτης του πεύκου ή βαμβακάδα. Θεωρείται και όχι άδικα ένα απ’ τα πιο θρεπτικά ελληνικά μέλια.

Δυστυχώς κατά το παρελθόν διάφορες περιβαλλοντικές οργανώσεις, στη διαμάχη που είχε δημιουργηθεί σχετικά με το κατά πόσο η Μαρσαλίνα πληγώνει το δέντρο και η οποία τελικά οδήγησε στην απαγόρευση των εμβολιασμών από το Υπουργείο στις δασικές εκτάσεις του Νομού Αττικής, σε μια προσπάθεια να δυσφημίσουν και να μποϊκοτάρουν το πευκόμελο ώστε να πιέσουν την κατάσταση είχαν επιδοθεί σε έναν πόλεμο συκοφάντησης του μελιού αυτού, φυσικά με ψευδή στοιχεία.

Σύμφωνα με αυτά το πευκόμελο προέρχεται από τα περιττώματα του σκουληκιού των πεύκων. Μερίδα των βίγκαν μάλιστα υιοθέτησε αυτή την άποψη, πηγαίνοντας την και ακόμη παραπέρα, λέγοντας ότι το πευκόμελο είναι ουσιαστικά ζωικό προϊόν και γι αυτό δεν θα πρέπει να καταναλώνεται. Φυσικά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Τα έντομα της οικογένειας Ομόπτερα στην οποία ανήκει ο εργάτης του πεύκου μυζούν πολύ μεγάλες ποσότητες χυμών (100 φορές περίπου το βάρος τους). Η περίσσεια αυτή υγρασία και σάκχαρα απομακρύνονται με την εξής διαδικασία: Στο πρόσθιο μέρος του μεσαίου εντέρου υπάρχει ένα φίλτρο μέσω του οποίου, σάκχαρα και υγρασία, μεταπηδούν στο πίσω έντερο και απομακρύνονται άμεσα μέσω του απευθυσμένου ως μελίτωμα.

Δεν περνά δηλαδή ο χυμός από την διαδικασία της πέψης και της απορρόφησης. Συνεπώς το μελίτωμα δεν έχει καμία σχέση με περίττωμα και το πευκόμελο σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί ζωικό προϊόν. Δεν είναι κάτι που περισσεύει μετά από απομάκρυνση θρεπτικών συστατικών, όπως στα περιττώματα, αλλά ο χυμός ανεπεξέργαστος, τον οποίο στη συνέχεια συλλέγουν οι μέλισσες.

Εφημερίδες της εποχής με χαρακτηριστικούς εμπρηστικούς τίτλους. Από το αρχείο του καθηγητή κ. Ανδρέα Θρασυβούλου.

Αντίστοιχα όχι μόνο δεν υπάρχει καμία μελέτη που να ενοχοποιεί τον εργάτη για την ξήρανση των πεύκων, αλλά η μοναδική ερευνητική εργασία του εντόμου αυτού είναι του καθηγητή Δασολογίας Καϊλίδη Δημήτρη, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δασικά Χρονικά το 1965 (81/82(7-8):161-181) και η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο εργάτης δε βλάπτει τα πεύκα.

Φυσικοχημικά χαρακτηριστικά πευκόμελου

Το πευκόμελο έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά μελιού μελιτώματος, δηλαδή υψηλή συγκέντρωση τέφρας, υψηλό pH και αγωγιμότητα και χαμηλά ανάγοντα σάκχαρα. Η θρεπτική αξία του πευκόμελου οφείλεται στο μεγάλο αριθμό διαφορετικών ουσιών που συνυπάρχουν στη σύστασή του. Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα ιχνοστοιχεία, τα οποία βρίσκονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις στο Ελληνικό πευκόμελο, χαρακτηρίζοντάς το ως μέλι υψηλής θρεπτικής αξίας.

Η χημική σύσταση του ελληνικού πευκόμελου (Θρασυβούλου, Μανίκης, Τανανάκη, Τσέλλιος, Καραμπουρνιώτη, Δήμου 2001)

Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σακχάρων, δεν θεωρείται πολύ γλυκό μέλι. Έχει χρώμα σκούρο κεχριμπάρι (λίγο πιο σκούρο από το θυμαρίσιο). Το άρωμά του θυμίζει έντονα το πικάντικο άρωμα του πευκοδάσους ενώ η γεύση του είναι υπόγλυκη με ξυλώδεις νότες ξηρών καρπών και πεύκου.

«Brutalia, Εργάσιμες Μέρες»

Στο φετινό Φεστιβάλ Καννών και συγκεκριμένα στην Εβδομάδα Κριτικής που στρέφει το βλέμμα σε πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς από όλον τον κόσμο, διακρίθηκε η ταινία μικρού μήκους «Brutalia, Εργάσιμες Μέρες» του Μανώλη Μαυρή, μια αλληγορία όπου οι άνθρωποι παίρνουν το ρόλο των μελισσών σε μια μητριαρχική κοινωνία, με στρατιωτικοποιημένη εργασία.

Η Άννα μια εργάτρια μέλισσα που ακόμα βρίσκεται στο στάδιο της εκπαίδευσης παρακολουθεί το σύμπαν της κυψέλης μέσα στο οποίο ζει. Βλέπουμε τη δομή της σκληρής κοινωνίας, τη σταδιακή εσωτερική μετάλλαξη της ηρωίδας μέσω της καταπίεσης που βιώνει και στο τέλος, τη συμβολική ανατροπή και καταστροφή του συστήματος

Ο Μανώλης Μαυρής αναφέρει για την έμπνευση και τη φιλοσοφία πίσω από την ταινία:

Η ταινία είναι ένα ψευδοντοκυμαντέρ το οποίο έχει στοιχεία θρίλερ, μαύρης κωμωδίας και μιούζικαλ. Η ταινία, χαρακτηρίστηκε στο φεστιβάλ Καννών ως «queer», ενώ δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση όταν την έφτιαχνα. Από κάποιες συζητήσεις που έκανα στο φεστιβάλ, φαίνεται ότι την εξέλαβαν ως «το ανδρικό βλέμμα πάνω στην υπεροχή των γυναικών».

Ο τίτλος σημαίνει «Η χώρα της βίας» . Προέκυψε από έναν αρχιτεκτονικό όρο, το «brutale», ένα αυστηρό αρχιτεκτονικό στύλ το οποίο χρησιμοποιεί το γυμνό τσιμέντο. O υπότιτλος επίσης είναι σημαντικός, οι «εργάσιμες μέρες». Ήθελα η ταινία να στρέφεται γύρω από την εργασία και τη βία.

Η επιθυμία να ασχοληθώ με το θέμα προέκυψε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Αυτό το «σύμπαν» αποτέλεσε αφορμή για να εστιάσω πάνω σε έννοιες όπως η πειθαρχία, η εργασία, η τάξη, η ρουτίνα, ο εγκλεισμός, ο φόβος. Το θέμα όμως που με απασχόλησε περισσότερο ήταν η σχέση του ατόμου με το κοινωνικό σύνολο. Πώς οι προσωπικές επιθυμίες – και κατ’ επέκταση η ταυτότητα του ατόμου – ισοπεδώνονται “με στόχο να υπηρετηθεί το κοινό καλό”. Πώς ένα σύστημα που καταργεί την ατομική κρίση και ομογενοποιεί τα άτομα, τα μετατρέπει σε εκτελεστικά όργανα διαταγών και κανόνων. Όπως αναφέρει η Χάνα Αρεντ στη φιλοσοφική της μελέτη για την Κοινοτοπία του Κακού («Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ», 1963), αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα όρια της «ηθικής κρίσης» του ατόμου να αλλοιώνονται, διαστρεβλώνοντας τη δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό.

Στη συνέχεια, αναζητώντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα διαδραματιστεί η ιστορία, ανακάλυψα ότι πολλά κοινωνικά μοντέλα που υπάρχουν στη φύση φέρουν κοινά στοιχεία με αυτά της στρατιωτικής και πειθαρχημένα εργατικής κοινωνίας για την οποία ήθελα να μιλήσω. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά και πλησιέστερο σε αυτό που αναζητούσα ήταν η κοινωνία των μελισσών. Σε αυτό το σημείο προέκυψε η ιδέα. Επιθυμώντας να μην ταυτίσω την ταινία με ένα συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό καθεστώς (συγκεριμένη χώρα και χρονική στιγμή) οδηγήθηκα στην αλληγορία. Τοποθετώντας την ιστορία σε μια κυψέλη και αντικαθιστώντας τις μέλισσες με τους ανθρώπους θέλησα να αναφερθώ σφαιρικά στην ανθρώπινη φύση, ευελπιστώντας ότι η ταινία θα αποκτήσει οικουμενική ταυτότητα.

Χρησιμοποίησα τις μέλισσες και όχι κάποιο άλλο είδος κυρίως γιατί ο κόσμος τους μου φάνηκε ανεξάντλητος. Μια αστείρευτη πηγή ιδεών, ένα εξαιρετικά σύνθετο πεδίο το οποίο τροφοδοτούσε το σενάριο συνεχώς με καινούριες σκέψεις. Επίσης, ένας ακόμα βασικός λόγος για τον οποίο επέλεξα τις μέλισσες ήταν η μητριαρχία, η οποία αποτελεί βασικό στοιχείο στην ταινία. Τέλος, εντόπισα πολλές ομοιότητες μεταξύ της οργάνωσης της κυψέλης και των ανθρώπινων πολιτευμάτων. Ενώ σε μία κυψέλη υπάρχει «βασιλεία» , ταυτόχρονα υπάρχει και ένα είδος «αναρχίας» κατά την οποία η βασίλισσα καθαιρείται όταν παύει να είναι λειτουργική (τη σκοτώνει το ίδιο της το μελίσσι). Όλα τα παραπάνω συνέθεσαν ένα τελείως πρωτότυπο σύμπαν, κάτι που δεν είχα συναντήσει πουθενά πιο πριν.

Εξωτερικοί εχθροί δεν υπάρχουν στην ταινία. Με ενδιέφερε να παρουσιάσω ένα σύστημα πολεμικό, το οποίο όμως βρίσκεται σε περίοδο ειρήνης και κατά συνέπεια ο λόγος της ύπαρξής του δεν είναι σαφής. Στόχος μου ήταν να κάνω εμμέσως μια κριτική πάνω στην τάση των κρατών να διασφαλίσουν τα συμφέροντα τους εις βάρος των άλλων. Θεωρώ ότι η περιχαράκωση των κρατικών συνόρων αποτελεί εξαιρετικά επίκαιρο φαινόμενο. Η συνεχής αυξανόμενη εσωστρέφεια των εθνών, η σπατάλη τεράστιων χρηματικών ποσών για τον εξοπλισμό του στρατού, τα τείχη που κατασκευάζονται για να απωθήσουν ανεπιθύμητους πληθυσμούς (γειτονικούς λαούς, μετανάστες), όλα έχουν ως αποτέλεσμα την απομόνωση των κρατών. Ο μόνος υπαρκτός εχθρός είναι η μοναξιά.

Η στρατιωτικοποιημένη εργασία των μελισσών, σύμβολο αποτελεσματικότητας στην ανθρώπινη συνείδηση, αποτέλεσε για μένα βασικό πεδίο διερεύνησης. Ύστερα από εκτενή έρευνα πάνω στην κοινωνία των μελισσών ανακάλυψα πως πολλά από τα χαρακτηριστικά τους, όταν μεταφράζονται – μέσω της κινηματογραφικής γλώσσας – σε ανθρώπινα μέτρα, δημιουργούν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συνθήκες. Κάποιες ιδιαίτερα βίαιες και άλλες εξαιρετικά κωμικές.

Για παράδειγμα στην ταινία ο κεντρικός χαρακτήρας παίρνει, παρά τη θέληση της, μέρος σε ένα λιντσάρισμα που γίνεται σε μία από της αδελφές της. Κάτι αντίστοιχο γίνεται και στις μέλισσες. Όταν τραυματιστεί μία οι υπόλοιπες τη σκοτώνουν, ή την πετούν έξω από την κυψέλη γιατί πλέον δεν είναι λειτουργική και άρα αποτελεί κίνδυνο για το μελίσσι. Αυτό εγώ τo συνέδεσα με το περιστατικό του λιντσαρίσματος του Ζακ Κωστόπουλου το 2018 στο κέντρο της Αθήνας, χωρίς βέβαια να φαίνεται ευθέως στην ταινία. Εκεί το πλήθος καταδίκασε συλλογικά κάποιον χωρίς να ξέρει τα γεγονότα. Η μάζα λειτούργησε εναντίον του, καταδικάζοντας τον επιτόπου. Το περιστατικό μου είχε φανεί τόσο συνταρακτικό που ένιωσα την ανάγκη να κάνω μία νύξη. Αποτέλεσε την αφορμή για να φτιάξω την εν λόγω σκηνή.

Ιδιαιτερότητα του φιλμ αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι νεαρές γυναίκες – εργάτριες μέλισσες. Πρόκειται για την αναπαράσταση μιας μητριαρχικής κοινωνίας, μέσα στην οποία μόνο οι γυναίκες παίρνουν αποφάσεις, εργάζονται και την προστατεύουν από εξωτερικούς εχθρούς. Δεν υπάρχει ατομικό συμφέρον, ούτε ωφελιμιστικά κίνητρα. Με “αίσθημα δικαίου” οι εργάτριες μέλισσες αφοσιώνονται στα κοπιαστικά έργα που αναλαμβάνουν εφ’ όρου ζωής και έναντι στοιχειωδών «απολαβών» που διασφαλίζουν απλά την επιβίωσή τους. Είναι πανίσχυρες, ανθεκτικές και παραγωγικές. Ενσαρκώνουν το τελειότερο μοντέλο συνεργασίας με μοναδικό στόχο τη διαιώνιση του είδους (όπως περιγράφει ο Matt Ridley στις Ρίζες της Αρετής). Από την άλλη πλευρά, οι άντρες – κηφήνες (όπως ακριβώς συμβαίνει σε μία κυψέλη) έχουν αποκλειστικά δευτερεύοντα ρόλο. Είναι παθητικοί, ανενεργοί και απολαμβάνουν το χρόνο, χωρίς καμία ευθύνη και υποχρέωση. Κατ’ επέκταση, η συμβολή τους στην κοινωνία είναι μικρή. Η χρησιμότητά τους περιορίζεται κυρίως στην αναπαραγωγή, ρόλο που ωστόσο μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό κηφήνων καταφέρνουν να εκπληρώσουν κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα σύστημα με αυστηρά παγιωμένους «κοινωνικούς» ρόλους, λειτουργικό και παραγωγικό.

Στην ταινία, το γυναικείο φύλο παρουσιάζεται ασύμμετρα ισχυρό σε σχέση με το αντρικό. Ωστόσο, δεν επιχειρώ να κατασκευάσω ένα φεμινιστικό μανιφέστο, παρά μόνο να αναπαραστήσω αυτό που συμβαίνει στη φύση, συνθέτοντας μια δυστοπική κοινωνία, από την οποία απουσιάζει το συναίσθημα. Πρόκειται για μια απαισιόδοξη ματιά πάνω στην πορεία του ανθρώπινου είδους, που διαχρονικά κατασκευάζει κοινωνικά μοντέλα, τα οποία αποσκοπούν στην παραγωγικότητα. Το άτομο βρίσκεται, αναπόφευκτα, ανίσχυρο και εγκλωβισμένο σε κανόνες και νόρμες που το ίδιο δεν ελέγχει. Σε τι διαφέρει όμως ο άνθρωπος από τις μέλισσες; Και γιατί θεωρείται θετική και υποδειγματική η στρατιωτικοποιημένη εργασία; Γιατί οι άνθρωποι προβάλλουν διαχρονικά στο μελίσσι την πειθαρχημένη κοινωνία, εξιδανικεύοντας την παραγωγικότητα και παραβλέποντας ένα σύστημα που προάγει την εξόντωση μέσω της εργασίας; Μπορεί τελικά ένα τέτοιο μοντέλο – που στο όνομα του κοινού καλού επιβάλλει τη θανάτωση των αδυνάμων – να αποτελέσει ουτοπικό όραμα για την ανθρώπινη κοινωνία;

Η ταινία είναι προφανώς αλληγορική και δεν είναι στόχος μου να κατηγορήσω τις μέλισσες. Ο κόσμος των μελισσών λειτουργεί μόνο ως αφορμή. Πρόκειται για μια απαισιόδοξη ματιά πάνω στην πορεία του ανθρώπινου είδους, που διαχρονικά κατασκευάζει κοινωνικά μοντέλα, τα οποία αποσκοπούν στην παραγωγικότητα. Το άτομο βρίσκεται, αναπόφευκτα, ανίσχυρο και εγκλωβισμένο σε κανόνες και νόρμες που το ίδιο δεν ελέγχει.

Τέλος, θα ήθελα να επισημάνω ότι η ταινία φιλοδοξεί να αποτελέσει μια σπουδή πάνω στην κίνηση του «σμήνους». Tο βλέμμα του θεατή ακολουθεί το συλλογικό υποκείμενο και για αφηγηματικούς λόγους εστίασης, παρατηρεί ατομικά υποκείμενα. Στόχος είναι η ταύτιση του θεατή με τους πολλούς (με τη μάζα), ακόμα και με αρνητικά σημαινόμενα. Παρατηρούμε το σμήνος ως ένα αυτοτελές, μεμονωμένο υποκείμενο, κι ας είναι ουσιαστικά συλλογικά αποτελούμενο από πολλές μονάδες.

Brutalia, Εργάσιμες Μέρες aka Brutalia, Days Of Labour
2021 | Έγχρ. | Διάρκεια: 26΄ | Ελλάδα | Σκηνοθεσία: Μανώλης Μαυρής
Πρωταγωνιστούν: Ελσα Λεκάκου, Κόρα Καρβούνη, Χαρά Μάτα-Γιαννάτου

πηγές: flix.gr , melissosfaira.wordpress.com

Οι μαύρες κυψέλες του μυθικού δάσους του μελιού

Στην ορεινή επαρχία Ράϊζ, στη βορειοανατολική Τουρκία, λίγα χιλιόμετρα από τη μαύρη θάλασσα, βρίσκεται η γραφική μικρή πόλη Τσαμλιχέμσιν. Χτισμένη δίπλα στις όχθες του ποταμού Φερτίνα στις απότομες πλαγιές των ορέων Κατσκάρ, του ψηλότερου βουνού των Ποντιακών Άλπεων, η πόλη αποτελεί βασικό σημείο εισόδου στα επιβλητικά αυτά βουνά.

Στην περιοχή αυτή κατοικούν, μεταξύ άλλων, οι Χεμσίν, μια ομάδα ανθρώπων με καταγωγή από την Αρμενία, οι οποίοι όταν ασπάστηκαν το Σουνιτικό Ισλάμ, κατά το τέλη της Οθωμανικής περιόδου, δημιούργησαν δική τους εθνοθρησκευτική ομάδα και διέκοψαν τους δεσμούς με τον υπόλοιπο αρμενικό πληθυσμό. Είναι γνωστοί επίσης και ως Χεμσινλί ή Χαμσενίς που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτοικος του Χεμσίν. Η κεμαλική ιδεολογία «η Τουρκία είναι για τους Τούρκους» δημιούργησε ανασφάλεια σε μειονότητες όπως αυτή των Χεμσινλί επειδή ακριβώς θεωρούνται απόγονοι Αρμενίων, με αποτέλεσμα να παραμένουν διακριτικοί σχετικά με την ταυτότητά τους.

Ο κινηματογραφιστής Οζκάν Αλπέρ ο οποίος το 2000 γύρισε την πρώτη κινηματογραφική ταινία για τους Χαμσετσί, το «Μομί» (γιαγιά), κατηγορήθηκε από το Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας για παραγωγή υλικού, με σκοπό να καταστρέψει την ενότητα του κράτους, βάσει του άρθρου 8 του τουρκικού αντιτρομοκρατικού νόμου. Μόνο κατόπιν πιέσεων της ΕΕ ο νόμος αυτός ανακλήθηκε και ο Αλπέρ τελικά δεν δικάστηκε. Νεότερες γενιές και ειδικά αυτές με έντονη αριστερή ανατροφή, τείνουν να θεωρούν τους εαυτούς τους Αρμένιους.

Οι Χεμσινλί ζουν κυρίως από την καλλιέργεια τσαγιού, καλαμποκιού, την κτηνοτροφία και την μελισσοκομία. Διατηρούν όμως ένα ιδιαίτερο έθιμο: τη μελισσοκομία της μαύρης κυψέλης. Τα βουνά λόγω της θέσης τους δρουν ως υδατοφράχτες και εμποδίζουν την υγρασία από τη Μαύρη θάλασσα να μετακινηθεί προς την κεντρική Ανατολία με αποτέλεσμα να δέχονται μεγάλα ύψη βροχής κάθε χρόνο. Η χλωρίδα και η πανίδα των βουνών είναι πλούσια. Γύρω από τους πανέμορφους οικισμούς με τα ξύλινα σπίτια βρίσκεται το μυθικό δάσος του μελιού ή Bal Ormani όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι, το οποίο αποτελείται κυρίως από καστανιές, φλαμουριές, ακακίες και καρπίνους, η πολύτιμη ξυλεία των οποίων χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες για τη δημιουργία κυψελών.

Ο Καρπίνος (Carpinus), γνωστός και ως γαύρος είναι ένα φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει τα 25 μέτρα. Το ξύλο του θεωρείται πολύτιμο, μάλιστα στον Καναδά το ονομάζουν χρυσόξυλο, είναι σκληρό και δύσκολο στην επεξεργασία. Πάνω του, αρκετά μέτρα από το έδαφος ώστε να προστατεύονται απ’ τις αρκούδες, τοποθετείται μια πλατφόρμα στην οποία εγκαθίστανται οι κυψέλες ή τα καρακοβάν, ένα είδος κυψέλης κατασκευασμένης από κορμούς δέντρων.

Σε αντίθεση με τη σύγχρονη νομαδική μελισσοκομία, αυτές οι κυψέλες παραμένουν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Μέσα τους ζουν οι Καυκάσιες μέλισσες (Apis mellifera caucasia) και το μέλι, το περίφημο δασόμελο, συλλέγεται στο τέλος της σεζόν.

Παραδοσιακά οι κυψέλες ελέγχονταν αποκλειστικά από άντρες της κοινότητας, ωστόσο τα πράγματα εξελίσσονται και σήμερα αρκετές γυναίκες διδάσκονται τις παλιές αυτές τεχνικές με την ελπίδα να κρατήσουν ζωντανή αυτή την παράδοση. Μια απ’ αυτές τις γυναίκες είναι η Özlem Erol, η οποία εκτός από τις μέλισσες διατηρεί ένα εργαστήριο όπου κατασκευάζονται οικιακά είδη και ενδύματα. Στόχος της είναι η διαφύλαξη της παράδοσης των Χεμσίν. Κάτι αρκετά δύσκολο έπειτα από την τουριστική έκρηξη των τελευταίων ετών.

Στη διαδρομή για το Τσαμλιχέμσιν οι συνέπειες του τουρισμού είναι ήδη εμφανείς. Το ήσυχο λιθόστρωτο γραφικό δρομάκι που οδηγούσε στο δάσος, αντικαταστάθηκε από έναν σύγχρονο αυτοκινητόδρομο που σχεδιάστηκε ώστε να μπορεί να υποδεχτεί εκατοντάδες λεωφορεία, που φέρνουν κόσμο για διακοπές. Οι τουρίστες έρχονται εδώ για να κάνουν ράφτινγκ στα ορμητικά νερά του ποταμού και κατάβαση ZipLine απ’ τις πλαγιές, απολαμβάνοντας τις διακοπές τους στα ολοένα και αυξανόμενα καταλύματα. Η κυρία Erol διατηρεί αρκετές επιφυλάξεις σχετικά με την ανάπτυξη αυτού του είδους τουρισμού, καθώς θεωρεί ότι υπηρετεί μια μερίδα ανθρώπων που δεν ενδιαφέρεται για την παράδοση των Χεμσίν, ενώ απειλεί τη μελισσοκομία η οποία ασκείται στην περιοχή εδώ και πολλά χρόνια.

Όμως ο πιθανός κίνδυνος της απώλειας των παραδόσεων, σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά της Τουρκίας, έχει έναν οικουμενικό χαρακτήρα. Σε όλο τον κόσμο, οι κουλτούρες εθνοτικών μειονοτήτων διατρέχουν κίνδυνο λόγω των γεωπολιτικών μεθόδων και της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η τουριστική ανάπτυξη ενδέχεται να αποτελέσει και κίνδυνο για το οικοσύστημα. Εν μέσω της παγκόσμιας μείωσης του πληθυσμού των μελισσών, η εκτροφή της Καυκάσιας μέλισσας στις πλαγιές γύρω απ’ την Τσαμλιχέμσιν είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της απώλειας της βιοποικιλότητας. Η δημιουργία αυτοκινητοδρόμων και σημείων τουριστικών δραστηριοτήτων, αργά η γρήγορα θα οδηγήσει στην απώλεια των ενδιαιτημάτων των μελισσών.

Η μέλισσα του Καυκάσου που ζει στη Μαύρη Θάλασσα είναι μόνο μία από τις πολλές φυλές μελισσών που ζουν στην Τουρκία. Οποιαδήποτε παρέμβαση στο περιβάλλον είναι ζωτικής σημασίας για την ισορροπία του οικοσυστήματος και όλοι πρέπει να σταθούμε ενάντια στην κλιματική αλλαγή και την περιβαλλοντική καταστροφή. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ανακαλύπτουμε ένα κοινό σημείο μεταξύ των Χεμσίν και των μελισσών τους: την πάλη των μεν για την διατήρηση της παράδοσής τους και των δε για την επιβίωση.

New York Times

Υγρός χρυσός: Κυνηγώντας το μέλι στην Κένυα

Η Κένυα δεν είναι πολύ γνωστή για το μέλι της, αλλά μια ομάδα ντόπιων παραγωγών σκοπεύει να το αλλάξει σύντομα αυτό.

Ο Philip Kipyertor και ο Joseph Kipkoshoni πηγαίνοντας στις κυψέλες τους, στην πεδιάδα Ριφτ στην Κένυα.

Σε αντίθεση με την Αιθιοπία και την Τανζανία, τα μέρη όπου συλλέγονται οι μεγαλύτερες ποσότητες μελιού και μερικές απ’ τις καλύτερες ποικιλίες στην Αφρική, η Κένυα δεν είναι τόσο γνωστή για το μέλι της. Ωστόσο, το φυσικό περιβάλλον είναι παρόμοιο και η μελισσοκομία ευδοκιμεί και εδώ.

Ο τρύγος εδώ γίνεται τη νύχτα, υπό το φως των πυρσών.

Οι περισσότεροι παραγωγοί χρησιμοποιούν ακόμα τις παλιές παραδοσιακές μεθόδους με τις κυψέλες κρεμασμένες στα δέντρα, κάτι που είναι δυσλειτουργικό με αποτέλεσμα η συγκομιδή να είναι μικρή. Όμως προσπαθούν να εξοικειωθούν με νέου τύπου τεχνολογίες ώστε να αυξήσουν την παραγωγή τους.

Μια παραδοσιακή Κενυάτικη κυψέλη από κορμό δέντρου.

Στην περιοχή του Μάριγκατ στην Κένυα ζουν κοινότητες από τις φυλές Tugen, Ilchamus και Pokot. Θεωρούν το μέλι υγρό χρυσό και εκτός από γλυκαντικό το χρησιμοποιούν και ως φάρμακο, ενώ συλλέγουν και μελισσοκέρι. Σε ορισμένες κοινότητες μάλιστα το μέλι χρησιμοποιείται ακόμα ως προίκα για τη νύφη.

Οι Agnes Cheptepkeny, Philip Kipyertor και Joseph Kipkoshoni δοκιμάζουν φρεσκοτρυγημένο μέλι στην αγορά του Μάριγκατ.

Η Agnes Cheptepkeny διαθέτει το μέλι στην τοπική αγορά του Μάριγκατ. Ξεκίνησε πρόσφατα μια διαδικασία πιστοποίησης και αν τελικά το προϊόν της πληροί τα πρότυπα ποιότητας ευελπιστεί ότι θα ανοίξει ο δρόμος για εξαγωγές στο εξωτερικό.

Μια μέλισσα των Φιλιππίνων αυξάνει τις αποδόσεις καρύδας και βοηθάει τις γυναίκες της περιοχής

Αλμπάυ, Φιλιππίνες. Η Josefina Dayta δεν χρειάστηκε να βιώσει την εργασιακή ανασφάλεια, όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες της, όταν η κυβέρνηση των Φιλιππίνων επέβαλε ένα απ’ τα σκληρότερα lockdown παγκοσμίως. Οι εργασίες συνεχίστηκαν κανονικά στο αγρόκτημα Balay Buhay sa Uma Bee, στην περιοχή Μπικόλ, νοτιοδυτικά της Μανίλα.

Η Dayta εργάζεται στο αγρόκτημα ως κηπουρός και είναι υπεύθυνη για το πότισμα των φυτών, την απομάκρυνση των ξηρών φύλλων και το βοτάνισμα. Όλα αυτά βοηθούν τα φυτά να ανθίσουν και να προσελκύσουν μέλισσες, των οποίων η παρουσία είναι πολύ σημαντική μιας και βελτιώνουν τις αποδόσεις καρύδας, παρέχοντας έτσι ευκαιρίες εργασίας στις γυναίκες της περιοχής.

Η μελισσοκόμος της φάρμας, Luz-Gamba Catindig, είχε ως στόχο να αναδημιουργήσει το δάσος εδώ στους πρόποδες του όρους Μπουλουσάν. Αργότερα έμαθε ότι μπορούσε να το κάνει μέσω μιας αγροδασοκομίας, φιλικής προς τους επικονιαστές, ενός συστήματος διαχείρισης γης όπου οι καλλιέργειες ευδοκιμούν δίπλα σε άλλα φυτά και δέντρα. Έτσι δημιούργησε ένα αγρόκτημα στο οποίο υπάρχουν πολλά μελισσοκομικά φυτά, πηγές νερού και γηγενή δέντρα που προσελκύουν τις τοπικές μέλισσες και άλλα έντομα.

Εκτός της καρύδας που είναι η βασική καλλιέργεια, ένα απ’ τα γηγενή δέντρα στο αγρόκτημα, το οποίο έχει έκταση 30 στρεμμάτων, είναι το Canarium ovatum γνωστό ως pili, ένα τροπικό είδος, το οποίο καλλιεργείται για τους ξηρούς καρπούς του. Αλλά και μία μουριά (Syzygium tripinnatum) η οποία μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα ύψος και της οποίας τα φρούτα μπορούν να μετατραπούν σε χυμό, μαρμελάδα ή ζελέ. Αρκετές νυχτερίδες και πουλιά τρέφονται απ’ αυτό το δέντρο. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα δέντρα έχουν φυτευτεί πολλά ανθοφόρα φυτά.

Η Flor Palconitin συμβούλεψε την Catindig να χρησιμοποιήσει την άκεντρη μέλισσα Tetragonula biroi γνωστή ως Kiwot, μια μικροσκοπική μέλισσα των Φιλιππίνων, η οποία μπορεί να έχει μεν μικρότερες αποδόσεις σε μέλι σε σχέση με την Apis mellifera, αλλά επικονιάζει καλύτερα τα δέντρα καρύδας δίνοντας έτσι μεγαλύτερες αποδόσεις. Αυτό συμβαίνει γιατί η Kiwot, η οποία έχει το μέγεθος μυρμηγκιού, μπορεί να διεισδύσει ευκολότερα στα στενά άνθη των δέντρων καρύδας.

Η Palconitin εισήγαγε στο αγρόκτημα και την χαμηλού κόστους κυψέλη από κέλυφος καρύδας, που κλείνει με ένα τσίγκινο “καπελάκι” εμπνευσμένο από τις στρογγυλές κηρήθρες που κατασκευάζουν οι συγκεκριμένες μέλισσες. Από τότε οι κυψέλες δέχτηκαν αρκετές βελτιώσεις. Σήμερα η Catindig τις έχει κρεμασμένες κάτω απ’τα δέντρα.

Οι μέλισσες Kiwot έχουν μικρή ακτίνα δράσης που φτάνει τα 250 έως 500 μέτρα (η Apis mellifera φτάνει τα 4χλμ). Γι αυτό το λόγο πρέπει να βρίσκονται κοντά σε πηγές γύρης όπως τα άγρια ​​φυτά που φύτεψαν κάτω από τις καρύδες. Όλες αυτές οι αλλαγές βοήθησαν στη βελτίωση της απόδοσης στο αγρόκτημα έως και 50%.

Οι Φιλιππίνες είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός καρύδων στον κόσμο και η περιοχή του Μπικόλ παράγει περίπου το 8% της συνολικής παραγωγής καρύδας της χώρας. Ωστόσο, η περιοχή συχνά πλήττεται από τυφώνες, που προκαλούν μεγάλες ζημιές. Τα αγροκτήματα με βοσκότοπους μελισσών επωφελούνται από την έντονη επικονίαση ακόμη και μετά από καταστροφές και η διατήρηση αυτών των βοσκοτόπων βελτιώνει την ανθεκτικότητα της φάρμας με την πάροδο του χρόνου.

Στο αγρόκτημα εργάζονται κυρίως γυναίκες και για την Josefina Dayta και την Shirley Aviso, που είναι και οι δύο χήρες, η δουλειά εκεί ήταν η κύρια πηγή εισοδήματος τους. Εκτός απ’ την καρύδα, πουλούν μέλι, γύρη και πρόπολη (η Kiwot συλλέγει περισσότερη πρόπολη απ’ την Apis mellifera), ενώ η φάρμα είναι επισκέψιμη για το κοινό.

Το συγκεκριμένο μοντέλο διαχείρισης αποδεικνύει ότι η αειφόρος διαχείριση καλλιεργειών και οι υψηλές αποδόσεις δεν αλληλοαποκλείονται.

πηγή: mongabay.com

Ο Μελισσοκόμος του Θεόδωρου Αγγελόπουλου

Ο Σπύρος, που είναι δάσκαλος σε μια μικρή επαρχιακή πόλη περνά όλη του τη ζωή εκεί, μετά τον γάμο της κόρης του και την αναχώρηση του γιου του, που θα συνεχίσει τις σπουδές του στην Αθήνα. Έτσι, αρχίζει κι αυτός το «ταξίδι» του, εγκαταλείποντας τη διδασκαλία, το σπίτι και τη γυναίκα του. Διασχίζοντας, λοιπόν, όλη τη χώρα με τις κυψέλες του, όπως έκανε ανέκαθεν η οικογένειά του. Η συνάντησή του, όμως, με μια κοπέλα, θα ξαναζωντανέψει παλιά συναισθήματα κι αναμνήσεις. Φυσικά, για εκείνον, το παρελθόν είναι τα πάντα, για εκείνη, τίποτα. Ο Σπύρος, παλιός «αριστερός» και αγωνιστής, είναι μόνος του, με το παρελθόν του και πολύ κουρασμένος πια, για να επιμείνει στις δυσκολίες της ζωής.

Ο Αγγελόπουλος μετακινείται βαθμιαία προς μια περισσότερο υπαρξιακή οπτική και η περίοδος αυτή ξεκινάει με τον Μελισσοκόμο (1986), μια εξαιρετική υπαρξιακή ελεγεία, στην οποία πρωταγωνιστεί ο Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι. Πέρασμα από τη Ζωή στο Θάνατο μέσα από τον έρωτα. Όλη η ταινία χτίζεται στο βάρος και την ψυχοφθόρο επίδραση της απογοήτευσης, της διάψευσης, της ΣΙΩΠΗΣ πάνω σε έναν παλιό αντάρτη και νυν μελισσοκόμο, τον Σπύρο.

Ο γάμος της κόρης του και η διάλυση του δικού του γάμου σηματοδοτούν την αφετηρία ενός ακόμα ταξιδιού στο “δρόμο των λουλουδιών”, από τον κρύο, συννεφιασμένο Βορρά, στον φωτεινό, ανθοφόρο Νότο, ακολουθώντας τη διαδρομή των μελισσών, που έπαιρνε παλιά κι ο πατέρας του. Με το φορτηγάκι του περνά από κωμοπόλεις, επαρχιακούς δρόμους και βενζινάδικα, προσπαθώντας να ξαναβρεί και να επιστρέψει στις ρίζες του.

Όμως το ταξίδι προς την ανθοφορία και την άνοιξη είναι, κατά καρυωτακικό τρόπο, μια κάθοδος σε μια ηλιόλουστη κόλαση. Η γνωριμία με μια νεαρή κοπέλα, ένα ατίθασο 80s αγρίμι, παράγωγο της εποχής, μπερδεμένη, γλυκιά, απρόσμενη, φέρνει την τελική ρήξη. Ο έρωτας έγινε σιωπή, και το σεξ προάγγελος θανάτου. Μέσα σε όλα, η συνάντηση με παλιούς φίλους και συμπολεμιστές στον Δημοκρατικό Στρατό, ένα ανατριχιαστικό ξημέρωμα στην παραλία, ενώ οι “απέξω” κοιμούνται έγκλειστοι στα τσιμεντένια κελιά τους, και η συνάντηση με τα μέλη της οικογένειας που θρυμματίζεται σιωπηλά και αναπόφευκτα. Προορισμός το Ναύπλιο, γενέτειρα του Σπύρου, και τελική σκηνή όπου θα παιχτεί η τελευταία πράξη…

Ο Μελισσοκόμος aka The Beekeeper
1986 | Έγχρ. | Διάρκεια: 120΄ | Ελλάδα | Σκηνοθεσία: Θεόδωρος Αγγελόπουλος | Πρωταγωνιστούν:
Μαρτσέλλο Μαστρογιάννι, Νάντια Μουρούζη, Σέρτζε Ρετζιάνι, Τζένη Ρουσσέα, Ντίνος Ηλιόπουλος | Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου.

πηγές: Cine.gr / Cinephilia.gr

Η μελισσοκομία ως εναλλακτικός τρόπος διαβίωσης

Στη Δυτική Βεγγάλη, μία από τις 28 Ομόσπονδες Πολιτείες που συγκροτούν σήμερα το κράτος της Ινδίας, αποφάσισαν να εισάγουν τους ντόπιους στην τέχνη της μελισσοκομίας, ώστε να τους αποτρέψουν απ’ το να εισχωρούν στο Σούντορμπον, ένα τεράστιο δάσος στην παραλιακή περιοχή του Κόλπου της Βεγγάλης, όπου συχνά δέχονταν επιθέσεις από τίγρεις.

Το Σούντορμπον εμπεριέχει το μεγαλύτερο μαγκρόβιο δάσος του κόσμου. Από το 1992 αποτελεί προστατευόμενη περιοχή από τη Σύμβαση Ραμσάρ και ένας απ’ τους στόχους αυτής της πρωτοβουλίας ήταν πέρα απ’ το να αποφευχθούν οι θανατηφόρες συναντήσεις με τις τίγρεις, να προστατευτεί και το πολύτιμο οικοσύστημα.

Στενές επαφές με τίγρεις

Ο 40χρονος Tarun Chowdhury που κατοικεί στην περιοχή, συνήθιζε μέχρι πριν από λίγους μήνες να εισέρχεται βαθιά μέσα στο δάσος, διακινδυνεύοντας την ζωή του, για να πιάσει καβούρια, ψάρια και να συλλέξει άγριο μέλι ώστε να συντηρήσει τον εαυτό του. Ένας κοντινός συγγενής του δεν είχε την ίδια τύχη καθώς δεν επέστρεψε από το δάσος. Το σώμα του δεν βρέθηκε και οι χωρικοί έδωσαν το όνομά του σε ένα τοπικό κανάλι.

Ο ίδιος ο Chowdhury βρέθηκε αντιμέτωπος με τίγρεις τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. «Η τίγρη ήταν σε απόσταση αναπνοής από μένα. Ευτυχώς, κατάφερα να σώσω τον εαυτό μου, αλλά η τύχη θα μπορούσε να μου έχει γυρίσει την πλάτη». Όπως και ο Chowdhury, έτσι και αρκετές χιλιάδες άνθρωποι στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, αναγκάζονται να εισέλθουν παράνομα στο δάσος Σούντορμπον.

Το δάσος Σούντορμπον

Το Σούντορμπον εκτείνεται σε 10.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και είναι ένα είδος δάσους των υποτροπικών και τροπικών θαλάσσιων ακτών που κυριαρχείται από ανεκτικά στο αλάτι ξυλώδη φυτά. Το 1997 το δάσος καταχωρήθηκε από την UNESCO ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και ως ο βιότοπος της Βασιλικής Τίγρης της Βεγγάλης, η οποία έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό από όλα τα υπάρχοντα υποείδη τίγρης. Παρ’ όλα αυτά χαρακτηρίζεται ως απειλούμενο είδος από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN).

Σύμφωνα με την απογραφή του τμήματος δασών της Δυτικής Βεγγάλης 2019-2020 για τον πληθυσμό της Βασιλικής Τίγρης στο Σούντορμπον, το σύνολο αυξήθηκε σε 96 το 2020 σε σύγκριση με 88 τίγρεις το 2019. Παρά το γεγονός ότι περίπου 50 άτομα σκοτώνονται κατά μέσο όρο από αυτά τα ζώα κάθε χρόνο, πιστεύεται ότι πολλοί θάνατοι δεν αναφέρονται επειδή οι άνθρωποι επιχειρούν να εισέλθουν παράνομα μέσα στην απαγορευμένη περιοχή και τα μέλη των οικογενειών τους το αποκρύπτουν καθώς φοβούνται τις επιπτώσεις.

Η μελισσοκομία ως εναλλακτικός τρόπος διαβίωσης

Ανησυχώντας για τις ολοένα αυξανόμενες συγκρούσεις μεταξύ ανθρώπων και ζώων,η Δασική Υπηρεσία της Δυτικής Βεγγάλης αποφάσισε να συστήσει στους ντόπιους την τέχνη της μελισσοκομίας ώστε να μειωθούν οι άνθρωποι που θα επιχειρήσουν να εισέλθουν στο δάσος. «Σκεφτήκαμε ότι ο μόνος τρόπος ήταν να δημιουργήσουμε εναλλακτικές ευκαιρίες διαβίωσης για αυτούς» είπε ο Santhosha Gubbi R, Διευθυντής της Δασικής Υπηρεσίας της περιοχής South 24 Parganas.

Το πρότζεκτ ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2020 όταν 72 ντόπιοι εκπαιδεύτηκαν στη μελισσοκομία από επαγγελματίες. Για πρώτη φορά αρκετοί από αυτούς εργάστηκαν από κοινού, χωρίς τον φόβο της επίθεσης άγριων ζώων. Η ομάδα κατάφερε να παραγάγει αρκετούς τόνους μελιού. Το μέλι τους συσκευάστηκε και πιστοποιήθηκε και τώρα βρίσκονται σε συζητήσεις με διάφορες αλυσίδες καταστημάτων. 

Το εισόδημα τους από το μέλι αυξήθηκε από τις 100 ρουπίες (1,30 δολάρια ΗΠΑ) ανά κιλό, που ήταν πριν, όταν και συνέλεγαν άγριο μέλι θέτοντας την ζωή τους σε κίνδυνο μέσα στο δάσος, σε 600 ρουπίες (8 δολάρια) ανά κιλό σε ένα σαφώς πιο ασφαλές περιβάλλον. Δυστυχώς ο κυκλώνας Amphan τους χτύπησε με αποτέλεσμα να χάσουν αρκετά μελίσσια, όμως είναι αισιόδοξοι για το μέλλον.