Αν δε βρέξει, θα μελώσει

Έπειτα από περιόδους παρατεταμένης ανομβρίας, τα φυτά δεν είναι σε θέση να δώσουν νέκταρ και γι αυτό οι μέλισσες πρέπει να στραφούν στα μελιτώματα. Αυτός είναι ο λόγος που οι παλιοί έλεγαν «Αν δε βρέξει, θα μελώσει».

Βγαίνοντας από τη χειρότερη άνοιξη της τελευταίας δεκαετίας, με σημαντικές ανθοφορίες όπως το ρείκι και η πορτοκαλιά να μην αποδίδουν απολύτως τίποτα, η προσοχή των περισσοτέρων έπεσε στον έλατο, ο οποίος ξεκίνησε μεν ενθαρρυντικά αλλά κι αυτός έπεσε πριν καν βγει ο Μάης, αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο έχει μικρύνει το χρονικό παράθυρο των ανθοφοριών – μελιτοφοριών, αλλά κυρίως ότι έχει μετακινηθεί ο χρόνος έναρξης τους. Μπορούμε να πούμε πια ότι ο έλατος είναι μια ανοιξιάτικη μελιτοφορία και αυτό είναι ένα νέο δεδομένο το οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε.

Με αυτά κατά νου πήρα την απόφαση να μπω στη βελανιδιά νωρίτερα από ποτέ. Είχα ήδη μεταφέρει από τα τέλη Μαΐου μελίσσια ως δείκτες και τα δεδομένα που έστελναν ήταν αρκετά ικανοποιητικά. Το δάσος πάντως ήταν ακόμα άδειο από μελισσάδες. Η βελανιδιά αρχικά κατά την περίοδο του Ιουνίου δίνει μελίτωμα από το φύλλο και αργότερα τον Ιούλιο δίνει από το βελανίδι. Το μέλι που παράγεται απ’ το βελανίδι είναι πιο βαρύ σε γεύση.

Δυστυχώς οι έρευνες στην Ελλάδα για την αναγνώριση και ταυτοποίηση των εντόμων που θεωρούνται υπεύθυνα για την παραγωγή μελιτώματος, το οποίο στη συνέχεια συλλέγουν οι μέλισσες και το μετατρέπουν σε αυτό που ονομάζουμε μέλι βελανιδιάς, είναι ελάχιστες. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχουν 6 μελιτογόνα είδη που παρασιτούν στη βελανιδιά εκ των οποίων το πιο διαδεδομένο είναι το Parthenolecanium rufulum, το οποίο θεωρείται ως η κύρια πηγή μελιτώματος. Ακολουθούν τα Eulecanium tiliae και Eriococcus sp.

Η βελανιδιά έδωσε αρκετό μέλι το πρώτο εικοσαήμερο του Ιουνίου. Στη συνέχεια ο έντονος καύσωνας έκανε την εμφάνισή του ακόμα και σε αυτά τα υψόμετρα, καταστρέφοντας ουσιαστικά το μελίτωμα το οποίο ξίνισε και δεν το συνέλεγαν οι μέλισσες. Έτσι το ρίσκο της έγκαιρης εισόδου στο δάσος βγήκε σε καλό, δεδομένου ότι οι μέλισσες δε μπορούν να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στα δάση λόγω έλλειψης γύρης. Ο τρύγος πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιουλίου και αμέσως έγινε μεταφορά στον κάμπο ώστε τα μελίσσια να ανασυγκροτηθούν. Δυστυχώς οι συνεχιζόμενες υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την παρατεταμένη ανομβρία δεν έχει βοηθήσει τα μελίσσια και αυτό στο οποίο ελπίζουμε πλέον είναι τα πρωτοβρόχια.

Στο δρόμο

Παρά τον απρόσμενα καλό καιρό του Μαΐου δεν έτρεφα μεγάλες προσδοκίες για τον έλατο της Πίνδου, μιας και φέτος δεν είχαμε χειμώνα, η χιονοκάλυψη στα βουνά δεν είχε διάρκεια και τα δέντρα δεν ποτίστηκαν όσο έπρεπε. Παρ’ όλα αυτά και εν μέσω βασιλοτροφίας μετέφερα ένα μικρό κοπάδι στα έλατα.

Τα ενθαρρυντικά δεδομένα των πρώτων ημερών έδωσαν τη θέση τους σε μια απογοητευτική στασιμότητα κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Μαΐου, η οποία εξελίχθηκε σε μια ακόμη πανωλεθρία για τον έλατο, έπειτα από τις καθημερινές βροχές του Ιουνίου. Έτσι τα μελίσσια μεταφέρθηκαν και πάλι σε χαμηλότερο υψόμετρο για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς.

Την ίδια στιγμή στο Γενικό Στρατηγείο (έτσι ονομάζω το βασικό μελισσοκομείο), τα μελίσσια δούλευαν στα φρύγανα, όπως το αλογοθύμαρο και το χαμοθρούμπι σε συνδυασμό με τις μελιτώδεις εκκρίσεις της αριάς και της κουτσουπιάς αλλά κυρίως στην άφθονη αυτή την εποχή γύρη της λαδανιάς. Ιδανική στιγμή για τη δημιουργία παραφυάδων ώστε να αναπληρωθούν οι απώλειες του χειμώνα.

Έτσι είχαμε ταυτόχρονα μεταφορές, κόψιμο παραφυάδων αλλά και έναν μίνι τρύγο ανοιξιάτικου ανθόμελου. Ενός ανθόμελου ανοιχτόχρωμου με με τα χαρακτηριστικά αρώματα των φρυγάνων. Όλα αυτά πήγαν πίσω τα έργα του μελισσοκομικού εργαστηρίου, τα οποία ευελπιστώ ότι θα ξεκινήσουν και πάλι εντός του μήνα. Εκκρεμεί και η μεταφορά των υπόλοιπων μελισσιών στις βελανιδιές της νότιας Πίνδου.

Το ρείκι έπεσε, η κουτσουπιά άνθισε

Η φετινή άνοιξη είναι ίσως η χειρότερη της τελευταίας δεκαετίας. Στο βουνό η ανθοφορία της ερείκης τελείωσε πριν προλάβουν τα μελίσσια να αναπτυχθούν ώστε να την εκμεταλλευτούν, ενώ στον κάμπο η πορτοκαλιά δεν άνθισε καν.

Είναι πλέον γεγονός ότι μέλισσες και φυτά δεν “συγχρονίζονται”. Δηλαδή η ανάπτυξη των μελισσών δεν συμπίπτει με τις εκάστοτε ανθοφορίες. Μια σχέση εκατομμυρίων ετών έχει διαταραχθεί σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και αυτό τείνει να γίνει κανονικότητα.

Το ρείκι λόγω του ήπιου χειμώνα ξεκίνησε πρώιμα όμως η κακοκαιρία του Φεβρουαρίου το βρήκε πάνω στο μπουμπούκι με αποτέλεσμα το φυτό να μην αποδώσει στη συνέχεια. Αυτή τη στιγμή στην περιοχή γύρω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου, η ανθοφορία του έχει ουσιαστικά τελειώσει, ενώ οι μέλισσες βρίσκονται μόλις στο μέσο της ανάπτυξής τους.

Απ’ την άλλη στον κάμπο και την πορτοκαλιά τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Τα δέντρα υπέστησαν μεγάλη ζημιά, απ’ τις απότομες διακυμάνσεις τους καιρού. Όχι μόνο καταστράφηκαν τα μπουμπούκια αλλά επειδή το κρύο ακολούθησαν άνεμοι μεγάλης εντάσεως προκλήθηκε φυλλόπτωση και μείωση της βλάστησης. Αρκετοί αγρότες μπήκαν ήδη σε διαδικασία γενναίου κλαδέματος.

Πλέον ελπίζουμε ο Μάιος να μας αποζημιώσει. Οι μέλισσες παραμένουν στο βουνό και πλέον δουλεύουν στις κουτσουπιές και τις αχλαδιές ενώ ακολουθούν ο φράξος, το αλογοθύμαρο, η λαδανιά κ.α.

Τρύγος στην κουμαριά

Όταν μπήκε το φθινόπωρο τα μισά μελίσσια βρίσκονταν στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας για το δεύτερο βάρεμα του πεύκου και τα υπόλοιπα στα ημιορεινά της Πίνδου για το ρείκι και την κουμαριά. Με το πεύκο όμως να μην αποδίδει και υπό τον φόβο ενός πιθανού δεύτερου lockdown, αποφάσισα στα μέσα Οκτωβρίου να μεταφέρω όλα τα μελίσσια στην κουμαριά.

Οι βροχές του Σεπτέμβρη και του Οκτώβρη ήταν αρκετά ικανοποιητικές και όλα έδειχναν ότι μόνο το κρύο θα μπορούσε να σταματήσει την κουμαριά, κάτι που τελικά δεν έγινε. Ο καιρός ήταν εξαιρετικός καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθοφορίας, ενώ ακόμα και οι παραφυάδες είχαν προλάβει να αναπτύξουν πληθυσμούς ικανούς να την εκμεταλλευτούν. Ακόμα και τα μικρά μελίσσια έδωσαν μέλι.

Οι σχετικά υψηλές θερμοκρασίες κράτησαν ανθισμένα φυτά μέχρι αργά το φθινόπωρο, όπως την ακονιζιά, τον κισσό και τον αρκουδόβατο, δίνοντας μια ξεχωριστή πινελιά στο μέλι. Το κουμαρόμελο έχει χρώμα καφέ (σκουροχάλκινο) με γκριζωπές αποχρώσεις και χαρακτηριστική υπόπικρη γεύση.

Η υπόπικρη γεύση του οφείλεται στην ουσία αρβουτίνη και όχι στην χαμηλή συγκέντρωση σακχάρων όπως λανθασμένα πιστεύεται γι αυτό άτομα με υψηλό σάκχαρο αίματος (υπεργλυκαιμία) θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους πριν την κατανάλωση μελιού. Το μέλι κουμαριάς εμφανίζει υψηλή περιεκτικότητα σε φαινόλες και έντονη αντιοξειδωτική δράση η οποία έχει αποδοθεί στις υψηλές συγκεντρώσεις 2,5-υδροξυφαινυλαοξικό οξύ (homogentisic acid).

Δοκιμάστε το με παλαιωμένα κίτρινα τυριά αλλά και με νωπή γύρη σε γιαούρτι ώστε να αναδειχτεί η δυναμική της αντίθεσης των γεύσεων.

Φθινόπωρο στο βουνό

Μέχρι να μπει ο Οκτώβρης είχαμε ολοκληρώσει τις μεταφορές των μελισσιών στο βουνό για τις φθινοπωρινές ανθοφορίες της ερείκης και της κουμαριάς, εκτός από λίγων που παρέμειναν στα πεύκα. Ερείκη, ακονιζιά, κισσός και αρκουδόβατος ποτίστηκαν πολύ καλά απ’ τις βροχές και δίνουν ακόμα αρκετή γύρη.

Φθινόπωρο πάνω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου.

Τα μελίσσια έχουν δυναμώσει, ανανέωσαν πληθυσμούς και δείχνουν έτοιμα για την κουμαριά που αναμένεται από μέρα σε μέρα. Αν δεν πέσει απότομα η θερμοκρασία τον Νοέμβριο ελπίζουμε ότι θα έχουμε μια καλή ανθοφορία που θα δώσει μέλι. Θυμίζουμε ότι το μέλι της κουμαριάς είναι πολύ ιδιαίτερο με χαρακτηριστική υπόπικρη γεύση και σκουροχάλκινο χρώμα.

Κουμαριά έτοιμη να ανθίσει!

Μέσα σε όλα αυτά άνθισαν και οι κουτσουπιές για δεύτερη φορά φέτος και μάλιστα τις δουλεύουν οι μέλισσες. Εκμεταλλευόμενοι τις ευνοϊκές συνθήκες της εποχής αποφασίσαμε να φυτέψουμε κάποια καρποφόρα δέντρα με μελισσοκομικό ενδιαφέρον.

Ανθισμένη κουτσουπιά το φθινόπωρο.

Αχλαδιές, αμυγδαλιές, βυσσινιές, μηλιές, φουντουκιές και καστανιές φυτεύτηκαν με σκοπό να ομορφύνουν το αγρόκτημα, να μας δώσουν καρπούς αλλά και να προσφέρουν νέκταρ και γύρη στις μέλισσες. Ιδίως οι καστανιές που ανθίζουν σε μια περίοδο που η περιοχή εδώ δεν έχει να δώσει πολλά.

Ακονιζιά, δίνει ακόμα γύρη.

Κάποια φυτά όπως για παράδειγμα η φουντουκιά που είναι αυτόστειρο φυτό, χρειάζονται και δεύτερη ποικιλία για την επικονίαση, γι αυτό απαιτείται μια μικρή έρευνα πριν την φύτευση. Αρκετές μελέτες έχουν δείξει ότι η σταυρεπικονίαση οδηγεί σε αύξηση στην καρπόδεση όπως και σε καλύτερη ποιότητα καρπών.

Καστανιά Πηλίου, δύο ετών. Προτιμάει τα όξινα εδάφη.

Έρευνα χρειάζεται επίσης και για την επιλογή του σημείου φύτευσης. Η παρουσία εδάφους με φτέρες παραδείγματος χάριν είναι δείκτης όξινου εδάφους φιλικού προς την καστανιά. Ελπίζουμε ότι εδώ θα βρουν τις συνθήκες που επιθυμούν και ότι μια μέρα θα πιούμε καφέ στη σκιά τους.

Πίσω στη λίμνη

Πως και πως περίμενα αυτές τις βροχές του Σεπτέμβρη. Είναι ο καθοριστικότερος παράγοντας για την έκβαση του φθινοπώρου και τα τελευταία χρόνια είχαν γίνει σπάνιες με αποτέλεσμα το μέλι της κουμαριάς να βγαίνει αρκετά δύσκολα.

Μπορεί η βασική ανθοφορία του φθινοπώρου εδώ στη λίμνη του Πουρναρίου στην Πίνδο, να είναι η κουμαριά, που λαμβάνει χώρα το Νοέμβριο, όμως ρυθμιστής του φθινοπώρου ήταν και θα είναι το ρείκι. Το φθινοπωρινό ρείκι, ανθίζει λίγο πριν την κουμαριά και μπορεί εδώ, να μη δίνει αμιγές μέλι όπως την άνοιξη, η ένταση της ανθοφορίας του όμως είναι αυτή που θα δώσει την δυνατότητα στις μέλισσες να δημιουργήσουν μεγάλους πληθυσμούς ικανούς να εκμεταλλευτούν την ανθοφορία της κουμαριάς.

Και για να συμβεί αυτό το ρείκι χρειάζεται νερό, ειδικά έπειτα από άνυδρα, θερμά και ξηρά καλοκαίρια. Εκτός της ερείκης και της πολύτιμης γύρης της, στην περιοχή υπάρχουν και άλλα αξιόλογα γυρεοδοτικά φυτά που ανθίζουν από τις αρχές ως τα μέσα του φθινοπώρου, όπως ο κισσός, η ακονιζιά και ο αρκουδόβατος και προετοιμάζουν τις μέλισσες για το ξεχειμώνιασμα.

Με αρκετά μελίσσια στα πεύκα για το “δεύτερο βάρεμα”, φόρτωσα όσα ήταν στον κάμπο, περιμένοντας όμως μερικές μέρες ώστε να στεγνώσει το χώμα και να μπορώ να φορτώσω και να ξεφορτώσω με το φορτηγό χωρίς απρόοπτα. Έπειτα απ’ τα χωματουργικά έργα που είχαν γίνει στο μελισσοκομείο την άνοιξη, η όλη διαδικασία έγινε πια πολύ πιο εύκολη, αν και έχουν να γίνουν ακόμα πολλά. Οι νύχτες που έχει φεγγάρι είναι ιδανικές για μεταφορές μελισσιών και η θέα της λίμνης το βράδυ μοναδική.

Φθινόπωρο στα πεύκα

Υπό τον φόβο ενός πιθανού lockdown λόγω της πανδημίας, δίστασα να φύγω μακριά για τη μελιτοφορία του πεύκου και έτσι μετακινήθηκα προς το πευκοδάσος της Παραμυθιάς στην Θεσπρωτία. Στην περιοχή αυτή, όπως διαπίστωσα, παράγεται ένα ιδιαίτερα αρωματικό μέλι, λόγω του ξηρού κλίματος αλλά και της έντονης παρουσίας άγριων αρωματικών φρυγάνων, όπως το θυμάρι, το θρούμπι και η ρίγανη, ενώ στην πεδιάδα της Παραμυθιάς καλλιεργούνται τσάι, δεντρολίβανο και δάφνη.

Έτσι αποφάσισα να φέρω τα μελίσσια νωρίς ώστε να βρουν τον χρόνο οι μέλισσες να βοσκήσουν στα φυτά αυτά μέχρι να ξεκινήσει το πεύκο. Το πευκοδάσος είναι ορεινό και κυριαρχεί η χαλέπιος πεύκη (Pinus halepensis). Το μελισσοκομείο στήθηκε στα 550μ στις πλαγιές του όρους Γκορίλα (από το παλαιοσλαβικό Gor που σημαίνει βουνό). Η Παραμυθιά ήταν μια μικρή βυζαντινή πόλη, κτισμένη το 1.000 π.Χ. κοντά στον ποταμό Αχέροντα που πηγάζει από τα όρη του Σουλίου και εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος.

Η πρόσβαση στην περιοχή είναι εύκολη μιας και οι δρόμοι είναι αρκετά καλοί, όμως η εγκατάσταση μελισσιών μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη καθώς οι πλαγιές είναι απόκρημνες και οι χώροι περιορισμένοι. Το πευκόμελο προέρχεται από τις μελιτώδεις εκκρίσεις του εντόμου Marchalina hellenica γνωστό ως βαμβακάδα ή εργάτης του πεύκου και θεωρείται μοναδικό παγκοσμίως, καθώς παράγεται αποκλειστικά στη λεκάνη της μεσογείου.

Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σακχάρων παρουσιάζει ήπια γλυκύτητα, ενώ θεωρείται ένα απ’ τα θρεπτικότερα μέλια, χάρη στα πολλά ιχνοστοιχεία και ανόργανα άλατα που περιέχει. Το μέλι της εσοδείας του 2020 αναδίδει ένα πικάντικο άρωμα πευκοδάσους, βύνης και άγριων φρυγάνων. Έχει υπόγλυκη γεύση με ξυλώδεις νότες ξηρών καρπών και πεύκου, ενώ το χρώμα του είναι κεχριμπαρένιο.

Ορεινές μελισσοπεριπέτειες

Κόντευε μεσάνυχτα όταν πλησίαζα στα ελάτια στα ορεινά της Πίνδου. Ήμουν φορτωμένος με λίγα μελίσσια και μια μελισσοκομική ζυγαριά. Τα μελίσσια αυτά θα είχαν τον ρόλο του δείκτη, θα έστελναν δηλαδή δεδομένα για την πορεία της μελιτοφορίας.

Βρισκόμασταν στα μέσα Μαΐου, αργά τη νύχτα, σε υψόμετρο 1050μ και παρ’ όλα αυτά η ζέστη ήταν πρωτοφανής. Θα θυμάστε ίσως το κύμα καύσωνα των ημερών εκείνων. Ο δρόμος κακοτράχαλος, εγκαταλειμμένος, σχεδόν επικίνδυνος. Σε κάποιο σημείο χτύπησα σε μια πέτρα τη μπουκάλα της υδραυλικής πόρτας, η οποία είναι σπαστή, κάτω απ’ την καρότσα του φορτηγού.

Όταν έφτασα, την κατέβασα για να ξεφορτώσω, όμως για κακή μου τύχη μετά επειδή έχανε λάδια δεν ξανανέβαινε. Έτσι έμεινα μόνος, νύχτα, μέσα στο δάσος με το φορτηγό να μη μπορεί να μετακινηθεί καθώς η πόρτα ακουμπούσε στο έδαφος και δεν έβρισκα τρόπο να την ανεβάσω. Η οδική βοήθεια δεν ερχόταν και έτσι αφού πάλεψα αρκετή ώρα κατάφερα με έναν ιμάντα να την σηκώσω λίγο ώστε να μην ακουμπά κάτω και να μπορέσω να οδηγήσω μέχρι το συνεργείο.

Στο διάστημα που ακολούθησε οι υψηλές θερμοκρασίες των πρώτων ημερών έδωσαν την θέση τους στο κρύο και έπειτα στις βροχές του Ιουνίου. Και τα δέντρα και οι μέλισσες στρεσαρίστηκαν και έτσι για μια ακόμη χρονιά δεν κατέστη εφικτός ο τρύγος στα έλατα. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούνη, αποδέχτηκα την ήττα και αποφάσισα να σηκώσω τα μελίσσια και να τα μεταφέρω σε χαμηλότερο υψόμετρο, στις βελανιδιές.

Οι βελανιδιές ξεκινούν αρχικά να δίνουν απ’ το φύλλο ένα μελίτωμα  απ’ το οποίο προκύπτει ένα μέλι όχι τόσο σκούρο και παχύρρευστο όσο αυτό που δίνει λίγο αργότερα απ’ το βελανίδι. Οι συνθήκες σε γενικές γραμμές ήταν καλές. Τα δέντρα είχαν ποτιστεί απ’ τις βροχές του Ιουνίου αρκετά ικανοποιητικά και η θερμοκρασία είχε σταθεροποιηθεί σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα.

Και πράγματι τα μελίσσια έστειλαν τα πρώτα θετικά μηνύματα στα τέλη Ιουνίου. Δεδομένου ότι η άνοιξη ήταν καταστροφική φέτος, φόρτωσα ό,τι είχαν και δεν είχα. Μετέφερα πρώτα τα μελίσσια του κάμπου και στη συνέχεια αυτά που βρίσκονταν στα ρείκια. Τις ίδιες μέρες ξεφόρτωναν πολλοί μελισσοκόμοι.

Για ένα διάστημα μιας εβδομάδας με δέκα μέρες περίπου τα πράγματα κυλούσαν ιδανικά. Έπειτα η βελανιδιά για κάποιο λόγο τον οποίο δεν μπόρεσα να εντοπίσω σταμάτησε τη μελιτοέκκριση, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν αρκετές προσδοκίες καθώς υπήρχε άφθονο βελανίδι. Την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου τρύγησα όσο μέλι είχαν μαζέψει οι μέλισσες. Τα περισσότερα μελίσσια έδειχναν καταπονημένα και αρκετά πεσμένα κυρίως σε γόνους, δείγμα έλλειψης γύρης.

Αμέσως μετά τον τρύγο έκανα θεραπεία για την βαρρόα με ταινίες οξαλικού οξέως και μεταφορά στον κάμπο, μια διαδικασία η οποία διασπείρει καλύτερα το οξαλικό, καθιστώντας το πιο αποτελεσματικό απέναντι στη βαρρόα. Ο Αλέξανδρος Γκουσιάρης την είχε περιγράψει αναλυτικά στο περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση ως Varroa’s Road Trip Therapy Application (VRTTA). Στον κάμπο ελπίζω ότι οι μέλισσες θα βρουν γύρες οι οποίες θα τις βοηθήσουν να ανασυνταχθούν και να προετοιμαστούν εν όψει του χειμώνα.

Το μέλι της βελανιδιάς είναι σκουρόχρωμο, παχύρρευστο, με δυνατή, γεμάτη γεύση. Σύμφωνα με το ΑΠΘ θεωρείται το μέλι με την ισχυρότερη αντιοξειδωτική δράση και ως ένα απ’ τα θρεπτικότερα. Έχει εφιδρωτικές ιδιότητες, ενώ διαθέτει στυπτικές, απολυμαντικές και επουλωτικές ιδιότητες.

Φτωχή η φετινή άνοιξη

Έπειτα από ένα αρκετά δυνατό φθινόπωρο, το οποίο έδωσε την δυνατότητα στα μελίσσια να ξεχειμωνιάσουν με ικανοποιητικές προμήθειες, αλλά και έναν ήπιο χειμώνα, όπου είχαμε ελάχιστες απώλειες, αναμέναμε μια δυνατή άνοιξη.

Τα μελίσσια βγήκαν απ’ τον χειμώνα με μεγάλους πληθυσμούς με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν γρήγορα και να είναι έτοιμα στην πορτοκαλιά. Οι θερμοκρασίες όμως παρέμειναν σχετικά χαμηλές (22-25°C) κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανθοφορίας και έτσι η νεκταροέκκριση ήταν περιορισμένη.

Οι ιδανικές θερμοκρασίες για να δώσει μέλι η πορτοκαλιά είναι 28-32°C. Προς το τέλος της ανθοφορίας που πιάσαμε αυτές τις θερμοκρασίες είδαμε τις ζυγαριές να στέλνουν κάποια θετικά μηνύματα, όμως ήταν αργά πια για να ελπίζουμε σε κάποιο τρύγο.

Ένα μέρος των μελισσιών φορτώθηκε ήδη και μετακινήθηκε στα ορεινά ώστε να δουλέψει σε λαδανιές, φράξους, πουρνάρια όπου θα βρει γύρες. Τα υπόλοιπα προετοιμάζονται για τον έλατο, ο οποίος φαίνεται ότι θα είναι όψιμος φέτος.

Ξεκίνησαν τα χωματουργικά στο μελισσοκομείο

Επειδή οι πλαγιές γύρω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου, στους πρόποδες των Τζουμέρκων, είναι αρκετά απότομες και δύσβατες, ένα απ’ τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε στο βουνό ήταν αυτό της προσβασιμότητας.

Κανένα όχημα, πόσο μάλλον ένα φορτηγό που μεταφέρει κυψέλες, δεν ήταν εύκολο να προσεγγίσει κάποιες πεζούλες, με αποτέλεσμα είτε να μεταφέρουμε τα μελίσσια με τα χέρια, μια διαδικασία δύσκολη και επίπονη, είτε να εγκαταλείψουμε εντελώς κάποιες απομακρυσμένες πεζούλες.

Η πυκνή βλάστηση της περιοχής δυσχέραινε ακόμα περισσότερο την κατάσταση και έτσι περιμέναμε πως και πως να ξεκινήσουμε τα χωματουργικά έργα που θα άλλαζαν ριζικά την κατάσταση. Οι μπουλντόζες μπήκαν στις αρχές του Μαρτίου, όμως λίγο ο βροχερός καιρός, λίγο η καραντίνα λόγω του κορονοϊού μας καθυστέρησαν.

Ένα παράδειγμα της δημιουργίας του νέου δρόμου.

Οι περισσότερες απ’ αυτές τις πεζούλες ανοίχτηκαν την δεκαετία του 1930 με τα χέρια! Αφού χρησιμοποιήθηκαν για 40-50 χρόνια στη συνέχεια εγκαταλείφθηκαν. Σε αρκετές απ’ αυτές, πάτησε για πρώτη φορά, τώρα μηχανοκίνητο όχημα.

Ο βασικός στόχος ήταν να δημιουργηθεί η χάραξη του δρόμου που θα συνέδεε όλες τις πεζούλες μεταξύ τους, στην συνέχεια να καθαριστούν τα βάτα και να φυτευτούν στην θέση τους μελισσοκομικά δέντρα, ώστε να δημιουργηθεί ένα μελισσοκομικό πάρκο.

Το σημείο στο οποίο θα δημιουργηθεί στο μελισσοκομικό εργαστήρι.

Τα έργα δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμα, αλλά αναμένεται να τελειώσουν εντός του Απριλίου, ώστε απ’ τις αρχές του καλοκαιριού να ξεκινήσει η δημιουργία του μελισσοκομικού εργαστηρίου και του μουσείου μελισσοκομίας.