Στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα

Το φετινό φθινόπωρο κύλησε το ίδιο απογοητευτικά όπως και το περσινό. Η ανομβρία των δύο πρώτων μηνών μετά το καλοκαίρι έκαψε το ρείκι που είναι το σημαντικότερο φυτό για την φθινοπωρινή ανάπτυξη και την ανανέωση του πληθυσμού, με αποτέλεσμα τα μελίσσια να μπουν στο χειμώνα με γερασμένες μέλισσες και λιγοστές προμήθειες.

Το μελισσοκομείο του κάμπου κατά το ξεχειμώνιασμα. Στο βάθος χιονισμένο το όρος Ξηροβούνι.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθαν και τα χιόνια. Ο φετινός χειμώνας, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, αποδεικνύεται αρκετά σκληρός και αν το φθινόπωρο ήταν πιο ευνοϊκό, ίσως να μην αποτελούσε τόσο μεγάλο πρόβλημα, όμως με τις λιγοστές προμήθειες που συνέλεξαν οι μέλισσες είναι παραπάνω από εμφανές ότι θα έχουμε αρκετές απώλειες φέτος…

Το μελισσοκομείο του βουνού. Τα μελίσσια σκεπάστηκαν από το χιόνι.

Σε αντίθεση με το μελισσοκομείο του βουνού, στον κάμπο δεν χιόνισε, όμως δεν έλειψε ο παγετός και οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες την νύχτα. Οι μέλισσες εκτελούν ελάχιστες πτήσεις, οι οποίες είναι κυρίως πτήσεις καθαρισμού. Σε αντίθεση με προηγούμενες χρονιές δεν δουλεύουν στις μουσμουλιές ενώ λόγω του κρύου έχουν καθυστερήσει και τα ζοχαδόχορτα με τις ανεμώνες.

Πανοραμική φωτογραφία του μελισσοκομείου στον κάμπο.

Από εδώ και πέρα ελπίζουμε σε πρώτη φάση τα μελίσσια να βγάλουν τον χειμώνα με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες και έπειτα να έχουμε μια, όσο γίνεται πιο φυσιολογική άνοιξη. Χωρίς μεγάλες περιόδους ανομβρίας αλλά και έντονες και συνεχόμενες βροχοπτώσεις.

Advertisements

Τα μελισσάκια χιονισμένα!

Λίγο πριν το τέλος του έτους και μετά τον τρύγο στην κουμαριά, αποφασίσαμε να μεταφέρουμε τα μελίσσια μας στον κάμπο για να ξεχειμωνιάσουν εκεί. Αφήσαμε όμως μερικά μελίσσια στο βουνό για να δούμε κυρίως πόσο θα δυσκολευτούν σε σχέση με αυτά του κάμπου αλλά και για να αποκτήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τις συνθήκες της περιοχής.

Το μελισσοκομείο στις βορινές πλαγιές της λίμνης Πουρναρίου στην Πίνδο.

Με το νέο έτος όμως είχαμε και δριμύ ψύχος που έφερε και χιόνια. Το μελισσοκομείο βρίσκεται σε χαμηλό υψόμετρο (350 μέτρα), στις πλαγιές που βρίσκονται γύρω από τις όχθες της λίμνης Πουρναρίου, στην οροσειρά της Πίνδου. Στην περιοχή αυτή είχε αρκετά χρόνια να χιονίσει, όμως φέτος το έστρωσε για τα καλά!

Το μελισσοκομείο του κάμπου κατά το ξεχειμώνιασμα. Στο βάθος χιονισμένο το όρος Ξηροβούνι.

Έχοντας χιονίσει και στον κάμπο (αλλά χωρίς να το στρώσει) και βλέποντας τα βουνά σκεπασμένα με χιόνι μέχρι χαμηλά, αποφάσισα να επισκεφτώ τα μελισσάκια του βουνού, για να δω σε τι κατάσταση βρίσκονται. Οκ εντάξει και για να τραβήξω μερικές φωτογραφίες…

Αν τα μελίσσια σκεπαστούν ολοκληρωτικά με χιόνι, το μόνο που χρειάζεται να κάνουμε είναι να δημιουργήσουμε ένα μικρό άνοιγμα στην άκρη της πόρτας ώστε να μπορούν να βγουν οι μέλισσες που έχουν άμεση ανάγκη ή να απομακρυνθούν τυχόν νεκρές μέλισσες.

Ο δρόμος προς το Κορφοβούνι Άρτας ήταν απροσπέλαστος χωρίς αλυσίδες.

Το χιόνι δεν αποτελεί κίνδυνο για τις μέλισσες σε καμιά περίπτωση και γι αυτό δεν πρέπει να ανοίγουμε τελείως τις πόρτες, καθώς η αντανάκλαση του ήλιου στο χιόνι μπορεί να τις ξεγελάσει και πολλές από αυτές να δοκιμάσουν παρακινδυνευμένες πτύσεις. Επίσης δεν αφαιρούμε το χιόνι απ’ τα καπάκια γιατί λειτουργεί ως θερμομόνωση.

Δυστυχώς όμως διαπίστωσα ότι ο δρόμος από ένα σημείο και μετά ήταν πολύ δύσκολα προσβάσιμος, ακόμα και με αλυσίδες. Από τον Δήμο είχαν έρθει εκχιονιστικά και αλατιέρες, αλλά είχαν αφοσιωθεί κυρίως στις κεντρικές αρτηρίες. Έτσι αποφάσισα να αφήσω το αυτοκίνητο και να συνεχίσω με τα πόδια.

Ουσιαστικά απάτητο το χιόνι στον δρόμο που οδηγεί στις πλαγιές γύρω απ’ τη λίμνη του Πουρναρίου.

Ο καιρός ήταν καλός. Η διαδρομή ήταν λίγο πάνω από μια ώρα περπάτημα μέχρι το μελισσοκομείο. Οι δρόμοι μετά τα τελευταία χωριά ήταν αφημένοι στην τύχη τους. Ένα εκπληκτικό σκηνικό με απάτητο χιόνι στην απόλυτη σιωπή της φύσης.

Τα μελισσάκια που αποφασίσουμε να αφήσουμε στο βουνό.

Όταν έφτασα στα μελισσάκια διαπίστωσα ότι δεν είχαν καλυφθεί ολοκληρωτικά με χιόνι και έχοντας φροντίσει να σηκώσω ελαφρώς τις κυψέλες, 20-25 εκατοστά από το έδαφος, οι είσοδοι τους ήταν ελεύθερες. Μάλιστα λίγες τολμηρές μέλισσες έβγαιναν έξω. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και παρά το χειμωνιάτικο σκηνικό δεν έκανε και τόσο κρύο.

Εκεί βρήκα και τον κυρ Κώστα τον βοσκό, ο οποίος είχε αποκλειστεί στο σπίτι του και μαστόρευε ένα παλιό ζευγάρι αλυσίδες το οποίο είχε συνδέσει με μια τριχιά. Όταν του είπα ότι το χιόνι πιο πάνω είναι απάτητο, παραιτήθηκε απ’ την προσπάθεια. «Δεν είναι σημαντικό» είπε. «Έχω ό,τι χρειάζομαι.» Αφού τα είπαμε για λίγο, πήρα τον δρόμο της επιστροφής.

Η ανηφόρα δύσκολη. Ανέβηκα το βουνό και κατέβηκα από την πίσω πλαγιά. Ώσπου να φτάσω στο αυτοκίνητο, αυτή τη φορά μου πήρε μιάμιση ώρα, είχε πάει απόγευμα. Άξιζε όμως τον κόπο αυτός ο περίπατος!

Τρύγος στην κουμαριά

Έπειτα από ένα ακόμα δύσκολο φθινόπωρο, με μεγάλες περιόδους ανομβρίας, τελικά καταφέραμε να τρυγήσουμε στο τέλος λίγο μέλι κουμαριάς. Δυστυχώς όμως το μέλι δεν είχε την πικράδα περασμένων ετών, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο…

Το μελισσοκομείο στις όχθες της λίμνης Πουρναρίου, στην Πίνδο για την ανθοφορία της κουμαριάς (φθινόπωρο 2018), στο βάθος χιονισμένα τα Τζουμέρκα.

Οι βροχές άργησαν πολύ (ήρθαν κατά τα μέσα του Νοέμβρη) και καμία απ’ τις φθινοπωρινές ανθοφορίες δεν απέδωσε. Το ρείκι κάηκε απ’ την ξυρασία, ο κισσός ήταν στεγνός, ο αρκουδόβατος δεν άνθισε καν και μόνο η ακονιζιά έδωσε λίγη γύρη στα μελίσσια. Η κουμαριά άνθισε αλλά μέχρι να έρθουν οι βροχές δεν έδινε νέκταρ και οι μέλισσες δεν έβγαιναν έξω να συλλέξουν.

Μετά τις βροχές άρχισε να ακούγεται το γνώριμο βουητό των μελισσών που εργάζονται, όμως το φυτό είχε επηρεαστεί σημαντικά από την ανομβρία που προηγήθηκε και έτσι το μέλι που προέκυψε δεν έχει την ένταση στη γεύση που έχουμε συνηθίσει. Τις επόμενες ημέρες τα μελίσσια θα μεταφερθούν στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα. Ελπίζουμε η επόμενη χρονιά να είναι καλύτερη!

Φθινόπωρο στη λίμνη Πουρναρίου για την ανθοφορία της κουμαριάς

Μετά το τέλος του καλοκαιριού και κατά τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου, ξεκινήσαμε να μεταφέρουμε τα μελίσσια στις πλαγιές γύρω απ’ τις όχθες της λίμνης Πουρναρίου. Οι ανθοφορίες της εποχής αυτής είναι πολύ σημαντικές καθώς προετοιμάζουν τα μελίσσια για τον χειμώνα που έρχεται.

Η τεχνητή λίμνη του Πουρναρίου δημιουργήθηκε από την κατασκευή του ομώνυμου υδροηλεκτρικού φράγματος στην Άρτα, που ξεκίνησε να φτιάχνεται το 1981. Κάτω απ’ τα νερά της λίμνης χάθηκε ο οικισμός «Φάγκος» της Κάτω Καλεντίνης. Κάποιες φορές όταν το φράγμα είναι ανοιχτό και η στάθμη της λίμνης χαμηλά, έρχονται στην επιφάνεια τα παλιά σπίτια, το παλιό δημοτικό σχολείο και δεντροστοιχίες.

Τα χωριά γύρω απ’ τη λίμνη είναι ουσιαστικά εγκαταλειμμένα. Χαρακτηριστικά το Κορφοβούνι, το 2001, αριθμούσε 1.006 κατοίκους ενώ 10 χρόνια αργότερα περίπου τους μισούς. Σε κάποιους μικρότερους οικισμούς πλέον, μετράς τους κατοίκους στα δάχτυλά του ενός χεριού. Οι δρόμοι, ειδικά όσο πλησιάζεις προς τη λίμνη, είναι δύσβατοι και κακοτράχαλοι.

Η πρόσβαση με το φορτηγό είναι δύσκολη, και τα σημεία που μπορείς να τοποθετήσεις μελίσσια, λίγα, μιας και οι πλαγιές είναι απότομες, σ’ αντίθεση για παράδειγμα με άλλες περιοχές νοτιότερα. Όμως εδώ το μέρος έχει κάτι το μαγικό, που με τραβάει και έτσι κάθε χρόνο κάνω λίγο κόπο παραπάνω, μόνο και μόνο για να αντικρίζω τη λίμνη και πίσω της τα Τζουμέρκα να χάνονται στον ορίζοντα.

Στην περιοχή φύονται ρείκια (ανοιξιάτικα αλλά και φθινοπωρινά), κουμαριές, κισσοί, αρκουδόβατοι, ακονιζιές κ.α. Οι βροχές που περιμέναμε όμως, δεν ήρθαν και έτσι η σουσούρα έμεινε ξερή, ο αρκουδόβατος, το μεθυστικό άρωμα του οποίου κατέκλυζε κάθε χρόνο την περιοχή, δεν φάνηκε και οι μέλισσες βρήκαν τροφή μόνο στα κισσούδια και στις ακονιζιές. Σιγά σιγά ανοίγει και η κουμαριά η οποία όταν πάει καλά δίνει και μέλι για τρύγο.

Ο τρύγος στη βελανιδιά

Τα μελίσσια στα έλατα πήγαν αρκετά καλά μετά από αρκετά χρόνια, όμως λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων είχα καθυστερήσει να μεταφέρω ένα μέρος του κοπαδιού έγκαιρα και έτσι αυτά τα μελίσσια δούλεψαν λίγο εκεί. Αφού τρυγήσαμε λοιπόν το μέλι ελάτης κατά τα τέλη του Ιούνη, αποφασίσαμε να μεταφέρουμε αυτά τα μελίσσια προς το πυκνό βελανιδόδασος των Ορέων του Βάλτου στη νότια Πίνδο.

Εκεί ήλπιζα ότι τα μελίσσια θα συμπλήρωναν το μέλι που δεν πρόλαβαν. Η περσινή χρονιά που είχε πάει εξαιρετικά σ’ αυτό το δάσος με γέμιζε αισιοδοξία. Όμως σύντομα διαπιστώσαμε ότι ο δέντρος δεν είχε το βελάνι που είχε τα περασμένη χρονιά. Αρχικά και με τη βοήθεια των βροχών η βελανιδιά άρχισε να δίνει λίγο μελίτωμα από τα φύλλα και οι μέλισσες δούλευαν. Το μέλι που προκύπτει από εκεί είναι πιο ανοιχτόχρωμο σε σχέση με το σκούρο που προέρχεται από το βελάνι.

Το υψόμετρο όπου στήθηκε το μελισσοκομείο ήταν περίπου στα 700 μέτρα. Το δάσος πολύ πυκνό παρείχε σκιά στα μελίσσια, σημαντικό για τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. Η χλωρίδα της περιοχής είναι πλούσια σε είδη και ευτυχώς πολλά από αυτά είναι γυρεοδοτικά, πράγμα που μας έδωσε την δυνατότητα να μείνουμε μέχρι τέλους. Είναι πολύ σημαντικό για την ποιότητα του μελιού να τρυγάς αργά και όχι με βιασύνη.

Οι μέλισσες, μετά το τέλος των ανθοφοριών / μελιτοφοριών συγκεντρώνουν και ωριμάζουν τα μέλια. Όσο περισσότερο τις αφήσουμε να τα δουλέψουν τόσο ποιοτικότερα θα βγουν. Εξάλλου την εποχή αυτή δεν υπάρχει ο κίνδυνος να τα φάνε καθώς δεν εκτρέφουν πολύ γόνο, οπότε χρειάζεται απλώς υπομονή.

Πραγματοποιώντας λοιπόν τον τρύγο αρχές Αυγούστου, συνειδητοποίησα ότι το μέλι ήταν ιδιαίτερο και αρκετά διαφορετικό από την περασμένη χρονιά. Στείλαμε ένα δείγμα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για ανάλυση και μέτρηση της αγωγιμότητας. Το μέλι ήταν σαφώς πιο ανοιχτόχρωμο από την περσινή χρονιά. Βρέθηκε ότι περιείχε ένα ποσοστό που είχε προέλθει από εκκρίσεις της ελάτης, γεγονός που του έδωσε αυτό το χαρακτηριστικό απαλό άρωμα αλλά και εκπληκτική υφή.

Αμέσως μετά τον τρύγο τα μελίσσια μεταφέρθηκαν στον κάμπο για λίγες μέρες, ώστε να συλλέξουν γύρες, να γίνουν οι απαραίτητες αντικαταστάσεις παλαιών βασιλισσών και κατά τα τέλη Αυγούστου φορτώθηκαν ξανά για το βουνό. Αυτή τη φορά για το ρείκι και την κουμαριά.

Στο δρόμο για τις βελανιδιές των Ορέων του Βάλτου

Κάθε χρόνο κατά τα μέσα του Ιούνη μεταφερόμαστε στο πυκνό βελανιδόδασος των Ορέων του Βάλτου στη νότια Πίνδο, καθώς αυτή την εποχή ο δέντρος αρχίζει να δίνει μελίτωμα. Ένα μελίτωμα απ’ το οποίο οι μέλισσες φτιάχνουν ένα πολύ ιδιαίτερο μέλι, σκοτεινό, σχεδόν μαύρο και αρκετά παχύρρευστο. Το ΑΠΘ το είχε χαρακτηρίσει ως το μέλι με τη μεγαλύτερη αντιοξειδωτική δράση.

Στον ορεινό όγκο των Ορέων του Βάλτου, στην Αιτωλοακαρνανία, υπάρχει μια εντυπωσιακή αλυσίδα αλλεπάλληλων κορυφών που εκτείνεται βορειότερα από το Αγρίνιο και καταλήγει λίγο πριν τα Τζουμέρκα, στην Ήπειρο. Ασήμι, Καλάνα, Μιτσέλι, Χιονάκι, Αλίντα, Πυραμίδα, Αετοί και αρκετές δευτερεύουσες κορυφές. Εδώ στη φωτό διακρίνονται οι κορυφές Καλάνα, όπου έχει δημιουργηθεί και χώρος προσγείωσης αλεξίπτωτου πλαγιάς αλλά και το όρος Μιτσέλι, ενώ ακριβώς από κάτω απλώνεται το πυκνό βελανιδόδασος, στην κορυφή του οποίου βρίσκεται το Μοναστήρι στα Ρέθα.

Η μονή είναι κτισμένη περίπου στα 1400 μ.Χ. και εκεί εδράζεται από τότε ένα γυναικείο μοναστικό τάγμα. Το μοναστήρι παλαιότερα χρησιμοποιούνταν για τον εξορκισμό τρελών οι οποίοι δένονταν κατά την διάρκεια της τελετής σε μια από τις δύο κολώνες του πρόναου. Στην κολόνα των τρελών, όπως την αποκαλούν παραμένει ακόμα και σήμερα στην βάση της η αλυσίδα…

Το υψόμετρο όπου στήθηκε το μελισσοκομείο είναι περίπου 700 μέτρα. Η χλωρίδα είναι πλούσια σε είδη, υπάρχουν αρκετά γηγενή φυτά, όπως η παιώνια (Paeonia mascula russoi) αλλά και μια αξιόλογη ποικιλία από άγριες ορχιδέες που περιλαμβάνει την Ophrys reinholdii και την Ophrys helenae.

Η δασική και η ευρύτερη περιοχή έχει και ορνιθολογικό ενδιαφέρον καθώς αρκετά είδη πουλιών έχουν καταγραφεί, όπως ο βραχύποδας αετός (Circaetus gallicus), ο αετός (Pernis apivorus) και το μικρότερο γεράκι (Falco naumanni). Στην περιοχή υπάρχει επίσης σε μεγάλη αφθονία το φυτό υπερικό (γνωστό και ως βαλσαμόχορτο ή σπαθόχορτο) το οποίο συλλέγουμε αυτή την εποχή ώστε να παρασκευάσουμε κεραλοιφές.

Άλλα ενδιαφέροντα σημεία της βιοποικιλότητας της περιοχής περιλαμβάνουν ένα μεγάλο αριθμό από δέντρα μεγάλης ηλικίας και κλειστές ομάδες ώριμων δέντρων με πολύ σάπιο υλικό ξυλείας που είναι ιδεώδες για πολλά ασπόνδυλα είδη που περιλαμβάνουν επίσης μεγάλους κανθάρους του δάσους, λειχήνες και μύκητες.

Δυστυχώς όμως η φετινή χρονιά δεν είναι τόσο καλή για το μέλι βελανιδιάς. Τα δέντρα σε σχέση με πέρυσι είχαν πολύ λιγότερο βελάνι και σε συνδυασμό με τον καύσωνα δεν έχουν δώσει αρκετό μελίτωμα. Έτσι αποφασίσαμε να αφήσουμε τα μελίσσια μέχρι τέλους, πριν επιστρέψουν στον κάμπο για να προετοιμαστούν για τις φθινοπωρινές ανθοφορίες.

Στα ελατοδάση της Ηπείρου

Η φετινή άνοιξη ήταν καταστροφική. Όχι μόνο δεν τρυγήθηκε μέλι, αλλά η αφρικανική σκόνη και η μεγάλη ανομβρία που ακολούθησε δεν άφησαν τα μελίσσια να αναπτυχθούν σωστά. Ένας μήνας, στην καρδιά της άνοιξης είχε χαθεί και τα μελίσσια είχαν παραμείνει στάσιμα. Οι βροχές του Μαΐου όμως και οι ανθοφορίες της ροδιάς, της βατομουριάς και των ακτινίδιων, έδωσαν νέα ώθηση στις μέλισσες.

Εκείνη την περίοδο στα ορεινά, ο έλατος άρχισε να δίνει μέλι. Παρά το γεγονός ότι τα μελίσσια μου δεν παρουσίαζαν την εικόνα που θα ήθελα, επέλεξα περίπου τα 2/3, όσα δηλαδή είχαν προλάβει να αναπτυχθούν αρκετά και τα φόρτωσα για το βουνό. Ήταν η πρώτη φορά που παρέμεινα για τόσο πολύ στον κάμπο, έπειτα από το ξεχειμώνιασμα και η αιτία ήταν ότι τα μελίσσια παρουσίαζαν προβλήματα στην ανάπτυξη.

Είχα φροντίσει και είχα αντικαταστήσει όλες τις βασίλισσες το περασμένο φθινόπωρο και αυτός ήταν ένας παραπάνω λόγος για να με προβληματίζει η πρωτοφανής στασιμότητα που έδειξαν οι μέλισσες την περίοδο του Απριλίου. Αφήνοντας τα μικρότερα μελίσσια πίσω, ώστε να ασχοληθώ μαζί τους αργότερα, ξεκίνησα για το πυκνό ελατοδάσος των Ορέων του Βάλτου και συγκεκριμένα για τη Χελώνα.

Η κορυφή Χελώνα, γνωστή και ως Αϊλίντας (1538 μέτρα) αποτελεί «φυσικό» σύνορο του νομού Άρτας με τον νομό Αιτωλοακαρνανίας. Δεν είναι απ’ τα μεγαλύτερα βουνά του νομού, όμως η θέα απ’ την κορυφή είναι μοναδική! Τζουμέρκα, Τύμφη, Νεμέρτσικα από τη μία, Λευκάδα και Κεφαλλονιά στο Ιόνιο, προς το νότο Παναιτωλικό, Παναχαϊκό, στο βάθος ο Ερύμανθος και πίσω τα άγρια Άγραφα.

Χρειάστηκα συνολικά δύο δρομολόγια, εκ των οποίων το ένα το πραγματοποίησα ξημερώματα, ώστε να με βρει η ανατολή κατά το ξεφόρτωμα. Οι μέλισσες είχαν εξαιρετικό πέταγμα ακόμη και στις 7 το πρωί, ενώ ολόκληρο το δάσος βούιζε, πράγμα πολύ ενθαρρυντικό.

Πίσω στον κάμπο τα τρακτέρ με τις τουρμπίνες είχαν κατακλύσει τα κτήματα. Παντού μύριζε εντομοκτόνο. Έπρεπε να αποφασίσω άμεσα τι θα κάνω με τα μελίσσια που έμειναν πίσω. Η ζέστη ήταν αβάσταχτη κάτω. Οι μέλισσες δεν έδειχναν καμία διάθεση να βγουν απ΄ τις κυψέλες τους. Αν άφηνες κηρήθρα ακόμα και στη σκιά, μετά από λίγο έλιωνε. Φέρνοντας στο μυαλό μου το πέταγμα των μελισσών του βουνού, αποφάσισα να μεταφέρω τα μελίσσια σε κοντινή περιοχή με το υπόλοιπο κοπάδι, μέχρι να δω τι θα κάνω.

Τις πρώτες μέρες του Ιούνη ο καύσωνας έφτασε και στο βουνό. Οι μέλισσες περιόρισαν το έντονο πέταγμα των προηγούμενων ημερών και το εισερχόμενο μέλι ελαττώθηκε. Ο έλατος ανέκαμψε αρκετές φορές φέτος, ίσως το κάνει και τώρα. Απ’ την άλλη για την βελανιδιά που ακολουθεί, άλλοι είναι σκεπτικοί και άλλοι πολύ αισιόδοξοι. Περιμένουμε. Όπως πάντα.