Οι τρύγοι στα ορεινά

Έπειτα από έναν παρατεταμένο χειμώνα, εξαιτίας του οποίου χάθηκε ένας ανοιξιάτικος μήνας ανάπτυξης, ο Μάρτιος, τα μελίσσια που ξεχειμώνιασαν στο βουνό, άργησαν να αναπτυχθούν και κατά συνέπεια να γίνουν παραγωγικά, με αποτέλεσμα να χαθούν οι ελπίδες για ανοιξιάτικα μέλια, ενώ οδήγησαν σε μια αργοπορημένη είσοδο στα έλατα.

Παρ’ όλα αυτά και παρά τα σκαμπανεβάσματα, τα έλατα δούλεψαν μετά από χρόνια και μάλιστα αρκετά ικανοποιητικά, ακόμα και για εμάς τους αργοπορημένους, δίνοντάς μας έναν καλό, τηρουμένων των αναλογιών, τρύγο. Το μεγαλύτερο μέρος των μελισσιών όμως προετοιμαζόταν για τη βελανιδιά καθώς δεν προλάβαιναν να είναι έτοιμα πιο πριν.

Και πράγματι όσοι επιχείρησαν να μπουν νωρίς στη βελανιδιά τρύγησαν αρκετό μέλι. Δυστυχώς για μια ακόμη χρονιά μια βροχή αρκούσε για να χαλάσει τη μελιτοφορία στις αρχές Ιουλίου, με αποτέλεσμα τα μελίσσια που έφυγαν απ’ τα έλατα για να πάνε στη βελανιδιά να μην προλάβουν πολλά πράγματα.

Παρά τις δυσκολίες πάντως το βουνό φέτος έδωσε εξαιρετικής ποιότητας μέλι. Αμέσως μετά τον τρύγο τα μελίσσια μεταφέρθηκαν στα πεδινά ώστε να βρουν γύρες και να γίνουν οι απαραίτητες θεραπείες για τη βαρρόα, η οποία φέτος ταλαιπωρεί αρκετά τα μελίσσια. Οι βροχές του Αυγούστου ήταν πολύτιμες και ευπρόσδεκτες, γεμίζοντας μας ελπίδες για ένα ολάνθιστο φθινόπωρο.

 

 

 

Τρύγος στην κουμαριά

Η παρατεταμένη περίοδος βροχοπτώσεων που ξεκίνησε το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, κατά το οποίο συνήθως συλλέγεται το μέλι της κουμαριάς, καθυστέρησε ιδιαίτερα τον τρυγητό και μας δυσκόλεψε αρκετά στη συγκομιδή.

Η ανθοφορία της κουμαριάς φέτος ήταν όψιμη και πολύ έντονη. Οι υψηλές θερμοκρασίες όμως που επικράτησαν καθ΄όλη τη διάρκεια του φθινοπώρου ώθησαν τα μελίσσια να κρατήσουν γόνο μέχρι αργά, με αποτέλεσμα να καταναλώνεται το μεγαλύτερο μέρος του μελιού που συνέλεγαν. Έπειτα ακολούθησαν εντονότατες βροχές, χαρακτηριστικά στα Θεοδώριανα καταγράφηκαν τα μεγαλύτερα ύψη βροχής στη χώρα με 157 χιλιοστά, με αποτέλεσμα οι μέλισσες να κλειστούν μέσα και να σταματήσει η συλλογή.

Δυστυχώς ο τεράστιος αυτός όγκος νερού έπνιξε εκατοντάδες μελίσσια στην περιοχή του Μεσολογγίου και κυρίως κοντά στον Εύηνο ποταμό. Η πρόσβαση στο δικό μας μελισσοκομείο ήταν δύσκολη λόγω της ολισθηρότητας του κατεστραμμένου εδώ και καιρό οδοστρώματος. Παρ’ όλα αυτά ο τρύγος πραγματοποιήθηκε. Η συγκομιδή μπορεί να ήταν περιορισμένη, η ποιότητα του μελιού όμως μας αποζημίωσε. Η κουμαριά είναι ένα ιδιαίτερο μέλι με χαρακτηριστική υπόπικρη γεύση, η οποία ήταν εντονότατη φέτος και σκουροχάλκινο χρώμα. Μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Μια εξαιρετικά δύσκολη μελισσοκομική χρονιά έφτασε στο τέλος της. Η κλιματική αλλαγή είναι πλέον εδώ και όπως φαίνεται θα πρέπει να προσαρμοστούμε στα νέα αυτά δεδομένα. Σας ευχόμαστε καλές γιορτές με υγεία!

Ο τρύγος του πευκόμελου στη μετά Εύβοια εποχή

Μετά τα γεγονότα του Αυγούστου στην Β. Εύβοια και τη μεγαλύτερη καταστροφή από φωτιά στην ιστορία της Ελλάδας (αυτό που χάθηκε ήταν το 10-12% των δασών ολόκληρης της χώρας), το πλήγμα για την ελληνική μελισσοκομία ήταν τεράστιο. Εκεί παράγονταν το 1/3 του πευκόμελου όλης της χώρας.

Δεδομένου ότι μεγαλύτερο μέρος των μελισσοκόμων της νότιας και κεντρικής Ελλάδας που ζούσαν από το πεύκο της Εύβοιας θα έπρεπε να αναζητήσουν αλλού την τύχη τους, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι στα υπόλοιπα πευκοδάση θα δημιουργούνταν το αδιαχώρητο. Στη Χαλκιδική ήδη από τα τέλη του καλοκαιριού ιδιοκτήτες γης που βρίσκονταν δίπλα στα δάση, απαιτούσαν από τους παραγωγούς ιδιαίτερα υψηλά αντίτιμα, που ξεπερνούσαν τα 400-500€ για να φιλοξενήσουν μελίσσια για 20-30 ημέρες, αυξάνοντας σημαντικά το κόστος παραγωγής.

Με όλα αυτά τα προβλήματα αλλά και την απαγόρευση πρόσβασης στα δάση που επιβλήθηκε στους μελισσοκόμους από την κυβέρνηση με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου για πάνω από ένα μήνα, καταλήξαμε τελικά στα πεύκα της δυτικής Ελλάδας, όπου ήταν ήδη δύσκολο να βρεις τόπο, τουλάχιστον για μεγάλα κοπάδια.

Εκτός από την Β. Εύβοια, από τις φωτιές φέτος το καλοκαίρι πλήγηκε και η Τουρκία, με αποτέλεσμα το πευκόμελο, ένα μέλι που παράγεται αποκλειστικά στη λεκάνη της μεσογείου και κυρίως σ’ αυτές τις δύο χώρες, να θεωρείται πλέον σπάνιο. Το πευκόμελο είναι ένα πραγματικά εξαιρετικό μέλι, που προέρχεται από μελιτώματα της Μαρσαλίνας της Ελληνικής (Marchalina hellenica), γνωστής και ως εργάτης του πεύκου ή βαμβακάδα. Θεωρείται και όχι άδικα ένα απ’ τα πιο θρεπτικά ελληνικά μέλια.

Δυστυχώς κατά το παρελθόν διάφορες περιβαλλοντικές οργανώσεις, στη διαμάχη που είχε δημιουργηθεί σχετικά με το κατά πόσο η Μαρσαλίνα πληγώνει το δέντρο και η οποία τελικά οδήγησε στην απαγόρευση των εμβολιασμών από το Υπουργείο στις δασικές εκτάσεις του Νομού Αττικής, σε μια προσπάθεια να δυσφημίσουν και να μποϊκοτάρουν το πευκόμελο ώστε να πιέσουν την κατάσταση είχαν επιδοθεί σε έναν πόλεμο συκοφάντησης του μελιού αυτού, φυσικά με ψευδή στοιχεία.

Σύμφωνα με αυτά το πευκόμελο προέρχεται από τα περιττώματα του σκουληκιού των πεύκων. Μερίδα των βίγκαν μάλιστα υιοθέτησε αυτή την άποψη, πηγαίνοντας την και ακόμη παραπέρα, λέγοντας ότι το πευκόμελο είναι ουσιαστικά ζωικό προϊόν και γι αυτό δεν θα πρέπει να καταναλώνεται. Φυσικά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Τα έντομα της οικογένειας Ομόπτερα στην οποία ανήκει ο εργάτης του πεύκου μυζούν πολύ μεγάλες ποσότητες χυμών (100 φορές περίπου το βάρος τους). Η περίσσεια αυτή υγρασία και σάκχαρα απομακρύνονται με την εξής διαδικασία: Στο πρόσθιο μέρος του μεσαίου εντέρου υπάρχει ένα φίλτρο μέσω του οποίου, σάκχαρα και υγρασία, μεταπηδούν στο πίσω έντερο και απομακρύνονται άμεσα μέσω του απευθυσμένου ως μελίτωμα.

Δεν περνά δηλαδή ο χυμός από την διαδικασία της πέψης και της απορρόφησης. Συνεπώς το μελίτωμα δεν έχει καμία σχέση με περίττωμα και το πευκόμελο σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί ζωικό προϊόν. Δεν είναι κάτι που περισσεύει μετά από απομάκρυνση θρεπτικών συστατικών, όπως στα περιττώματα, αλλά ο χυμός ανεπεξέργαστος, τον οποίο στη συνέχεια συλλέγουν οι μέλισσες.

Εφημερίδες της εποχής με χαρακτηριστικούς εμπρηστικούς τίτλους. Από το αρχείο του καθηγητή κ. Ανδρέα Θρασυβούλου.

Αντίστοιχα όχι μόνο δεν υπάρχει καμία μελέτη που να ενοχοποιεί τον εργάτη για την ξήρανση των πεύκων, αλλά η μοναδική ερευνητική εργασία του εντόμου αυτού είναι του καθηγητή Δασολογίας Καϊλίδη Δημήτρη, η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Δασικά Χρονικά το 1965 (81/82(7-8):161-181) και η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι ο εργάτης δε βλάπτει τα πεύκα.

Φυσικοχημικά χαρακτηριστικά πευκόμελου

Το πευκόμελο έχει τα τυπικά χαρακτηριστικά μελιού μελιτώματος, δηλαδή υψηλή συγκέντρωση τέφρας, υψηλό pH και αγωγιμότητα και χαμηλά ανάγοντα σάκχαρα. Η θρεπτική αξία του πευκόμελου οφείλεται στο μεγάλο αριθμό διαφορετικών ουσιών που συνυπάρχουν στη σύστασή του. Ξεχωριστή θέση κατέχουν τα ιχνοστοιχεία, τα οποία βρίσκονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις στο Ελληνικό πευκόμελο, χαρακτηρίζοντάς το ως μέλι υψηλής θρεπτικής αξίας.

Η χημική σύσταση του ελληνικού πευκόμελου (Θρασυβούλου, Μανίκης, Τανανάκη, Τσέλλιος, Καραμπουρνιώτη, Δήμου 2001)

Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σακχάρων, δεν θεωρείται πολύ γλυκό μέλι. Έχει χρώμα σκούρο κεχριμπάρι (λίγο πιο σκούρο από το θυμαρίσιο). Το άρωμά του θυμίζει έντονα το πικάντικο άρωμα του πευκοδάσους ενώ η γεύση του είναι υπόγλυκη με ξυλώδεις νότες ξηρών καρπών και πεύκου.

Αν δε βρέξει, θα μελώσει

Έπειτα από περιόδους παρατεταμένης ανομβρίας, τα φυτά δεν είναι σε θέση να δώσουν νέκταρ και γι αυτό οι μέλισσες πρέπει να στραφούν στα μελιτώματα. Αυτός είναι ο λόγος που οι παλιοί έλεγαν «Αν δε βρέξει, θα μελώσει».

Βγαίνοντας από τη χειρότερη άνοιξη της τελευταίας δεκαετίας, με σημαντικές ανθοφορίες όπως το ρείκι και η πορτοκαλιά να μην αποδίδουν απολύτως τίποτα, η προσοχή των περισσοτέρων έπεσε στον έλατο, ο οποίος ξεκίνησε μεν ενθαρρυντικά αλλά κι αυτός έπεσε πριν καν βγει ο Μάης, αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο έχει μικρύνει το χρονικό παράθυρο των ανθοφοριών – μελιτοφοριών, αλλά κυρίως ότι έχει μετακινηθεί ο χρόνος έναρξης τους. Μπορούμε να πούμε πια ότι ο έλατος είναι μια ανοιξιάτικη μελιτοφορία και αυτό είναι ένα νέο δεδομένο το οποίο οφείλουμε να διαχειριστούμε.

Με αυτά κατά νου πήρα την απόφαση να μπω στη βελανιδιά νωρίτερα από ποτέ. Είχα ήδη μεταφέρει από τα τέλη Μαΐου μελίσσια ως δείκτες και τα δεδομένα που έστελναν ήταν αρκετά ικανοποιητικά. Το δάσος πάντως ήταν ακόμα άδειο από μελισσάδες. Η βελανιδιά αρχικά κατά την περίοδο του Ιουνίου δίνει μελίτωμα από το φύλλο και αργότερα τον Ιούλιο δίνει από το βελανίδι. Το μέλι που παράγεται απ’ το βελανίδι είναι πιο βαρύ σε γεύση.

Δυστυχώς οι έρευνες στην Ελλάδα για την αναγνώριση και ταυτοποίηση των εντόμων που θεωρούνται υπεύθυνα για την παραγωγή μελιτώματος, το οποίο στη συνέχεια συλλέγουν οι μέλισσες και το μετατρέπουν σε αυτό που ονομάζουμε μέλι βελανιδιάς, είναι ελάχιστες. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι υπάρχουν 6 μελιτογόνα είδη που παρασιτούν στη βελανιδιά εκ των οποίων το πιο διαδεδομένο είναι το Parthenolecanium rufulum, το οποίο θεωρείται ως η κύρια πηγή μελιτώματος. Ακολουθούν τα Eulecanium tiliae και Eriococcus sp.

Η βελανιδιά έδωσε αρκετό μέλι το πρώτο εικοσαήμερο του Ιουνίου. Στη συνέχεια ο έντονος καύσωνας έκανε την εμφάνισή του ακόμα και σε αυτά τα υψόμετρα, καταστρέφοντας ουσιαστικά το μελίτωμα το οποίο ξίνισε και δεν το συνέλεγαν οι μέλισσες. Έτσι το ρίσκο της έγκαιρης εισόδου στο δάσος βγήκε σε καλό, δεδομένου ότι οι μέλισσες δε μπορούν να παραμείνουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στα δάση λόγω έλλειψης γύρης. Ο τρύγος πραγματοποιήθηκε στα μέσα Ιουλίου και αμέσως έγινε μεταφορά στον κάμπο ώστε τα μελίσσια να ανασυγκροτηθούν. Δυστυχώς οι συνεχιζόμενες υψηλές θερμοκρασίες σε συνδυασμό με την παρατεταμένη ανομβρία δεν έχει βοηθήσει τα μελίσσια και αυτό στο οποίο ελπίζουμε πλέον είναι τα πρωτοβρόχια.

Τρύγος στην κουμαριά

Όταν μπήκε το φθινόπωρο τα μισά μελίσσια βρίσκονταν στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας για το δεύτερο βάρεμα του πεύκου και τα υπόλοιπα στα ημιορεινά της Πίνδου για το ρείκι και την κουμαριά. Με το πεύκο όμως να μην αποδίδει και υπό τον φόβο ενός πιθανού δεύτερου lockdown, αποφάσισα στα μέσα Οκτωβρίου να μεταφέρω όλα τα μελίσσια στην κουμαριά.

Οι βροχές του Σεπτέμβρη και του Οκτώβρη ήταν αρκετά ικανοποιητικές και όλα έδειχναν ότι μόνο το κρύο θα μπορούσε να σταματήσει την κουμαριά, κάτι που τελικά δεν έγινε. Ο καιρός ήταν εξαιρετικός καθ’ όλη τη διάρκεια της ανθοφορίας, ενώ ακόμα και οι παραφυάδες είχαν προλάβει να αναπτύξουν πληθυσμούς ικανούς να την εκμεταλλευτούν. Ακόμα και τα μικρά μελίσσια έδωσαν μέλι.

Οι σχετικά υψηλές θερμοκρασίες κράτησαν ανθισμένα φυτά μέχρι αργά το φθινόπωρο, όπως την ακονιζιά, τον κισσό και τον αρκουδόβατο, δίνοντας μια ξεχωριστή πινελιά στο μέλι. Το κουμαρόμελο έχει χρώμα καφέ (σκουροχάλκινο) με γκριζωπές αποχρώσεις και χαρακτηριστική υπόπικρη γεύση.

Η υπόπικρη γεύση του οφείλεται στην ουσία αρβουτίνη και όχι στην χαμηλή συγκέντρωση σακχάρων όπως λανθασμένα πιστεύεται γι αυτό άτομα με υψηλό σάκχαρο αίματος (υπεργλυκαιμία) θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους πριν την κατανάλωση μελιού. Το μέλι κουμαριάς εμφανίζει υψηλή περιεκτικότητα σε φαινόλες και έντονη αντιοξειδωτική δράση η οποία έχει αποδοθεί στις υψηλές συγκεντρώσεις 2,5-υδροξυφαινυλαοξικό οξύ (homogentisic acid).

Δοκιμάστε το με παλαιωμένα κίτρινα τυριά αλλά και με νωπή γύρη σε γιαούρτι ώστε να αναδειχτεί η δυναμική της αντίθεσης των γεύσεων.

Φθινόπωρο στα πεύκα

Υπό τον φόβο ενός πιθανού lockdown λόγω της πανδημίας, δίστασα να φύγω μακριά για τη μελιτοφορία του πεύκου και έτσι μετακινήθηκα προς το πευκοδάσος της Παραμυθιάς στην Θεσπρωτία. Στην περιοχή αυτή, όπως διαπίστωσα, παράγεται ένα ιδιαίτερα αρωματικό μέλι, λόγω του ξηρού κλίματος αλλά και της έντονης παρουσίας άγριων αρωματικών φρυγάνων, όπως το θυμάρι, το θρούμπι και η ρίγανη, ενώ στην πεδιάδα της Παραμυθιάς καλλιεργούνται τσάι, δεντρολίβανο και δάφνη.

Έτσι αποφάσισα να φέρω τα μελίσσια νωρίς ώστε να βρουν τον χρόνο οι μέλισσες να βοσκήσουν στα φυτά αυτά μέχρι να ξεκινήσει το πεύκο. Το πευκοδάσος είναι ορεινό και κυριαρχεί η χαλέπιος πεύκη (Pinus halepensis). Το μελισσοκομείο στήθηκε στα 550μ στις πλαγιές του όρους Γκορίλα (από το παλαιοσλαβικό Gor που σημαίνει βουνό). Η Παραμυθιά ήταν μια μικρή βυζαντινή πόλη, κτισμένη το 1.000 π.Χ. κοντά στον ποταμό Αχέροντα που πηγάζει από τα όρη του Σουλίου και εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος.

Η πρόσβαση στην περιοχή είναι εύκολη μιας και οι δρόμοι είναι αρκετά καλοί, όμως η εγκατάσταση μελισσιών μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη καθώς οι πλαγιές είναι απόκρημνες και οι χώροι περιορισμένοι. Το πευκόμελο προέρχεται από τις μελιτώδεις εκκρίσεις του εντόμου Marchalina hellenica γνωστό ως βαμβακάδα ή εργάτης του πεύκου και θεωρείται μοναδικό παγκοσμίως, καθώς παράγεται αποκλειστικά στη λεκάνη της μεσογείου.

Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σακχάρων παρουσιάζει ήπια γλυκύτητα, ενώ θεωρείται ένα απ’ τα θρεπτικότερα μέλια, χάρη στα πολλά ιχνοστοιχεία και ανόργανα άλατα που περιέχει. Το μέλι της εσοδείας του 2020 αναδίδει ένα πικάντικο άρωμα πευκοδάσους, βύνης και άγριων φρυγάνων. Έχει υπόγλυκη γεύση με ξυλώδεις νότες ξηρών καρπών και πεύκου, ενώ το χρώμα του είναι κεχριμπαρένιο.

Ορεινές μελισσοπεριπέτειες

Κόντευε μεσάνυχτα όταν πλησίαζα στα ελάτια στα ορεινά της Πίνδου. Ήμουν φορτωμένος με λίγα μελίσσια και μια μελισσοκομική ζυγαριά. Τα μελίσσια αυτά θα είχαν τον ρόλο του δείκτη, θα έστελναν δηλαδή δεδομένα για την πορεία της μελιτοφορίας.

Βρισκόμασταν στα μέσα Μαΐου, αργά τη νύχτα, σε υψόμετρο 1050μ και παρ’ όλα αυτά η ζέστη ήταν πρωτοφανής. Θα θυμάστε ίσως το κύμα καύσωνα των ημερών εκείνων. Ο δρόμος κακοτράχαλος, εγκαταλειμμένος, σχεδόν επικίνδυνος. Σε κάποιο σημείο χτύπησα σε μια πέτρα τη μπουκάλα της υδραυλικής πόρτας, η οποία είναι σπαστή, κάτω απ’ την καρότσα του φορτηγού.

Όταν έφτασα, την κατέβασα για να ξεφορτώσω, όμως για κακή μου τύχη μετά επειδή έχανε λάδια δεν ξανανέβαινε. Έτσι έμεινα μόνος, νύχτα, μέσα στο δάσος με το φορτηγό να μη μπορεί να μετακινηθεί καθώς η πόρτα ακουμπούσε στο έδαφος και δεν έβρισκα τρόπο να την ανεβάσω. Η οδική βοήθεια δεν ερχόταν και έτσι αφού πάλεψα αρκετή ώρα κατάφερα με έναν ιμάντα να την σηκώσω λίγο ώστε να μην ακουμπά κάτω και να μπορέσω να οδηγήσω μέχρι το συνεργείο.

Στο διάστημα που ακολούθησε οι υψηλές θερμοκρασίες των πρώτων ημερών έδωσαν την θέση τους στο κρύο και έπειτα στις βροχές του Ιουνίου. Και τα δέντρα και οι μέλισσες στρεσαρίστηκαν και έτσι για μια ακόμη χρονιά δεν κατέστη εφικτός ο τρύγος στα έλατα. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούνη, αποδέχτηκα την ήττα και αποφάσισα να σηκώσω τα μελίσσια και να τα μεταφέρω σε χαμηλότερο υψόμετρο, στις βελανιδιές.

Οι βελανιδιές ξεκινούν αρχικά να δίνουν απ’ το φύλλο ένα μελίτωμα  απ’ το οποίο προκύπτει ένα μέλι όχι τόσο σκούρο και παχύρρευστο όσο αυτό που δίνει λίγο αργότερα απ’ το βελανίδι. Οι συνθήκες σε γενικές γραμμές ήταν καλές. Τα δέντρα είχαν ποτιστεί απ’ τις βροχές του Ιουνίου αρκετά ικανοποιητικά και η θερμοκρασία είχε σταθεροποιηθεί σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα.

Και πράγματι τα μελίσσια έστειλαν τα πρώτα θετικά μηνύματα στα τέλη Ιουνίου. Δεδομένου ότι η άνοιξη ήταν καταστροφική φέτος, φόρτωσα ό,τι είχαν και δεν είχα. Μετέφερα πρώτα τα μελίσσια του κάμπου και στη συνέχεια αυτά που βρίσκονταν στα ρείκια. Τις ίδιες μέρες ξεφόρτωναν πολλοί μελισσοκόμοι.

Για ένα διάστημα μιας εβδομάδας με δέκα μέρες περίπου τα πράγματα κυλούσαν ιδανικά. Έπειτα η βελανιδιά για κάποιο λόγο τον οποίο δεν μπόρεσα να εντοπίσω σταμάτησε τη μελιτοέκκριση, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν αρκετές προσδοκίες καθώς υπήρχε άφθονο βελανίδι. Την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου τρύγησα όσο μέλι είχαν μαζέψει οι μέλισσες. Τα περισσότερα μελίσσια έδειχναν καταπονημένα και αρκετά πεσμένα κυρίως σε γόνους, δείγμα έλλειψης γύρης.

Αμέσως μετά τον τρύγο έκανα θεραπεία για την βαρρόα με ταινίες οξαλικού οξέως και μεταφορά στον κάμπο, μια διαδικασία η οποία διασπείρει καλύτερα το οξαλικό, καθιστώντας το πιο αποτελεσματικό απέναντι στη βαρρόα. Ο Αλέξανδρος Γκουσιάρης την είχε περιγράψει αναλυτικά στο περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση ως Varroa’s Road Trip Therapy Application (VRTTA). Στον κάμπο ελπίζω ότι οι μέλισσες θα βρουν γύρες οι οποίες θα τις βοηθήσουν να ανασυνταχθούν και να προετοιμαστούν εν όψει του χειμώνα.

Το μέλι της βελανιδιάς είναι σκουρόχρωμο, παχύρρευστο, με δυνατή, γεμάτη γεύση. Σύμφωνα με το ΑΠΘ θεωρείται το μέλι με την ισχυρότερη αντιοξειδωτική δράση και ως ένα απ’ τα θρεπτικότερα. Έχει εφιδρωτικές ιδιότητες, ενώ διαθέτει στυπτικές, απολυμαντικές και επουλωτικές ιδιότητες.

Τρύγος στην κουμαριά

Έπειτα από δύο άκαρπες χρονιές η κουμαριά μας έδωσε επιτέλους το μέλι της! Η φετινή χρονιά, παρά το γεγονός ότι δεν πήγαμε στα πεύκα (η μόνη σταθερή νομή πλέον), μπορεί να χαρακτηριστεί καλή, καθώς καταφέραμε και τρυγήσαμε και ανοιξιάτικο και καλοκαιρινό αλλά και φθινοπωρινό μέλι.

Ορεινό Μέλι κουμαριάς

Παρά το γεγονός ότι το φθινόπωρο δεν ξεκίνησε καλά, μιας και είχαμε υψηλές για την εποχή θερμοκρασίες και σχεδόν όλο τον Σεπτέμβριο χωρίς βροχή, κάποιες ψιχάλες αλλά και οι πρώτες βροχές του Οκτώβρη δεν άφησαν τα φυτά να διψάσουν και κυρίως την σουσούρα (φθινοπωρινό ρείκι) που σε μεγάλο βαθμό καθορίζει το πως θα ολοκληρωθεί η χρονιά.

Το μελισσοκομείο πάνω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου, όπου το φθινόπωρο συλλέγεται το μέλι κουμαριάς.

Το ρείκι απροσδόκητα δούλεψε εξαιρετικά, τα μελίσσια εκμεταλλεύτηκαν την καλής ποιότητας γύρη του και δημιούργησαν μεγάλους πληθυσμούς, έτσι μπόρεσαν να είναι παραγωγικά κατά την ανθοφορία της κουμαριάς. Το ρείκι ευνοήθηκε πολύ απ’ τις υψηλές θερμοκρασίες με αποτέλεσμα ένας έμπειρος γευσιγνώστης να μπορεί να διακρίνει την σουσούρα στο μέλι που παράχθηκε στο τέλος.

Ο τρύγος ήταν αρκετά δύσκολος καθώς δε μπορεί να προσεγγίσει αυτοκίνητο και έτσι το κουβάλημα γίνεται με τα χέρια, με αποτέλεσμα να χρειαστούμε αρκετές μέρες. Το κουμαρόμελο έχει σκουροχάλκινο χρώμα με ελαφρώς υπόπικρη γεύση, η οποία οφείλεται στο γλυκοζίδιο αρβουτίνη. Κρυσταλλώνει γρήγορα αποκτώντας μια βουτυρένια υφή, η οποία μπορεί να συνδυαστεί με γιαούρτι και γύρη. Σε ρευστή μορφή η κουμαριά μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετική εναλλακτική πρόταση για τα μελομακάρονα.

Μέλισσα σε άνθος κουμαριάς.

Το μέλι της κουμαριάς παρουσιάζει υψηλή περιεκτικότητα σε φαινόλες, τανίνες, που έχουν αντισηπτικές ιδιότητες για το ουροποιητικό σύστημα και έντονη αντιοξειδωτική δράση η οποία έχει αποδοθεί στις υψηλές συγκεντρώσεις 2,5-υδροξυφαινυλαοξικό οξύ (homogentisic acid). Έχει λιγότερες θερμίδες λόγω του χαμηλού ποσοστού γλυκόζης και φρουκτόζης και έτσι συνίσταται σε περιπτώσεις δίαιτας. Δοκιμάστε το!

Ο ανοιξιάτικος τρύγος

Οι πλαγιές γύρω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου στην Πίνδο, είναι εξαιρετικά παρθένες. Ένας απ’ τους βασικότερους λόγους που συμβαίνει αυτό είναι γιατί μετά την κατασκευή του φράγματος το 1981, πολλά χωριά εγκαταλείφθηκαν ενώ άλλα βυθίστηκαν κάτω απ’ τα νερά. Οι άνθρωποι αφού έχασαν τις περιουσίες τους, αποζημιώθηκαν και μετανάστευσαν στις πόλεις.

Το μελισσοκομείο την άνοιξη πάνω απ’ τη λίμνη.

Ποτέ δεν κατασκευάστηκαν δρόμοι και όσοι υπήρχαν αφέθηκαν στην τύχη τους. Έτσι το ανθρώπινο στοιχείο είναι σπάνιο εδώ. H ιχθυοπανίδα της λίμνης είναι πολύ πλούσια όπως και η ορνιθοπανίδα στις πλαγιές γύρω της.

Εδώ την άνοιξη ξεκινάει μια αλληλουχία ανθοφοριών με πολύ μεγάλη διάρκεια. Οι γκορτσιές (αγριοαχλαδιές), οι κορομηλιές και οι κρανιές δίνουν την θέση τους στα ανοιξιάτικα ρείκια και τις κουτσουπιές και αυτά με τη σειρά τους στις λαδανιές και τα αλογοθύμαρα (σουρούπες). Τα λουλούδια βάζουν τα δυνατά τους δημιουργώντας εντυπωσιακά άνθη ώστε να καταφέρουν να προσελκύσουν τις μέλισσες.

Η φετινή χρονιά ήταν ιδανική για δημιουργία παραφυάδων.

Όμως αυτό που είναι σημαντικό είναι η ποιότητα της γύρης. Σε αντίθεση με τις καλλιέργειες του κάμπου και τους επικαλυμμένους με νεονικοτινοειδή σπόρους, που τόσα προβλήματα δημιουργούν στην ανάπτυξη των μελισσών, εδώ παρατηρείται αφθονία πολύ ποιοτικής γύρης από άγρια φυτά.

Πολλά από αυτά δεν είναι γνωστά στους περισσότερους. Όπως για παράδειγμα το πουρνάρι ή η αριά. Αν συμπεριλάβουμε και την λαδανιά αλλά και το ρείκι τότε αυτό είναι το ιδανικό περιβάλλον για τις μέλισσες. Το μόνο που χρειάζεται η φύση για να δώσει όλη αυτή τη γύρη απλόχερα είναι οι βροχές και τέτοιες είχαμε αρκετές φέτος.

Ανοιξιάτικο ρείκι ανθισμένο.

Έτσι τα μελίσσια δυνάμωσαν πάρα πολύ και είχαμε εντονότατες τάσεις σμηνουργίας. Τα ρείκια την άνοιξη άργησαν να ανοίξουν, πιθανότατα λόγω του χειμώνα, ο οποίος ήταν βαρύς (τα μελίσσια ήταν σκεπασμένα με χιόνι για αρκετό διάστημα) και με μεγάλη διάρκεια. Έτσι τα ρείκια έδωσαν μεν μέλι αλλά όχι αρκετό ώστε να σφραγιστεί και να τρυγηθεί αμιγές. Γι αυτό και περιμέναμε.

Περιμέναμε κάποιο άλλο φυτό να δώσει ό,τι μας έλειπε. Και έτσι έγινε. Κατά τα τέλη Μαΐου η κουτσουπιά η οποία προηγουμένως, κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας της, είχε δώσει νέκταρ, άρχισε να δίνει μελίτωμα απ’ το φύλλο. Αυτό σε συνδυασμό με την πλούσια ανθοφορία του αλογοθύμαρου μας έδωσε τον τρύγο.

Έτσι στα μέσα του Ιούνη τρυγήσαμε ένα μέλι αρκετά λεπτόρρευστο, έντονα αρωματικό, το οποίο αφού κρυσταλλώσει αποκτά μια ωραία κρεμώδη υφή που το κάνει πολύ ιδιαίτερο. Είναι απ’ τα πιο πλούσια μέλια σε θρεπτική αξία καθώς παρουσιάζει υψηλή περιεκτικότητα σε γυρεόκοκκους. Η γύρη της ερείκης θεωρείται απ’ τις καλύτερες. Ιδιαίτερα τονωτικό με αντισηπτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.

Τρύγος στην κουμαριά

Έπειτα από ένα ακόμα δύσκολο φθινόπωρο, με μεγάλες περιόδους ανομβρίας, τελικά καταφέραμε να τρυγήσουμε στο τέλος λίγο μέλι κουμαριάς. Δυστυχώς όμως το μέλι δεν είχε την πικράδα περασμένων ετών, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο…

Το μελισσοκομείο στις όχθες της λίμνης Πουρναρίου, στην Πίνδο για την ανθοφορία της κουμαριάς (φθινόπωρο 2018), στο βάθος χιονισμένα τα Τζουμέρκα.

Οι βροχές άργησαν πολύ (ήρθαν κατά τα μέσα του Νοέμβρη) και καμία απ’ τις φθινοπωρινές ανθοφορίες δεν απέδωσε. Το ρείκι κάηκε απ’ την ξηρασία, ο κισσός ήταν στεγνός, ο αρκουδόβατος δεν άνθισε καν και μόνο η ακονιζιά έδωσε λίγη γύρη στα μελίσσια. Η κουμαριά άνθισε αλλά μέχρι να έρθουν οι βροχές δεν έδινε νέκταρ και οι μέλισσες δεν έβγαιναν έξω να συλλέξουν.

Μετά τις βροχές άρχισε να ακούγεται το γνώριμο βουητό των μελισσών που εργάζονται, όμως το φυτό είχε επηρεαστεί σημαντικά από την ανομβρία που προηγήθηκε και έτσι το μέλι που προέκυψε δεν έχει την ένταση στη γεύση που έχουμε συνηθίσει. Τις επόμενες ημέρες τα μελίσσια θα μεταφερθούν στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα. Ελπίζουμε η επόμενη χρονιά να είναι καλύτερη!