Φθινόπωρο στα πεύκα

Υπό τον φόβο ενός πιθανού lockdown λόγω της πανδημίας, δίστασα να φύγω μακριά για τη μελιτοφορία του πεύκου και έτσι μετακινήθηκα προς το πευκοδάσος της Παραμυθιάς στην Θεσπρωτία. Στην περιοχή αυτή, όπως διαπίστωσα, παράγεται ένα ιδιαίτερα αρωματικό μέλι, λόγω του ξηρού κλίματος αλλά και της έντονης παρουσίας άγριων αρωματικών φρυγάνων, όπως το θυμάρι, το θρούμπι και η ρίγανη, ενώ στην πεδιάδα της Παραμυθιάς καλλιεργούνται τσάι, δεντρολίβανο και δάφνη.

Έτσι αποφάσισα να φέρω τα μελίσσια νωρίς ώστε να βρουν τον χρόνο οι μέλισσες να βοσκήσουν στα φυτά αυτά μέχρι να ξεκινήσει το πεύκο. Το πευκοδάσος είναι ορεινό και κυριαρχεί η χαλέπιος πεύκη (Pinus halepensis). Το μελισσοκομείο στήθηκε στα 550μ στις πλαγιές του όρους Γκορίλα (από το παλαιοσλαβικό Gor που σημαίνει βουνό). Η Παραμυθιά ήταν μια μικρή βυζαντινή πόλη, κτισμένη το 1.000 π.Χ. κοντά στον ποταμό Αχέροντα που πηγάζει από τα όρη του Σουλίου και εκβάλλει στο Ιόνιο Πέλαγος.

Η πρόσβαση στην περιοχή είναι εύκολη μιας και οι δρόμοι είναι αρκετά καλοί, όμως η εγκατάσταση μελισσιών μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα δύσκολη καθώς οι πλαγιές είναι απόκρημνες και οι χώροι περιορισμένοι. Το πευκόμελο προέρχεται από τις μελιτώδεις εκκρίσεις του εντόμου Marchalina hellenica γνωστό ως βαμβακάδα ή εργάτης του πεύκου και θεωρείται μοναδικό παγκοσμίως, καθώς παράγεται αποκλειστικά στη λεκάνη της μεσογείου.

Λόγω της χαμηλής συγκέντρωσης σακχάρων παρουσιάζει ήπια γλυκύτητα, ενώ θεωρείται ένα απ’ τα θρεπτικότερα μέλια, χάρη στα πολλά ιχνοστοιχεία και ανόργανα άλατα που περιέχει. Το μέλι της εσοδείας του 2020 αναδίδει ένα πικάντικο άρωμα πευκοδάσους, βύνης και άγριων φρυγάνων. Έχει υπόγλυκη γεύση με ξυλώδεις νότες ξηρών καρπών και πεύκου, ενώ το χρώμα του είναι κεχριμπαρένιο.

Μπορεί το μέλι να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία εγκαυμάτων;

Το μέλι χρησιμοποιείται για τη θεραπεία πληγών, συμπεριλαμβανομένων των εγκαυμάτων, για χιλιάδες χρόνια, από την αρχαία Μεσοποταμία και την Αίγυπτο. Σήμερα, γνωρίζουμε ότι το μέλι έχει αντιμικροβιακές αλλά και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες, ενώ αρκετές μελέτες τις τελευταίες δεκαετίες έχουν δείξει ότι το μέλι μπορεί να μειώσει τους χρόνους επούλωσης, τη μόλυνση και τη φλεγμονή, ακόμη και σε σύγκριση με τις συμβατικές θεραπείες όπως τα αντισηπτικά.

Γνωρίζουμε ότι το μέλι διεγείρει την παραγωγή λευκών αιμοσφαιρίων, η οποία ενεργοποιεί την επισκευή και την αναγέννηση των ιστών. Το μέλι είναι επίσης όξινο, επομένως μειώνει το ρΗ μιας πληγής και εμποδίζει την ανάπτυξη βακτηρίων, επιταχύνοντας την επούλωση. Η υψηλή περιεκτικότητα του μελιού σε σάκχαρα προκαλεί αφυδάτωση στα βακτήρια, ενώ οι αντιοξειδωτικές ιδιότητες του βοηθούν στη μείωση της φλεγμονής.

Οι γιατροί σήμερα εξακολουθούν να χρησιμοποιούν μέλι για τη θεραπεία πληγών και εγκαυμάτων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα χρησιμοποιήσετε το μέλι που έχετε στο ντουλάπι σας, χωρίς να μιλήσετε πρώτα με έναν γιατρό. Το ιατρικό μέλι έχει αποστειρωθεί και είναι στείρο σε αντίθεση με το φυσικό μέλι το οποίο περιέχει ένα ευρύ φάσμα μικροβιακών ειδών.

Υπάρχουν τέσσερις βασικές κατηγορίες εγκαυμάτων:

Τα εγκαύματα πρώτου βαθμού, τα οποία είναι ήπια και προκαλούν μικρή ερυθρότητα του εξωτερικού στρώματος του δέρματος (επιδερμίδα). Τα εγκαύματα δευτέρου βαθμού, που είναι πιο σοβαρά καθώς επηρεάζουν το κατώτερο στρώμα του δέρματος και προκαλούν πόνο, πρήξιμο, φουσκάλες και ερυθρότητα. Τα εγκαύματα τρίτου βαθμού, τα οποία είναι πολύ σοβαρά και απαιτούν άμεση ιατρική βοήθεια καθώς μπορούν να καταστρέψουν εντελώς τα δύο στρώματα του δέρματος. Και τέλος τα εγκαύματα τέταρτου βαθμού που προκαλούν τραυματισμό σε βαθύτερους ιστούς, όπως στους μύες ή στα κόκκαλα.

Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε συμβατικό μέλι για να διαχειριστείτε ένα έγκαυμα μόνο όταν αυτό είναι ήπιο και επιφανειακό. Σε κάθε άλλη περίπτωση φροντίστε να επικοινωνήσετε με τον γιατρό σας. Ακόμα και η χρήση ιατρικού μελιού απαιτεί πρώτα μια επίσκεψη σε γιατρό ώστε να αξιολογήσει τις πληγές και να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει λοίμωξη ή ανάγκη για χειρουργική επέμβαση.

Η χρήση μελιού για τη θεραπεία εγκαυμάτων χρήζει περαιτέρω έρευνας, αν και η αποτελεσματικότητα του στα επιφανειακά εγκαύματα είναι πολλά υποσχόμενη.

Πηγές:
sciencefocus: Can you use honey to treat a burn?
woundsresearch: A Comparison Between Medical Grade Honey and Table Honeys in Relation to Antimicrobial Efficacy

Κρέμα κάσταρντ με μέλι ερείκης, τζίντζερ και κρεμ φρες

Μία συνταγή του σεφ Σον Σεόρλι (Shaun Searley) από το The Quality Chop House, ο οποίος παντρεύει με υπέροχο τρόπο το μέλι ερείκης με το τζίντζερ για να φτιάξει μια αγγλική κρέµα κάσταρντ.

φωτό: Andrew Montgomery

time

Χρόνος Εκτέλεσης
1 ώρα
merides

Μερίδες
12
difficulty

Δυσκολία
Σχετικά εύκολο

 

Συστατικά για την κρεμ φρες:
400γρ. κρεμ φρες
30γρ. πάστα τζίντζερ συν 1κσ σιρόπι τζίντζερ

Συστατικά για την τάρτα:
500ml σαντιγί
10 κρόκους αυγών
200γρ. μέλι ερείκης
1 βάση τάρτας

Εκτέλεση:
1.  Ανακατεύουμε την κρεμ φρες μαζί με την πάστα τζίντζερ και το σιρόπι.
2. Μεταφέρουμε το μείγμα σε ένα αεροστεγές δοχείο μέχρι να το χρειαστούμε.
3. Ζεσταίνουμε τη σαντιγί σε μια μεγάλη κατσαρόλα, σε χαμηλή θερμοκρασία μέχρι να φτάσει τους 50°C.
4. Χτυπάμε τους κρόκους μαζί με το μέλι και όταν ομογενοποιηθούν ρίχνουμε τη ζεστή σαντιγί, χτυπώντας τα συνέχεια μέχρι να δέσει. Περνάμε την κρέμα κάσταρντ από λεπτό κόσκινο και αφήνουμε να ξεκουραστεί για 5 λεπτά. Αφαιρούμε τη στρώση αφρού που θα σχηματιστεί στην επιφάνεια.
5. Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 110°C. Γεμίζουμε τη βάση τάρτας μέχρι τη μέση, με την κρέμα που έχει κρυώσει και την τοποθετούμε στο φούρνο με προσοχή. Ψήνουμε για 45 λεπτά με 1 ώρα. Θέλουμε το κέντρο της κρέμας να είναι ελαφρώς τρεμουλιαστό. Το αφήνουμε να ξεκουραστεί για τουλάχιστον 2 ώρες πριν το κόψουμε.
6. Συνοδεύεται με την τζίντζερ κρεμ φρες.

Tips: Το μέλι ερείκης έχει χαρακτηριστικό, λεπτό άρωμα και συνδυάζεται εξαιρετικά με τάρτες, μπορείτε όμως να δοκιμάστε να πειραματιστείτε και με άλλα είδη μελιού, όπως το πευκόμελο, το θυμαρίσιο αλλά και το μέλι πορτοκαλιάς.

* Το Ορεινό Μέλι συνιστά να μη μαγειρεύετε θερμαίνοντας το μέλι σε θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 45-50 °C γιατί έτσι χάνονται όλα του τα θρεπτικά συστατικά. *

πηγή: thehomepage.co.uk – Shaun Searley

Η μελισσοκομία ως εναλλακτικός τρόπος διαβίωσης

Στη Δυτική Βεγγάλη, μία από τις 28 Ομόσπονδες Πολιτείες που συγκροτούν σήμερα το κράτος της Ινδίας, αποφάσισαν να εισάγουν τους ντόπιους στην τέχνη της μελισσοκομίας, ώστε να τους αποτρέψουν απ’ το να εισχωρούν στο Σούντορμπον, ένα τεράστιο δάσος στην παραλιακή περιοχή του Κόλπου της Βεγγάλης, όπου συχνά δέχονταν επιθέσεις από τίγρεις.

Το Σούντορμπον εμπεριέχει το μεγαλύτερο μαγκρόβιο δάσος του κόσμου. Από το 1992 αποτελεί προστατευόμενη περιοχή από τη Σύμβαση Ραμσάρ και ένας απ’ τους στόχους αυτής της πρωτοβουλίας ήταν πέρα απ’ το να αποφευχθούν οι θανατηφόρες συναντήσεις με τις τίγρεις, να προστατευτεί και το πολύτιμο οικοσύστημα.

Στενές επαφές με τίγρεις

Ο 40χρονος Tarun Chowdhury που κατοικεί στην περιοχή, συνήθιζε μέχρι πριν από λίγους μήνες να εισέρχεται βαθιά μέσα στο δάσος, διακινδυνεύοντας την ζωή του, για να πιάσει καβούρια, ψάρια και να συλλέξει άγριο μέλι ώστε να συντηρήσει τον εαυτό του. Ένας κοντινός συγγενής του δεν είχε την ίδια τύχη καθώς δεν επέστρεψε από το δάσος. Το σώμα του δεν βρέθηκε και οι χωρικοί έδωσαν το όνομά του σε ένα τοπικό κανάλι.

Ο ίδιος ο Chowdhury βρέθηκε αντιμέτωπος με τίγρεις τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. «Η τίγρη ήταν σε απόσταση αναπνοής από μένα. Ευτυχώς, κατάφερα να σώσω τον εαυτό μου, αλλά η τύχη θα μπορούσε να μου έχει γυρίσει την πλάτη». Όπως και ο Chowdhury, έτσι και αρκετές χιλιάδες άνθρωποι στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, αναγκάζονται να εισέλθουν παράνομα στο δάσος Σούντορμπον.

Το δάσος Σούντορμπον

Το Σούντορμπον εκτείνεται σε 10.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και είναι ένα είδος δάσους των υποτροπικών και τροπικών θαλάσσιων ακτών που κυριαρχείται από ανεκτικά στο αλάτι ξυλώδη φυτά. Το 1997 το δάσος καταχωρήθηκε από την UNESCO ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και ως ο βιότοπος της Βασιλικής Τίγρης της Βεγγάλης, η οποία έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό από όλα τα υπάρχοντα υποείδη τίγρης. Παρ’ όλα αυτά χαρακτηρίζεται ως απειλούμενο είδος από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN).

Σύμφωνα με την απογραφή του τμήματος δασών της Δυτικής Βεγγάλης 2019-2020 για τον πληθυσμό της Βασιλικής Τίγρης στο Σούντορμπον, το σύνολο αυξήθηκε σε 96 το 2020 σε σύγκριση με 88 τίγρεις το 2019. Παρά το γεγονός ότι περίπου 50 άτομα σκοτώνονται κατά μέσο όρο από αυτά τα ζώα κάθε χρόνο, πιστεύεται ότι πολλοί θάνατοι δεν αναφέρονται επειδή οι άνθρωποι επιχειρούν να εισέλθουν παράνομα μέσα στην απαγορευμένη περιοχή και τα μέλη των οικογενειών τους το αποκρύπτουν καθώς φοβούνται τις επιπτώσεις.

Η μελισσοκομία ως εναλλακτικός τρόπος διαβίωσης

Ανησυχώντας για τις ολοένα αυξανόμενες συγκρούσεις μεταξύ ανθρώπων και ζώων,η Δασική Υπηρεσία της Δυτικής Βεγγάλης αποφάσισε να συστήσει στους ντόπιους την τέχνη της μελισσοκομίας ώστε να μειωθούν οι άνθρωποι που θα επιχειρήσουν να εισέλθουν στο δάσος. «Σκεφτήκαμε ότι ο μόνος τρόπος ήταν να δημιουργήσουμε εναλλακτικές ευκαιρίες διαβίωσης για αυτούς» είπε ο Santhosha Gubbi R, Διευθυντής της Δασικής Υπηρεσίας της περιοχής South 24 Parganas.

Το πρότζεκτ ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2020 όταν 72 ντόπιοι εκπαιδεύτηκαν στη μελισσοκομία από επαγγελματίες. Για πρώτη φορά αρκετοί από αυτούς εργάστηκαν από κοινού, χωρίς τον φόβο της επίθεσης άγριων ζώων. Η ομάδα κατάφερε να παραγάγει αρκετούς τόνους μελιού. Το μέλι τους συσκευάστηκε και πιστοποιήθηκε και τώρα βρίσκονται σε συζητήσεις με διάφορες αλυσίδες καταστημάτων. 

Το εισόδημα τους από το μέλι αυξήθηκε από τις 100 ρουπίες (1,30 δολάρια ΗΠΑ) ανά κιλό, που ήταν πριν, όταν και συνέλεγαν άγριο μέλι θέτοντας την ζωή τους σε κίνδυνο μέσα στο δάσος, σε 600 ρουπίες (8 δολάρια) ανά κιλό σε ένα σαφώς πιο ασφαλές περιβάλλον. Δυστυχώς ο κυκλώνας Amphan τους χτύπησε με αποτέλεσμα να χάσουν αρκετά μελίσσια, όμως είναι αισιόδοξοι για το μέλλον.

Ένα μακρύ ταξίδι με τα πόδια στα δάση και τα βουνά της βόρειας Πίνδου

Με ή χωρίς υποστήριξη, η απίθανη πεζοπορική διάσχιση 100 χιλιομέτρων στον άξονα της Βόρειας Πίνδου είναι πλέον εφικτή και μπορεί ο οποιοσδήποτε να την επιχειρήσει απολαμβάνοντας την ανέγγιχτη φύση και τα παραδοσιακά χωριά αυτής της ξεχασμένης περιοχής της χώρας μας.

Μαυροβούνι: Στο μονοπάτι με θέα την λίμνη των πηγών του Αώου.

αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε αναπτύξει επαρκώς την πεζοπορική κουλτούρα στην χώρα μας. Ωστόσο, αν και δεν είναι πολλοί εκείνοι που επιλέγουν την πεζοπορία ως τρόπο για να επισκεφθούν έναν προορισμό, τελευταίως αυτή η μοναδικά αναζωογονητική δραστηριότητα κερδίζει όλο και περισσότερους οπαδούς που αντιλαμβάνονται ότι μόνο μέσα από αυτήν μπορεί κανείς να καταλάβει την πλούσια σε εναλλαγές γεωμορφολογία τόπου μας, τα μαγευτικά, φυσικά τοπία που διαθέτει και τα ξεχασμένα χωριά-διαμάντια που κρύβει- που συνήθως βρίσκονται μακριά από τα τουριστικά κέντρα- όπου κανείς μπορεί να συναντήσει ακόμα και σήμερα την παλιά, αγνή Ελλάδα.

Πάρτε για παράδειγμα τη πεζοπορική περιήγηση στα ορεινά μονοπάτια της οροσειράς της Πίνδου: πρόκειται περισσότερο για ένα ταξίδι, παρά για μια δραστηριότητα άθλησης, όπως πολλοί πιστεύουν. Είναι, θα έλεγε κανείς, ένα ταξίδι στην ιστορία και τον πολιτισμό της ορεινής Ελλάδας με μεταφορικό μέσο τα πόδια μια και το μέρος έχει να προσφέρει άφθονη αρχέγονη εμπειρία, επιβλητικά μνημεία της φύσης και του ανθρώπινου πολιτισμού, αρχιτεκτονήματα περασμένων εποχών και φυσιογνωμίες που δεν έχουν αλλοιωθεί και διατηρούνται ακόμα αυθεντικές. Με λίγα λόγια πρόκειται για μια συνολικότερη εμπειρία, όχι μόνο αθλητική, αλλά κυρίως βιωματική.

Κατηφορίζοντας από την κορυφή για τις δίδυμες λίμνες και τον πυρήνα της Βάλια Κάλντα.

Όμως είναι και κάτι ακόμα: ένα τρόπος για να συνδεθούμε με τη φύση, τον ίδιο μας τον εαυτό, το σώμα, τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Νομίζω πως τίποτα δεν συνοψίζει καλύτερα την ουσία της πεζοπορίας από την ατάκα του θρυλικού Sir Edmund Hillary, του πρώτου ανθρώπου που ανέβηκε στο Όρος Έβερεστ: «Δεν είναι το βουνό που κατακτούμε, αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό».

Ο Αποστόλης Τσιμπανάκος, λάτρης των βουνών, εξερευνητής και ιδιοκτήτης γραφείου πεζοπορικών περιηγήσεων είναι ο επικεφαλής του γιγαντιαίου επικείμενου πρότζεκτ Pindus Trail στα πλαίσια του οποίου προετοιμάζεται η μελέτη και κατασκευή ενός ενιαίου μονοπατιού 600+ χλμ υψηλών προδιαγραφών που θα ξεκινά από τους Δελφούς και θα καταλήγει στις Πρέσπες.

Εμπνευσμένος από παλαιότερη χάραξη διαδρομής και διάσχισης της Πίνδου “Τhe Pindos Way” (το Πέρασμα της Πίνδου) που ανέδειξε και περιέγραψε στο βιβλίο-οδηγό πεζοπορίας, ο Τιμ Σάλμον, ένας Άγγλος φιλέλληνας ερευνητής-συγγραφέας, φίλος και μέντοράς του- έχει βάλει σαν στόχο ζωής του να ανοίξει και να χαρτογραφήσει μαζί με την ομάδα εξειδικευμένων συνεργατών της Terra Pindus και τη συνδρομή πολλών εθελοντών και χορηγών ένα από τα μεγαλύτερα εθνικά μονοπάτια της Ευρώπης, ικανοποιώντας έτσι και την διεθνή πεζοπορική τάση, που βρίσκει έδαφος και στην χώρα μας και αρέσκεται στην διάσχιση μεγάλων, καλαίσθητων ορεινών περιοχών όπως είναι η οροσειρά της Πίνδου, ακολουθώντας ένα μονοπάτι πολιτισμού που θα μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο και θα ενισχύει το ηθικό των ντόπιων κατοίκων και την τοπική οικονομία. Αρκεί να σκεφθεί κανείς την επισκεψιμότητα που μπορούν να προσελκύσουν αυτά τα μονοπάτια- είπαμε ότι υπάρχει μια ολόκληρη τάση γύρω από τον πεζοπορικό τουρισμό- και εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει ότι μπορούν να αναστήσουν απομακρυσμένες περιοχές όπως αυτές της Πίνδου.

Η λίμνη από το καταφύγιο και στο βάθος το Περιστέρι

«Κάθε χρόνο, δεκάδες χιλιάδες περιπατητές διασχίζουν τα μονοπάτια των γαλλικών Πυρηναίων, των Άλπεων ή της Κορσικής. Οι διαδρομές αυτές μάλιστα είναι διάσημες σε όλο τον κόσμο. Η χώρα μας απαρτίζεται κυρίως από ορεινές περιοχές, περίπου το 75% της συνολικής έκτασης είναι βουνά. Γιατί λοιπόν να μην φτιάξουμε τη δική μας διαδρομή μέσα από τα βουνά και να βοηθήσουμε ουσιαστικά τους λίγους ορεινούς οικισμούς που έχουν μείνει ζωντανοί να επιβιώσουν με τον πιο αειφορικό τρόπο;» αναρωτιέται ο κ. Τσιμπανάκος.

Ήδη κάποιοι πεζοπόροι έχουν ξεκινήσει να χρησιμοποιούν το μονοπάτι του οποίου τα πρώτα 100 χιλιόμετρα, έπειτα από συντονισμένες προσπάθειες καθαρισμού και διαμόρφωσης είναι πλέον προσπελάσιμα. Ξεκινώντας με τα πόδια από το Μέτσοβο και με πορεία βόρεια προς τα όρια του δρυμού της Βάλια Κάλντα κανείς μπορεί να κινηθεί πεζοπορικά στο ανάπτυγμα του ενιαίου μονοπατιού, που περνά από τη γραφική Βοβούσα, τη Βάλια Στάθη και το Δίστρατο, την ξακουστή Σαμαρίνα και τέλος την ψηλή ράχη του Σμόλικα για να τερματίσει για την ώρα στα νότια του βουνού στα χωριά της Λάκκας Άωου, Πάδες & Παλιοσέλι ή Β.Δ. στο χωριό Αγία Παρασκευή (Κεράσοβο).

Ίχνος αρκούδας.

Η ενιαία διαδρομή που συνδέει σημαντικά βλαχοχώρια της Ηπείρου και της Δυτ. Μακεδονίας, προτείνεται σε πενθήμερη δράση, είναι στο μεγαλύτερο ανάπτυγμα της φρεσκοσυντηρημένη και διαθέτει σχετική σήμανση, αλλού παλιά κι αλλού ανανεωμένη (σύντομα θα ανανεωθούν και τα τμήματα που εκρεμμούν) για να κινηθεί κανείς με σαφήνεια, άνεση και ασφάλεια. Όποιοι το έχουν τολμήσει περιγράφουν την απίστευτη εμπειρία που έζησαν περνώντας μέσα από τις υπέροχες, παρθένες δασικές εκτάσεις, σπάνιες εναλλαγές, τον ίσκιο και τα τρεχούμενα νερά.

Στο πέρασμα από το δαιδαλώδες αυτό ορεινό διαμέρισμα της χώρας, δε μπορείς παρά να στέκεις κάθε τόσο για να θαυμάζεις τα μοναδικά τοπία ανυπολόγιστης αισθητικής και περιβαλλοντικής αξίας, από όπου κι αν σου δοθεί η ευκαιρία, όπως τις αλπικές λίμνες και τα πανέμορφα βουνά που τις φιλοξενούν, που σε καλούν να έρθεις πιο κοντά με τη θελκτικότητα τους. Η κύρια διαδρομή στην 4η ενότητα (βόρεια Πίνδος) της χάραξης του “Μονοπατιού της Πίνδου”- Pindus Trail 600km έχει την δική της θεματική ενότητα: Περνάει από ξακουστά χωριά των Βλάχων τα οποία κατά το παρελθόν επικοινωνούσαν και συνέβαλαν σημαντικά στην επιβίωση και διάδοση της κουλτούρας της φυλής στην ευρύτερη περιοχή και είναι μια διαδρομή στην οποία ο πεζοπόρος περπατάει διαδοχικά από χωριό σε χωριό, ενώ το δίκτυο εξελίσσεται διαρκώς με σκοπό να πλέξει έναν ανεξάντλητο πεζοπορικό ιστό εντάσσοντας και τα γύρω χωριά-οικισμούς.

Ζητήσαμε από τον κ. Τσιμπανάκο να μας διηγηθεί αυτή την υπέροχη «βόλτα»:

«Αν και η σήμανση της διαδρομής είναι αμφίδρομη, τα μονοπάτια της διαδρομής μας προτείνονται ως μονοπάτια «διασχίσεων» και καλό είναι στο τέλος της διαδρομής να μας περιμένει ένα αμάξι που θα μας γυρίσει πίσω στην αφετηρία μας. Υπάρχει αυτή η δυνατότητα φυσικά και καλό είναι να το συνεννοηθούμε πριν ξεκινήσουμε την πορεία μας. Ως αφετηρία για την ώρα προτείνεται το Μέτσοβο, το οποίο είναι ένα κομβικό σημείο, πλήρως οργανωμένο, όπου κανείς μπορεί να βρει τα πάντα αλλά και να αφήσει το όχημά του με ασφάλεια. Από το χωριό του Μετσόβου μπορείς να προμηθευτείς προϊόντα που θα χρησιμοποιήσεις στη διαδρομή όπως φρούτα, ξηρούς καρπούς ή κάποια σνακ για το πρόγευμά σου, ακόμα και πεζοπορικό εξοπλισμό.

Η λίμνη από την κορυφή Φλέγγα.

Από εκεί λοιπόν μπορεί να ξεκινήσει κανείς το 1ο προτεινόμενο ημερήσιο πεζοπορικό τμήμα και να κινηθεί βόρεια προς τα όρια του δρυμού της Βάλια Κάλντα περνώντας από πυκνά δάση ελάτης και οξιάς μέχρι να φτάσει στην ψηλότερη (τεχνητή) λίμνη της χώρας και τα βοσκοτόπια που στολίζουν την μεγάλη υποαλπική κοιλάδα που σχηματίζεται κάτω από το Μαυροβούνι. Στον 1ο ημερήσιο σταθμό, που στην ουσία σε φέρνει μέσα στον δρυμό, εκκρεμεί το κομμάτι της οργανωμένης διαμονής διότι παρότι υπάρχει υφιστάμενη υποδομή, το καταφύγιο του Μαυροβουνίου, ψηλά στα 1836μ (λίγο πριν την κορυφή Φλέγγα) για την ώρα παραμένει κλειστό.

Ωστόσο, το καταφύγιο συντηρείται από τον Αθλητικό Όμιλο Μετσόβου και υπάρχει η δυνατότητα να ζητήσει κανείς τα κλειδιά από τον αρμόδιο τοπικό φορέα για να βρει καταφύγιο και κρεβάτι σε αυτή την προνομιούχα τοποθεσία με την υπέροχη θέα στο υπόλοιπο, νότιο ανάπτυγμα της οροσειράς της Πίνδου και τα γύρω βουνά. Αυτή η πρώτη απόσταση που πρέπει να διανύσει κανείς είναι γύρω στα 15 χιλιόμετρα και στην ουσία μεταφέρει τον περιηγητή από το Μέτσοβο που βρίσκεται χτισμένο σε υψόμετρο 1160 μέτρων, ψηλά στα όρη του Λύγκου (Μαυροβούνι) και την απερίγραπτης ομορφιάς δασωμένη κοιλάδα των βλάχων, Βάλια Κάλντα (που στα βλάχικα σημαίνει ζεστή κοιλάδα). Οι κάπως πιο μυημένοι πεζοπόροι πολλές φορές επιλέγουν να κατασκηνώσουν στην περιοχή σε αυτό τον πρώτο σταθμό της διαδρομής. Το βουνό έχει αρκετές πηγές με καθαρό πόσιμο νερό και αυτό βοηθάει πολύ.

Η βόρεια Πίνδος έχει διαφορετική μορφολογία, χλωρίδα και πανίδα από την κεντρική και νότια Πίνδο. Εδώ συναντούμε γεωλογικές διαφορές και άλλη βλάστηση. Επικρατούν κυρίως η πεύκη, η οξιά, η βελανιδιά, ο σφένδαμος, θάμνοι και καρποφόρα δέντρα, καθώς κινούμαστε στα υποαλπικά πεδία, δηλαδή σε υψόμετρο 1200-2100 μέτρων. Η διαδρομές για τα υψίπεδα των βουνών είναι πιο βατές, οι κλήσεις είναι πιο ήπιες, υπάρχουν σκιερά περάσματα και αμέτρητες πηγές.

Το μεγάλο προνόμιο της διαδρομής είναι ότι βρίσκουμε άφθονο νερό όλο τον χρόνο κι αυτό είναι μεγάλη υπόθεση διότι σημαίνει ότι δεν θα χρειαστεί να αποθηκεύσουμε μεγάλες ποσότητες. Ένα μπουκάλι ή θερμός το οποίο θα ξαναγεμίζουμε με δροσερό και πεντακάθαρο νερό είναι αρκετό.

Στο μονοπάτι που περνά πάνω από τις βάθρες με προορισμό τη Βοβούσα.

Το Μαυροβούνι είναι ένα πολύ όμορφο βουνό, με ιδιαίτερα πετρώματα, μικρές παγετωνικές λεκάνες, χωρίς πυκνή βλάστηση στα οροπέδιά όπου κινείται η διαδρομή. Από την κορυφή του διακρίνονται καθαρά μεγάλες ημιορεινές εκτάσεις και βουνοκορφές της Ηπείρου, της Δυτ. Μακεδονίας αλλά και της Θεσσαλίας. Στα υψώματα του Μαυροβουνίου, αλλά και του Σμόλικα βορειότερα συναντούμε την λευκόδερμη πεύκη ή ρόμπολο ή αλλιώς Πεύκη του Χελδράιχ, όπως είναι η τοπική ονομασία του αειθαλούς δέντρου που μπορεί να φτάσει σε ύψος και τα 40 μέτρα, έχει σταχτίλευκο φλοιό και οι βελόνες του σχηματίζουν τούφες στις άκρες των κλαδιών του.

Σε αυτό το 1ο ημερήσιο τμήμα της διαδρομής μπορεί να μην συναντούμε πλήθος πεζοπόρων γιατί ακόμα δεν είναι αρκετά διαδεδομένη ως γραμμή διάσχισης, αλλά ίσως, όσο κι αν ακούγεται αλλόκοτο, μπορεί να συναντήσουμε δρομείς οι οποίοι αυτή την εποχή κάνουν την προπόνησή τους εκεί.

Η διαδρομή 15χλμ Μέτσοβο – Καταφύγιο Μαυροβουνίου παρέμενε αδιάφορη για τον κόσμο ωστόσο αξιοποιήθηκε στα πλαίσια της υλοποίησης ενός ετήσιου αγώνα ορεινού τρεξίματος μεγάλου αναπτύγματος που γίνεται στο Μέτσοβο. Ο αγώνας των 100χλμ σηματοδοτήθηκε από τον Α.Ο.Μετσόβου, ώστε να κάνει έναν κύκλο, στη Βάλια Κάλντα ονομάστηκε Ultra Ursa Trail ( σ.σ. ursa είναι η αρκούδα στα βλάχικα) και λαμβάνει χώρα στις αρχές του Σεπτέμβρη με αφετηρία και τερματισμό στο Μέτσοβο. Παράλληλα επιλέχθηκε από την Περιφέρεια Ηπείρου ως μέρος της προτεινόμενης γραμμής διάσχισης της ευρύτερης περιοχής που κινείται κατά κύριο λόγο στα όρια του νομού Ιωαννίνων και βρίσκεται σε εξέλιξη.

Μεγάλο τμήμα του συνόλου της πενθήμερης προτεινόμενης διαδρομής, επιλέχθηκε στο παρελθόν και σηματοδοτήθηκε για το πέρασμα του Ε6, ένα παλιό, διεθνές μονοπάτι που είχε χαραχτεί πριν από δεκαετίες να διατρέχει την Ελλάδα από δύση προς ανατολή (από Ηγουμενίτσα ως Σαμοθράκη) και εντάσσεται μέσα σε ένα δίκτυο πανευρωπαϊκών μονοπατιών.

Την δεύτερη μέρα, εισερχόμαστε στη Βάλια Κάλντα, ανηφορίζοντας από το καταφύγιο του Μαυροβουνίου, στην κορυφή Φλέγγα, που βρίσκεται στα 2,156 μέτρα υψόμετρο, η οποία είναι μια εύκολη και βατή κορυφή που μπορεί να ανέβει ο κάθε πεζοπόρος που διαθέτει την φυσική κατάσταση χωρίς κανένα κίνδυνο. Φτάνοντας ψηλά, αξίζει οπωσδήποτε μια στάση για να θαυμάσουμε την πανοραμική θέα. Από κει διακρίνουμε καθαρά το Περιστέρι, τα Τζουμέρκα την Τύμφη (Ζαγόρι), τον Σμόλικα και την κοιλάδα της Βάλια Κάλντα από ψηλά ενώ από κάτω ακριβώς βρίσκονται και οι Δίδυμες λίμνες της Φλέγγας οι οποίες θεωρούνται και το hot spot της περιοχής. Πρόκειται για ένα τοπίο μοναδικής ομορφιάς που πραγματικά σε ξαφνιάζει ευχάριστα και σε προϊδεάζει για την συνέχεια.

είς πρέπει να γνωρίζει ότι όταν κάνει πεζοπορικό τουρισμό ο στόχος του είναι να περπατά από το πρωί μέχρι νωρίς το απόγευμα, κάνοντας φυσικά τις απαραίτητες στάσεις κάθε τόσο για κολατσιό, για να κολυμπήσει μέσα σε κάποιο ποτάμι που θα συναντήσει ή απλά για να χαζέψει το τοπίο. Η διαδρομή αυτή πάντως είναι άκρως θεαματική σε όλο της το ανάπτυγμα.

Πάντως είναι απορίας άξιο πως δεν φρόντισε η ίδια η πολιτεία να αναδείξει αυτές τις διαδρομές, να τις αξιοποιήσει και να εντάξει το μεγαλύτερο εμβαδό της χώρας μας που είναι ορεινός όγκος μέσα στο πλαίσιο ενός αειφόρου μοντέλου ανάδειξης και αξιοποίησης. Έχουμε υπέροχα βουνά, αντίστοιχης ομορφιάς με αυτής των Άλπεων που όλοι γνωρίζουν ως πόλο έλξης για τουρίστες απ όλο τον κόσμο. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως η Πίνδος γεωλογικά είναι η νότια απόληξη των Άλπεων, συνεπώς η μορφολογία είναι όμοια, μόνο που τα δικά μας τα βουνά έχουν χαμηλότερα υψόμετρα γεγονός που τα κάνει και πιο προσιτά. Επίσης, στα βουνά της Πίνδου μπορούμε να έχουμε μεγαλύτερη πεζοπορική σεζόν διότι δεν έχουμε χιονοκάλυψη όλο το χρόνο στα διάσελα (ψηλά περάσματα) όπως έχουν για παράδειγμα οι Άλπεις ακόμα και το καλοκαίρι.

Πίσω στις Δρακόλιμνες της Φλέγγας θα δούμε και μια μεγάλη κοινότητα από τρίτωνες, αυτά τα προϊστορικά ζώα, που είναι αμφίβια ερπετά, πολύ μικρά σε μέγεθος ( 5-6 εκατοστά). Μοιάζουν με σαύρες και τα συναντάμε σε διάφορους υδάτινους κόσμους στις υποαλπικές ζώνες και στα αλπικά πεδία. Γι αυτό και οι λίμνες λέγονται έτσι, γιατί μοιάζουν με μικροσκοπικά «δρακάκια».

Υπάρχει περίπτωση να συναντηθεί κανείς και άλλα άγρια ζώα μέσα στον δρυμό καθώς εδώ είναι ένας από τους σημαντικούς βιότοπους της καφέ αρκούδας, όμως υπάρχουν και ζαρκάδια, αγριογούρουνα, αγριόγιδα και φήμες θέλουν να υπάρχει και ο λύγκας ένα δασόβιο είδος, ένα αιλουροειδές, που λόγω της ιδιαίτερης οικολογίας και συμπεριφοράς του, έχει λάβει συχνά μυθικές διαστάσεις στην φαντασία του λαού, καθώς είναι γνωστό σαν ένα άγριο και οξυδερκές ζώο που ελάχιστοι είχαν την ευκαιρία να συναντηθούν μαζί του.

Σε περίπτωση που συναντήσει ο άνθρωπος ένα από τα παραπάνω ζώα έχω την πεποίθηση ότι δεν θα κινδυνέψει η ζωή του. Εγώ έχω συναντήσει πάρα πολλές φορές αρκούδα στη ζωή μου. Μάλιστα μια από τις τελευταίες φορές βρεθήκαμε πολύ κοντά, σε απόσταση τεσσάρων μέτρων. Σηκώθηκε μπροστά μου όρθια, με κοίταξε και έφυγε. Είναι ένα ζώο που θέλει την ησυχία του. Έχει πάρα πολύ δυνατή όσφρηση και μας μυρίζει από πολύ μακριά. Δεν θέλει να συναντηθεί μαζί μας. Εμείς έχουμε πάρα πολλή τοξίνη στο σώμα μας για να μας προτιμήσει σαν «γεύμα» η αρκούδα.

Ασχολείται περισσότερο με τα φρούτα και τα πρόβατα των κτηνοτρόφων και αυτοί έχουν το πρόβλημα. Αυτές οι φήμες που θέλουν την αρκούδα να προστατεύει τα παιδιά της και να γίνεται επιθετική είναι ατεκμηρίωτες διότι ακόμα και με τα παιδιά της να είναι η αρκούδα θα θελήσει και πάλι να αποφύγει τον άνθρωπο. Προσωπικά μου έχει τύχει δύο φορές συνάντηση με μητέρα και μωρά και αλλάξανε πορεία δις. Αν παρ’ όλ’ αυτά κανείς έχει μια τέτοια συνάντηση το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να παραμείνει ψύχραιμος και αν μπορεί να έχει το δάκτυλο στη φωτογραφική του μηχανή για να απαθανατίσει την στιγμή.

Υπάρχει μια δεισιδαιμονία και φήμες που λένε ότι στα βουνά της Πίνδου μπορεί κανείς να κινδυνέψει από τα άγρια ζώα. Όμως αν κοιτάξουμε τα υπαρκτά κρούσματα θα δούμε ότι έχουν καταγραφεί μεμονωμένα περιστατικά που αφορούν σε κυνηγούς οι οποίοι στριμώχνουν το ζώο σε θαμνώδεις περιοχές και στη προσπάθειά του το ζώο να διαφύγει μπορεί να τραυματίσει τον άνθρωπο. Οι καφέ αρκούδες που ζουν στη χώρα μας δεν είναι επιθετικές όπως οι Γκρίζλι στη Βόρεια Αμερική.

Πάντως επειδή οι αρκούδες συχνάζουν εκεί που βρίσκονται και οι κτηνοτρόφοι και επειδή το πέρασμα της Βάλια Κάλντα έχει γίνει πολυσύχναστο εδώ και αρκετά χρόνια, η αρκούδα έχει απομακρυνθεί από την περιοχή και κινείται σε πιο απομονωμένα σημεία με αποτέλεσμα ελάχιστοι να έχουν συνάντηση μαζί της, έστω κι από μακριά, μέσα στη διαδρομή αυτή.

Οι δίδυμες αλπικές λίμνες στα 1950μ., πάνω από τον πυρήνα του δρυμού.

Από την άλλη πρέπει να πω ότι είχα πολλές φορές την ευκαιρία να θαυμάσω ζαρκάδια να πηδάνε μπροστά μου ή οικογένειες αγριογούρουνων να περνάνε τρέχοντας γιατί κι αυτά φοβούνται τον άνθρωπο. Κοντολογίς, ως έμπειρος πεζοπόρος, θεωρώ ότι είναι μια σχετικά ασφαλής διαδρομή για να κάνει κάποιος πεζοπορία.

Στα ποτάμια παρατηρείται η πέστροφα και άλλα ψάρια και γαρίδες, εκλεκτός μεζές για τις λιγοστές βίδρες που επανήλθαν στο Αρκουδόρεμα της Βάλια Κάλντα. Η βίδρα κιόλας είναι δείκτης καθαρότητας των νερών των ποταμιών. Ειδικά ο Αωός που είναι και ο κυρίαρχος ποταμός που περνάει μέσα από τη διαδρομή μας στην βόρεια Πίνδο σημειώνεται από τους επιστήμονες ως το δεύτερο πιο καθαρό ποτάμι της ευρύτερης περιοχής με τα πρωτεία να πηγαίνουν στον Σαραντάπορο αρκετά βορειότερα.

Στην Βάλια Κάλντα δεν μπορεί να μείνει κανείς. Είναι εθνικός δρυμός και πρέπει να παραμείνει όσο πιο ανέγγιχτος γίνεται. Υπάρχουν ταμπέλες που απαγορεύουν κάποιες δραστηριότητες, όπως το να ανάψεις φωτιά, να κατασκηνώσεις, να κυνηγήσεις, κόψεις ξύλα κλπ. Όμως επειδή δεν υπάρχει κρατικός μηχανισμός που να τα διαφυλάσσει όλα αυτά με συχνή παρουσία θα πρέπει να είναι οι ίδιοι οι επισκέπτες ενσυνείδητοι και σε γενικές γραμμές είναι, θα έλεγα.

Κατεβαίνοντας τώρα από τις λίμνες Φλέγγα προς τα μέσα, προς τον πυρήνα της Βάλια Κάλντα, στο βάθος της κοιλάδας της, βρίσκεται το Αρκουδόρεμα.

Ο επόμενός μας σταθμός είναι η Βοβούσα η οποία βρίσκεται βορειότερα από το Μαυροβούνι. Είναι ένα πανέμορφο χωριό, που τέμνει ο Άωος, και έχει μες την πλατεία του ένα όμορφο, τοξωτό πέτρινο γεφύρι. Τελευταία έχει αρκετή κινητικότητα τα καλοκαίρια ( περνάει και ο αγώνας δρόμου που λέγαμε πιο πριν). Είναι ένα από τα λίγα μέρη στη περιοχή που μπορείς να βρεις διαμονή και να το έχεις ως ορμητήριο για πεζοπορήσεις μέσα στον δρυμό της Βάλια Κάντα. Μπορείς είτε να κατασκηνώσεις σε οργανωμένα σημεία όπως είναι το καταφύγιο αλλά μπορεί κανείς να μείνει και σε ξενώνες διαφόρων κλάσεων που υπάρχουν μέσα στο χωριό. Υπάρχουν και ωραίες ταβέρνες για να φάει κανείς και είναι ένα πολύ ευχάριστο μέρος για να παραμείνεις.

Για να φτάσουμε στην Βοβούσα ακολουθούμε παραποτάμιες διαδρομές μέσα από την Βάλια Κάλντα, δηλαδή ακολουθούμε παραποτάμια διαδρομή όλο το Αρκουδόρεμα που είναι ένα άγριας ομορφιάς ποτάμι και χρειάζεται να το περάσουμε 3 φορές αλλάζοντας όχθη. Όμως ειδικά τώρα το καλοκαίρι, που η στάθμη του νερού είναι πολύ χαμηλή, είναι ιδανική εποχή γιατί πατάμε από πέτρα σε πέτρα και περνάμε απέναντι με σχετική ασφάλεια. Έπειτα, το Αρκουδόρεμα συναντά τον Αωό μέσα στον οποίο χύνεται και ακολουθούμε την όχθη του που θα μας φέρει σταδιακά στην Βοβούσα.

Το γεφύρι στην πλατεία της Βοβούσας.

Αυτή είναι άλλη μια εξαιρετική και σκιερή διαδρομή που περνάει μέσα από δάσος πεύκης. Το δάσος είναι γεμάτο με συστάδες μαύρης, κόκκινης αλλά και κοινής πεύκης, συναντάμε όμως και σφενδάμια, οξιές, οστριές, πυξάρια ενώ παράλληλα κυριαρχεί το υδάτινο στοιχείο. Αυτά τα δύο, ίσκιος και νερό, κάνουν την πεζοπορία πολύ ευχάριστη, προσιτή και ασφαλή. Βέβαια, έχει μεγαλύτερο χιλιομετρικό ανάπτυγμα από την προηγούμενη μέρα. Δηλαδή από το καταφύγιο του Μαυροβουνίου μέχρι την Βοβούσα θα πρέπει κανείς να περπατήσεις 24-25 χιλιόμετρα. Όμως πρόκειται για σχεδόν καθοδική διαδρομή μια και από τα 1836μ υψόμετρο, που βρίσκεται το καταφύγιο του Μαυροβουνίου, ανηφορίζουμε ελαφρώς για την κορυφή στα 2156μ για να βρεθούμε στο χωριό της Βοβούσας που βρίσκεται στα 1000 μ υψόμετρο. Επιπλέον έχει και αρκετές επίπεδες διαδρομές- αυτές που πάνε παράλληλα με το ποτάμι- που είναι και οι πιο εύκολες.

Όταν πεζοπορείς καλό είναι να ξυπνάς με το πρώτο φως της μέρας και να ξεκινάς να ετοιμάζεσαι για το περπάτημα. Τώρα βέβαια που είναι καλοκαίρι και οι μέρες είναι μεγάλες, αν ξεκινήσεις γύρω στις 8-8.30 είναι μια χαρά και πάλι θα φτάσεις στο χωριό με το φως. Όλες αυτές οι ώρες εξυπακούεται ότι συμπεριλαμβάνουν και αρκετές στάσεις γιατί στη διαδρομή θα συναντήσεις βάθρες όπου θα θελήσεις να κολυμπήσεις για να δροσιστείς ή τοπία που θα σε σαγηνέψουν και απαραίτητα θα κοντοσταθείς. Επίσης, έχει πολύ ωραία σημεία με υπέροχη θέα και άγριο τοπίο και θελήσεις να καθίσεις για να κολατσίσεις. Είναι μια διαδρομή που δεν σε αφήνει αδιάφορο γιατί την αισθάνεσαι. Δεν περπατάς μόνο αλλά γεμίζει το βλέμμα σου με υπέροχες εικόνες. Είναι μια διαδρομή με φοβερή ενέργεια που την επισκέπτονται λογιών άνθρωποι εδώ και πολλά χρόνια.

Οι βάθρες και μικροί καταρράκτες, ιδανική στάση για κολύμπι τους θερινούς μήνες.

Επιπλέον, είναι μια διαδρομή που αποτέλεσε ένα πέρασμα διαβίωσης των Βλάχων της περιοχής που επικοινωνούσαν μέσα από αυτήν από χωριό σε χωριό. Δεν είναι μια πορεία που δημιουργήθηκε για πεζοπορία αναψυχής αλλά μια διαδρομή που υπήρχε.

Μέσα στη Βάλια Κάλντα παλιά υπήρχαν νεροπρίονα όπου γινόταν υλοτόμηση, ζούσαν ολόκληρες οικογένειες από αυτή την δραστηριότητα. Επίσης, υπήρχαν καρβουνιάρικα, διάφορες υπαίθριες τέχνες που επιβίωναν παράλληλα με την κτηνοτροφία και υπήρχε και κίνηση μέσα στην περιοχή. Παλιά υπήρχαν ακόμα και καλύβια μέσα στα οποία ζούσαν άνθρωποι.

Τώρα πιά όλη αυτή η περιοχή είναι όσο πιο απομονωμένη μπορεί να φανταστεί κανείς. Δεν υπάρχουν άνθρωποι παρά μόνο επισκέπτες. Μέσα σε αυτό το μονοπάτι που προτείνουμε και που προσπαθούμε να συντηρήσουμε, οι ντόπιοι μας λένε ότι παλιά κάθε δεκαπέντε λεπτά έλεγες μια καλημέρα κάποτε, συναντούσες κάποιον να πηγαίνει κάπου. Έναν βοσκό, αγωγιάτες, μια γυναίκα που πήγαινε να πλύνει στο ποτάμι, κατοίκους των χωριών που πήγαιναν προς το Μέτσοβο, που ήταν πάντα εμπορικός κόμβος, για να πουλήσουν ή να ανταλλάξουν τα προϊόντα τους.

Στο μονοπάτι για τη Βάλια Στάθη.

Η Βοβούσα είναι ένα χωριό στο οποίο τον χειμώνα μένουν περίπου 30 άνθρωποι. Το καλοκαίρι είναι που αποκτά και πάλι ζωή, έρχονται επισκέπτες και γεμίζουν οι ταβέρνες του χωριού που σερβίρουν πίτες, ψητά κρέατα της περιοχής, δικά τους τυριά, όπως γαλοτύρι και φέτα αλλά και πέστροφα μια και υπάρχουν καλλιέργειες πέστροφας στα ποτάμια της περιοχής.

Την επόμενη μέρα (3η) αφού έχουμε κοιμηθεί στη Βοβούσα ξεκινάμε να πάμε ακόμα πιο βόρεια, συνεχίζοντας την πεζοπορία προς το Δίστρατο μέσα από μια εξαιρετική διαδρομή που περνάει μέσα από κάποιες πολύ απομονωμένες τοποθεσίες οι οποίες μέχρι πρότινος αγνοούνταν παντελώς. Παρότι είναι μια διαδρομή που περνάει το Ε6 ωστόσο δεν έχει χαρτογραφηθεί, δεν υπήρχε δηλαδή καν στους πεζοπορικούς χάρτες. Η απόσταση που θα πρέπει να καλύψουμε μέχρι τον επόμενο ημερήσιο σταθμό είναι γύρω στα 16 χιλιόμετρα που μπορούν να καλυφθούν σε 6-7 ώρες πεζοπορίας.

Μια βατή και όμορφη διαδρομή που επίσης κινείται παράλληλα με τον Αωό στο μεγαλύτερο ανάπτυγμά της και με θέα στην κοιλάδα του Αωού- ή αλλιώς την Λάκκα του Αωού όπως την ονομάζουν οι ντόπιοι- που είναι πολύ εντυπωσιακή και οδηγεί σε ένα άλλοτε ζωντανό από ανθρώπους τόπο, μακριά από τα πάντα που λέγεται Βάλια Στάθη, ένα πραγματικά πλούσιο οικοσύστημα με ρέματα, πηγές και λογής-λογής δέντρα.

Όταν είσαι εκεί μέσα αισθάνεσαι ότι είσαι μόνος σου σε αυτό τον κόσμο μια αίσθηση που πολλοί πεζοπόροι αποζητούν και συνήθως για να συναντήσουν τέτοιες περιοχές περπατούν δεκάδες χιλιόμετρα. Για να βρουν αυτή την αίσθηση του απόλυτου τοπίου της φύσης και της αρμονίας της. Οι ρομαντικοί της πεζοπορίας δεν προτιμούν τις πολυσύχναστες διαδρομές γι αυτό και η Ελλάδα έχει μεγάλες πιθανότητες να αναπτυχθεί πεζοπορικά αν δημιουργήσουμε μια καλή υποδομή. Κι αυτό γιατί τα βουνά μας δεν είναι εμπορικά, τουλάχιστον όχι ακόμη. Η φύση εκεί είναι ακόμα παρθένα και επίσης υπάρχει έντονο το στοιχείο της παράδοσης, υπάρχει ζώσα ιστορία.

Θα δεις ακόμα τον παπά της εκκλησίας να περπατά στα σοκάκια του χωριού, μια γιαγιά να είναι φορτωμένη με κλαριά και να περπατά παρέα με τις γίδες της ή τον βοσκό να οδηγεί το κοπάδι του. Και μπορεί για εμάς τους Έλληνες αυτές να είναι εικόνες που αποτελούν κομμάτι της γραφικότητας αλλά για τους ξένους επισκέπτες είναι μοναδικές. ‘Αλλωστε πάντα δεν εντυπωσιάζει η κουλτούρα των ανθρώπων και η απλότητά τους ακόμα και οι δυσκολίες που περνάνε για την απλή επιβίωσή τους! Εκεί βλέπεις και πάλι ανθρώπους που διατηρούν αξίες τις οποίες, οι άνθρωποι της πόλης έχουν ξεχάσει μέσα στον δυτικό και τοξικό τρόπο ζωής τους.

Μαυρόπευκο γίγαντας σε ξέφωτο λιβάδι πριν το Σαμαρινιώτικο ποτάμι.

Οι ξένοι πεζοπόροι, επειδή έχουν περισσότερο αφομοιωμένη στην κουλτούρα τους την πεζοπορία, ψάχνουν και θέλουν να βρίσκουν μεγάλες πεζοπορικές διαδρομές. Η καλή χαρτογράφηση και οι πεζοπορικές εφαρμογές είναι το εισιτήριο για να μπει κανείς στα βουνά. Σου εξασφαλίζουν μια θέση στο βουνό, σου δίνουν την δυνατότητα να μπορείς να κινηθείς με ασφάλεια και να χαρείς τη πεζοπορία χωρίς να δοκιμάζεσαι ιδιαίτερα ή να προβληματίζεσαι. Διότι αν δεν υπάρχει καλή σήμανση σε μια διαδρομή και δεν υπάρχει σαφήνεια σε αυτή, ένας πεζοπόρος μπορεί να κάνει λάθη, να ταλαιπωρηθεί ακόμα και να κινδυνέψει.

Πίσω στη διαδρομή μας τώρα, η χλωρίδα αλλάζει σε αυτή τη περιοχή μια και συναντάμε περισσότερα καρποφόρα δέντρα. Αυτό υπόψιν ότι κάνει και εντονότερη την παρουσία από τα ίχνη της αρκούδας. Αλλά είπαμε, δεν υπάρχει λόγος πανικού. Υπάρχουν άγριες μηλιές, αχλαδιές, κορομηλιές, κερασιές, κράνα, σμέουρα, βατόμουρα και πάρα πολλές άγριες φράουλες (στο τέλος της άνοιξης μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού) στη διαδρομή. Τώρα που είμαστε στα μέσα του Αυγούστου τα κορόμηλα, τα άγρια αχλάδια και τα άγρια μήλα έχουν την τιμητική τους. Μπορούμε λοιπόν να περπατάμε και να κόβουμε για να φάμε μερικούς καρπούς μέσα από την Βάλια Στάθη.

Μάλιστα λέγεται ότι το παλιό χωριό του Δίστρατου ήταν μέσα στην Βάλια Στάθη γιατί ήταν πιο απομονωμένα εκεί κι έτσι ήταν πιο προστατευμένο το μέρος από επιδρομείς. Βέβαια δεν υπάρχουν ίχνη από ερείπια κάποιου οικισμού εκεί μέσα κι αυτή η πληροφορία έρχεται μόνο από μαρτυρίες των ντόπιων. Το παλιό βλάχικο όνομα του χωριού πάντως είναι Μπριάζα ή Βριάζα.

Μέσα σε αυτή τη διαδρομή συμβαίνει και το εξής: Μεταξύ Βοβούσας και Διστράτου περνάμε τα όρια της Ηπείρου και μπαίνουμε για λίγο στη Δυτ. Μακεδονία και στον Νομό των Γρεβενών. Το ίδιο συμβαίνει και από το Δίστρατο προς τη Σαμαρίνα μια και η Σαμαρίνα είναι κι αυτή ένα χωριό της Δυτ. Μακεδονίας. Κι εδώ έχουμε ένα απτό παράδειγμα του πως συνδέονται περιφέρειες και νομοί μέσα από μια πεζοπορική διάσχιση και είναι το βασικό στοιχείο πάνω στο οποίο έχει βασιστεί η ιδέα της δημιουργίας ενός πεζοπορικού δικτύου που θα ενώνει όλα αυτά τα χωριά αλλά και πόλεις της περιοχής.

Το Δίστρατο ενώ είναι πολύ απομακρυσμένο χωριό ωστόσο έχει περισσότερους μόνιμους κατοίκους, περί τους 170 ανθρώπους, οι οποίοι έχουν ένα παλιό σύστημα επιβίωσης – δεν έχουν ασχοληθεί τόσο πολύ με την αξιοποίηση του τουρισμού- διατηρώντας τα παλιά επαγγέλματα. Ζουν από την υλοτομία, την κτηνοτροφία, τις ιχθυοκαλλιέργειες και τις χειρωνακτικές εργασίες μια και γίνεται μια σχετική ανοικοδόμηση στην περιοχή. Κάποιοι επίσης δουλεύουν στα γύρω εργοστάσια όπως αυτό της εμφιάλωσης νερού της Σαμαρίνας ή στον μικρό υδροηλεκτρικό σταθμό που υπάρχει λίγο πιο κάτω. Θα λέγαμε ότι οι άνθρωποι εδώ διατηρούν παλαιές αξίες και συντηρούνται με αυτόν τον αρχέτυπο τρόπο.

Για κάποια χρόνια είχαν το χιονοδρομικό κέντρο της Βασιλίτσας που τους έφερνε κόσμο τον χειμώνα όμως τώρα πλέον που η χιονοδρομία έχει δεχθεί μεγάλο πλήγμα έχει πέσει πολύ η επισκεψιμότητα στην περιοχή.

Περνώντας το Σαμαρινιώτικο ποτάμι.

Από το Δίστρατο ξεκινά 4η ημερήσια διαδρομή προς την Σαμαρίνα. Εδώ αφήνουμε πίσω μας τα καρποφόρα δέντρα και κινούμαστε στις πλαγιές της Γομάρας, ένα όμορφο και βατό βουνό που βρίσκεται δυτικά στο πλάι της Βασιλίτσας. Είναι μια άγρια και επίσης παρθένα διαδρομή που κινείται κατά κύριο λόγο μέσα σε δάση μαύρης πεύκης και ρόμπολου. Μεγάλα αιωνόβια δέντρα με χοντρούς κορμούς και σε εντυπωσιακούς σχηματισμούς μέσα σε υπέροχες πλαγιές με απίθανη θέα την οροσειρά του Σμόλικα. Από εδώ μπορείς να βλέπεις τις Μόσιες του Σμόλικα – έτσι λένε δυο ψηλές κορφές του βουνού- και την Βάλια Κίρνα της Σαμαρίνας που κάποιοι την λένε και Κοιλάδα του Διαβόλου ενώ κάποιοι άλλοι την λένε και κοιλάδα με τα πολλά και παγωμένα νερά. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα πολύ άγριο μέρος και τόπο κατοικίας άγριας ζωής. Έχει πολλά νερά από πηγές που πηγάζουν από τον Σμόλικα, συνεπώς πολύ έντονη υδρολογία με αποτέλεσμα να είναι δύσκολο, έως και επικίνδυνο, να κάνεις αυτή τη διαδρομή από φθινόπωρο μέχρι αργά την άνοιξη γιατί πρέπει να περάσεις από πολλά ορμητικά ρέματα. Τώρα το καλοκαίρι όμως τα πράγματα είναι πιο εύκολα.

Κάποια στιγμή η διαδρομή έτσι όπως κινείται στις πλαγιές της Γομάρας αρχίζει και κατηφορίζει και πέφτει μέσα στη στενή κοιλάδα που απορρέει το Σαμαρινιώτικο ποτάμι το οποίο και θα πρέπει να περάσουμε τέμνοντάς το, πράγμα επίσης εύκολο τώρα το καλοκαίρι. Όλα αυτά τα ρέματα θυμίζουν σαν τοπία πολύ τα Καναδέζικα ρέματα που έχουν άγρια ομορφιά και είναι κάτι ξεχωριστό για τα ελληνικά δεδομένα. Οι χρωματισμοί των πετρωμάτων έχουν αυτό το σκούρο καφέ χρώμα που σπάνια συναντάμε, τα δέντρα που στολίζουν τις κοίτες του ποταμού είναι καλοσχηματισμένα μαυρόπευκα και ολοκληρώνουν μια συναρπαστική εικόνα.

Περνώντας το Σαμαρινιώτκο ποτάμι αρχίζουμε να ανεβαίνουμε για το παλιό ξωκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος και το Βυζαντινό Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής που είναι έξω από την Σαμαρίνα. Αυτή η διαδρομή είναι επίσης 16 χιλιόμετρα και μπορεί να την ολοκληρωθεί μέσα σε περίπου έξι ώρες πεζοπορίας. Η διαδρομή αυτή είναι και σκιερή αλλά έχει και ξέφωτα σημεία με υπέροχη θέα, εναλλαγές που την κάνουν και πολύ ενδιαφέρουσα.

Από εκεί ακολουθούμε σύντομη πορεία στο δρόμο για το χωριό, διότι αυτή τη στιγμή δεν είναι ακόμα έτοιμο το μονοπάτι που θα μας πηγαίνει σε αυτό από τη Μονή. Φτάνοντας στην Σαμαρίνα βρισκόμαστε σε ένα από τα δύο ψηλότερα χωριά της χώρας σε υψόμετρο 1450 μ. Είναι ένα μεγάλο χωριό με δυνατή κτηνοτροφική και λαϊκή παράδοση που βρίσκεται χτισμένο στην Β.Α. απόληξη της οροσειράς του Σμόλικα.

Παλιότερα ήταν ένα μέρος πόλος έλξης για τουρίστες που έρχονταν για να γνωρίσουν τις παραδόσεις των Βλάχων, να μάθουν για τις ιστορίες και τους θρύλους που υπάρχουν γι αυτά τα βουνά και να πάρουν μέρος στα πανηγύρια τους. Μια πληροφορία που είναι πρωτοφανής είναι ότι λίγο έξω από την Σαμαρίνα έχουν εντοπιστεί ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την εποχή του Νεατερντάλ! Αρχέγονος τόπος με λίγα λόγια η Σαμαρίνα και πολύ προσοδοφόρος για τους κτηνοτρόφους γιατί έχει πολλά πλούσια λιβάδια.

Πέρασμα από τα ρόμπολα στα 2200μ.

Τον χειμώνα σαν πέσουν τα χιόνια στο χωριό η πρόσβαση είναι δύσκολη και μένουν λιγοστοί μυημένοι στις συνθήκες κάτοικοι, αλλά το καλοκαίρι οι ετεροδημότες παραθεριστές και οι επισκέπτες είναι αρκετές εκαντοντάδες. Πολλοί έχουν σπίτι εδώ και έρχονται για τις καλοκαιρινές τους διακοπές. Έχει όμως πολλούς ξενώνες και ξενοδοχεία. Αυτή τη στιγμή συμβαίνει και το εξής: επειδή οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις δεν τα έβγαζαν πέρα οι επιχειρηματίες έκαναν αιτήσεις σε διάφορα κρατικά προγράμματα που υπάρχουν και μέσα από διάφορες ΜΚΟ και τώρα φιλοξενούν Σύριους πρόσφυγες προσφέροντας τους διαμονή και σίτιση με κάποιο αντίτιμο που τους πληρώνει το κράτος (αυτό συμβαίνει και σε πολλά από τα γύρω χωριά που υπάρχουν γύρω από το χιονοδρομικό το οποίο έχει πάψει να έχει την επισκεψιμότητα που είχε κάποτε). Μόνο που αυτό είναι παροδικό γιατί κάποια στιγμή θα λήξουν αυτά τα συμβόλαια.

Η πλατεία της Σαμαρίνας από μόνη τα είναι ένα κέντρο που κανείς θα δει πολύ κόσμο, θα ακούσει να μιλάνε τα βλάχικα και θα έρθει σε επαφή με τη κουλτούρα και την αλεγκρία αυτής της ιδιαίτερης φυλής που χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και περηφάνια.Εδώ θα συναντήσεις παντού βοσκούς και κτηνοτρόφους, θα φας καλά, θα πληρώσεις σωστά και θα ακούσεις και κανά κλαρίνο.

Από την Σαμαρίνα έρχεται η μεγάλη δοκιμασία που είναι η διάσχιση του Σμόλικα, που είναι και το 5ο κομμάτι της διαδρομής, έτσι ώστε να φτάσουμε να καλύψουμε και τα 100 χιλιόμετρα αυτής της πεζοπορικής διάσχισης του μοναπατιού. Πολλοί επιλέγουν να σταματήσουν τη διαδρομή τους στη Σαμαρίνα κι από εκεί μπορεί να κανονίσουν μια μετακίνηση με αυτοκίνητο που θα τους πάει πίσω στο Μέτσοβο απ όπου και ξεκίνησαν. Κάποιοι που είναι λίγο πιο τολμηροί ή πιο ανθεκτικοί θα επιλέξουν να κάνουν και τη διάσχιση του Σμόλικα που είναι και το πέμπτο μέρος της διαδρομής που καταλήγει στα χωριά που βρίσκονται στην άλλη μεριά του βουνού, απέναντι από την Σαμαρίνα δηλαδή, τα χωριά Αγ. Παρασκευή (Κεράσοβο), Πάδες και Παλιοσέλι.

Ο Σμόλικας είναι το δεύτερο ψηλότερο βουνό στη χώρα, η κορυφή του είναι στα 2, 638 μέτρα κι από εκεί πέφτουμε πάνω στην Δρακόλιμνη του Σμόλικα που είναι επίσης ένα πολύ ωραίο σημείο που επισκέπτεται αρκετός κόσμος. Από εκεί λοιπόν έχει να επιλέξει μεταξύ τριών διαδρομών και να βρεθεί σε τρία διαφορετικά χωριά, τα χωριά Κεράσοβο, Πάδες και Παλιοσέλι.

Διασχίζοντας την ψηλή ράχη του Σμόλικα θα συναντήσουμε κι άλλες αλπικές λιμνούλες τις οποίες τις βλέπουμε ανεβαίνοντας από τη Σαμαρίνα. Είναι μια βατή διαδρομή που όμως έχει μεγαλύτερο χιλιομετρικό ανάπτυγμα, γύρω στα 25 χιλιόμετρα.

Θέα στις Μόσιες.

Από εδώ έχουμε πανοραμική θέα σε όλα τα βουνά της περιοχής γιατί κινούμαστε πολύ ψηλά διότι κάποια στιγμή θα φτάσουμε στα 2500 – 2600 μέτρα υψόμετρο οπότε θα βρεθούμε σε ένα υπέροχο μπαλκόνι της βόρειας Πίνδου απ όπου βλέπουμε όλα τα βουνά μέχρι και τα ελληνοαλβανικά σύνορα, σε πρώτο πλάνο την Τύμφη και την Τραπεζίτσα μέχρι τον Γράμμο και την Νεμέρτσικα.

Είναι θεαματική αυτή η διαδρομή και παρόλο που κινούμαστε σε μεγάλο υψόμετρο συναντάμε κι εδώ πηγές απ όπου μπορούμε να ανεφοδιαζόμαστε συχνά με δροσερό νερό ακόμα και μέσα στο καλοκαίρι. Κι εδώ επικρατούν τα ρόμπολα και η μαύρη πέυκη.

Το χωριό Κεράσοβο ή Αγία Παρακευή που βρίσκεται στη Δυτική πλευρά του Σμόλικα, μας δίνει μια συνοχή ώστε να συνεχίσουμε και να βρεθούμε στον Γράμμο, στο επόμενο μεγάλο βουνό που συναντούμε στη συνέχεια της χάραξης. Ωστόσο προτείνουμε τις διαδρομές κατάβασης από τον Σμόλικα στα χωριά Παλιοσέλι όπου υπάρχει καταφύγιο και το χωριό Πάδες, στις νότιες απολήξεις του Σμόλικα, κοντά σε έναν χαρακτηριστικά ογκώδη βράχο που ονομάζεται «Πέτρινη Γριά» και περιτριγυρίζεται από πλούσια δάση δρυών και μαυρόπευκου, όπου υπάρχει επίσης οργανωμένη διαμονή στην πλατεία του χωριού».

της Μερόπης Κοκκίνη lifo.gr

Ορεινές μελισσοπεριπέτειες

Κόντευε μεσάνυχτα όταν πλησίαζα στα ελάτια στα ορεινά της Πίνδου. Ήμουν φορτωμένος με λίγα μελίσσια και μια μελισσοκομική ζυγαριά. Τα μελίσσια αυτά θα είχαν τον ρόλο του δείκτη, θα έστελναν δηλαδή δεδομένα για την πορεία της μελιτοφορίας.

Βρισκόμασταν στα μέσα Μαΐου, αργά τη νύχτα, σε υψόμετρο 1050μ και παρ’ όλα αυτά η ζέστη ήταν πρωτοφανής. Θα θυμάστε ίσως το κύμα καύσωνα των ημερών εκείνων. Ο δρόμος κακοτράχαλος, εγκαταλειμμένος, σχεδόν επικίνδυνος. Σε κάποιο σημείο χτύπησα σε μια πέτρα τη μπουκάλα της υδραυλικής πόρτας, η οποία είναι σπαστή, κάτω απ’ την καρότσα του φορτηγού.

Όταν έφτασα, την κατέβασα για να ξεφορτώσω, όμως για κακή μου τύχη μετά επειδή έχανε λάδια δεν ξανανέβαινε. Έτσι έμεινα μόνος, νύχτα, μέσα στο δάσος με το φορτηγό να μη μπορεί να μετακινηθεί καθώς η πόρτα ακουμπούσε στο έδαφος και δεν έβρισκα τρόπο να την ανεβάσω. Η οδική βοήθεια δεν ερχόταν και έτσι αφού πάλεψα αρκετή ώρα κατάφερα με έναν ιμάντα να την σηκώσω λίγο ώστε να μην ακουμπά κάτω και να μπορέσω να οδηγήσω μέχρι το συνεργείο.

Στο διάστημα που ακολούθησε οι υψηλές θερμοκρασίες των πρώτων ημερών έδωσαν την θέση τους στο κρύο και έπειτα στις βροχές του Ιουνίου. Και τα δέντρα και οι μέλισσες στρεσαρίστηκαν και έτσι για μια ακόμη χρονιά δεν κατέστη εφικτός ο τρύγος στα έλατα. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούνη, αποδέχτηκα την ήττα και αποφάσισα να σηκώσω τα μελίσσια και να τα μεταφέρω σε χαμηλότερο υψόμετρο, στις βελανιδιές.

Οι βελανιδιές ξεκινούν αρχικά να δίνουν απ’ το φύλλο ένα μελίτωμα  απ’ το οποίο προκύπτει ένα μέλι όχι τόσο σκούρο και παχύρρευστο όσο αυτό που δίνει λίγο αργότερα απ’ το βελανίδι. Οι συνθήκες σε γενικές γραμμές ήταν καλές. Τα δέντρα είχαν ποτιστεί απ’ τις βροχές του Ιουνίου αρκετά ικανοποιητικά και η θερμοκρασία είχε σταθεροποιηθεί σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα.

Και πράγματι τα μελίσσια έστειλαν τα πρώτα θετικά μηνύματα στα τέλη Ιουνίου. Δεδομένου ότι η άνοιξη ήταν καταστροφική φέτος, φόρτωσα ό,τι είχαν και δεν είχα. Μετέφερα πρώτα τα μελίσσια του κάμπου και στη συνέχεια αυτά που βρίσκονταν στα ρείκια. Τις ίδιες μέρες ξεφόρτωναν πολλοί μελισσοκόμοι.

Για ένα διάστημα μιας εβδομάδας με δέκα μέρες περίπου τα πράγματα κυλούσαν ιδανικά. Έπειτα η βελανιδιά για κάποιο λόγο τον οποίο δεν μπόρεσα να εντοπίσω σταμάτησε τη μελιτοέκκριση, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν αρκετές προσδοκίες καθώς υπήρχε άφθονο βελανίδι. Την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου τρύγησα όσο μέλι είχαν μαζέψει οι μέλισσες. Τα περισσότερα μελίσσια έδειχναν καταπονημένα και αρκετά πεσμένα κυρίως σε γόνους, δείγμα έλλειψης γύρης.

Αμέσως μετά τον τρύγο έκανα θεραπεία για την βαρρόα με ταινίες οξαλικού οξέως και μεταφορά στον κάμπο, μια διαδικασία η οποία διασπείρει καλύτερα το οξαλικό, καθιστώντας το πιο αποτελεσματικό απέναντι στη βαρρόα. Ο Αλέξανδρος Γκουσιάρης την είχε περιγράψει αναλυτικά στο περιοδικό Μελισσοκομική Επιθεώρηση ως Varroa’s Road Trip Therapy Application (VRTTA). Στον κάμπο ελπίζω ότι οι μέλισσες θα βρουν γύρες οι οποίες θα τις βοηθήσουν να ανασυνταχθούν και να προετοιμαστούν εν όψει του χειμώνα.

Το μέλι της βελανιδιάς είναι σκουρόχρωμο, παχύρρευστο, με δυνατή, γεμάτη γεύση. Σύμφωνα με το ΑΠΘ θεωρείται το μέλι με την ισχυρότερη αντιοξειδωτική δράση και ως ένα απ’ τα θρεπτικότερα. Έχει εφιδρωτικές ιδιότητες, ενώ διαθέτει στυπτικές, απολυμαντικές και επουλωτικές ιδιότητες.

Δύο ευρέως χρησιμοποιούμενα φυτοφάρμακα μειώνουν το προσδόκιμο ζωής των μελισσών

Το προσδόκιμο ζωής των μελισσών μειώνεται όταν αυτές εκτίθενται σε δύο ευρέως χρησιμοποιούμενα φυτοφάρμακα, σύμφωνα με νέα έρευνα του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Όρεγκον.

Σε μια μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE, οι ερευνητές του Πανεπιστημίου βρήκαν ότι οι επιδράσεις στις μέλισσες που εκτέθηκαν στα φυτοφάρμακα Transform και Sivanto ήταν ιδιαίτερα επιβλαβείς.

Σε συνδυασμό με άλλους στρεσογόνους παράγοντες όπως τα ακάρεα βαρρόα, τους ιούς και την κακή διατροφή, οι επιπτώσεις από αυτά τα φυτοφάρμακα μπορούν να κάνουν τις μέλισσες ανίκανες να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους φυσιολογικά. Οι μέλισσες είναι ο σημαντικότερος επικονιαστής καλλιεργειών φρούτων, ξηρών καρπών και λαχανικών.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτή είναι η πρώτη μελέτη για τη διερεύνηση μη θανατηφόρων επιδράσεων, του sulfoxaflor, δραστικής ουσίας του Transform, αλλά και της φλουπυραδιφουρόνης η οποία είναι δραστική ουσία του Sivanto. Μη θανατηφόρες επιδράσεις θεωρούνται αυτές κατά τις οποίες οι μέλισσες δεν πεθαίνουν αμέσως, αλλά μειώνουν την διάρκεια ζωής τους.

Στην περίπτωση του Transform οι επιπτώσεις ήταν πολύ σοβαρές. Η πλειοψηφία των μελισσών που εκτέθηκαν στο Transform πέθανε εντός έξι ωρών από την έκθεσή τους, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη τοξικότητα του φυτοφαρμάκου στις μέλισσες, ειδικά μάλιστα όταν η χρήση του δεν γίνεται σύμφωνα με τις οδηγίες.

Τα δύο αυτά φυτοφάρμακα χρησιμοποιούνται σε καλλιέργειες για να αντιμετωπιστούν αφίδες, ακάρεα, λευκές μύγες αλλά και άλλα παράσιτα. Πολλές από αυτές τις καλλιέργειες προσελκύουν και μέλισσες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την επικονίαση. Φυσικά υπάρχουν περιορισμοί στην χρήση τους, όπως για παράδειγμα το Transform δεν πρέπει να εφαρμόζεται κατά την ανθοφορία, αλλά ποιος ελέγχει πότε γίνεται χρήση;

Το Sivanto απ’ την άλλη δεν ήταν άμεσα θανατηφόρο, όμως μείωσε κι αυτό το προσδόκιμο ζωής, ενώ προκάλεσε έντονο στρες στις μέλισσες, αλλά και απόπτωση στους ιστούς της. Η απόπτωση είναι μια διεργασία κυτταρικού θανάτου, καταστροφική και μη αντιστρεπτή.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Ramesh Sagili η μείωση του χρόνου ζωής στις μέλισσες μπορεί να φτάσει τις 10 ημέρες. Σε φυσιολογικές συνθήκες οι μέλισσες της άνοιξης ζουν κατά μέσο όρο 6 εβδομάδες, οπότε μια μείωση αυτού του μεγέθους θεωρείται σημαντική.

πηγή: phys.org

Οι γυναίκες μελισσοκόμοι της Τανζανίας

Η Τανζανία προήλθε από την ένωση της Τανγκανίκας και της Ζανζιβάρης. Το όνομά της επινοήθηκε από το Ταν(γκανίκα) + Ζαν(ζιβάρη) + -ία (η κατάληξη για τη χώρα). Και οι δύο χώρες υπήρξαν αποικίες των Βρετανών (η Τανγκανίκα ήταν αρχικά γερμανική αποικία), έως το 1964 οπότε και ενώθηκαν.

Θεωρείται μια από τις φτωχότερες χώρες παγκοσμίως, με την οικονομία της να βασίζεται κυρίως στη γεωργία με την παραγωγή καφέ, τσαγιού, βαμβακιού, και γαρύφαλλου, αλλά και τον τουρισμό. Στο έδαφός της υπάρχει το υψηλότερο όρος της Αφρικής, το Κιλιμάντζαρο, αλλά και πολλά εθνικά πάρκα.

Δυστυχώς στην Τανζανία, λιοντάρια, λεοπαρδάλεις και τσιτάχ έχουν χαρακτηριστεί ως “ευάλωτα” και έχουν μπει στην κόκκινη λίστα των απειλούμενων ειδών της IUCN (Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης), καθώς αντιμετωπίζουν αρκετές απειλές, μεταξύ των οποίων την απώλεια των ενδιαιτημάτων τους.

Σύμφωνα με ένα νόμο της Τανζανίας, απαγορεύεται να κοπούν τα δέντρα απ’ τα οποία κρέμονται κυψέλες. Αυτό εκμεταλλεύτηκε μια οργάνωση γυναικών μελισσοκόμων (Women’s Beekeeping Initiative), η οποία κρέμασε περισσότερες από 1350 κυψέλες σε ακακίες και μπάομπαμπ, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να συμβάλει στη διατήρηση των οικοτόπων των μεγάλων αυτών γατών. Εκτός όμως απ’ λιοντάρια και τις λεοπαρδάλεις, οι βιότοποι επωφελούνται επίσης απ’ τις μέλισσες καθώς αυτές αναγεννούν τους υποβαθμισμένους βοσκότοπους.

Οι περισσότερες απ’ τις γυναίκες που συμμετέχουν προέρχονται από την φυλή των Μασσάι. Η παραγωγή μελιού τους έδωσε την δυνατότητα να αποκτήσουν για πρώτη φορά οικονομική ανεξαρτησία αλλά και περιβαλλοντική συνείδηση. Με πάνω από 1200 γυναίκες να συμμετέχουν, χωρισμένες σε 77 ομάδες, υπάρχει πλέον σημαντική επιρροή στις οικογένειες και τους συμπολίτες τους. Οι γυναίκες ηγούνται επίσης τοπικών πρωτοβουλιών, όπως για παράδειγμα δενδροφυτεύσεων και καθαρισμών.

πηγές: europa.eu / Wikipedia
φωτογραφίες: African People & Wildlife: Felipe Rodriguez, Laly Lichtenfeld

Φτωχή η φετινή άνοιξη

Έπειτα από ένα αρκετά δυνατό φθινόπωρο, το οποίο έδωσε την δυνατότητα στα μελίσσια να ξεχειμωνιάσουν με ικανοποιητικές προμήθειες, αλλά και έναν ήπιο χειμώνα, όπου είχαμε ελάχιστες απώλειες, αναμέναμε μια δυνατή άνοιξη.

Τα μελίσσια βγήκαν απ’ τον χειμώνα με μεγάλους πληθυσμούς με αποτέλεσμα να αναπτυχθούν γρήγορα και να είναι έτοιμα στην πορτοκαλιά. Οι θερμοκρασίες όμως παρέμειναν σχετικά χαμηλές (22-25°C) κατά το μεγαλύτερο μέρος της ανθοφορίας και έτσι η νεκταροέκκριση ήταν περιορισμένη.

Οι ιδανικές θερμοκρασίες για να δώσει μέλι η πορτοκαλιά είναι 28-32°C. Προς το τέλος της ανθοφορίας που πιάσαμε αυτές τις θερμοκρασίες είδαμε τις ζυγαριές να στέλνουν κάποια θετικά μηνύματα, όμως ήταν αργά πια για να ελπίζουμε σε κάποιο τρύγο.

Ένα μέρος των μελισσιών φορτώθηκε ήδη και μετακινήθηκε στα ορεινά ώστε να δουλέψει σε λαδανιές, φράξους, πουρνάρια όπου θα βρει γύρες. Τα υπόλοιπα προετοιμάζονται για τον έλατο, ο οποίος φαίνεται ότι θα είναι όψιμος φέτος.

Βαρρόα καταστροφέας

Μόλις είχε μπει ο Νοέμβρης του 2017 όταν ξεκινώντας από την Άρτα, ανέβαινα τον νέο, εκείνη την εποχή, αυτοκινητόδρομο της Ιόνιας Οδού για να παρακολουθήσω το 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επαγγελματικής Μελισσοκομίας στα Ιωάννινα. Παρά τα πολλά και ενδιαφέροντα εκείνου του Συνεδρίου, εγώ, όπως και οι περισσότεροι, πήγαινα σχεδόν αποκλειστικά για την ομιλία του επίκουρου καθηγητή στο Εργαστήριο Μελισσοκομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Δρ. Γιώργου Γκόρα.

Μέλισσα προσβεβλημένη από βαρρόα.

Λίγα χρόνια πριν, το 2015, Αργεντίνοι ερευνητές είχαν δοκιμάσει μία μέθοδο για την καταπολέμηση της βαρρόα, χρησιμοποιώντας οξαλικό οξύ με γλυκερίνη, με αρκετά ελπιδοφόρα αποτελέσματα. Αρκετοί μελισσοκόμοι είχαν αρχίσει τους πειραματισμούς, βασιζόμενοι σε αυτή την έρευνα, όμως στο Συνέδριο για πρώτη φορά κάποιος Έλληνας επιστήμονας θα παρουσίαζε επίσημα τα αποτελέσματα των δικών του δοκιμών σχετικά με την αποτελεσματικότητα του οξαλικού οξέος με γλυκερίνη.

Βαρρόα καταστροφέας (Varroa destructor)

Η βαρρόα είναι ένα άκαρι με καταγωγή από την Νοτιοδυτική Ασία, όπου ενδημούσε ως μόνιμο παράσιτο στην Ινδική μέλισσα Apis cerana. Η φυσική επιλογή οδήγησε έπειτα από την πάροδο εκατομμυρίων ετών τον ξενιστή και το παράσιτο σε μια κατάσταση ισορροπίας. Από το 1940 και μετά όμως άρχισε να εξαπλώνεται και στον υπόλοιπο κόσμο με αποτέλεσμα να μεταδοθεί και στην Ευρωπαϊκή μέλισσα Apis mellifera, με καταστροφικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες.

Η βαρρόα είναι ένα μικροσκοπικό, παρασιτικό αρθρόποδο που συγκαταλέγεται στα ακάρεα.

Εδώ το νέο αυτό παράσιτο αφού πέρασε τα όρια της Θράκης γύρω στα 1978, επεκτάθηκε γρήγορα στη Μακεδονία και ταχύτατα στην υπόλοιπη Ηπειρωτική και νησιωτική Ελλάδα. Σήμερα, ελάχιστα μέρη στον κόσμο παραμένουν ακόμη αμόλυντα. Το 1981 στην Ελλάδα το πρόβλημα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Πολλά μελισσοκομεία καταστράφηκαν ολοκληρωτικά, ενώ η μείωση στην παραγωγή μελιού σε σχέση με την αμέσως προηγούμενη χρονιά, ήταν της τάξης του 20%.

Εκείνη την χρονιά η ζημιά που προκάλεσε η βαρροϊκή ακαρίαση ήταν τεράστια καθώς κατέστρεψε τουλάχιστον 220.000 μελισσοσμήνη σε όλη τη χώρα. Όπως ήταν αναμενόμενο επικράτησε πανικός. Τα περισσότερα άγρια μελίσσια του είδους Apis mellifera εξαφανίστηκαν, ενώ από τότε κανένα μελίσσι από αυτά που κατά καιρούς φεύγουν από τους μελισσοκόμους με την διαδικασία της σμηνουργίας, δεν κατάφερε να επιβιώσει μόνο του στη φύση για περισσότερο από δύο χρόνια.

Νύμφη μελισσών προσβεβλημένη από βαρρόα.

Τα επιστημονικά εργαστήρια της χώρας ξεκίνησαν έναν ατέρμονο αγώνα για την εξεύρεση μιας μεθόδου αντιμετώπισης του παρασίτου. Τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 χρησιμοποιήθηκαν πάρα πολλά χημικά σκευάσματα, αρκετά εκ των οποίων απαγορεύτηκαν στην συνέχεια, ενώ στα υπόλοιπα το άκαρι σταδιακά απέκτησε ανθεκτικότητα. Η συνεχής χρήση αποκλειστικά μίας συγκεκριμένης δραστικής ουσίας και η παραμονή της στην κυψέλη για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν οι κυριότερες αιτίες γι αυτό. Τα χημικά φάρμακα αποδείχτηκε ότι είναι επικίνδυνα για τις μέλισσες ενώ ρυπαίνουν και τα προϊόντα της. Τα πράγματα άρχισαν σταδιακά να αλλάζουν μετά το 2000 όταν έγινε μια στροφή προς πιο οικολογικές μεθόδους.

Ένας Ατελείωτος Πόλεμος

Η βαρρόα είναι ένα δύσκολα αντιμετωπίσιμο παράσιτο. Κι αυτό διότι παρασιτεί και τις ενήλικες μέλισσες αλλά και τις προνύμφες τους. Η δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι αναπαράγεται αποκλειστικά στα κλειστά κελιά του γόνου όπου ουσιαστικά τίποτα δε μπορεί να την βλάψει. Η βασίλισσα γεννάει ένα αυγό μέσα σε ένα εργατικό κελί, το οποίο εννέα μέρες μετά σφραγίζεται απ’ τις μέλισσες. Λίγο πριν σφραγιστεί όμως το κελί η βαρρόα τρυπώνει μέσα. Εκεί οι μέλισσες δεν την ενοχλούν, κανένα φάρμακο, χημικό ή βιολογικό δεν την επηρεάζει, ενώ βρίσκει και άφθονη τροφή (την προνύμφη!). Δείχνει μάλιστα μια προτίμηση στα κελιά όπου εκτρέφονται κηφήνες διότι είναι λίγο μεγαλύτερα.

Μέχρι σήμερα πιστεύαμε ότι η βαρρόα τρέφεται από την αιμολέμφο των μελισσών, όμως πρόσφατα στην διδακτορική διατριβή με τίτλο «η βαρρόα δεν τρέφεται με αιμολέμφο αλλά κυρίως με λιπώδη ιστό», ο Samuel Ramsey απέδειξε ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Πάντως η ίδια η βαρρόα δεν σκοτώνει τις μέλισσες, τις εξασθενεί όμως τόσο ώστε να είναι ευάλωτες σε άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα ο ιός των παραμορφωμένων φτερών (Deformed Wing Virus), ή ο ιός οξείας παράλυσης (Acute Bee Paralysis Virus) των οποίων η βαρρόα είναι φορέας.

Μέλισσα με παραμορφωμένα φτερά.

Για λόγους φιλοσοφίας για τη ζωή, απέκλεισα εξαρχής κάθε χημικό φάρμακο και στράφηκα αποκλειστικά σε βιολογικές μεθόδους αντιμετώπισης του προβλήματος. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να υποβάλω τις μέλισσες μου σε χημικές θεραπείες, αλλά ούτε και να ζω με τον φόβο της ανίχνευσης υπολειμμάτων στο μέλι μου. Άλλωστε σήμερα κανένα χημικό φάρμακο δεν είναι αρκετά αποτελεσματικό.

Για να μπορεί ένα μελίσσι να αντέξει το φορτίο της βαρρόα και να ζει φυσιολογικά, θα πρέπει να γίνεται δύο φορές τον χρόνο καταπολέμηση, ώστε να παραμένει ο πληθυσμός της βαρρόα σε ανεκτά από το σμήνος επίπεδα. Η πλήρης εξάλειψη θεωρείται πρακτικά αδύνατη και όλοι οι μελισσοκόμοι έχουμε πια συμβιβαστεί με αυτό. Την περίοδο του χειμώνα λοιπόν τα μελίσσια λόγω του κρύου σταματούν την εκτροφή γόνου και η βαρρόα βρίσκεται αναγκαστικά εκτεθειμένη πάνω στις ενήλικες μέλισσες. Αυτό αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να απαλλαγούμε από αυτήν σε μεγάλο βαθμό.

Εφαρμογή οξαλικού οξέος με ενστάλαξη.

Το οξαλικό οξύ είναι ένα οργανικό οξύ, ευρέως διαδεδομένο στο φυτικό και στο ζωικό βασίλειο. Βρίσκεται σε φυσικές συγκεντρώσεις στο μέλι, στην τσουκνίδα, στη ρίζα και στα φύλλα του ραβέντιου και του φαγόπυρου, ακόμα και στο λίπος των κοτόπουλων. Χρησιμοποιείται με τη μέθοδο της ενστάλαξης εδώ και αρκετά χρόνια ενάντια στη βαρρόα με μεγάλη επιτυχία, καθώς είναι εξαιρετικά αποτελεσματικό, βιολογικό, φτηνό ενώ μέχρι στιγμής δεν έχει παρατηρηθεί ανθεκτικότητα από την πλευρά της βαρρόα. Με την ενστάλαξη, δρα καταστρέφοντας το στομάτιο της βαρρόα, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να τραφεί και να πεθαίνει από ασιτία.

Η Ελληνική Επιστημονική Κοινότητα

Παρά την αρχική σύγχυση που μου προκάλεσαν τα Ελληνικά ερευνητικά κέντρα, τα οποία μου πρότειναν διαφορετικές δοσολογίες το καθένα για την μέθοδο της ενστάλαξης (ΑΠΘ 3,5% και ΕΛΓΟ-Δήμητρα 4,7%), η μέθοδος αυτή ήταν η μόνη μέθοδος που χρησιμοποιούσα όλα αυτά τα χρόνια για την χειμερινή καταπολέμηση της βαρρόα.

Σύμφωνα με την Δρ. Φανή Χατζήνα, του Ινστιτούτου Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής (ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ») σε 1lt νερό και 1 κιλό ζάχαρη προσθέτουμε 80γρ δυένυδρου οξαλικού οξέως. Έπειτα χρησιμοποιώντας είτε κάποια σύριγγα, είτε κάποια δοσομετρική συσκευή διαβροχής, ρίχνουμε 5ml ανάμεσα στα διαστήματα των πλαισίων. Δηλαδή για ένα μελίσσι που ο πληθυσμός του καλύπτει 5 πλαίσια ρίχνουμε περίπου 30ml συνολικά. Προσοχή 1lt νερό και 1 κιλό ζάχαρη μας δίνει περίπου 1,66ml σιρόπι! Ουσιαστικά 80γρ οξαλικού οξέως επαρκούν για την θεραπεία 30-35 μελισσιών.

Έρευνα του ΑΠΘ σχετικά με τη μελισσοτοξικότητα του οξαλικού οξέος.

Γίνεται μία και μόνο χειμερινή εφαρμογή και αποφεύγεται δεύτερη σε σύντομο χρονικό διάστημα. Δόσεις μεγαλύτερες από 5% είναι τοξικές για τις μέλισσες. Η θεραπεία αυτή πρέπει να γίνεται σε θερμοκρασία 10-12°C ώστε το μελίσσι να μην έχει κάνει σφιχτή μελισσόσφαιρα, γιατί διαφορετικά το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να βρέξουμε και τελικά να κρυώσουμε τις μέλισσες εξωτερικά της μελισσόσφαιρας και η αποτελεσματικότητα να είναι χαμηλή. Επίσης είναι πολύ σημαντικό να μην υπάρχει σφραγισμένος γόνος καθώς το οξαλικό οξύ δεν έχει καμία επίδραση σε όσες βαρρόα κρύβονται εκεί μέσα.

Απ’ την άλλη ο καθηγητής Ανδρέας Θρασυβούλου από το Εργαστήριο Μελισσοκομίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης προτείνει 60γρ οξαλικού οξέως. Σε μία κατ’ ιδίαν συζήτηση που είχαμε μου είχε προτείνει, επειδή φαινόμουν αναποφάσιστος, τα 70γρ. Είναι τελικά τόσο σημαντική μια διαφοροποίηση αυτού του μεγέθους στη δοσολογία;

Γιατί δεν χρησιμοποιούν όλοι οι μελισσοκόμοι οξαλικό οξύ;

Υπάρχει η αντίληψη μεταξύ των μελισσοκόμων ότι η χρήση του οξαλικού οξέως έχει επίπτωση στην ανάπτυξη του γόνου. Για να το πούμε στη δική μας γλώσσα, μελίσσια που δέχτηκαν ενστάλαξη το χειμώνα, αργούν να πάρουν μπρος την άνοιξη. Αυτή η καθυστέρηση στην ανάπτυξη δεν έχει παρατηρηθεί μόνο από Έλληνες μελισσοκόμους. Αρκετοί ξένοι που παρακολουθώ κάνουν λόγο για καθυστέρηση, όπως για παράδειγμα ο Αμερικανός μελισσοκόμος Randy Oliver, ο οποίος έχει αναφερθεί στο φαινόμενο αυτό, στο site του scientific beekeeping στο άρθρο του “Οξαλικό Οξύ: Ερωτήσεις, απαντήσεις και περισσότερες ερωτήσεις…”. Παρ’ όλα αυτά κάποιοι Έλληνες ερευνητές διαφωνούν κάθετα με αυτό.

Από τους πειραματισμούς του Randy Oliver.

Παρά τους όποιους ενδοιασμούς μου σχετικά με την δοσολογία και το κατά πόσο σημαντική επίπτωση έχει τελικά το οξαλικό οξύ στην ανάπτυξη είχα αποφασίσει το είδος της θεραπείας που θα εφάρμοζα την χειμερινή περίοδο. Αντίθετα όμως δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το τι θα κάνω το καλοκαίρι. Η διαφορά εκείνη την εποχή του χρόνου, πέρα απ’ την θερμοκρασία, είναι ότι τα μελίσσια διατηρούν γόνο, μέσα στον οποίο, όπως αναλύσαμε παραπάνω, κρύβεται η βαρρόα με αποτέλεσμα να είναι δύσκολη η αντιμετώπισή της. Όλες οι διαθέσιμες λύσεις για εκείνη την εποχή, ήταν είτε μέτρια αποτελεσματικές, είτε παρουσίαζαν μεγάλες δυσκολίες στην εφαρμογή.

Η Άνοδος

Επιστρέφουμε πίσω στο Νοέμβρη του 17 και το Συνέδριο των Ιωαννίνων. Ο Συνεδριακός χώρος του ξενοδοχείου Grand Serai εντυπωσιακός, όπως άρμοζε σε μια τόσο σημαντική μέρα. Ολόκληρη η επιστημονική κοινότητα ήταν παρούσα ενώ μελισσοκόμοι είχαν ταξιδέψει από κάθε γωνιά της Ελλάδας για να ακούσουν τον Δρ. Γιώργο Γκόρα. Παρά τα πολύ ενδιαφέροντα θέματα που παρουσιάζονταν εκείνη την ημέρα, ήταν απόλυτα ξεκάθαρο ότι όλοι περιμέναμε την συγκεκριμένη ομιλία. Θα ξεμπερδεύαμε μια και καλή απ’ τη βαρρόα ή μήπως όχι;

2017. Συνέδριο των Ιωαννίνων.

Όταν ήρθε η ώρα η αίθουσα γέμισε ασφυκτικά. Κανένας δεν έκοβε βόλτες πλέον στην έκθεση μελισσοκομικού εξοπλισμού που υπήρχε ακριβώς απ’ έξω. Όλοι περιμέναμε να ακούσουμε το σημαντικότερο ίσως νέο της τελευταίας δεκαετίας! Ο κ. Γκόρας άλλωστε δεν είναι ένας τυχαίος επιστήμονας. Είναι ένας άνθρωπος που χαίρει σεβασμού και εκτίμησης αλλά κυρίως αυτός που στην διδακτορική διατριβή του είχε επινοήσει έναν τρόπο αντιμετώπισης της Αμερικάνικης Σηψιγονίας, όταν αυτή είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο, χωρίς την χρήση κάποιας δραστικής ουσίας, απλά με την μέθοδο της μετάγγισης. Υπήρχαν λοιπόν μεγάλες προσδοκίες.

Ο κ. Γκόρας λοιπόν αναφέρει ότι “Αργεντίνοι ερευνητές για πρώτη φορά δοκίμασαν τη χρήση οξαλικού οξέως παρουσία γόνου, με εξαιρετική αποτελεσματικότητα και μία μόνο εφαρμογή. Σε ταινίες κυτταρίνης εμπότισαν διάλυμα οξαλικού οξέως με γλυκερίνη και τις τοποθέτησαν ανάμεσα στα πλαίσια για 42 ημέρες. Η αποτελεσματικότητα ξεπέρασε το 90%, ενώ η θεραπεία μπορούσε να εφαρμοστεί σε θερμοκρασίες από -2 έως 42°C.” Ακούγονταν σχεδόν μαγικό!

Ολόκληρη η ομιλία του Δρ. Γιώργου Γκόρα στο Συνέδριο των Ιωαννίνων.

Ο κ. Γκόρας δοκιμάζει την μέθοδο στην Ελλάδα και διαπιστώνει πράγματι την εξαιρετική αποτελεσματικότητα για την οποία έκαναν λόγο οι Αργεντίνοι. Ο ενθουσιασμός στις τάξεις των μελισσοκόμων ήταν διάχυτος. Είχαμε βρει μία μέθοδο για την δύσκολη εποχή του έτους, την εποχή του καλοκαιριού, που ήταν βιολογική και κυρίως εξαιρετικά αποτελεσματική, παρά την παρουσία γόνου. Ακόμα και παλιοί μελισσοκόμοι που δύσκολα αλλάζουν συνήθειες στράφηκαν στις ταινίες οξαλικού οξέως και ένας καθοριστικός λόγος γι αυτό ήταν επειδή η εφαρμογή τους ήταν πολύ εύκολη, ειδικά από τη στιγμή που άρχισαν να κυκλοφορούν έτοιμες στο εμπόριο.

Ο Δρ. Γιώργος Γκόρας παρουσιάζει τα αποτελέσματα της μεθόδου του οξαλικού οξέως με τη γλυκερίνη.

Λύσαμε το πρόβλημα;

Προσωπικά πειραματίστηκα με τις ταινίες. Υπήρχε όμως κάτι που με προβλημάτιζε. Η δοσολογία των Αργεντινών ήταν 600γρ οξαλικού οξέως σε 1lt γλυκερίνη. Το ΑΠΘ απ’ την άλλη, επειδή αντιμετώπισε δυσκολίες στην διάλυση του οξαλικού οξέος στην γλυκερίνη, πρόσθεσε νερό προτείνοντας τελικά 100ml νερό, 130ml γλυκερίνη και 120γρ οξαλικού οξέος. Πρακτικά 500γρ οξαλικού στο λίτρο. Η ποσότητα όμως αυτή του οξαλικού οξέος είναι τεράστια.

Αν παρατηρούμε καθυστέρηση στην ανάπτυξη στα 80γρ, τότε εδώ θα αντιμετωπίσουμε σοβαρά προβλήματα. Βέβαια υπάρχει μια σημαντική διαφορά στην εφαρμογή των δύο μεθόδων. Στην ενστάλαξη έχουμε κατάποση του οξαλικού οξέος από τη μέλισσα, το οποίο στη συνέχεια καίει το στόμα της βαρρόα που προσπαθεί να τραφεί από αυτήν, ενώ οι ταινίες δρουν με την επαφή, δηλαδή καθώς περνούν οι μέλισσες ακουμπούν την ταινία η οποία καίει και σκοτώνει την βαρρόα που έχουν επάνω τους. Για να είναι αποτελεσματικές όμως οι ταινίες και να δράσουν και στις βαρρόα που βρίσκονται κρυμμένες στον γόνο, έπρεπε να παραμείνουν στην κυψέλη για μεγάλο χρονικό διάστημα (42 ημέρες). Δεν γνωρίζαμε εκείνη την εποχή τι επιπτώσεις μπορεί να έχει κάτι τέτοιο.

Η Κάθοδος

Νοέμβρης 2019 και να ‘μαι πάλι, αυτή τη φορά να κατηφορίζω την Ιόνια Οδό για το 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επαγγελματικής Μελισσοκομίας, που διοργανώθηκε στην Πάτρα. Με το που έμπαινες στο Συνεδριακό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών αντιλαμβανόσουν ότι δεν θα έχει την αίγλη του προηγούμενου. Ηχηρές απουσίες, λιγοστός κόσμος, χωρίς ενθουσιασμό και προσδοκίες. Τετριμμένες ομιλίες, μέχρι την στιγμή που ο Δρ. Λεωνίδας Χαριστός του Ινστιτούτου Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής (ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ») αναφέρει ότι έπειτα από δύο χρόνια πειραματισμών με τις ταινίες οξαλικού οξέως με γλυκερίνη μπορούμε πλέον να πούμε ότι η επίδραση στην ανάπτυξη του σμήνους είναι καταλυτική.

2019. Συνέδριο της Πάτρας.

Η δοσολογία των 600γρ οξαλικού χαρακτηρίζεται υπερβολική και μάλιστα η Χρυσούλα Τανανάκη επίκουρη καθηγήτρια του ΑΠΘ παραδέχεται ότι μπορούμε τελικά να πετύχουμε την ίδια αποτελεσματικότητα και με την μισή ποσότητα, ενώ ο κ. Χαριστός προτείνει μείωση του χρόνου παραμονής των ταινιών στην κυψέλη στις 25 ημέρες, μιας και το αντίθετο όχι μόνο δεν αυξάνει την αποτελεσματικότητα, αλλά προκαλέι πολύ σοβαρά προβλήματα στην ανάπτυξη του σμήνους. Μάλιστα ακόμα και με την χαμηλότερη δόση παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην ανάπτυξη του γόνου για σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα.

Επιστρέφουμε στην αβεβαιότητα των προηγούμενων ετών; Το ΕΛΓΟ «ΔΗΜΗΤΡΑ» πρότεινε, αντί των ταινιών, την διπλή ενστάλαξη ως θεραπεία για το καλοκαίρι, με ελαφρώς διαφοροποιημένη δοσολογία από αυτή του χειμώνα. Δηλαδή 1lt νερό με μισό κιλό ζάχαρη (αραιό σιρόπι 2:1) και 60γρ οξαλικού οξέως σε θερμοκρασίες όχι μεγαλύτερες από 37°C. Επειδή η θεραπεία γίνεται παρουσία γόνου, θα πρέπει να γίνει μία δεύτερη εφαρμογή έπειτα από 12 ημέρες, ώστε να πιάσει τα στελέχη της βαρρόα που κατά την πρώτη εφαρμογή ήταν κρυμμένα στον γόνο. Σύμφωνα με το ίδιο ερευνητικό κέντρο, η διπλή αυτή διαβροχή μπορεί να εφαρμοστεί ακόμα κι αν το χειμώνα είχε γίνει και πάλι ενστάλαξη. Όμως οι ίδιοι ερευνητές σε παλαιότερη δημοσιευμένη έρευνα με τίτλο “Έμμεσες επιδράσεις του οξαλικού οξέος στον γόνο των μελισσών, όταν χορηγείται με τη μέθοδο της ενστάλαξης” ανέφεραν ότι η καλοκαιρινή ενστάλαξη έχει πολύ χαμηλή αποτελεσματικότητα και είναι αρκετά επικίνδυνη για τον ανοιχτό γόνο.

Από τους πειραματισμούς του Δρ. Γιώργου Γκόρα σχετικά με το οξαλικό οξύ.

Επίσης αυτά έρχονται σε αντίθεση με τα όσα παρουσίασε ο κ. Γκόρας στα Ιωάννινα. Δηλαδή τα αποτελέσματα των δοκιμών, τριπλής μάλιστα ενστάλαξης κατά το καλοκαίρι με μέτρια αποτελεσματικότητα και αρκετά προβλήματα στην ανάπτυξη την επόμενη άνοιξη. Ο κ. Χαριστός πάντως είναι κάθετος. Η ενστάλαξη δεν επηρεάζει την ανάπτυξη του σμήνους, ακόμα και αν γίνει δεύτερη εφαρμογή μέσα στο ίδιο έτος, ενώ η αποτελεσματικότητα της είναι υψηλή.

Δεν μπορώ να καταλάβω που οφείλονται αυτές οι διαφορές ανάμεσα στα επιστημονικά κέντρα, ενώ με λυπεί ιδιαίτερα η διάχυτη ειρωνεία μεταξύ των επιστημόνων η οποία είναι εμφανής ακόμα και στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Έχουμε έναν κοινό στόχο (έχουμε άραγε;) να βρούμε μία οικολογική θεραπεία για τις μέλισσες οι οποίες υποφέρουν απ’ το άκαρι. Δυστυχώς όπως φαίνεται η Ελληνική επιστημονική κοινότητα παραμένει τελικά στάσιμη στη μάχη ενάντια στη βαρρόα, με αποτέλεσμα στις τάξεις των μελισσοκόμων να επικρατεί αμηχανία και προβληματισμός.

Και τώρα τι;

Δυστυχώς συνεχίζουμε να πλέουμε σε αχαρτογράφητα ύδατα. Ο πειραματισμός είναι μονόδρομος για όλους μας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Τα χημικά σκευάσματα θα έπρεπε να είναι ήδη παρελθόν, όμως αυτό δεν κατέστη τελικά δυνατό για μια μερίδα μελισσοκόμων που στράφηκαν και πάλι σε αυτά, γεγονός για το οποίο φέρει μεγάλο μερίδιο ευθύνης η επιστημονική κοινότητα. Οι φαρμακευτικές δεν δείχνουν κανένα ενδιαφέρον, καθώς η μελισσοκομική αγορά είναι μικρή και δεν αναμένεται να τους αποφέρει κέρδος. Συμπληρώνονται πια 40 χρόνια μάχης ενάντια στη βαρρόα και η διδακτορική διατριβή του Samuel Ramsey μας δείχνει με τον πιο κυνικό τρόπο ότι δεν γνωρίζουμε καλά καλά τον εχθρό μας. Βασική προϋπόθεση για να κερδίσεις μια μάχη.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος