Προβλήματα στην πρακτική εφαρμογή της βιολογικής μελισσοκομίας

Ενώ τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μια στροφή προς την βιολογική γεωργία από τους παραγωγούς, πράγμα που ο κόσμος φαίνεται ότι έχει εκτιμήσει και το αποδεικνύει, καθώς δείχνει διατεθειμένος, παρά την οικονομική κρίση, να βάλει το χέρι πιο βαθιά στην τσέπη, αρκεί να αποκτήσει ένα ποιοτικό προϊόν, στον κλάδο της μελισσοκομίας παρατηρείται το φαινόμενο, παραγωγοί να εγκαταλείπουν την βιολογική μελισσοκομία και να επιστρέφουν στην συμβατική. Τι έχει πάει στραβά;

Την στιγμή που το 90% του ελληνικού μελιού, σύμφωνα με την Σοφία Γούναρη κύρια ερευνήτρια του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ, μπορεί να πιστοποιηθεί ως βιολογικό, μιας και προέρχεται από πεύκο, έλατο, βελανιδιά, θυμάρι, καστανιά και ρείκι, δηλαδή όχι από καλλιέργειες και ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των συμβατικών μελισσοκόμων εφαρμόζει ουσιαστικά τους ίδιους χειρισμούς με τους βιολογικούς παραγωγούς, μαθαίνουμε ότι μόλις το 1% των παραγωγών μελιού έχει πάρει βιολογική πιστοποίηση και αρκετοί από αυτούς είναι έτοιμοι να τα παρατήσουν. Δεδομένου μάλιστα ότι υπάρχει έντονο εξαγωγικό ενδιαφέρον για βιολογικό μέλι, φαίνεται ότι κάτι δεν έχει πάει καθόλου καλά εδώ.

Στο 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο Επαγγελματικής Μελισσοκομίας που έγινε πριν λίγες μέρες στην Πάτρα, ακούσαμε τα προβλήματα από τους ίδιους τους βιολογικούς παραγωγούς και παραθέτουμε εδώ μερικά από αυτά. Δυστυχώς κανένας εκπρόσωπος του Υπουργείου δεν έδωσε το παρόν.

Η ΕΕ θέσπισε τους κανονισμούς 834/2007 και τον βελτιωμένο 889/2008, οι οποίοι απευθύνονται σε χώρες με μελισσοκομία μικρότερης κλίμακας απ’ αυτή της Ελλάδας. Δίνει όμως το δικαίωμα σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει τους δικούς του ξεχωριστούς εθνικούς κανόνες. Εμείς δεν το έχουμε κάνει με αποτέλεσμα μελισσοκόμοι, πιστοποιητικοί οργανισμοί και ελεγκτικοί φορείς να δίνουν τις δικές τους ερμηνείες σε κάποια ασαφή σημεία των κανονισμών.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο αναφέρουν οι μελισσοκόμοι είναι ότι το πευκόμελο Θάσου δεν μπορεί να πάρει βιολογική πιστοποίηση γιατί, σύμφωνα με συγκεκριμένο φορέα επιθεώρησης στο νησί υπάρχουν ελιές. Ο κανονισμός θέτει το όριο των 3χλμ από συμβατικές καλλιέργειες κοντά στις οποίες δεν πρέπει να τοποθετούνται μελίσσια βιολογικής παραγωγής. Οι ελιές είναι καλλιέργεια, υπάρχουν σχεδόν παντού στο νησί, οπότε το μέλι, στις περισσότερες περιοχές της Θάσου, δεν μπορεί να πιστοποιηθεί ως βιολογικό. Όπως έχουμε εξηγήσει και παλαιότερα οι μέλισσες επισκέπτονται εξαιρετικά σπάνια την ελιά και ειδικά στην συγκεκριμένη περίπτωση η συγκομιδή του πευκόμελου γίνεται από Αύγουστο έως Οκτώβριο, μια περίοδο κατά την οποία η ελιά δεν είναι καν ανθισμένη.

Τι μας ενοχλούν λοιπόν οι ελιές; Και στο κάτω κάτω γιατί δεν εξετάζουμε δείγματα από το μέλι και το κερί ώστε να δούμε εργαστηριακά αν οι ελιές επηρεάζουν το τελικό προϊόν, που είναι και αυτό που μας ενδιαφέρει αντί να τηρούμε με τέτοια θρησκευτική ευλάβεια τον κανονισμό των 3χλμ; Γιατί να μην πούμε ότι τα μελίσσια μπορούν να μπουν θεωρητικά οπουδήποτε αρκεί το περιβάλλον να μην είναι επιβαρυμένο σε βαθμό που να επηρεάζει τα προϊόντα κυψέλης, όπως γίνεται στη βιοδυναμική μελισσοκομία;

Αντίστοιχα οι μελισσοκόμοι αναφέρουν ότι κάποιοι φορείς επιθεώρησης δεν τους δίνουν βιολογική πιστοποίηση για πρόπολη και γύρη γιατί η συλλογή τους γίνεται με πλαστική σήτα και πλαστική γυρεοπαγίδα αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον κανονισμό τα μέρη της κυψέλης θα πρέπει να κατασκευάζονται βασικά από φυσικά υλικά. Τι θα πει όμως βασικά; Είναι ένας ασαφής όρος που κάθε φορέας τον ερμηνεύει όπως θέλει δημιουργώντας έτσι θέματα αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των μελισσοκόμων. Επίσης μπορεί να θεωρηθεί η σήτα πρόπολης μέρος της κυψέλης;

Παρόμοια είναι η κατάσταση και στα θέματα τροφοδότησης. Ως γνωστόν στην βιολογική μελισσοκομία επιτρέπεται η τροφοδότηση των μελισσών με βιολογική ζάχαρη σε περίπτωση λιμοκτονίας ή έλλειψης τροφής. Ποιος όμως ορίζει από ποιο σημείο και μετά ένα μελίσσι κινδυνεύει με λιμοκτονία ώστε να πρέπει να επέμβει ο μελισσοκόμος; Αναφέρεται μάλιστα σε ένα σημείο ότι επιτρέπεται η τροφοδότηση έως και 15 ημέρες πριν την ανθοφορία γεγονός που αν συμβεί θα προκαλέσει νοθεία και έρχεται σε αντίθεση με τις 40 ημέρες που ορίζουν οι κανόνες ορθής μελισσοκομικής πρακτικής στη συμβατική μελισσοκομία.

Απ’ την άλλη ενώ οι εξελίξεις τρέχουν στο Υπουργείο φαίνεται ότι δεν τις παρακολουθούν. Σύμφωνα με τον κανονισμό επιτρέπεται να δοθεί μελάσα στις μέλισσες ως τροφή, όμως όπως έχει αποδειχτεί επιστημονικά, η μελάσα είναι τοξική για τις μέλισσες… Κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει αυτό το σημείο του κανονισμού.

Σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί και το θέμα των κηρηθρών και το μικρό χρονικό περιθώριο (1 έτος) που δίνεται κατά την ενταξιακή περίοδο ώστε να αλλαχτούν και να είναι δυνατή η μετάβαση από τη συμβατική στην βιολογική μελισσοκομία. Το κόστος του βιολογικού κεριού είναι τεράστιο, υπάρχει μεγάλη έλλειψη στην αγορά, ενώ δεν επιτρέπεται η χρήση του κεριού που παράγει ο ίδιος ο παραγωγός. Επίσης η αλλαγή του προσανατολισμού (κτίσιμο κηρηθρών αντί για συλλογή μελιού) δημιουργεί για την περίοδο αυτή βιοποριστικό πρόβλημα στον μελισσοκόμο, με αποτέλεσμα η αλλαγή του 100% των κηρηθρών μέσα σε ένα χρόνο να είναι ίσως ο σημαντικότερος παράγοντας για να οδηγηθεί κάποιος στη ματαίωση του στόχου.

Η μελισσοκομία, αν και αυτή τη στιγμή αντιπροσωπεύει οικονομικά μόνο ένα μικρό ποσοστό του Ακαθάριστου Γεωργικού Εισοδήματος συμπεριλαμβάνεται στους πιο δυναμικούς κλάδους της πρωτογενούς παραγωγής της χώρας. Παράγει προϊόντα – τρόφιμα υψηλής βιολογικής και θρεπτικής αξίας, αναγνωρίσιμα από το καταναλωτικό κοινό και είναι κρίμα ενώ υπάρχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον απ’ τους μελισσοκόμους, αλλά και ζήτηση απ’ τους καταναλωτές να φτάνουμε στο σημείο να βλέπουμε ανθρώπους έπειτα από 4-5 χρόνια στην βιολογική μελισσοκομία να την εγκαταλείπουν και να επιστρέφουν στην συμβατική.

Στράτος Σαραντουλάκης
Μελισσοκόμος