Η μουσμουλιά

Η μουσμουλιά (επιστ. Εριοβοτρύα η ιαπωνική, Eriobotrya japonica) είναι δέντρο αειθαλές, ιθαγενές της Κίνας και Ιαπωνίας, που φτάνει τα 8 μέτρα. Γνωστή και ως μεσπιλέα (Πελοπόννησος), νεσπολιά ή νοσπολιά (Κέρκυρα), δεσπολιά (Κρήτη) και μεσπιλιά (Κύπρος) έχει μεγάλα δερματώδη, σκληρά πράσινα φύλλα.

Τα άνθη της είναι λευκοκίτρινα με χαρακτηριστική ευχάριστη οσμή πικραμύγδαλου. Η ανθοφορία της ξεκινάει το Νοέμβριο και διαρκεί μέχρι και τον Γενάρη ανάλογα με την περιοχή. Θεωρείται θαυμάσιο μελισσοκομικό φυτό, μιας και ανθίζει σε μια εποχή που δεν υπάρχουν πολλές επιλογές για τις μέλισσες. Οι τελευταίες έλκονται ιδιαίτερα απ’ τα άνθη της, όμως η εκμετάλλευση της εξαρτάται από τις θερμοκρασίες της εποχής.

Η μουσμουλιά δίνει και νέκταρ αλλά και γύρη, χρώματος ωχρόλευκου ή θαμπού μπεζ. Είναι πολύ ανθεκτική στη ζέστη αλλά και το κρύο, αντέχει μέχρι και – 12 βαθμούς. Πολλαπλασιάζεται εύκολα, ενώ έχει και γρήγορη ανάπτυξη. Στην Ελλάδα καλλιεργείται μαζί με άλλα δέντρα και σπανίως συστηματικά, όμως τα τελευταία χρόνια το ενδιαφέρον για τη μουσμουλιά έχει αναζωπυρωθεί καθώς παράγει φρούτα (τα μούσμουλα) σε μια εποχή που υπάρχει έλλειμμα από φρέσκα φρούτα.

Τα μούσμουλα έχουν γλυκιά και πικάντικη γεύση. Τα καταναλώνουμε και ωμά και αποξηραμένα, ενώ μπορούμε να φτιάξουμε και νόστιμες μαρμελάδες αλλά και λικέρ. Η καρποφορία του δέντρου αρχίζει από τον 5ο – 6ο χρόνο. Πλήρη παραγωγή έχουμε μετά το 10ο και για περίπου 40 χρόνια.

Advertisements

Μπανάνα, γύρη και μέλι

Μια λαχταριστή παραλλαγή του κλασικού smoothie με μπανάνα, γύρη και μέλι.

time

Χρόνος Εκτέλεσης
5 λεπτά
merides

Μερίδες
1
difficulty

Δυσκολία
Πολύ εύκολο

 

Συστατικά:
1 ώριμη μπανάνα
1 κουταλιά της σούπας μέλι
1 κουταλιά του γλυκού γύρη πολυανθική

Εκτέλεση:
Εάν δεν έχετε ξαναδοκιμάσει γύρη, ξεκινήστε με μικρότερη ποσότητα και παρατηρήστε τυχόν αλλεργικές αντιδράσεις. Ξεφλουδίστε τη μπανάνα και κόψτε την σε ροδέλες. Περιχύστε το μέλι και έπειτα γαρνίρετε με γύρη. Απολαύστε!

Γιαούρτι με γύρη και σπόρους τσία

Η γύρη των μελισσών θεωρείται μια τροφή πολύ υψηλής θρεπτικής αξίας. Περιέχει αμινοξέα, βιταμίνες και χιλιάδες ένζυμα. Λέγεται ότι βοηθά στη θεραπεία αλλεργιών, πεπτικών προβλημάτων, κατάθλιψης, ακμής και αρθρίτιδας. Απ’ την άλλη οι σπόροι τσία, το διατροφικό «μυστικό» των Αζτέκων, είναι μια υπερτροφή με πολλά οφέλη για την υγεία καθώς είναι πολύ πλούσιοι σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα.

time

Χρόνος Εκτέλεσης
5 λεπτά
merides

Μερίδες
1
difficulty

Δυσκολία
Πολύ εύκολο

 

Συστατικά:
250 γρ. γιαούρτι με πέτσα
1 κουταλιά της σούπας γύρη
1 κουταλιά της σούπας σπόροι τσία

Εάν δεν έχετε ξαναδοκιμάσει γύρη, ξεκινήστε με μικρότερη ποσότητα και παρατηρήστε τυχόν αλλεργικές αντιδράσεις. Οι σπόροι τσία είναι γεμάτοι με φυτικές ίνες, ωμέγα-3, αλλά και ασβέστιο! Μόλις 30γρ περιέχουν το 1/5 της ημερήσιας συνιστώμενης ποσότητας για έναν ενήλικα. Αφού αφήσετε τους σπόρους για λίγη ώρα μέσα στο γιαούρτι απορροφούν υγρασία και γίνονται πιο μαλακοί.

Το γιαούρτι είναι επίσης γεμάτο ασβέστιο, πρωτεΐνες και ευεργετικά βακτήρια. Τα γαλακτοκομικά προϊόντα που έχουν υποστεί ζύμωση, όπως το γιαούρτι, το κεφίρ κ.λπ., είναι βασικά σε παραδοσιακές δίαιτες σε όλο τον κόσμο και είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό ορισμένων πολιτισμών που διαθέτουν υψηλό προσδόκιμο ζωής. Πιστεύεται επίσης ότι το ασβέστιο στο γιαούρτι είναι πιο εύκολο να αφομοιωθεί από τον οργανισμό σε σχέση με το γάλα.

πηγή: tendingthegarden

Μαθήματα ιστορίας μέσα από τη… γύρη δίνει μελέτη από το ΑΠΘ

Ιστορική μνήμη διαθέτει η …γύρη καθώς, σύμφωνα με μελέτες επιστημόνων, ο κόσμος των φυτών θυμάται για αιώνες την ανθρώπινη παρουσία.

Η γύρη που αποτίθεται σε βάλτους, έλη και άλλες υγρές θέσεις, όπου μπορεί να διατηρηθεί για χιλιάδες χρόνια, διαμορφώνει το ‘αρχείο’ των αναμνήσεων” εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ Σαμψών Παναγιωτίδης, ο οποίος πραγματοποιεί μελέτες για την ιστορική εξέλιξη της βλάστησης ανασύροντας από διάφορες περιοχές, με ειδικό τρυπάνι, ίζημα σε διάφορα βάθη.

Φωτογραφία που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ Σαμψών Παναγιωτίδης.

Όταν ανασύρουμε το ίζημα και συλλέγουμε τη γύρη που είναι θαμμένη σε αυτό, η σχέση του ανθρώπου με το τοπίο και τη βλάστηση γύρω του, ξεδιπλώνεται στο πέρασμα του χρόνου. Κόβουμε δέντρα για το ξύλο τους και τότε η γύρη από αυτά μειώνεται. Διαμορφώνουμε τον ανοικτό χώρο σε βοσκοτόπι και τότε η γύρη από φυτά ανθεκτικά στη βόσκηση, κάνει την εμφάνισή της. Σε άλλη εποχή καλλιεργούμε τη γη και τότε φυτά των καλλιεργειών και τα ζιζάνιά τους κάνουν αισθητή την παρουσία τους. Ακόμη και η ξαφνική απουσία μας καταγράφεται καθώς η φυσική βλάστηση στην απουσία μας ανακάμπτει και διεκδικεί τον χώρο μας” λέει ο κ. Παναγιωτίδης.

Εντυπωσιακό παράδειγμα είναι η πρόσφατη μελέτη του, μαζί με τη δασολόγο, υποψήφια διδάκτορα στο πανεπιστήμιο της Κολωνίας Μαρία Παπαδοπούλου, που αφορά ανάλυση γύρης από ίζημα του βάλτου της Τριστινίκας, περιοχή που απέχει 4 χιλιόμετρα από την Τορώνη, σπουδαίο λιμάνι της αρχαιότητας και των αρχών του Βυζαντίου. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της ΑΡΙΣΤΕΙΑΣ ΙΙ (Επιχειρησιακό πρόγραμμα “Εκπαίδευση και Δια Βίου Μάθηση”) ως μέρος του ερευνητικού έργου: Ορυχεία, Ελιές, Μοναστήρια: προς μια περιβαλλοντική μακρο-ιστορία της Χαλκιδικής.

Στέλνουμε δείγματα σε εργαστήριο στο εξωτερικό για χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα και βγάζουμε πολύτιμα συμπεράσματα από το διάγραμμα της γύρης που στην περίπτωση της Τριστινίκας, αφορά το ανώτερο τμήμα του ιζήματος και καλύπτει την περίοδο των τελευταίων 3.500 ετών” αναφέρει ο κ. Παναγιωτίδης προσθέτοντας ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, οι επιστήμονες “βλέπουν” μέσω της γύρης, τη διαχρονική σχέση ανθρώπου/περιβάλλοντος και πως αυτή εξελίσσεται κατά τις κυριότερες ιστορικές περιόδους, από τη Μυκηναϊκή έως την Σύγχρονη Εποχή.

Η περίοδος της αρχαιότητας στην Τορώνη (Μυκηναϊκή/ Ρωμαϊκή εποχή) συνδέεται κυρίως με την καλλιέργεια της ελιάς, η οποία κορυφώνεται στην Κλασσική/Ελληνιστική περίοδο, ενώ η καλλιέργεια των σιτηρών (σίκαλη, σιτάρι) κορυφώνεται στο τέλος της (Ρωμαϊκή/πρώιμη Βυζαντινή).

Η εκτεταμένη εκτροφή αιγοπροβάτων επιβάλει τη φωτιά ως διαχειριστικό εργαλείο της βλάστησης με αποτέλεσμα πυρόφιλα φυτά (φυτά που η εξάπλωσή τους ευνοείται από τις πυρκαγιές) να έχουν πολύ έντονη παρουσία. Τα μεσογειακά πευκοδάση αφήνουν μικρό αποτύπωμα γύρης καθώς η Τορώνη και η Χαλκιδική γενικότερα, αποτελούν κύριες πηγές εμπορίας του ξύλου τους στον αρχαίο κόσμο.

Φωτογραφία που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ Σαμψών Παναγιωτίδης.

Η γύρη και η επιδημία πανώλης

Η γύρη λειτουργεί περίπου σαν δακτυλικό αποτύπωμα, σχεδόν αναλλοίωτο στον χρόνο και αξιόπιστο. Παρατηρούμε λοιπόν ότι τα μεσογειακά δάση κωνοφόρων εξαπλώνονται ταχύτατα κατά την περίοδο της πανώλης του Ιουστινιανού (6ος – 8ος αίωνας μ.Χ.), όταν η ανθρώπινη δραστηριότητα στην περιοχή καταρρέει. Η Τορώνη υπήρξε πολύ πιθανόν, θύμα της “πανώλης του Ιουστινιανού” που σάρωσε για δύο αιώνες τα παράλια κυρίως της ανατολικής Μεσογείου.

Η αρρώστια μεταφέρονταν με τα πλοία, που “φιλοξενούσαν” αρουραίους στα αμπάρια τους και χτύπησε πολλά λιμάνια. Το διάγραμμα γύρης δείχνει την απότομη κατάρρευση των καλλιεργειών (δημητριακά, ελιές) και την απότομη εξάπλωση των μεσογειακών πευκοδασών, καθώς η φωτιά, εργαλείο διαχείρισης της βλάστησης από τους βοσκούς, αλλά και η ίδια η βόσκηση εκλείπουν. Σαν ένα αόρατο χέρι να αφαίρεσε τον άνθρωπο από το τοπίο αυτού του σπουδαίου λιμανιού της Σιθωνίας” περιγράφει ο κ. Παναγιωτίδης.

Προχωρώντας στο χρόνο και σύμφωνα με τη μελέτη στην περιοχή, η δημιουργία των μοναστικών “μετοχίων” (ύστερη Βυζαντινή) και η γενικότερη οργάνωση της οικονομίας σε μικρές οικιστικές ενότητες (χωριά, οικισμοί) που εκτρέφουν μια ποικιλία ζώων σε μικρούς αριθμούς, έχουν ως συνέπεια την υποχώρηση των πυρόφιλων φυτών αφού η διαχείριση της βλάστησης μέσω της φωτιάς περιορίζεται.

Τα δάση δρυός, ως πηγή προϊόντων (ξυλοκάρβουνο, τροφή οικόσιτων ζώων) για τη μικρή οικιακή οικονομία, γνωρίζουν μια σύντομη έντονη ανάπτυξη κατά την ύστερη Βυζαντινή και τις αρχές της Οθωμανικής περιόδου. Η υποχώρησή τους τον 16ο αιώνα μ.Χ., εκτιμά ο κ. Παναγιωτίδης, πιθανόν σχετίζεται με την ακμάζουσα μεταλλευτική δραστηριότητα στη ΒΑ Χαλκιδική και τις τεράστιες ανάγκες της για κάρβουνο.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Νατάσα Καραθάνου

Η καστανιά

Η καστανιά (Castanea sativa) είναι ένα αιωνόβιο φυλλοβόλο δέντρο, ιθαγενές των εύκρατων περιοχών του βορείου ημισφαιρίου, που φτάνει μέχρι τα 30-35 μέτρα ενώ ζει έως και 500 χρόνια. Ο καρπός της, το κάστανο, βρίσκεται μέσα σε ένα ξυλώδες περίβλημα που έχει αγκάθια εξωτερικά και ανοίγει όταν οι καρποί ωριμάσουν. Κατά το μεσαίωνα αποτελούσε την τροφή των φτωχών.

Τα φύλλα της είναι χαρακτηριστικά, λογχοειδή, πριονωτά. Ευδοκιμεί στα ορεινά σε υψόμετρο πάνω από 250 και έως 800 μέτρα. Στην Ελλάδα καλλιεργείται σε αρκετές περιοχές ενώ θα την συναντήσει κανείς και σε άγρια μορφή. Η ανθοφορία της ξεκινά τον Ιούνιο και διαρκεί 15-20 μέρες αν ο καιρός το επιτρέψει καθώς είναι αρκετά ευαίσθητη στις βροχές. Τα άνθη της γονιμοποιούνται κυρίως απ’ τον άνεμο, αλλά τα έντομα επικονιαστές βοηθούν αρκετά.

Από μελισσοκομικής άποψης θεωρείται ένα απ’ τα σπουδαιότερα μελισσοκομικά φυτά. Κι αυτό γιατί η γύρη της, η οποία είναι κίτρινου χρώματος, είναι μια απ’ τις καλύτερες ποιοτικά. Οι μικρές παραφυάδες που θα βρεθούν σε καστανοδάση κατά την περίοδο της ανθοφορίας της, επωφελούνται απ’ την άφθονη και θρεπτικότατη αυτή γύρη και αναπτύσσονται ραγδαία, ενώ και οι βασίλισσες που παράγονται αυτή την περίοδο είναι πολύ παραγωγικές, μιας και ο βασιλικός πολτός με τον οποίο ταΐζονται είναι ανώτερος λόγω της παρουσίας των γυρεόκοκκων της καστανιάς.

Τα αποθέματα, σε γύρη, που συλλέγουν τα μελίσσια είναι τόσα πολλά που διαρκούν μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Έτσι η ανθοφορία της καστανιάς είναι ιδανική για τους μελισσοκόμους που θα επιλέξουν να πάνε εκείνη την εποχή στο πεύκο, όπου οι γύρες είναι δυσεύρετες.

Εκτός από γύρη, η καστανιά δίνει και νέκταρ, ειδικά αν προηγηθούν οι απαραίτητες βροχές. Το μέλι που προκύπτει είναι σκουρόχρωμο, συχνά κοκκινωπό, με χαρακτηριστικό έντονο άρωμα και υπόπικρη γεύση λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε γυρεόκοκκους. Λένε πως το μέλι που συλλέγεται απ’ τις άγριες καστανιές έχει μια ελαφρώς πιο πικρή επίγευση σε σχέση με τις καλλιεργούμενες.

Συνήθως δίδει και μελίτωμα κατά την ανθοφορία ή αμέσως μετά, τον Ιούλιο, από την αφίδα Myzocallis castanicola, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο σε δάση με άγριες καστανιές καθώς στις ήμερες τα ραντίσματα δεν αφήνουν τις αφίδες να επιβιώσουν. Έτσι το μέλι της καστανιάς παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στο χρώμα, από καφετί μέχρι βαθύ σκούρο ανάλογα απ’ το αν προέρχεται από νέκταρ, μελίτωμα ή συνδυασμό αυτών.

πηγές από: Μελισσοκομικά Φυτά (Αθανάσιου Πλακούτση), melissomania.gr , wikipedia

Ασπροκουνουκλιά (λαδανιά άσπρη)

Η λαδανιά η άσπρη (Cistus Salvifolius) που είναι γνωστή και ως ασπροκουνουκλιά ή αγριοφασκομηλιά είναι ένας φρυγανώδης θάμνος που μπορεί να φτάσει έως και το ένα μέτρο. Όπως και η λαδανιά η ροζ, έχει μικρά χνουδωτά φύλλα με χαρακτηριστικό άρωμα και μεγάλα άνθη με 5 πέταλα.

Αυτοφύεται σε άγονες και πετρώδεις πλαγιές από τους πρόποδες των βουνών μέχρι τα ορεινά. Προτιμά τις ηλιόλουστες θέσεις και έχει πραγματικά ένα απ’ τα πιο όμορφα άνθη της άνοιξης! Ανθίζει κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο, όμως η ανθοφορία της ανεβαίνει προς τα πάνω καθώς μπαίνει το καλοκαίρι και έτσι θα την συναντήσει κανείς στα ορεινά μέχρι και το τέλος του Ιούνη.

Δίνει νέκταρ και γύρη, πορτοκαλί χρώματος, η οποία θεωρείται εξαιρετικής ποιότητας. Κατά πολλούς η γύρη της λαδανιάς έχει και την ωραιότερη γεύση. Τις θερμές ώρες του καλοκαιριού εκκρίνει από τους βλαστούς και τα φύλλα μια ρητίνη που είναι γνωστή ως λάδανο και χρησιμοποιούνταν παλαιότερα ως φάρμακο. Το λάδανο οι μέλισσες το συλλέγουν και το μετατρέπουν σε πρόπολη. Είναι ένα πολύ σημαντικό μελισσοκομικό φυτό, που βοηθάει στην ανάπτυξη των μελισσιών.

Μελισσόψωμο

Το πιο γνωστό απ’ τα προϊόντα των μελισσών είναι φυσικά το μέλι, μια αρωματική γλυκαντική ουσία, υψηλής θρεπτικής αξίας. Πέρα απ’ αυτό όμως οι μέλισσες παράγουν το κερί, που χρησιμοποιούν ως δομικό υλικό καθώς είναι εύκαμπτο και ανθεκτικό στην υγρασία, αλλά και άλλα προϊόντα τα οποία είναι γνωστά κυρίως στους μελισσοκόμους και τους πιο «μυημένους».

Μελισσόψωμο αφού έχει εξαχθεί από την κηρήθρα. (φωτό: Chris Tonnesen)

Ένα απ’ αυτά είναι η πρόπολη μια κολλώδης ουσία η οποία προκύπτει από την συλλογή ρητινωδών εκκρίσεων από τους φλοιούς φυτών και χρησιμοποιείται για να σφραγίσει ρωγμές και τρύπες στην κυψέλη αλλά και για απολύμανση μιας και έχει αντιμικροβιακές ιδιότητες. Ο βασιλικός πολτός επίσης είναι μια παχύρρευστη, κρεμώδης ουσία που παράγεται από ειδικούς αδένες των μελισσών και προορίζεται για τη διατροφή των νεογέννητων και της βασίλισσας.

Κάθε ένα απ’ αυτά τα προϊόντα είναι συναρπαστικό από μόνο του, όμως η γύρη είναι ίσως το σημαντικότερο απ’ όλα. Ενώ οι μέλισσες χρησιμοποιούν το μέλι ως κύρια πηγή ενέργειας, η γύρη είναι αυτή που θα τους προσφέρει τις πρωτεΐνες, τις βιταμίνες και τα άλλα ζωτικά θρεπτικά συστατικά που χρειάζονται. Με τη πρώτη ματιά, η γύρη των μελισσών φαίνεται σαν ένα αρκετά απλό προϊόν – κατά τη διάρκεια της επικονίασης χιλιάδων λουλουδιών κάθε μέρα, οι εργαζόμενες συλλέκτριες μέλισσες λούζονται με κόκκους γύρης, μερικούς από τις οποίους συλλέγουν στα πίσω πόδια τους και μεταφέρουν στην αποικία τους.

Κηρήθρα με αποθηκευμένη γύρη. (φωτό: Josh Pollen)

Αυτή είναι η γύρη που διατίθεται συνήθως στην αγορά, κυρίως επειδή είναι σχετικά εύκολο να συλλεχθεί με μια γυρεοπαγίδα η οποία τοποθετείται στην είσοδο της κυψέλης και λόγω του ότι δυσκολεύει την μέλισσα να εισέλθει την αναγκάζει να χάσει απ’ τα πόδια της τη γύρη και να την αφήσει να πέσει σε ένα καλαθάκι. Όμως οι μέλισσες δεν τρώνε την γύρη έτσι, δηλαδή φρέσκια. Αντ ‘αυτού, αφού εισαχθούν στην κυψέλη συγκεντρώνονται και συσκευάζονται στις κηρήθρες όπου αναμιγνύονται με νέκταρ και πεπτικά υγρά ενώ στη συνέχεια σφραγίζονται με μια σταγόνα μελιού ώστε να διατηρηθούν.

Οι μελισσοκόμοι ονομάζουν αυτή τη μορφή γύρης «μελισσόψωμο» και αν αναρωτιέστε γιατί δεν κυκλοφορεί στην αγορά σε αυτή τη μορφή, αυτό συμβαίνει διότι είναι σχεδόν αδύνατον να εξαχθεί απ’ την κηρήθρα χωρίς αυτή να καταστραφεί. Γιατί όμως οι μέλισσες επεξεργάζονται την γύρη; Η φρέσκια γύρη έχει υψηλή περιεκτικότητα σε υγρασία και πρωτεΐνη και όταν εισάγεται στην κυψέλη βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με θερμοκρασίες που φτάνουν τους 37°C, συνθήκες ιδανικές για την ανάπτυξη μούχλας. Ωστόσο, τα πεπτικά υγρά των μελισσών είναι πλούσια σε βακτηρίδια γαλακτικού οξέος (Vasquez και Olofsson 2009) και μεταβολίζουν τα σάκχαρα στη γύρη, παράγοντας γαλακτικό οξύ και μειώνοντας το pH από 4,8 σε περίπου 4,1 (Mattila et al., 2012), μια τιμή που βρίσκεται κάτω από το γενικά αναγνωρισμένο όριο (4,6) για την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων.

Αριστερά: κηρήθρα με αποθηκευμένη γύρη. Δεξιά: σούπα αρακά με προνύμφες μελισσών και μελισσόψωμο.

Αυτό το μείγμα γύρης και πεπτικών υγρών είναι μια αρκετά διαφορετική ουσία από την φρέσκια ακατέργαστη γύρη των φυτών. Μάλιστα το μελισσόψωμο υπόκειται ένα είδος ζύμωσης που μοιάζει ιδιαίτερα με πρακτικές παρασκευής τροφίμων από ανθρώπους. Το ψωμί των μελισσών περιέχει γνωστά προβιοτικά όπως τα Oenococcus, Paralactobacillus και ιδιαίτερα το Bifidobacterium τα οποία αποδεδειγμένα μειώνουν τους παθογόνους μικροοργανισμούς. Πολλοί από αυτούς τους ευεργετικούς μύκητες είναι ευαίσθητοι σε μυκητοκτόνα στο περιβάλλον (Yoder et al., 2013), που συχνά εφαρμόζονται σε φυτικές καλλιέργειες.

Η μεγαλύτερη μικροβιακή ποικιλομορφία των ευεργετικών μικροβίων στις αποικίες μελισσών, συσχετίστηκε επίσης με τη μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία των ίδιων των μελισσών και αυτή η συμβίωση μεταξύ των μελισσών και των μικροβίων τους, όπως και στους ανθρώπους, γίνεται ολοένα και περισσότερο γνωστή ως πιθανό θεμελιώδες στοιχείο της συνολικής υγείας των αποικιών τους.

Βούτυρο από μελισσόψωμο.

Εκτός από τη συντήρηση η διαδικασία ζύμωσης της γύρης βοηθά στην καλύτερη αφομοίωση των θρεπτικών συστατικών της. Ορισμένες πρωτεΐνες διασπώνται σε αμινοξέα, τα άμυλα μεταβολίζονται σε απλά σάκχαρα και οι βιταμίνες γίνονται καλύτερα αφομοιώσιμες. Με αυτή την έννοια, το ψωμί των μελισσών είναι ακόμα πιο υγιεινό από τη συνηθέστερη φρέσκια γύρη των φυτών. Ωστόσο, η μετατροπή της γύρης σε μελισσόψωμο παρουσιάζει κάποιες ενδιαφέρουσες ιδιαιτερότητες. Η οξύτητα του γαλακτικού οξέως δημιουργεί μια πικρία στη γεύση ενώ η ζύμωση παράγει δευτερογενή φρουτώδη αρώματα.

Το πιάτο «The Whole Hive» ένα επιδόρπιο παγωτού με μελισσοκέρι, σάλτσα μελιού και γύρη.

Σε αυτό το πρότζεκτ του Nordic Food Lab χρησιμοποιήθηκε μελισσόψωμο σε διάφορες συνταγές, όπως σε μια σούπα αρακά με προνύμφες μελισσών αλλά και σε ένα επιδόρπιο παγωτού με μελισσοκέρι και σάλτσα μελιού. Οι ισχυρές βακτηριακές ιδιότητες του μελισσόψωμου το καθιστούν ιδανικό «εμβόλιο» για την έναρξη μιας γαλακτικής ζύμωσης σε μια κρέμα γάλακτος ή για τη δημιουργία βουτύρου.

πηγή: Nordic Food Lab