Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων

Το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και χαράδρας Αράχθου γεωγραφικά εκτείνεται στις ορεινές περιοχές, των νομών Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων (Κεντρική οροσειρά Πίνδου) είναι μια ανοιχτή χερσαία περιοχή περίπου 820 τετρ. χλμ. που ο  κύριος σκοπός ίδρυσής του είναι η διατήρηση της φυσικής και της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και της άγριας ζωής, παράλληλα με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που εναρμονίζονται με την προστασία της φύσης, έτσι ώστε όλα τα γνωρίσματα, φυσικά, ιστορικά και πολιτιστικά της προστατευόμενης περιοχής να διατηρηθούν ανεπηρέαστα για τις μελλοντικές γενιές.

Η πανίδα στο Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό χερσαίων, υδρόβιων και ιπτάμενων ασπονδύλων, αμφίβιων, ερπετών, πουλιών και θηλαστικών. Όσον αφορά στα σπονδυλόζωα έχουν καταγραφεί συνολικά 197 είδη, ενώ οι υπάρχουσες μελέτες που αφορούν τα ασπόνδυλα είναι περιορισμένες και ως σήμερα παραμένει άγνωστος ο αριθμός των ειδών που ζουν στα ενδιαιτήματα της περιοχής. Στα αλπικά λιβάδια ζουν πολλά είδη πεταλούδων, αλλά και νυχτοπεταλούδων. Ορισμένα είδη πεταλούδων έχουν περιορισμένη παγκόσμια εξάπλωση και κάνουν στην περιοχή μια από τις λιγοστές εμφανίσεις τους στον ελλαδικό χώρο.

The Spotted Fritillary- Melitaea didyma

Εκτός από τα Λεπιδόπτερα, ενδημισμός παρατηρείται και σε άλλες οικογένειες των εντόμων όπως τα ορθρόπτερα, τα κολεόπτερα και τα χερσαία ασπονδύλα, τα οποία αν και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύ κοινό, έχουν ιδιαίτερη επιστημονική και βιογεωγραφική αξία.

The moth – Zygaena transalpina

Στα κρυστάλλινα νερά των παραπόταμων του Αράχθου και του Αχελώου ζουν 7 είδη ψαριών, ενώ ακόμη διατηρούνται ορισμένοι αμιγείς πληθυσμοί της άγριας πέστροφας. Στα ρέματα, τα υγρά αλπικά λιβάδια, στους εποχικούς νερόλακκους της περιοχής αναπαράγονται 6 είδη αμφιβίων. Ο ελληνικός βάτραχος (Rana graeca) ζει κοντά στην κοίτη των ορεινών ρεμάτων, η κιτρινομπομπίνα συναντάται σε υγρές θέσεις με βλάστηση, ενώ οι φρύνοι και οι σαλαμάνδρες μετά την περίοδο αναπαραγωγής τους βρίσκουν καταφύγιο στα δάση.

Η Κίτρινη μπομπίνα (The Yellow – bellied toad)

Στα διαφορετικά ενδιαιτήματα του πάρκου βρίσκουν καταφύγιο 19 είδη της ερπετοπανίδας (1 χερσαία χελώνα, 8 είδη σαυρών και 10 είδη φιδιών). Οι πληθυσμοί πολλών ειδών αυτής της παρεξηγημένης ομάδας ζώων, έχουν μειωθεί, λόγω των πιέσεων από ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Τα ερπετά είναι σημαντικά για τα οικοσυστήματα και στις τροφικές αλυσίδες τόσο ως θηρευτές όσο και ως θηράματα.

Η σαλαμάνδρα της φωτιάς (The Fire salamander)

Όλα τα είδη των ερπετών προστατεύονται σύμφωνα με την ελληνική και την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ενώ για ορισμένα είδη όπως τα φίδια (Elaphe quatuorlineata, Zamenis situla), η μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni), ισχύει πιο αυστηρό πλαίσιο προστασίας και σαν χώρα έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσουμε ειδικότερα μέτρα, προκειμένου να προστατεύσουμε τους πληθυσμούς τους. Επιπλέον, στο Εθνικό Πάρκο καταγράφηκε για πρώτη φορά η παρουσία της οχιάς των λιβαδιών (Vipera ursinii) που αποτελεί ενδημικό υποείδος της οροσειράς της Πίνδου.

Όρνιο (The Griffon Vulture)

Η περιοχή φιλοξενεί σημαντικό αριθμό στρουθιόμορφων και αρπακτικών πτηνών (περίπου 150 είδη). Η παρουσία πολλών ειδών των αρπακτικών, καθώς και πολλών μεγάλων θηλαστικών δικαιολογεί και την αναγκαιότητα θεσμοθέτησης της περιοχής ως Εθνικού Πάρκου. Συνολικά συναντώνται εδώ 36 είδη αρπακτικών των οικογενειών Accipitridae, Falconidae. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο χρυσαετός (Aquila chrysaetos),  το Όρνιο (Gyps fulvus), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus), ο Πετρίτης (Falco peregrinus) κ.α..

Αετομάχος (The Red – backed shrike)

Στα κωνοφόρα δάση φωλιάζουν 7 ειδών δρυοκολαπτών μεταξύ αυτών ο μαύρος δρυοκολάπτης (Dryocopus martius), ενώ οι ορθοπλαγιές του Λάκμου και των Τζουμέρκων αποτελούν κατάλληλο ενδιαίτημα φωλεοποίησης για αρκετά ορεινά είδη, όπως ο χιονόστρουφος (Montifringilla nivalis), η χιονάδα (Eremophila alpestris), τα οποία αναζητούν τη λεία τους στα αλπικά και υποαλπικά λιβάδια της περιοχής.

The Greater Horseshoe bat

Το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική περιοχή για τα θηλαστικά, καθώς στα διαφορετικά ενδιαιτήματα της περιοχής έχει καταγραφεί η παρουσία του ¼ των ειδών των θηλαστικών που απαντώνται στην Ελλάδα (30 είδη θηλαστικών που ανήκουν σε 17 οικογένειες). Πιο αναλυτικά, στην περιοχή ζουν 4 είδη εντομοφάγων (Insectivora), ένα είδος λαγόμορφου (Lagomorpha), και 8 είδη τρωκτικών (Rodentia), 4 είδη πληφόρων αρτιοδάκτυλων θηλαστικών (Artiodactyla) και 8 είδη σαρκοφάγων θηλαστικών.

Στα σπήλαια και στις σχισμές των βράχων ζουν τουλάχιστον 5 είδη χειροπτέρων (οικογενειες Rhinilophidae και Vespertilionidae), τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας εξαιτίας της καταστροφής των ενδιαιτημάτων τους.

Αγριόγιδο

Η παρουσία της Αρκούδας (Ursus arctos) είναι αισθητή στο μεγαλύτερο τμήμα του Εθνικού Πάρκου, η οποία για να ικανοποιήσει τις τροφικές της ανάγκες μετακινείται σε μεγάλες αποστάσεις. Η ευρύτερη περιοχή αποτελεί το νοτιοδυτικό όριο της γεωγραφικής εξάπλωσης της αρκούδα στη χώρα μας. Ο αγριόγατος (Felis sylvestris), είναι ένα εντυπωσιακό αιλουροειδές που μπορεί να σας ξαφνιάζει αν αποφασίσετε να διαβείτε τα δασωμένα μονοπάτια στο Εθνικό Πάρκο. Οι καλοί ιχνηλάτες, σίγουρα θα βρουν βιοδηλωτικά ίχνη της βίδρας (Lutra lutra) κατά μήκος των οχθών των ποταμών, παρόλο που τα τελευταία χρόνια οι πληθυσμοί της έχουν μειωθεί σημαντικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, εξαιτίας της ανθρώπινης όχλησης και της μείωσης της τροφής της.

Το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica), διατηρεί μικρούς πληθυσμούς τα Τζουμέρκα και συναντάται σε επικλινείς καλυμμένες με δάση πλαγιές που καταλήγουν προς τα πάνω σε απόκρημνες κορυφές με σάρες, λούκια και περισσότερο ή λιγότερο οριζόντια διαζώματα με άφθονη ποώδη βλάστηση που συνήθως γειτνιάζουν αναλόγως του υψομέτρου με υπαλπικά λιβάδια. Η παρουσία του Ζαρκαδιού (Capreolus capreolus) αποτελεί ενδείκτη της πολυμορφίας και της ποικιλότητας των οικοσυστημάτων του Εθνικού Πάρκου.

Όσον αφορά στα κτηνοτροφικά είδη, αξίζει να αναφερθούμε στην εκτροφή του προβάτου καλαρρύτικης φυλής (μπούτσικο) από τους κατοίκους των χωριών Καλαρρύτες και  Συρράκο. Οι παλιοί κτηνοτρόφοι υποστηρίζουν ότι τα πρόβατα αυτής της φυλής προήλθαν από τη διασταύρωση του Ορεινού Ηπειρωτικού προβάτου με το πρόβατο της φυλής comisana, άτομα της οποίας μεταφέρθηκαν από τη Σικελία, στα μέσα του18ου αιώνα, από Συρρακιώτες εμπόρους με σκοπό την παραγωγή μαλλιού καλύτερης ποιότητας. Ο συνολικός πληθυσμός αυτής της φυλής στην Ελλάδα ανέρχεται σε 5.000 άτομα.

πηγή: tzoumerka-park.gr

Advertisements

Τζουμέρκα

Τα Αθαμανικά Όρη, ή αλλιώς Τζουμέρκα, είναι ένας μεγάλος ορεινός όγκος της Κεντρικής Πίνδου με ποικιλόμορφο τοπίο, πλούσια βλάστηση στα χαμηλά και όμορφα αλπικά οροπέδια. Η παραδοσιακή ονομασία «Τζουμέρκα» σημαίνει «ελλέβορος» στα σλάβικα, ενώ η επίσημη ονομασία «Αθαμανικά» κατάγεται από το αρχαίο φύλο των Αθαμάνων που άκμασαν στη περιοχή τον 3ο αιώνα π.Χ.

tzoumerka1

Τα Αθαμανικά Όρη είναι μια μακρόστενη οροσειρά που εκτείνεται από βορά προς νότο σε ένα μήκος 30 χλμ. και οριοθετεί τρεις νομούς: Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων, χωρίζοντας σαν τείχος την Ήπειρο με την Θεσσαλία. Η οροσειρά χωρίζεται σε δύο κύρια τμήματα από το Μελισσουργιώτικο ποτάμι, την Κακαρδίτσα στα βόρεια που βρίσκεται στα όρια των νομών Ιωαννίνων και Τρικάλων και στα κυρίως Τζουμέρκα στα νότια που το μεγαλύτερο τμήμα τους ανήκει στον νομό Άρτας. Ψηλότερες κορυφές του βόρειου τμήματος είναι η Κακαρδίτσα (2.429 μ.), ο Καταραχιάς (2.299 μ.), η Χίλια εξήντα (2.253 μ.), η Τσούμα Πλαστάρι (2.188 μ.) και ο Κρυάκουρας (2.100 μ.), ενώ στα νότια ξεχωρίζουν το Καταφίδι (2.393 μ.),  η Στρογγούλα (2.107 μ.),το  Γερακοβούνι (2.211 μ.), το Αγκάθι (2.080 μ.) και η Σκλάβα (2.067 μ.).

Στα βόρεια ο ορεινός όγκος χωρίζεται από την Περιστέρα με τα ρέματα του Μονοδεντρίου και του Νέγρη, δυτικά καταλήγει στην κοιλάδα του Άραχθου, ανατολικά ορίζεται από τον ποταμό Αχελώο και στα νότια καταλήγει στα Όρη του Βάλτου. Το βουνό αποτελείται από ασβεστόλιθο και φλύσχη με ένα μεγάλο πλήθος πηγών και μικρών ποταμών να το διατρέχουν και να σχηματίζουν πολλούς καταρράκτες, οι οποίοι καταλήγουν στον Άραχθο και στον Αχελώο. Στα ανατολικά του βουνού απλώνονται τα δύο οροπέδια της Κωστελάτας, ένα από τα πιο ιστορικά βοσκοτόπια της Ελλάδας.

Τα Τζουμέρκα στο παρελθόν είχαν πυκνά δάση, αλλά με τα χρόνια έχουν υποστεί έντονη αποψίλωση, από την εκτεταμένη υλοτομία και την κτηνοτροφία. Στα χαμηλά και στις χαράδρες απαντώνται πουρνάρια, αριές, φυλίκια, κουμαριές, κουτσουπιές, κοκκορεβυθιές και δάφνες, πιο ψηλά αναπτύσσονται φυλλοβόλα όπως γάβροι, φράξοι, σφενδάμια, βελανιδιές, οστριές, καστανιές και λίγες οξιές, Στα ρέματα αναπτύσσονται πλατάνια, ιτιές και σκλήθρα, λίγο ψηλότερα αναπτύσσονται δάση κωνοφόρων (έλατα και μαυρόπευκα) και στις κορφές απλώνονται τα μεγάλα αλπικά οροπέδια της περιοχής με τα στεπόμορφα χορτολίβαδα.

tzoumerka2

Συνολικά, στην περιοχή των Τζουμέρκων έχουν καταγραφεί περισσότερα από 500 είδη φυτών, αλλά θεωρείται ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα καθώς το βουνό δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά. Σημαντικά είδη της περιοχής είναι ο Solenanthus albanicus, οι ενδημικές Alchemilla fallax και A. plicatula, η κενταύρια Centaurea triamularia, το αγριογαρύφαλλο Dianthus sylvestris, η Alkanna noneiformis, ο Rhinanthus mediterraneus, το γάλιο Galium degenii, η Aubrieta scardica, η Achillea absinthoides, το Edraianthus graminifolius, η καμπανούλα Campanula rotundifolia, το Onosma helveticum, το Hieracium trikalense, το Sedum atratum, ο κρόκος Crocus veluchensis, ο κρίνος Lilium candidum, ο νάρκισσος Narcissus poeticus, η Saxifraga marginata, η φριτιλάρια Fritillaria thessala, οι αγριοπανσέδες Viola pyrenaica, V. orphanidis και πολλές ορχιδέες όπως οι Epipactis microphylla, Dactyloriza sambucina, D. saccifera, κ.α. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ανατολικές πλαγιές έχει διαπιστωθεί η παρουσία της ορχιδέας Ophrys insectifera, ενός σπάνιου είδους ορχιδέας της Ευρώπης που η Ελλάδα είναι το ανατολικότερο σημείο εξάπλωσης της.

Eκτιμάται ότι στην περιοχή απαντούν περίπου 100 είδη πουλιών μερικά από τα οποία είναι πολύ σπάνια όπως το όρνιο και ο ασπροπάρης. Άλλα αρπακτικά είδη που ζουν στο βουνό είναι ο χρυσαετός, ο σταυραετός, η γερακίνα, ο πετρίτης, το βραχοκιρκίνεζο, το διπλοσάινο, ο σφηκιάρης, το ξεφτέρι, ο μπούφος και ο φιδαετός. Η ορνιθοπανίδα συμπληρώνεται από είδη όπως βραχοτσοπανάκοι, μαύροι δρυοκολάπτες, σταυρομύτες, κιτρινοκαλιακούδες, κοκκινοκαλιακούδες, κοράκια, βουνοτσιροβάκοι, αετομάχοι, γυδοβυζάχτρες, γαλαζοκότσυφες, πυρροκότσυφες, τοιχοδρόμοι, χιονόσπινοι, χιονόστρουθοι, ενώ σημαντική είναι η παρουσία από σπάνιες πετροπέρδικες.

tzoumerka3(φωτ.: Πάνος Οικονόμου)

Η ερπετοπανίδα περιλαμβάνει την πολύ σπάνια οχιά των λιβαδιών (Vipera ursinii) με τα Τζουμέρκα να αποτελούν το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης στην Ευρώπη. Άλλα είδη είναι ο αλπικός τρίτωνας, η σαλαμάνδρα, η κιτρινομπομπίνα, ο γραικοβάτραχος, ο φρύνος, η πρασινόσαυρα, το νερόφιδο, η σαΐτα και η κοινή οχιά. Από τα θηλαστικά σημαντική είναι η περιστασιακή παρουσία της αρκούδας, του λύκου και του αγριόγατου. Αλλά είδη είναι οι βίδρες, τα ζαρκάδια, οι αγριόχοιροι, οι νυφίτσες, τα κουνάβια, οι ασβοί, οι αλεπούδες, οι λαγοί, οι δασομυωξοί, οι δεντρομυωξοί και οι σκίουροι. Τα αγριόγιδα, αν και έχουν  κυνηγηθεί πολύ, ακόμα ζούνε στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του βουνού. Στα νερά των γύρω ποταμών ζουν εννέα είδη ψαριών, με πιο χαρακτηριστικό είδος την πέστροφα.

πηγή: naturagraeca.com

Η Ήπειρος της περιπέτειας σε ένα βίντεο!

Ξεκλείδωσε τις αισθήσεις σου στην Ήπειρο! Με αυτό το σύνθημα και με ένα υπέροχο βίντεο για τις ομορφιές της περιοχής το Visit Greece καλεί τους ταξιδιώτης σε ένα από τα πιο υπέροχα μέρη της Ελλάδας. Εντυπωσιακές οροσειρές, άγρια δάση και μαγευτικά φυσικά τοπία είναι τα χαρακτηριστικά της Ηπείρου που έχει πολλά να δώσει και στους πιο περιπετειώδης τύπους…

Το γεφύρι της Πολιτσάς

Το γεφύρι της Πολιτσάς γεφυρώνει τον ποταμό Άραχθο και βρίσκεται στο δρόμο που ενώνει τα χωριά Φορτόσι και Αμπελοχώρι. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό έργο, που κοσμεί τη περιοχή και αποτελείται από τέσσερα τόξα, ένα κύριο και τρία βοηθητικά (ανακουφιστικά).

politsa3

Βρίσκεται σ’ ένα στένωμα του ποταμού, θεμελιωμένο πάνω σε βράχους, «πνιγμένο» όμως από μια «σύγχρονη» και άχαρη τσιμεντογεφύρωση που κατασκευάστηκε ακριβώς δίπλα του. Δεν υπάρχουν στοιχεία για το πότε και από ποιον χτίστηκε.

politsa2

Παλιότερα στην πλαγιά πάνω από το γεφύρι υπήρχε χάνι και ένας μικρός οικισμός. Το άνοιγμα του μεγαλύτερου τόξου του γεφυριού είναι 24 μέτρα περίπου και το ύψος του αγγίζει τα 14 μέτρα. Το ράφτινγκ στα νερά του Αραχθου είναι μια εμπειρία που πρέπει να βιώσετε αν ποτέ σας φέρει ο δρόμος εδώ.

politsa1

Η κατάβαση του ποταμού έχει πολλές διαδρομές και με βαθμό δυσκολίας που ποικίλλει. Η συνηθέστερη διαδρομή είναι από το γεφύρι της Πολιτσάς μέχρι το γεφύρι της Πλάκας, καθώς διασχίζει το ομορφότερο κομμάτι του φαραγγιού και μπορεί να γίνει όλο τον χρόνο. Είναι σχετικά εύκολη, αλλά έχει κάποια δύσκολα περάσματα. Διαρκεί περίπου 2 ώρες.

πηγές από: Άπειρος Γαία, Έθνος, Πέτρινα Γεφύρια

Το γεφύρι του Παπαστάθη

Μέσα στη χαράδρα του Άραχθου ποταμού, μεταξύ Δρίσκου και Ανατολικής βρίσκεται καλά κρυμμένο το γεφύρι του Παπαστάθη. Από το χωριό Ανατολική 30 χλμ από τα Ιωάννινα, κατεβαίνουμε περίπου 4 χλμ χωματόδρομο προς το ποτάμι.

papast2

Στρίβουμε δεξιά και, αφού περπατήσουμε ανάμεσα σε βράχια, αντικρίζουμε επιτέλους μπροστά μας το ωραίο αλλά εγκαταλειμμένο και από το ίδιο το ποτάμι γεφύρι, αφού μετατόπισε την κοίτη του, παρασέρνοντας μάλιστα και την μικρότερη του καμάρα. Αυτό το στολίδι της λαϊκής ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής είναι δυστυχώς δυσπρόσιτο. Ο τοπικός μύθος λέει πως όταν ο Άραχθος αγριεύει και κάνει μεγάλες κατεβασιές το βράδυ μπορεί κάποιος να ακούσει τις φωνές ενός Αράπη και ενός κόκορα οι οποίοι χτίστηκαν στα θεμέλια του γεφυριού.

papast1

Είναι από τα μακρύτερα γεφύρια του Νομού. Το μήκος του φθάνει τα 85 μέτρα. Ο πρωτομάστορας μάλλον από το χωριό Πράμαντα. Αποτελείται από τέσσερα άνισα τόξα καλοχτισμένα, όπου ανάμεσά τους ανοίγονται τρία μακρόστενα ανακουφιστικά ανοίγματα. Η μεγάλη του καμάρα, από την οποία δεν περνάει τώρα ούτε σταγόνα νερό, έχει άνοιγμα 23,7 μέτρα και ύψος 8,7 μέτρα. Το κατάστρωμα έχει πλάτος 2,7 μέτρα, ακολουθεί την γραμμή των τόξων, είναι στρωμένο με καλντερίμι. Δεξιά και αριστερά υπάρχει χαμηλό κατεστραμμένο στηθαίο από κάθετες πέτρες. Το γεφύρι είναι πολύ στέρεα χτισμένο. Αυτό φαίνεται και από τη θαυμάσια αντηρίδα σε σχήμα τρίπλευρης σκάλας, και από το ότι το 1942 που βομβαρδίστηκε η μεγάλη καμάρα του, έμεινε όρθιο.

papast3

Το γεφύρι του Παπαστάθη χτίστηκε το 1746 με χρήματα που συγκέντρωσε με κόπο ο μοναχός Αγάπιος της Μονής Βίλιζας. Στοίχισε συνολικά 350 βενετικά φλουριά. Ήταν πολύ μεγάλη η ανάγκη να γίνει το γεφύρι γιατί ο Άραχθος σε αυτό το σημείο έπνιγε κάθε χρόνο 3 με 4 ανθρώπους. Εκεί κοντά υπήρχε χάνι για τους ταξιδιώτες και τους αγωγιάτες. Το γεφύρι ένωνε μεταξύ άλλων τα Γιάννενα με τα χωριά Συρράκο και Καλαρρύτες. Ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης σε ένα διήγημά του περιγράφει μια διαδρομή μέσω γέφυρας Παπαστάθη.

(Τα στοιχεία για το γεφύρι Παπαστάθη από το βιβλίο ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ της Νίτσας Συνίκη – Παπακώστα, Έκδοση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων – Ιωάννινα 2002)
Φωτογραφίες: Vassilis Cholevas – flickr.com

Το γεφύρι της Κόνιτσας

Στην νοτιοδυτική άκρη της πόλης, ακριβώς στην είσοδο της χαράδρας του Αώου, βρίσκεται το μεγάλο μονότοξο γεφύρι της Κόνιτσας, το οποίο κτίστηκε το 1870- 71 από συνεργείο 50 μαστόρων με επικεφαλής τον πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζο από την Πυρσόγιαννη. Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι που βρίσκεται στην Ήπειρο.

konitsa1

Το γεφύρι χτίστηκε με δωρεές των κατοίκων της πόλης και κυρίως του Γιαννιώτη Ιωάννη Λούλη, ο οποίες διέθεσε περίπου τα μισά από τα 120.000 γρόσια που κόστισε η κατασκευή του. Το 1823 ο Δημήτριος Λιάμπεης μαζί με άλλους κατοίκους της Κόνιτσας έχτισαν ξύλινη γέφυρα η οποία κατέρρευσε το 1833 σε μία μεγάλη κατεβασιά του Αώου.

konitsa2

Την ίδια χρονιά ο Παναγιώτης Σκουμπουρδής καί ο Βασίλειος Μάσιος ξανάστησαν στο ίδιο σημείο την ξύλινη γέφυρα η οποία όμως έπεσε λίγα χρόνια αργότερα. Έτσι το 1870 αποφασίστηκε να γίνει μία πέτρινη γέφυρα.

konitsa1

Το σημερινό  πέτρινο γεφύρι έχει διαστάσεις 36 μέτρα άνοιγμα και 20 μέτρα ύψος ενώ κάτω από την καμάρα του διακρίνεται η μικρή καμπάνα που σήμαινε για να προειδοποιήσει τους περαστικούς να μην διαβούν το γεφύρι όταν φυσούσε δυνατός άνεμος από το εσωτερικό της χαράδρας, οπότε και υπήρχε κίνδυνος να παρασυρθούν και να πέσουν.

konitsa3

Η τοποθεσία που βρίσκεται είναι μαγευτική με τον Αώο ποταμό να ρέει κάτω από την καμάρα του και το φαράγγι του Αώου να εντυπωσιάζει με την απίστευτη φυσική ομορφιά του.

πηγές: Δήμος Κόνιτσας, Πέτρινα Γεφύρια της Ελλάδος

 

Το φαράγγι που ενώνει δύο γίγαντες

Στην καρδιά της Πίνδου δύο από τα ομορφότερα χωριά της Ελλάδας ενώνονται με δύο μονοπάτια και χωρίζονται από έναν ποταμό που αυτή την εποχή περιβάλλεται από ένα πυρρόξανθο δάσος.

pindos1Σε πολλά σημεία του φαραγγιού δημιουργούνται μικρές, ειδυλλιακές λίμνες.

Στα νοτιοανατολικά του Νομού Ιωαννίνων, εκεί όπου ο τεράστιος Λάκμος ενώνεται με τα Τζουμέρκα, δύο χωριά έχουν την τύχη να έχουν στα πόδια τους ένα φαράγγι εκπληκτικής ομορφιάς το οποίο διακρίνεται για την άγρια, ανέγγιχτη φύση του. Για πολλούς ταξιδιώτες το Συρράκο και οι Καλαρρύτες ανήκουν, απλά και χωρίς μεγάλο συναγωνισμό, στα ομορφότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας. Χτισμένα στις πλαγιές των μικρότερων βουνών που ενώνουν το όρος Περιστέρι (Λάκμος) με την Καλιακούδα (βορειότερη κορυφογραμμή των Τζουμέρκων), οι δύο παραδοσιακοί οικισμοί περιβάλλονται από πυκνά δάση που τα διατρέχουν δεκάδες ρέματα που γεννιούνται στις χιονάδες των μεγάλων κορυφών.

Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες διατηρούν στο απόλυτο την παραδοσιακή ηπειρώτικη αρχιτεκτονική με τα πετρόχτιστα σπίτια και τις χαρακτηριστικές στέγες από σχιστόλιθο και κατέχουν ξεχωριστή θέση στα βλαχοχώρια της περιοχής που περιλαμβάνουν ακόμα το Παλαιοχώρι, το Βαθύπεδο και το Ματσούκι. Η γύρω περιοχή είναι γεμάτη από τοπωνύμια με υπέροχες βλάχικες ονομασίες αλλά και απομακρυσμένα ξωκλήσια και μονές, με κυρίαρχη τη Μονή Κηπίνας, που αξίζει κανείς να επισκεφθεί.

pindos4Μικρά γεφύρια σάς μεταφέρουν από τη μία όχθη του Χρούσια στην άλλη.

Τα δύο χωριά έχουν ως ξεκάθαρο σύνορο ένα φαράγγι που είναι γνωστό με διάφορα ονόματα, από τα οποία έχει επικρατήσει η ονομασία Φαράγγι του Σταυραετού. Στην κοίτη του φαραγγιού κυλάει ο ποταμός Χρούσιας, που πήρε το όνομά του από τον μυθολογικό γενάρχη των βασιλιάδων της Ηπείρου Χρούσιο, γιο του Νεοπτόλεμου κι εγγονό του Αχιλλέα. Ο Χρούσιας γεννιέται στον Μέγα Τράπο, στην Πλάκα και την Κουρκούμπετα, τις νοτιότερες ψηλές κορυφές του Λάκμου, και με κατεύθυνση προς τα νότια ενώνεται μετά από τέσσερα χιλιόμετρα με το ρέμα Ξερολάγκαδο που έρχεται από το διάσελο της Γκρουμιλιάσας.

Στη συνέχεια ο ποταμός περνάει ανάμεσα από τα δύο χωριά, όπου σχηματίζεται το φαράγγι, και λίγο μετά στρέφεται προς τα δυτικά, όπου ενώνεται με τον Μελισσουργιώτικο και μαζί πλέον κυλάνε προς τον μεγάλο Αραχθο ποταμό.

Περπάτημα στο φαράγγι
Το συνολικό μήκος του φαραγγιού δεν ξεπερνάει, χονδρικά, τα 6 χλμ., και οι παλιές πλακόστρωτες στράτες που ένωναν τα δύο χωριά σάς κατεβάζουν εύκολα στην καρδιά του. Τα κύρια μονοπάτια τέμνουν κάθετα το φαράγγι στο βόρειο και το νότιο τμήμα του, δημιουργώντας έτσι μια κυκλική διαδρομή που περιλαμβάνει και αρκετό περπάτημα σε χωματόδρομους και άσφαλτο.

pindos2Οι πέτρινοι παλιοί νερόμυλοι ορίζουν το φθινοπωρινό τοπίο.

Ομως, αξίζει κανείς να κατέβει στην κοίτη και να περπατήσει παράλληλα με τον Χρούσια στα μικρότερα μονοπάτια που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι για να κατέβουν στον ποταμό, στους νερόμυλους, στα μικρά τους μποστάνια κοντά στις όχθες. Το μόνο πρόβλημα που μπορεί να συναντήσετε είναι η πυκνή βλάστηση που σε λίγα σημεία μπορεί να σας μπερδέψει. Με αφετηρία λοιπόν το Συρράκο και τα 1.150 μέτρα υψόμετρο, το πλακόστρωτο μονοπάτι φτάνει στην κοίτη του ποταμού, όπου βρίσκονται διάσπαρτοι παλιοί πετρόκτιστοι μύλοι και γεφύρια. Από εδώ μικρές διαδρομές σάς οδηγούν πιο βόρεια σε μια παράλληλη πορεία που συναντάει κανείς καταρράκτες και λιμνούλες, ανάμεσα στα κάθετα βράχια του φαραγγιού.

Για όσους διαθέτουν πιο εξερευνητικό πνεύμα, αξίζει να ακολουθήσουν προς τα νότια την κοίτη και να περπατήσουν μέσα στο πυκνό δάσος σε μια πορεία περίπου 2,5 χιλιομέτρων η οποία ενώνει το βόρειο πλακόστρωτο μονοπάτι με το νότιο. Κοντά στο τέλος της διαδρομής υπάρχει και το περίφημο γεφύρι της Κουιάσας. Η βλάχικη ονομασία του σημαίνει «σκιερός τόπος» και το μονότοξο γεφύρι με ύψος 18 μέτρα και μήκος 20 μέτρα στέκεται ακόμα ακμαίο, ενώνοντας τις δύο όχθες του Χρούσια. Από εδώ διαλέξτε να ανεβείτε στους Καλαρρύτες από το μονοπάτι και όχι από την άσφαλτο, σε μια μικρή διαδρομή που κοιτάει το πέταλο του Μπάρου και την επιβλητική κορφή του Καταραχιά.

Παρθένα, άγρια φύση
Η ονομασία Σταυραετός του φαραγγιού δεν είναι τυχαία, καθώς στην περιοχή ζουν μεγάλα σπάνια αρπακτικά της ορνιθοπανίδας, μαζί με δεκάδες άλλα μεγάλα και θαυμαστά ζώα.

pindos3Το παραδοσιακό Συρράκο είναι η αφετηρία για τις πεζοπορίες σας.

Οι ντόπιοι συμβουλεύουν τους πεζοπόρους να τραγουδάνε και να φωνάζουν στα περπατήματά τους, και αυτό γιατί μέσα στην πυκνή βλάστηση μπορεί να κρύβεται κάποια αρκούδα που κατέβηκε για αναζήτηση τροφής στο ποτάμι. Στον ουρανό πετάνε μεγαλόπρεποι χρυσαετοί, φιδαετοί και πετρίτες, στα κρύα νερά του ποταμού οι βίδρες κυνηγάνε ψάρια και καβούρια και μπορεί από μακριά να δείτε κάποιο ζαρκάδι να χώνεται με σβελτάδα στα πυκνά βάτα.

Το ιδιαίτερο γνώρισμα του φαραγγιού είναι η μεγάλη ποικιλία από δέντρα, η οποία δημιουργεί ένα πλούσιο μεικτό δάσος. Αυτή την εποχή μάλιστα τα δέντρα χαρίζουν στον ταξιδιώτη ένα πολύχρωμο σκηνικό, καθώς οι βελανιδιές, οι φλαμουριές, τα πλατάνια, οι κουτσουπιές και ένα σωρό άλλα είδη γεμίζουν από καφετιά, κόκκινα και κίτρινα χρώματα.

Κείμενο: Δαυίδ Κουτσογιαννόπουλος
Φωτογραφίες: ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΗΛΑΣ
πηγή: Έθνος