Τζουμέρκα: Το ακατέργαστο διαμάντι του ελληνικού τουρισμού

Θα μπορούσε να γίνει “τεύχος”- ωραίες ιστορίες, ενδιαφέροντες άνθρωποι, φύση αλήστου μνήμης, έκπαγλη, μια ομορφιά που σήμερα, συχνά, φαντάζει μνημειακή… Τα Τζουμέρκα- όπως ανεβαίνει ο δρόμος απ’ την Άρτα προβάλλουν σα λαξεμένος γρανίτης, άγριο αλλά στιλπνό διαμάντι στον ορίζοντα. Ο ορεινός όγκος των Τζουμέρκων, για την Ήπειρο, είναι τ’ ανέγγιχτο, αυθεντικό πετράδι στο στέμμα της.

Κουϊάσα- Πουλιάνα, ανάμεσα στο Συρράκο και τους Καλαρρύτες, ο «Χρούσιας», παραπόταμος του Αράχθου, δημιουργεί τον μικρό καταρράκτη και την βάθρα

Τα έργα υποδομών της τελευταίας 15ετίας έχουν βγάλει την περιοχή από την διαχρονική της απομόνωση: το πρώτο “boom” έγινε με την Εγνατία και τα τελευταία χρόνια η Ιονία Οδός και τα αεροδρόμια Ακτίου και Ιωαννίνων έχουν ολοκληρώσει ένα σύγχρονο επικοινωνιακό και μεταφορικό δίκτυο, πρωτόγνωρο για την περιοχή. Η διαδρομή από την Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη μέχρι τα Τζουμέρκα οριακά ξεπερνά τις 4 ώρες, ενώ ολοένα αυξάνονται οι καλοκαιρινοί επισκέπτες που επιλέγουν να βρεθούν- ακόμα και σαν μονοήμερη εκδρομή- από τις παραλίες της Λευκάδας, ή τα Σύβοτα, στα αλπικά Τζουμερκοχώρια.

Η κορυφή της Στρογγούλας, φθινόπωρο, στο ηλιοβασίλεμα

Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες, αυτά τα πέτρινα «Τολέδο» που σα να τα ζωγράφισε ο Ελ Γκρέκο στο ηπειρώτικο τοπίο, τα Πράμαντα, το μεγαλύτερο ορεινό χωριό της Ηπείρου (αν θεωρήσουμε Μέτσοβο και Κόνιτσα κωμοπόλεις σχεδόν) και δεκάδες ακόμα χωριά: ο Καταρράκτης, οι Μελισσουργοί, τα Άγναντα, τα Θεοδώριανα- μέσα στο δάσος και την πέτρα, ανάμεσα από ποταμούς και κάτω από νεφοσκεπείς ή κρυστάλλινες κορφές-αναζωογονούνται ήπια, αειφορικά. Ανθρωποκεντρικά πρωτίστως- το δημιουργικό σφρίγος και ο καθημερινός παλμός των Τζουμερκιώτικων βουνών αργά αλλά σταθερά δυναμώνουν, οι τοπικές τους κοινωνίες μοιάζουν να επανασυστήνονται.

Άλογα της Πίνδου κοντά στο χωριό Καταρράκτης

«Πριν 15 χρόνια στα Τζουμέρκα υπήρχαν περίπου 250 κλίνες, σήμερα είναι 683», λέει ο Γιώργος Γκιόκας, διευθυντής της Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού Ηπείρου. «Η περιοχή αναπτύσσει ένα τουριστικό προϊόν με ποιοτικά χαρακτηριστικά: επισκεψιμότητα όλες τις εποχές του χρόνου, μεγάλη γκάμα εναλλακτικών δραστηριοτήτων στο βουνό, σοβαροί επιχειρηματίες και “επαναλαμβανόμενοι” τουρίστες, που έρχονται ξανά και ξανά».

«Τα καταλύμματα είναι στη μεγάλη τους πλειοψηφία νεόδμητα και καλαίσθητα, με μικρό οικολογικό αποτύπωμα- δεν υπάρχουν τεράστιες μονάδες αλλά διάσπαρτα, μικρά συγκροτήματα», σχολιάζει ο Βαγγέλης Σταμάτης, που μαζί με τον αδερφό του Βασίλη, λειτουργούν τους “Ορίζοντες Τζουμέρκων”, μια από τις (βραβευμένες) τουριστικές επιχειρήσεις που δίνουν νέα πνοή στην ευρύτερη περιοχή.

Είθε, ριπές δροσιάς απ’ το κρυστάλλινο αεράκι των Τζουμέρκων και χρώματα φθινοπωριάτικα απ’ τα δάση τους- και λόγια μετρημένα των ανθρώπων τους να διαπερνούν κι αυτό το ρεπορτάζ.

Μπάμπης Τριανταφύλλου και Πόλα Μαρκόζη_ Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων.

«Εδώ ο ήλιος είναι το ρολόι μας και ο καιρός το ημερολόγιό μας».

Οικογένεια Τριανταφύλλου

«Σήμερα έχει φοβερό, άπλετο ήλιο. Το πρωί φυσούσε δυνατά, άπνοια τώρα, κρύσταλλο φαίνονται όλα. Στο πλάι ο ήλιος, παίζουν σκιές στο βουνό, στα δέντρα. Γλυκειά ώρα», μου λέει ο Μπάμπης Τριανταφύλλου. Μαζί με τη σύζυγό του, Πόλα Μαρκόζη, τους συναντώ στο ίδιο, παραμυθένιο μέρος όπου τους πρωτογνώρισα το καλοκαίρι του 2010, στο Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων στους πρόποδες της εντυπωσιακής κορφής της Στρογγούλας. «Οχτώ χρόνια μετά το μόνο που δεν έχει αλλάξει είναι η ποιότητα ζωής, ίσα ίσα που είναι ολοένα και καλύτερη γιατί είμαστε πιο έμπειροι, ξέρουμε καλύτερα τον τόπο», μου λένε. Αθηναίοι και οι δυο, χωρίς καμιά καταγωγή από τα Τζουμέρκα, ανέλαβαν το εγκαταλειμμένο καταφύγιο πριν δώδεκα χρόνια. «Όταν το είδαμε, πριν ακόμα σβήσουμε το τσιγάρο μας, αποφασίσαμε ότι θέλουμε να ζήσουμε εδώ. Καλή ζωή για εμάς σημαίνει ύπαρξη αγάπης, καλή διατροφή, ασφάλεια, ποιοτικός χρόνος». «Λοιπόν, πως κυλάει ο χρόνος εδώ πάνω;», τους ρωτάω. «Εδώ ο ήλιος είναι το ρολόι μας και οι καιρικές συνθήκες το ημερολόγιό μας. Πορευόμαστε μες στη μέρα με τον ήλιο, μέσα στο έτος με τον καιρό- ανάλογα την εποχή κάνουμε αυτά που μας επιτρέπει η φύση. Αυτός είναι ο τρόπος ζωής και ο προγραμματισμός μας».

Φθινόπωρο στο πευκοδάσος του Προφήτη Ηλία, πάνω από τα Άγναντα

«Τα παιδιά σας, ο Ορέστης και η Αγγελίνα, μεγαλώνουν σε έναν τόπο “Lord of the Rings”…». «Είναι, νομίζω, ισορροπημένα παιδιά και έχουν την ικανότητα της προσαρμοστικότητας γιατί δεν ζουν στο ίδιο, κλειστό περιβάλλον ενός διαμερίσματος», λέει η Πόλα. «Αυτή είναι η ευλογία, το καλύτερο πράγμα που κάναμε για την κοινωνία είναι ότι μεγαλώνουμε δυο παιδιά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ζούνε σ’ έναν πολύ όμορφο τόπο, όπου τους επισκέπτονται άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο. Και αποκτούν τόσες εικόνες και γνώσεις, σαν να κάνουν ολιγοήμερα ταξιδάκια σε όλη τη γη- τέτοιο προνόμιο δε θα μπορούσα ποτέ να το σκεφτώ, πόσω μάλλον να το σχεδιάσω». «Σε αυτούς που μου λένε ότι τα παιδιά μου δεν θα έχουν τις ευκαιρίες που θα είχαν στην πόλη, απαντώ ότι έχουν κάτι που δε διδάσκεται», συμπληρώνει ο Μπάμπης. «Αλλά και τυπικά να το εξετάσεις, η περιοχή έχει τις υποδομές για να ζήσει μια οικογένεια- σχολεία από Δημοτικό μέχρι Λύκειο, φροντιστήριο αγγλικών, μαθήματα μουσικής και χορού, αθλητικό κέντρο. Και γρήγορο ίντερνετ», λέει γελώντας. «Τα Τζουμέρκα δεν είναι τόπος που αναπτύσσεται οικονομικά αλλά ερημώνει κοινωνικά- δεν αυξάνεται τυπικά το ΑΕΠ. Τη Δευτέρα το πρωί υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι, έχει ζωή ο τόπος και πέρα απ’ τις αργίες και τα σαββατοκύριακα, δεν είναι Ντίσνεϋλαντ».

Κώστας Μαυροπάνος_ Ο φωτογράφος που απαθανατίζει τα Τζουμέρκα

«Πρέπει να ζεις εδώ για να κάνεις αυτές τις εικόνες».

«Γεννήθηκα στα Άγναντα της Άρτας, κεφαλοχώρι των Τζουμέρκων.Χωρίς σπουδές φωτογραφίας, περιπλανιέμαι, χρόνια τώρα, με εφόδιο το συναίσθημα και τη συγκίνηση που προκαλεί το ελληνικό τοπίο», λέει ο Κώστας Μαυροπάνος, ένας αυθεντικός καλλιτέχνης της φωτογραφίας, ανεπιτήδευτος και αφοσιωμένος στην απεικόνιση του τόπου που γεννήθηκε και ζει. «Μέσα από τις φωτογραφίες μου προσπαθώ να αγγίξω την ψυχή, την ομορφιά και την ποίηση ενός τόπου πλούσιου σε εικόνες, χρώματα, φως και αντιθέσεις».

Συναντιόμαστε στο καφέ που πρόσφατα ο ίδιος ξεκίνησε να λειτουργεί στην κεντρική πλατεία των Αγνάντων, με την επιβλητική Στρογγούλα να δεσπόζει από πάνω μας. Ο Κ. Μαυροπάνος είναι και παθιασμένος συλλέκτης- ανακαίνισε θαυμάσια τον νερόμυλο και την νεροτριβή του χωριού του, δημιουργώντας ένα λιλιπούτειο μουσείο υδροκίνησης, γεμάτο από τα λαογραφικά είδη που διαχρονικά συγκεντρώνει.

Και η αίθουσα του καφέ είναι γεμάτη από αντικείμενα/ ενθυμήματα περασμένων καιρών. Παλιές φωτογραφικές μηχανές, ένα μουσειακό ραδιόφωνο, μηχανή προβολής φιλμ- όμορφος, ζεστός χώρος. Στον προτζέκτορα θαυμάζω τις εικόνες που σημάδεψε και εξαίσια αποτύπωσε ο φωτογράφος με το οξυδερκές, ενστικτώδικο κλείστρο του- τοπία, άνθρωποι και ζώα των Τζουμέρκων, ένας κόσμος απαράμιλλης ομορφιάς.

Ο ανακαινισμένος νερόμυλος στα Άγναντα, εξωτερική άποψη.

Συλλεκτικές εικόνες που, κακά τα ψέματα, πρέπει να ζεις σ’ αυτόν τον τόπο για να τις απαθανατίσεις. Η φωτογραφική τέχνη του Μαυροπάνου δεν είναι ταξιδιωτικής φύσης, ούτε έχει προκύψει μετά από τριήμερες εξορμήσεις στο βουνό- είναι καρπός μιας ολόκληρης ζωής, συναρπαστική σαν βίωμα γιατί από αυτό έχει προκύψει. Τον ευχαριστώ από καρδιάς για την παραχώρηση του δικαιώματος δημοσίευσης αυτών των στιγμιοτύπων ζωής και φύσης των Τζουμέρκων, αυτών των αντανακλάσεων της ζωής του στα ηπειρώτικα βουνά.

Οι δύο μαχαλάδες των Αγνάντων, Πάνω και Κάτω, χωρίζονται από το ποτάμι. Το πέτρινο καλντερίμι (Κοδέλες), τους ενώνει.

Νίκος Ζάψας_ «Θέασις Ιgloo».

«Μακάρι να αποφύγουν τα Τζουμέρκα την “ανάπτυξη” που κατέστρεψε άλλες περιοχές»

«Είχαμε καλές δουλειές στην Άρτα, και εγώ και η γυναίκα μου, Βασιλική Μήτσιου- τις αφήσαμε πριν δεκατρία χρόνια και ήρθαμε εδώ, με δυο μικρά παιδιά», μου λέει ο Νίκος Ζάψας στην οικογενειακή επιχείρησή τους στους Κτιστάδες (Άγναντα Άρτας). «Η φιλοσοφία μας δεν ήταν να κάνουμε κάτι για τα χρήματα αλλά να φτιάξουμε μια βιώσιμη, οικογενειακή επιχείρηση για να βιοποριζόμαστε. Χρειάστηκε να κάνουμε πολύ υπομονή, τα Τζουμέρκα ήταν άγνωστος προορισμός και τα πρώτα χρόνια δύσκολα “βγαίναμε”. Αλλά όταν ο άνθρωπος θέλει κάτι πραγματικά, το αγαπά και το υποστηρίζει με συνέπεια, τα καταφέρνει».

Tο εσωτερικό του νερόμυλου στα Άγναντα, σήμερα με τη λαογραφική συλλογή του Κώστα Μαυροπάνου,

«Πως σας ήρθε η ιδέα με αυτά τα τόσο (ίδι)όμορφα καταλύμματα, σαν ιγκλού;», τον ρωτάω. «Θέλαμε να κάνουμε κάτι στο σχήμα του κύκλου- ο κύκλος και ο κώνος είναι σχήματα που δίνουν θετική ενέργεια στον χώρο και θετικά συναισθήματα στους ανθρώπους- έχουν αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν “οικοδυναμική”. Η αρχιτεκτονική των δικών μας καταλυμμάτων βασίζεται στις πυραμιδοειδείς καλύβες που χαρακτηρίζουν την ζωή των νομάδων όλου του κοσμου, από τους Σαρακατσαναίους με τα “κονάκια” τους, μέχρι τα “yurt” των Μογγόλων». Τα σπιτάκια είναι αυτόνομα, με κουζίνα και μια μεγάλη ξυλόσομπα στο κέντρο- η «κορυφή» του καθενός καταλήγει σε υαλοπέτασμα ώστε να φαίνεται ο έναστρος ουρανός.

Τζουμέρκα, κορυφή «Μπάρος», κοντά στα 2.000 μέτρα. Πίσω από τα βουνά η Θεσσαλία.

Μια οικογένεια από το Ισραήλ μόλις έχει φτάσει και ο Νίκος Ζάψας τους καλοσωρίζει στο «μικρό χωριό» που έχει διαμορφώσει. «Τα 2-3 τελευταία χρόνια το 60% των επισκεπτών μας είναι Ισραηλινοί», μου λέει. «Έγιναν κατάλληλες προωθητικές ενέργειες στο Ισραήλ- και απέδωσαν. Η όποια ανάπτυξη οφείλεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία- ήρθαμε κάποιοι “τρελαμένοι”, επενδύσαμε εδώ πάνω και παρασύραμε σε μια αναπτυξιακή κινητικότητα και τους Δήμους. Ο τόπος είναι πανέμορφος, αλλά από μόνο του αυτό δεν φτάνει».

«Πλέον τα νούμερα της επισκεψιμότητας κινούνται συνεχώς ανοδικά- δεν πρέπει όμως να εφυσυχάζουμε γιατί η Ελλάδα βρίθει από παραδείγματα περιοχών που αναπτύχθηκαν άναρχα, χωρίς σχέδιο, χωρίς σεβασμό στο περιβάλλον. Σε βάθος χρόνου αυτή η “ανάπτυξη” απέβη μοιραία- υποβαθμίστηκε το φυσικό περιβάλλον και διαμορφώθηκε ένα τουριστικό προϊόν που δεν έχει ποιότητα και εντέλει το πουλάνε φτηνά σε τουρίστες που έρχονται για να γίνουν “φέσι”. Αυτός είναι ο κίνδυνος από ’δω και πέρα. Ελπίζω να τον αποφύγουμε».

Φώτης Δελημήτρος_ Ορεινό Καταφύγιο Μελισσουργών.

«Πως αντέχετε να ζείτε στην πόλη;»

Όταν ο Φώτης Δελημήτρος, τον Οκτώβριο του ’13, 26 χρονών τότε, ανέλαβε με τον τότε συνεταίρο του το Ορειβατικό Καταφύγιο των Μελισσουργών, το οίκημα, ιδιοκτησίας του τοπικού Δήμου, ήταν διαλυμένο. «Είχε καταντήσει να είναι στάβλος, κάποιος έβαζε τα γελάδια του- είχε φτιαχτεί για να λειτουργήσει ως καταφύγιο αλλά εμείς το παραλάβαμε κλειστό, σε πολύ κακή κατάσταση», μου λέει στην αυλή του καταφυγίου που, πέντε χρόνια μετά, θυμίζει το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι»…

«Η προσπάθεια ήταν συλλογική- μας βοήθησαν πολλοί φίλοι. Ήρθαμε όλοι μαζί και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε- “μαζέψαμε” τις υγρασίες και τα νερά, στοκάραμε, βάψαμε, στήσαμε την κουζίνα και ξεκινήσαμε να διαμορφώνουμε εσωτερικά τον χώρο. Τον δεύτερο χειμώνα ήταν όλα πολύ καλύτερα». Πλέον ο χώρος είναι «για διαφήμιση» του ελληνικού ορεινού τουρισμού- μπορεί να φιλοξενήσει έως 35 επισκέπτες, υπάρχει οργανωμένη κουζίνα, ενώ η σάλα με το τζάκι, τις παχιές φλοκάτες και την θέα στο βουνό έχει μαγνητικές ιδιότητες…. «Πλέον δεν είμαστε μόνο καταφύγιο αλλά και αναγνωρισμένο hostel», μου λέει ο Φώτης, ενώ εργάζεται με το λαπτοπ του πάνω στο μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι και με φόντο τις τζουμερκιώτικες κορυφογραμμές.

Ηλικιωμένος βοσκός στους Καλαρρύτες.

«Είναι ένας μικρός, ορεινός παράδεισος τα Τζουμέρκα», μου λέει ο ίδιος- «το αγαπημένο μου σύμπλεγμα είναι η περιοχή που ορίζουν τα χωριά Μελισσουργοί- Πράμαντα- Ματσούκι- Καλαρρύτες: εκεί μέσα έχει ποτάμια, βαθρες, φαράγγια, καταρράκτες, απίστευτες διαδρομές. Και πλέον έχουμε επισκέπτες απ’ όλον τον κόσμο- Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, ΗΠΑ, ακόμα και από Ινδία έχουν έρθει ορειβάτες. Και όλοι ενθουσιάζονται. Ειδικά οι Έλληνες, όσοι έρχονται πρώτη φορά θα επισκεπτούν ξανά την περιοχή δύο και τρεις φορές τον επόμενο χρόνο- ώστε να απολαύσουν τα Τζουμέρκα όλες τις εποχές. Γιατί καθεμιά σου δίνει άλλες εικόνες και εμπειρίες, άλλη συγκίνηση».

Το ελατοδάσος των Μελισσουργών, κοντά στο ορειβατικό καταφύγιο.

Φέυγοντας για την Άρτα, ο ήλιος δύει βάφοντας τα βουνά με ζεστές πινελιές. «Δεν σου λείπει η πόλη;», τον ρωτάω. «Είμαι μεγαλωμένος σ’ ένα χωριό της Μαγνησίας, τον Άγιο Γεώργιο Φερρών, αργότερα έζησα στην Θεσσαλονίκη. Λοιπόν, δε μου λείπει τίποτα από την πόλη, αυτά που προσφέρει, ένα σινεμά ή θέατρο τα κάνω επιλεκτικά. Με ρωτάνε συχνά, να όπως εσύ τώρα, πως αντέχω εδώ πάνω… – εγώ απορώ και ανταπαντώ, πως αντέχετε εσείς εκεί…».

Τσέκας Χρήστος_ Μάστορας μιας τέχνης που χάνεται.

«Μακάρι όλα τα ορεινά χωριά να ήταν ακόμα πέτρινα»

Συναντιόμαστε με τον πετρά Χρήστο Τσέκα στη Γέφυρα της Πλάκας, ακριβολογώντας στο βάθρο της που έχει απομείνει στην ανατολική όχθη του Αράχθου. Παραδοσιακός μάστορας της πέτρας είναι πια από τους ελάχιστους που απέμειναν να ασκούν αυτή την διαχρονική ηπειρώτικη τέχνη στα Τζουμερκοχώρια. Μιλήσαμε σε ένα διάλειμμα της εργασίας που ο ίδιος πρόσφερε εθελοντικά στην αποκατάσταση και συντήρηση του παλιού μονοπατιού που οδηγούσε στην ιστορική γέφυρα.

Όταν μου είπε πως πηγαινοέρχεται στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ για δουλειά, έμεινα, αφελώς μάλλον, έκπληκτος… «Δουλεύαμε στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου στο Ρόσκο (Roscoe). Ξεκινήσαμε πέρσι το φθινόπωρο, σταματήσαμε απ’ τον καιρό όπως χειμώνιαζε και ξαναπήγαμε το Πάσχα, μέχρι τον Ιούλιο. Πολύ δουλειά- απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ κόβαμε, πελεκάγαμε (πέτρες) και κτίζαμε σε στυλ βυζαντινό. Περιμένω τηλέφωνο για να ξαναπάω».

Δεν έχει δουλειές εδώ;

Κάτι πάει να κινηθεί με τους ξενώνες και τον τουρισμό, αλλά λίγα πράγματα ακόμη. Και οι μάστορες στα χωριά μας είναι πλέον μετρημένοι στα δάχτυλα, οι παλιοί αποσύρθηκαν, τα νέα παιδιά φεύγουν.

«Εδώ υπάρχει τεράστια παράδοση στην πέτρα και τα παλιά κτίσματα- όμως δεν τα συντηρούμε, δεν έχουμε αυτόν τον πολιτισμό… Πιο εύκολα γκρεμίζουμε. Ούτε το κράτος επενδύει χρήματα σε αυτή την τέχνη και την κληρονομιά- θα ήταν ωραίο να γίνει μια σχολή και να βγάζει νέους πετράδες, αλλά κι αυτοί που θα δουλέψουν μετά; Θα έπρεπε να υπάρχουν υποδομές και δράσεις, ένα πρόγραμμα αναστήλωσης παλιών κτηρίων».

Φθινόπωρο, ο Άραχθος ποταμός στη Γέφυρα Πλάκας. Σήμερα, με την γέφυρα ακόμα γκρεμισμένη, το τοπίο φαίνεται ακρωτηριασμένο. Σε δύο χρόνια οι ειδικοί εκτιμούν ότι το πρότζεκτ αναστήλωσης της γέφυρας θα έχει ολοκληρωθεί.

«Αν γινόταν οργανωμένα μια τέτοια προσπάθεια και τα χωριά μας ήταν όλα σαν το Συρράκο, θα υπήρχε ανταποδοτικότητα από τον τουρισμό, σίγουρα», μου λέει.

Γεράκι πάνω από το Συρράκο.

Παπαγεωργίου Δημήτρης_ Trekking (Hellas) στα Τζουμέρκα

«Τα Τζουμέρκα είναι οι ελληνικές Άλπεις»

Δημήτρης Παπαγεωργίου

Γεννημένος στα Τζουμέρκα (Κυψέλη) και μεγαλωμένος στην Άρτα, ο Δημήτρης Παπαγεωργίου είναι από τους πρωτοπόρους της ευρύτερης περιοχής στα σπορ του βουνού. «Ο πατέρας μου ήταν πετράς, κτίστης. Δούλευε σε όλα τα χωριά των Τζουμέρκων και το καλοκαίρι με έπαιρνε μαζί του- ανεβαίναμε στα βουνά και μου έδειχνε τα μονοπάτια που περπάταγε μικρός », μου λέει ο Δημήτρης. «Έτσι ερωτεύτηκα το βουνό. Και ειδικά τα Τζουμέρκα».

«Εικοσάρης έκανα σχολές βουνού, σχολές ποταμού- εκπαιδεύτηκα από τον Χρήστο Λάμπρη, που είναι επίσης Τζουμερκιώτης, ένας από τους πρώτους Έλληνες στα Ιμαλάϊα και την Ανταρκτική και ιδρυτής της TrekkingHellas, της πρώτης ελληνικής εταιρείας για δραστηριότητες στη φύση. Πλέον, είμαι ο ίδιος εκπαιδευτής οδηγών βουνού και διευθύνω το γραφείο της εταιρείας στα Τζουμέρκα- η βάση μας είναι στη Γέφυρα της Πλάκας. Από εκεί εξορμούμε για όλες τις δραστηριότητες».

Φθινόπωρο στα Τζουμέρκα.

Όπως;

Ράφτιγκ σίγουρα, canyoning επίσης, δηλαδή καταρρίχηση με σκοινια σε καταρράκτες- η περιοχή ευνοεί πολύ αυτή τη δραστηριότητα γιατί έχει πολλά νερά και καταρράκτες, με περισσότερες από δέκα διαδρομές canyoning όλες τις εποχές του χρόνου. Έχουμε ποδηλατικά events, ακόμα και πολυήμερα οπότε με καλά mountainbikes κυκλώνουμε τα Τζουμέρκα. «Τρέχουμε» πεζοπορικά προγράμματα από χωριό σε χωριό, όπου παρατηρούμε την τέχνη της πέτρας, την αρχιτεκτονική, τα μονοπάτια. Κάνουμε και περιβαλλοντική εκπαίδευση με σχολεία- μαθαίνουμε για τη μελισσοκομία, βλέπουμε την ζωή σε στάνες αλπικές, επισκεπτόμαστε μύλους και αλέθουμε για να φτιάξουμε ψωμί. Τον Φλεβάρη που έχουν παγώσει όλα οργανώνουμε και πάγο- αναρριχήσεις.

Καταρράκτης

«Τα Τζουμέρκα είναι ιδιαίτερη περιοχή, ένα βορειοαλπικό τοπίο με εκπληκτική φύση, βλάστηση και σπάνια φυτά- έχουν δέκα κορυφές πάνω από 2.000 μέτρα και περισσότερα από 12 είδη ενδημικών βοτάνων. Θυμάμαι μια οικογένεια Αμερικάνων που έκανε ράφτιγκ και είχαν ενθουσιαστεί, μου έλεγαν ότι αν δεν είχαν κλείσει τις επόμενες διακοπές τους στο Γκραν Κάνυον, εδώ θα ξανάρχονταν. Παλιοί ορειβάτες, δάσκαλοί μας, έλεγαν ότι προπόνηση στην Ελλάδα έκαναν σε 3 βουνά: στα Τζουμέρκα, στην Γκαμήλα και στον Όλυμπο».

Αγαπημένη σου δραστηριότητα στα Τζουμέρκα;

Το καγιάκ σε άγρια ποτάμια. Δεμένος στο σκάφος, με διπλό κουπί και περνάς τον Άνω Καλαρρύτικο, πηδάς από καταρράκτες και περνάς αφρισμένα νερά… Δυνατό ποτάμι για extreme καγιάκερς- έρχονται από το εξωτερικό και κατασκηνώνουν την άνοιξη για να “κάνουν” αυτά τα ποτάμια.

Τζουμέρκα, φθινόπωρο και πρώτα χιόνια.

Πηγή: huffingtonpost.gr
φωτογραφίες: Κώστας Μαυροπάνος
Facebook: Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων
Google: Ορεινό Καταφύγιο Μελισσουργών
Facebook: Trekking Hellas (Tzoumerka)

Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων

Το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και χαράδρας Αράχθου γεωγραφικά εκτείνεται στις ορεινές περιοχές, των νομών Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων (Κεντρική οροσειρά Πίνδου) είναι μια ανοιχτή χερσαία περιοχή περίπου 820 τετρ. χλμ. που ο  κύριος σκοπός ίδρυσής του είναι η διατήρηση της φυσικής και της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και της άγριας ζωής, παράλληλα με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που εναρμονίζονται με την προστασία της φύσης, έτσι ώστε όλα τα γνωρίσματα, φυσικά, ιστορικά και πολιτιστικά της προστατευόμενης περιοχής να διατηρηθούν ανεπηρέαστα για τις μελλοντικές γενιές.

Η πανίδα στο Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό χερσαίων, υδρόβιων και ιπτάμενων ασπονδύλων, αμφίβιων, ερπετών, πουλιών και θηλαστικών. Όσον αφορά στα σπονδυλόζωα έχουν καταγραφεί συνολικά 197 είδη, ενώ οι υπάρχουσες μελέτες που αφορούν τα ασπόνδυλα είναι περιορισμένες και ως σήμερα παραμένει άγνωστος ο αριθμός των ειδών που ζουν στα ενδιαιτήματα της περιοχής. Στα αλπικά λιβάδια ζουν πολλά είδη πεταλούδων, αλλά και νυχτοπεταλούδων. Ορισμένα είδη πεταλούδων έχουν περιορισμένη παγκόσμια εξάπλωση και κάνουν στην περιοχή μια από τις λιγοστές εμφανίσεις τους στον ελλαδικό χώρο.

The Spotted Fritillary- Melitaea didyma

Εκτός από τα Λεπιδόπτερα, ενδημισμός παρατηρείται και σε άλλες οικογένειες των εντόμων όπως τα ορθρόπτερα, τα κολεόπτερα και τα χερσαία ασπονδύλα, τα οποία αν και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύ κοινό, έχουν ιδιαίτερη επιστημονική και βιογεωγραφική αξία.

The moth – Zygaena transalpina

Στα κρυστάλλινα νερά των παραπόταμων του Αράχθου και του Αχελώου ζουν 7 είδη ψαριών, ενώ ακόμη διατηρούνται ορισμένοι αμιγείς πληθυσμοί της άγριας πέστροφας. Στα ρέματα, τα υγρά αλπικά λιβάδια, στους εποχικούς νερόλακκους της περιοχής αναπαράγονται 6 είδη αμφιβίων. Ο ελληνικός βάτραχος (Rana graeca) ζει κοντά στην κοίτη των ορεινών ρεμάτων, η κιτρινομπομπίνα συναντάται σε υγρές θέσεις με βλάστηση, ενώ οι φρύνοι και οι σαλαμάνδρες μετά την περίοδο αναπαραγωγής τους βρίσκουν καταφύγιο στα δάση.

Η Κίτρινη μπομπίνα (The Yellow – bellied toad)

Στα διαφορετικά ενδιαιτήματα του πάρκου βρίσκουν καταφύγιο 19 είδη της ερπετοπανίδας (1 χερσαία χελώνα, 8 είδη σαυρών και 10 είδη φιδιών). Οι πληθυσμοί πολλών ειδών αυτής της παρεξηγημένης ομάδας ζώων, έχουν μειωθεί, λόγω των πιέσεων από ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Τα ερπετά είναι σημαντικά για τα οικοσυστήματα και στις τροφικές αλυσίδες τόσο ως θηρευτές όσο και ως θηράματα.

Η σαλαμάνδρα της φωτιάς (The Fire salamander)

Όλα τα είδη των ερπετών προστατεύονται σύμφωνα με την ελληνική και την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ενώ για ορισμένα είδη όπως τα φίδια (Elaphe quatuorlineata, Zamenis situla), η μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni), ισχύει πιο αυστηρό πλαίσιο προστασίας και σαν χώρα έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσουμε ειδικότερα μέτρα, προκειμένου να προστατεύσουμε τους πληθυσμούς τους. Επιπλέον, στο Εθνικό Πάρκο καταγράφηκε για πρώτη φορά η παρουσία της οχιάς των λιβαδιών (Vipera ursinii) που αποτελεί ενδημικό υποείδος της οροσειράς της Πίνδου.

Όρνιο (The Griffon Vulture)

Η περιοχή φιλοξενεί σημαντικό αριθμό στρουθιόμορφων και αρπακτικών πτηνών (περίπου 150 είδη). Η παρουσία πολλών ειδών των αρπακτικών, καθώς και πολλών μεγάλων θηλαστικών δικαιολογεί και την αναγκαιότητα θεσμοθέτησης της περιοχής ως Εθνικού Πάρκου. Συνολικά συναντώνται εδώ 36 είδη αρπακτικών των οικογενειών Accipitridae, Falconidae. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο χρυσαετός (Aquila chrysaetos),  το Όρνιο (Gyps fulvus), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus), ο Πετρίτης (Falco peregrinus) κ.α..

Αετομάχος (The Red – backed shrike)

Στα κωνοφόρα δάση φωλιάζουν 7 ειδών δρυοκολαπτών μεταξύ αυτών ο μαύρος δρυοκολάπτης (Dryocopus martius), ενώ οι ορθοπλαγιές του Λάκμου και των Τζουμέρκων αποτελούν κατάλληλο ενδιαίτημα φωλεοποίησης για αρκετά ορεινά είδη, όπως ο χιονόστρουφος (Montifringilla nivalis), η χιονάδα (Eremophila alpestris), τα οποία αναζητούν τη λεία τους στα αλπικά και υποαλπικά λιβάδια της περιοχής.

The Greater Horseshoe bat

Το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική περιοχή για τα θηλαστικά, καθώς στα διαφορετικά ενδιαιτήματα της περιοχής έχει καταγραφεί η παρουσία του ¼ των ειδών των θηλαστικών που απαντώνται στην Ελλάδα (30 είδη θηλαστικών που ανήκουν σε 17 οικογένειες). Πιο αναλυτικά, στην περιοχή ζουν 4 είδη εντομοφάγων (Insectivora), ένα είδος λαγόμορφου (Lagomorpha), και 8 είδη τρωκτικών (Rodentia), 4 είδη πληφόρων αρτιοδάκτυλων θηλαστικών (Artiodactyla) και 8 είδη σαρκοφάγων θηλαστικών.

Στα σπήλαια και στις σχισμές των βράχων ζουν τουλάχιστον 5 είδη χειροπτέρων (οικογενειες Rhinilophidae και Vespertilionidae), τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας εξαιτίας της καταστροφής των ενδιαιτημάτων τους.

Αγριόγιδο

Η παρουσία της Αρκούδας (Ursus arctos) είναι αισθητή στο μεγαλύτερο τμήμα του Εθνικού Πάρκου, η οποία για να ικανοποιήσει τις τροφικές της ανάγκες μετακινείται σε μεγάλες αποστάσεις. Η ευρύτερη περιοχή αποτελεί το νοτιοδυτικό όριο της γεωγραφικής εξάπλωσης της αρκούδα στη χώρα μας. Ο αγριόγατος (Felis sylvestris), είναι ένα εντυπωσιακό αιλουροειδές που μπορεί να σας ξαφνιάζει αν αποφασίσετε να διαβείτε τα δασωμένα μονοπάτια στο Εθνικό Πάρκο. Οι καλοί ιχνηλάτες, σίγουρα θα βρουν βιοδηλωτικά ίχνη της βίδρας (Lutra lutra) κατά μήκος των οχθών των ποταμών, παρόλο που τα τελευταία χρόνια οι πληθυσμοί της έχουν μειωθεί σημαντικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, εξαιτίας της ανθρώπινης όχλησης και της μείωσης της τροφής της.

Το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica), διατηρεί μικρούς πληθυσμούς τα Τζουμέρκα και συναντάται σε επικλινείς καλυμμένες με δάση πλαγιές που καταλήγουν προς τα πάνω σε απόκρημνες κορυφές με σάρες, λούκια και περισσότερο ή λιγότερο οριζόντια διαζώματα με άφθονη ποώδη βλάστηση που συνήθως γειτνιάζουν αναλόγως του υψομέτρου με υπαλπικά λιβάδια. Η παρουσία του Ζαρκαδιού (Capreolus capreolus) αποτελεί ενδείκτη της πολυμορφίας και της ποικιλότητας των οικοσυστημάτων του Εθνικού Πάρκου.

Όσον αφορά στα κτηνοτροφικά είδη, αξίζει να αναφερθούμε στην εκτροφή του προβάτου καλαρρύτικης φυλής (μπούτσικο) από τους κατοίκους των χωριών Καλαρρύτες και  Συρράκο. Οι παλιοί κτηνοτρόφοι υποστηρίζουν ότι τα πρόβατα αυτής της φυλής προήλθαν από τη διασταύρωση του Ορεινού Ηπειρωτικού προβάτου με το πρόβατο της φυλής comisana, άτομα της οποίας μεταφέρθηκαν από τη Σικελία, στα μέσα του18ου αιώνα, από Συρρακιώτες εμπόρους με σκοπό την παραγωγή μαλλιού καλύτερης ποιότητας. Ο συνολικός πληθυσμός αυτής της φυλής στην Ελλάδα ανέρχεται σε 5.000 άτομα.

πηγή: tzoumerka-park.gr

Τζουμέρκα

Τα Αθαμανικά Όρη, ή αλλιώς Τζουμέρκα, είναι ένας μεγάλος ορεινός όγκος της Κεντρικής Πίνδου με ποικιλόμορφο τοπίο, πλούσια βλάστηση στα χαμηλά και όμορφα αλπικά οροπέδια. Η παραδοσιακή ονομασία «Τζουμέρκα» σημαίνει «ελλέβορος» στα σλάβικα, ενώ η επίσημη ονομασία «Αθαμανικά» κατάγεται από το αρχαίο φύλο των Αθαμάνων που άκμασαν στη περιοχή τον 3ο αιώνα π.Χ.

tzoumerka1

Τα Αθαμανικά Όρη είναι μια μακρόστενη οροσειρά που εκτείνεται από βορά προς νότο σε ένα μήκος 30 χλμ. και οριοθετεί τρεις νομούς: Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων, χωρίζοντας σαν τείχος την Ήπειρο με την Θεσσαλία. Η οροσειρά χωρίζεται σε δύο κύρια τμήματα από το Μελισσουργιώτικο ποτάμι, την Κακαρδίτσα στα βόρεια που βρίσκεται στα όρια των νομών Ιωαννίνων και Τρικάλων και στα κυρίως Τζουμέρκα στα νότια που το μεγαλύτερο τμήμα τους ανήκει στον νομό Άρτας. Ψηλότερες κορυφές του βόρειου τμήματος είναι η Κακαρδίτσα (2.429 μ.), ο Καταραχιάς (2.299 μ.), η Χίλια εξήντα (2.253 μ.), η Τσούμα Πλαστάρι (2.188 μ.) και ο Κρυάκουρας (2.100 μ.), ενώ στα νότια ξεχωρίζουν το Καταφίδι (2.393 μ.),  η Στρογγούλα (2.107 μ.),το  Γερακοβούνι (2.211 μ.), το Αγκάθι (2.080 μ.) και η Σκλάβα (2.067 μ.).

Στα βόρεια ο ορεινός όγκος χωρίζεται από την Περιστέρα με τα ρέματα του Μονοδεντρίου και του Νέγρη, δυτικά καταλήγει στην κοιλάδα του Άραχθου, ανατολικά ορίζεται από τον ποταμό Αχελώο και στα νότια καταλήγει στα Όρη του Βάλτου. Το βουνό αποτελείται από ασβεστόλιθο και φλύσχη με ένα μεγάλο πλήθος πηγών και μικρών ποταμών να το διατρέχουν και να σχηματίζουν πολλούς καταρράκτες, οι οποίοι καταλήγουν στον Άραχθο και στον Αχελώο. Στα ανατολικά του βουνού απλώνονται τα δύο οροπέδια της Κωστελάτας, ένα από τα πιο ιστορικά βοσκοτόπια της Ελλάδας.

Τα Τζουμέρκα στο παρελθόν είχαν πυκνά δάση, αλλά με τα χρόνια έχουν υποστεί έντονη αποψίλωση, από την εκτεταμένη υλοτομία και την κτηνοτροφία. Στα χαμηλά και στις χαράδρες απαντώνται πουρνάρια, αριές, φυλίκια, κουμαριές, κουτσουπιές, κοκκορεβυθιές και δάφνες, πιο ψηλά αναπτύσσονται φυλλοβόλα όπως γάβροι, φράξοι, σφενδάμια, βελανιδιές, οστριές, καστανιές και λίγες οξιές, Στα ρέματα αναπτύσσονται πλατάνια, ιτιές και σκλήθρα, λίγο ψηλότερα αναπτύσσονται δάση κωνοφόρων (έλατα και μαυρόπευκα) και στις κορφές απλώνονται τα μεγάλα αλπικά οροπέδια της περιοχής με τα στεπόμορφα χορτολίβαδα.

tzoumerka2

Συνολικά, στην περιοχή των Τζουμέρκων έχουν καταγραφεί περισσότερα από 500 είδη φυτών, αλλά θεωρείται ότι υπάρχουν πολλά περισσότερα καθώς το βουνό δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά. Σημαντικά είδη της περιοχής είναι ο Solenanthus albanicus, οι ενδημικές Alchemilla fallax και A. plicatula, η κενταύρια Centaurea triamularia, το αγριογαρύφαλλο Dianthus sylvestris, η Alkanna noneiformis, ο Rhinanthus mediterraneus, το γάλιο Galium degenii, η Aubrieta scardica, η Achillea absinthoides, το Edraianthus graminifolius, η καμπανούλα Campanula rotundifolia, το Onosma helveticum, το Hieracium trikalense, το Sedum atratum, ο κρόκος Crocus veluchensis, ο κρίνος Lilium candidum, ο νάρκισσος Narcissus poeticus, η Saxifraga marginata, η φριτιλάρια Fritillaria thessala, οι αγριοπανσέδες Viola pyrenaica, V. orphanidis και πολλές ορχιδέες όπως οι Epipactis microphylla, Dactyloriza sambucina, D. saccifera, κ.α. Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ανατολικές πλαγιές έχει διαπιστωθεί η παρουσία της ορχιδέας Ophrys insectifera, ενός σπάνιου είδους ορχιδέας της Ευρώπης που η Ελλάδα είναι το ανατολικότερο σημείο εξάπλωσης της.

Eκτιμάται ότι στην περιοχή απαντούν περίπου 100 είδη πουλιών μερικά από τα οποία είναι πολύ σπάνια όπως το όρνιο και ο ασπροπάρης. Άλλα αρπακτικά είδη που ζουν στο βουνό είναι ο χρυσαετός, ο σταυραετός, η γερακίνα, ο πετρίτης, το βραχοκιρκίνεζο, το διπλοσάινο, ο σφηκιάρης, το ξεφτέρι, ο μπούφος και ο φιδαετός. Η ορνιθοπανίδα συμπληρώνεται από είδη όπως βραχοτσοπανάκοι, μαύροι δρυοκολάπτες, σταυρομύτες, κιτρινοκαλιακούδες, κοκκινοκαλιακούδες, κοράκια, βουνοτσιροβάκοι, αετομάχοι, γυδοβυζάχτρες, γαλαζοκότσυφες, πυρροκότσυφες, τοιχοδρόμοι, χιονόσπινοι, χιονόστρουθοι, ενώ σημαντική είναι η παρουσία από σπάνιες πετροπέρδικες.

tzoumerka3(φωτ.: Πάνος Οικονόμου)

Η ερπετοπανίδα περιλαμβάνει την πολύ σπάνια οχιά των λιβαδιών (Vipera ursinii) με τα Τζουμέρκα να αποτελούν το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης στην Ευρώπη. Άλλα είδη είναι ο αλπικός τρίτωνας, η σαλαμάνδρα, η κιτρινομπομπίνα, ο γραικοβάτραχος, ο φρύνος, η πρασινόσαυρα, το νερόφιδο, η σαΐτα και η κοινή οχιά. Από τα θηλαστικά σημαντική είναι η περιστασιακή παρουσία της αρκούδας, του λύκου και του αγριόγατου. Αλλά είδη είναι οι βίδρες, τα ζαρκάδια, οι αγριόχοιροι, οι νυφίτσες, τα κουνάβια, οι ασβοί, οι αλεπούδες, οι λαγοί, οι δασομυωξοί, οι δεντρομυωξοί και οι σκίουροι. Τα αγριόγιδα, αν και έχουν  κυνηγηθεί πολύ, ακόμα ζούνε στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του βουνού. Στα νερά των γύρω ποταμών ζουν εννέα είδη ψαριών, με πιο χαρακτηριστικό είδος την πέστροφα.

πηγή: naturagraeca.com

Η Ήπειρος της περιπέτειας σε ένα βίντεο!

Ξεκλείδωσε τις αισθήσεις σου στην Ήπειρο! Με αυτό το σύνθημα και με ένα υπέροχο βίντεο για τις ομορφιές της περιοχής το Visit Greece καλεί τους ταξιδιώτης σε ένα από τα πιο υπέροχα μέρη της Ελλάδας. Εντυπωσιακές οροσειρές, άγρια δάση και μαγευτικά φυσικά τοπία είναι τα χαρακτηριστικά της Ηπείρου που έχει πολλά να δώσει και στους πιο περιπετειώδης τύπους…

Το γεφύρι της Πολιτσάς

Το γεφύρι της Πολιτσάς γεφυρώνει τον ποταμό Άραχθο και βρίσκεται στο δρόμο που ενώνει τα χωριά Φορτόσι και Αμπελοχώρι. Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό έργο, που κοσμεί τη περιοχή και αποτελείται από τέσσερα τόξα, ένα κύριο και τρία βοηθητικά (ανακουφιστικά).

politsa3

Βρίσκεται σ’ ένα στένωμα του ποταμού, θεμελιωμένο πάνω σε βράχους, «πνιγμένο» όμως από μια «σύγχρονη» και άχαρη τσιμεντογεφύρωση που κατασκευάστηκε ακριβώς δίπλα του. Δεν υπάρχουν στοιχεία για το πότε και από ποιον χτίστηκε.

politsa2

Παλιότερα στην πλαγιά πάνω από το γεφύρι υπήρχε χάνι και ένας μικρός οικισμός. Το άνοιγμα του μεγαλύτερου τόξου του γεφυριού είναι 24 μέτρα περίπου και το ύψος του αγγίζει τα 14 μέτρα. Το ράφτινγκ στα νερά του Αραχθου είναι μια εμπειρία που πρέπει να βιώσετε αν ποτέ σας φέρει ο δρόμος εδώ.

politsa1

Η κατάβαση του ποταμού έχει πολλές διαδρομές και με βαθμό δυσκολίας που ποικίλλει. Η συνηθέστερη διαδρομή είναι από το γεφύρι της Πολιτσάς μέχρι το γεφύρι της Πλάκας, καθώς διασχίζει το ομορφότερο κομμάτι του φαραγγιού και μπορεί να γίνει όλο τον χρόνο. Είναι σχετικά εύκολη, αλλά έχει κάποια δύσκολα περάσματα. Διαρκεί περίπου 2 ώρες.

πηγές από: Άπειρος Γαία, Έθνος, Πέτρινα Γεφύρια

Το γεφύρι του Παπαστάθη

Μέσα στη χαράδρα του Άραχθου ποταμού, μεταξύ Δρίσκου και Ανατολικής βρίσκεται καλά κρυμμένο το γεφύρι του Παπαστάθη. Από το χωριό Ανατολική 30 χλμ από τα Ιωάννινα, κατεβαίνουμε περίπου 4 χλμ χωματόδρομο προς το ποτάμι.

papast2

Στρίβουμε δεξιά και, αφού περπατήσουμε ανάμεσα σε βράχια, αντικρίζουμε επιτέλους μπροστά μας το ωραίο αλλά εγκαταλειμμένο και από το ίδιο το ποτάμι γεφύρι, αφού μετατόπισε την κοίτη του, παρασέρνοντας μάλιστα και την μικρότερη του καμάρα. Αυτό το στολίδι της λαϊκής ηπειρώτικης αρχιτεκτονικής είναι δυστυχώς δυσπρόσιτο. Ο τοπικός μύθος λέει πως όταν ο Άραχθος αγριεύει και κάνει μεγάλες κατεβασιές το βράδυ μπορεί κάποιος να ακούσει τις φωνές ενός Αράπη και ενός κόκορα οι οποίοι χτίστηκαν στα θεμέλια του γεφυριού.

papast1

Είναι από τα μακρύτερα γεφύρια του Νομού. Το μήκος του φθάνει τα 85 μέτρα. Ο πρωτομάστορας μάλλον από το χωριό Πράμαντα. Αποτελείται από τέσσερα άνισα τόξα καλοχτισμένα, όπου ανάμεσά τους ανοίγονται τρία μακρόστενα ανακουφιστικά ανοίγματα. Η μεγάλη του καμάρα, από την οποία δεν περνάει τώρα ούτε σταγόνα νερό, έχει άνοιγμα 23,7 μέτρα και ύψος 8,7 μέτρα. Το κατάστρωμα έχει πλάτος 2,7 μέτρα, ακολουθεί την γραμμή των τόξων, είναι στρωμένο με καλντερίμι. Δεξιά και αριστερά υπάρχει χαμηλό κατεστραμμένο στηθαίο από κάθετες πέτρες. Το γεφύρι είναι πολύ στέρεα χτισμένο. Αυτό φαίνεται και από τη θαυμάσια αντηρίδα σε σχήμα τρίπλευρης σκάλας, και από το ότι το 1942 που βομβαρδίστηκε η μεγάλη καμάρα του, έμεινε όρθιο.

papast3

Το γεφύρι του Παπαστάθη χτίστηκε το 1746 με χρήματα που συγκέντρωσε με κόπο ο μοναχός Αγάπιος της Μονής Βίλιζας. Στοίχισε συνολικά 350 βενετικά φλουριά. Ήταν πολύ μεγάλη η ανάγκη να γίνει το γεφύρι γιατί ο Άραχθος σε αυτό το σημείο έπνιγε κάθε χρόνο 3 με 4 ανθρώπους. Εκεί κοντά υπήρχε χάνι για τους ταξιδιώτες και τους αγωγιάτες. Το γεφύρι ένωνε μεταξύ άλλων τα Γιάννενα με τα χωριά Συρράκο και Καλαρρύτες. Ο ποιητής Κώστας Κρυστάλλης σε ένα διήγημά του περιγράφει μια διαδρομή μέσω γέφυρας Παπαστάθη.

(Τα στοιχεία για το γεφύρι Παπαστάθη από το βιβλίο ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ της Νίτσας Συνίκη – Παπακώστα, Έκδοση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ιωαννίνων – Ιωάννινα 2002)
Φωτογραφίες: Vassilis Cholevas – flickr.com

Το γεφύρι της Κόνιτσας

Στην νοτιοδυτική άκρη της πόλης, ακριβώς στην είσοδο της χαράδρας του Αώου, βρίσκεται το μεγάλο μονότοξο γεφύρι της Κόνιτσας, το οποίο κτίστηκε το 1870- 71 από συνεργείο 50 μαστόρων με επικεφαλής τον πρωτομάστορα Ζιώγα Φρόντζο από την Πυρσόγιαννη. Είναι το δεύτερο μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι που βρίσκεται στην Ήπειρο.

konitsa1

Το γεφύρι χτίστηκε με δωρεές των κατοίκων της πόλης και κυρίως του Γιαννιώτη Ιωάννη Λούλη, ο οποίες διέθεσε περίπου τα μισά από τα 120.000 γρόσια που κόστισε η κατασκευή του. Το 1823 ο Δημήτριος Λιάμπεης μαζί με άλλους κατοίκους της Κόνιτσας έχτισαν ξύλινη γέφυρα η οποία κατέρρευσε το 1833 σε μία μεγάλη κατεβασιά του Αώου.

konitsa2

Την ίδια χρονιά ο Παναγιώτης Σκουμπουρδής καί ο Βασίλειος Μάσιος ξανάστησαν στο ίδιο σημείο την ξύλινη γέφυρα η οποία όμως έπεσε λίγα χρόνια αργότερα. Έτσι το 1870 αποφασίστηκε να γίνει μία πέτρινη γέφυρα.

konitsa1

Το σημερινό  πέτρινο γεφύρι έχει διαστάσεις 36 μέτρα άνοιγμα και 20 μέτρα ύψος ενώ κάτω από την καμάρα του διακρίνεται η μικρή καμπάνα που σήμαινε για να προειδοποιήσει τους περαστικούς να μην διαβούν το γεφύρι όταν φυσούσε δυνατός άνεμος από το εσωτερικό της χαράδρας, οπότε και υπήρχε κίνδυνος να παρασυρθούν και να πέσουν.

konitsa3

Η τοποθεσία που βρίσκεται είναι μαγευτική με τον Αώο ποταμό να ρέει κάτω από την καμάρα του και το φαράγγι του Αώου να εντυπωσιάζει με την απίστευτη φυσική ομορφιά του.

πηγές: Δήμος Κόνιτσας, Πέτρινα Γεφύρια της Ελλάδος

 

Το φαράγγι που ενώνει δύο γίγαντες

Στην καρδιά της Πίνδου δύο από τα ομορφότερα χωριά της Ελλάδας ενώνονται με δύο μονοπάτια και χωρίζονται από έναν ποταμό που αυτή την εποχή περιβάλλεται από ένα πυρρόξανθο δάσος.

pindos1Σε πολλά σημεία του φαραγγιού δημιουργούνται μικρές, ειδυλλιακές λίμνες.

Στα νοτιοανατολικά του Νομού Ιωαννίνων, εκεί όπου ο τεράστιος Λάκμος ενώνεται με τα Τζουμέρκα, δύο χωριά έχουν την τύχη να έχουν στα πόδια τους ένα φαράγγι εκπληκτικής ομορφιάς το οποίο διακρίνεται για την άγρια, ανέγγιχτη φύση του. Για πολλούς ταξιδιώτες το Συρράκο και οι Καλαρρύτες ανήκουν, απλά και χωρίς μεγάλο συναγωνισμό, στα ομορφότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας. Χτισμένα στις πλαγιές των μικρότερων βουνών που ενώνουν το όρος Περιστέρι (Λάκμος) με την Καλιακούδα (βορειότερη κορυφογραμμή των Τζουμέρκων), οι δύο παραδοσιακοί οικισμοί περιβάλλονται από πυκνά δάση που τα διατρέχουν δεκάδες ρέματα που γεννιούνται στις χιονάδες των μεγάλων κορυφών.

Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες διατηρούν στο απόλυτο την παραδοσιακή ηπειρώτικη αρχιτεκτονική με τα πετρόχτιστα σπίτια και τις χαρακτηριστικές στέγες από σχιστόλιθο και κατέχουν ξεχωριστή θέση στα βλαχοχώρια της περιοχής που περιλαμβάνουν ακόμα το Παλαιοχώρι, το Βαθύπεδο και το Ματσούκι. Η γύρω περιοχή είναι γεμάτη από τοπωνύμια με υπέροχες βλάχικες ονομασίες αλλά και απομακρυσμένα ξωκλήσια και μονές, με κυρίαρχη τη Μονή Κηπίνας, που αξίζει κανείς να επισκεφθεί.

pindos4Μικρά γεφύρια σάς μεταφέρουν από τη μία όχθη του Χρούσια στην άλλη.

Τα δύο χωριά έχουν ως ξεκάθαρο σύνορο ένα φαράγγι που είναι γνωστό με διάφορα ονόματα, από τα οποία έχει επικρατήσει η ονομασία Φαράγγι του Σταυραετού. Στην κοίτη του φαραγγιού κυλάει ο ποταμός Χρούσιας, που πήρε το όνομά του από τον μυθολογικό γενάρχη των βασιλιάδων της Ηπείρου Χρούσιο, γιο του Νεοπτόλεμου κι εγγονό του Αχιλλέα. Ο Χρούσιας γεννιέται στον Μέγα Τράπο, στην Πλάκα και την Κουρκούμπετα, τις νοτιότερες ψηλές κορυφές του Λάκμου, και με κατεύθυνση προς τα νότια ενώνεται μετά από τέσσερα χιλιόμετρα με το ρέμα Ξερολάγκαδο που έρχεται από το διάσελο της Γκρουμιλιάσας.

Στη συνέχεια ο ποταμός περνάει ανάμεσα από τα δύο χωριά, όπου σχηματίζεται το φαράγγι, και λίγο μετά στρέφεται προς τα δυτικά, όπου ενώνεται με τον Μελισσουργιώτικο και μαζί πλέον κυλάνε προς τον μεγάλο Αραχθο ποταμό.

Περπάτημα στο φαράγγι
Το συνολικό μήκος του φαραγγιού δεν ξεπερνάει, χονδρικά, τα 6 χλμ., και οι παλιές πλακόστρωτες στράτες που ένωναν τα δύο χωριά σάς κατεβάζουν εύκολα στην καρδιά του. Τα κύρια μονοπάτια τέμνουν κάθετα το φαράγγι στο βόρειο και το νότιο τμήμα του, δημιουργώντας έτσι μια κυκλική διαδρομή που περιλαμβάνει και αρκετό περπάτημα σε χωματόδρομους και άσφαλτο.

pindos2Οι πέτρινοι παλιοί νερόμυλοι ορίζουν το φθινοπωρινό τοπίο.

Ομως, αξίζει κανείς να κατέβει στην κοίτη και να περπατήσει παράλληλα με τον Χρούσια στα μικρότερα μονοπάτια που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι για να κατέβουν στον ποταμό, στους νερόμυλους, στα μικρά τους μποστάνια κοντά στις όχθες. Το μόνο πρόβλημα που μπορεί να συναντήσετε είναι η πυκνή βλάστηση που σε λίγα σημεία μπορεί να σας μπερδέψει. Με αφετηρία λοιπόν το Συρράκο και τα 1.150 μέτρα υψόμετρο, το πλακόστρωτο μονοπάτι φτάνει στην κοίτη του ποταμού, όπου βρίσκονται διάσπαρτοι παλιοί πετρόκτιστοι μύλοι και γεφύρια. Από εδώ μικρές διαδρομές σάς οδηγούν πιο βόρεια σε μια παράλληλη πορεία που συναντάει κανείς καταρράκτες και λιμνούλες, ανάμεσα στα κάθετα βράχια του φαραγγιού.

Για όσους διαθέτουν πιο εξερευνητικό πνεύμα, αξίζει να ακολουθήσουν προς τα νότια την κοίτη και να περπατήσουν μέσα στο πυκνό δάσος σε μια πορεία περίπου 2,5 χιλιομέτρων η οποία ενώνει το βόρειο πλακόστρωτο μονοπάτι με το νότιο. Κοντά στο τέλος της διαδρομής υπάρχει και το περίφημο γεφύρι της Κουιάσας. Η βλάχικη ονομασία του σημαίνει «σκιερός τόπος» και το μονότοξο γεφύρι με ύψος 18 μέτρα και μήκος 20 μέτρα στέκεται ακόμα ακμαίο, ενώνοντας τις δύο όχθες του Χρούσια. Από εδώ διαλέξτε να ανεβείτε στους Καλαρρύτες από το μονοπάτι και όχι από την άσφαλτο, σε μια μικρή διαδρομή που κοιτάει το πέταλο του Μπάρου και την επιβλητική κορφή του Καταραχιά.

Παρθένα, άγρια φύση
Η ονομασία Σταυραετός του φαραγγιού δεν είναι τυχαία, καθώς στην περιοχή ζουν μεγάλα σπάνια αρπακτικά της ορνιθοπανίδας, μαζί με δεκάδες άλλα μεγάλα και θαυμαστά ζώα.

pindos3Το παραδοσιακό Συρράκο είναι η αφετηρία για τις πεζοπορίες σας.

Οι ντόπιοι συμβουλεύουν τους πεζοπόρους να τραγουδάνε και να φωνάζουν στα περπατήματά τους, και αυτό γιατί μέσα στην πυκνή βλάστηση μπορεί να κρύβεται κάποια αρκούδα που κατέβηκε για αναζήτηση τροφής στο ποτάμι. Στον ουρανό πετάνε μεγαλόπρεποι χρυσαετοί, φιδαετοί και πετρίτες, στα κρύα νερά του ποταμού οι βίδρες κυνηγάνε ψάρια και καβούρια και μπορεί από μακριά να δείτε κάποιο ζαρκάδι να χώνεται με σβελτάδα στα πυκνά βάτα.

Το ιδιαίτερο γνώρισμα του φαραγγιού είναι η μεγάλη ποικιλία από δέντρα, η οποία δημιουργεί ένα πλούσιο μεικτό δάσος. Αυτή την εποχή μάλιστα τα δέντρα χαρίζουν στον ταξιδιώτη ένα πολύχρωμο σκηνικό, καθώς οι βελανιδιές, οι φλαμουριές, τα πλατάνια, οι κουτσουπιές και ένα σωρό άλλα είδη γεμίζουν από καφετιά, κόκκινα και κίτρινα χρώματα.

Κείμενο: Δαυίδ Κουτσογιαννόπουλος
Φωτογραφίες: ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΗΛΑΣ
πηγή: Έθνος

Συρράκο – Καλαρρύτες: Tαξίδι στα μέρη του Κώστα Κρυστάλλη και στα απόκρημνα δίδυμα χωριά

Όλοι γνωρίζουν το Μέτσοβο, τα Ζαγοροχώρια, όχι, όμως τη επιβλητική γαλήνη των δύο χωριών! Όπως κάθε φοιτητής και φοιτήτρια που σπούδασε στα Γιάννενα και σέβεται τον εαυτό του, την Ήπειρο την έχω γυρίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό και επανέρχομαι συχνά-πυκνά για να δω… αν είναι όλα εντάξει.

a3

Ενώ όμως τα Ζαγοροχώρια, την Κόνιτσα και το Μέτσοβο τα ξέραμε σχεδόν από την αρχή σαν την παλάμη του χεριού μας, υπήρχαν δύο χωριά που δεν είχαμε καταφέρει να επισκεφθούμε, παρόλο που τα είχαμε βάλει στο μάτι. Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες, αν και απέχουν από τα Γιάννενα καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα, δεν είναι προορισμός, στον οποίο πετάγεσαι για να πιεις καφέ – απαιτούν σεβασμό και… ύπνο. Αυτήν τη φορά, λοιπόν, στις παραδοσιακές διανυκτερεύσεις στα Ζαγόρια προσθέσαμε και τρεις στο Συρράκο και ξεκινήσαμε να γνωρίσουμε καινούργια μέρη.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό το ξεκίνημα με ζόρισε αρκετά. Ο δρόμος για το Συρράκο ουσιαστικά ολοκληρώθηκε μέσα στη δεκαετία του ’90 και δεν είναι τυχαία αυτή η αργοπορία. Στενός, απότομος, με κατολισθήσεις κατά τόπους, υψώνεται πάνω από βαθιές χαράδρες και είναι μια μικρή δοκιμασία για όσους έχουν ακροφοβία. Αν και αρχικά ήμουν μάλλον πανικόβλητη, είναι τέτοια η ομορφιά του τοπίου, που κάποια στιγμή ξεχνάς την τρομάρα σου κι αρχίζεις να χαζεύεις τα επιβλητικά βουνά, τα νερά που κυλούν στο πολύ βάθος και τις πράσινες πλαγιές που τιμούν με κέφι πρόβατα, κατσίκια και, όπως μάθαμε στο χωριό, αγριογούρουνα.

Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, τα αγριογούρουνα έχουν πολλαπλασιαστεί στην περιοχή και κάθε βράδυ οι ντόπιοι τα βλέπουν να ανεβαίνουν πάνω από το Συρράκο για να φάνε. Όσο για το τι τρώνε, έχω να κάνω δύο καταγγελίες: βολβούς λουλουδιών, σύμφωνα με την ιδιοκτήτρια του ξενώνα όπου έμεινα, γεγονός που τη στενοχωρεί ιδιαίτερα, αλλά και καλαμπόκια και ό,τι άλλο τους γυαλίσει από τα μικρά μποστάνια που διατηρούν οι κάτοικοι, όπως άκουσα να λέει ένας τσαντισμένος παππούς, πίνοντας τσίπουρο.

Η όποια ταλαιπωρία της διαδρομής ξεχνιέται αυτομάτως τη στιγμή που αντικρίζει κανείς το Συρράκο: αγέρωχο, πέτρινο, γαντζωμένο σε μια κάθετη πλαγιά, προκαλεί θαυμασμό με την πρώτη ματιά. Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος που η ανθρώπινη θέληση κατάφερε να δαμάσει το τοπίο, με αποτέλεσμα ένα παραμυθένιο χωριό με πέτρινα σπίτια, βρύσες, γεφύρια και καλντερίμια με τόσο απότομη κλίση που η γκλίτσα είναι απαραίτητο και καθόλου φολκλόρ αξεσουάρ. Εννοείται ότι στο χωριό δεν μπαίνουν αυτοκίνητα. Η κεντρική του είσοδος είναι μια πέτρινη πύλη, η Λεύκα, με καλντερίμι που οδηγεί σε δυο γεφυράκια και ύστερα από λίγο περπάτημα στην κεντρική πλατεία.

Υπάρχει, επίσης, ένας περιφερειακός δρόμος με τον οποίο φτάνει κανείς λίγο πιο κοντά στους ξενώνες του χωριού. Από κει και πέρα ετοιμαστείτε για πολύ και απολαυστικό περπάτημα. Οτιδήποτε διαθέτει ρόδες είναι πλέον άχρηστο. Η δυσκολία στην πρόσβαση μας έκανε να αναρωτηθούμε πώς το Συρράκο βρίσκεται σε τόσο καλή κατάσταση, με τη συντριπτική πλειονότητα των κτισμάτων του να είναι άριστα συντηρημένη. Ρωτώντας, μάθαμε ότι δύο ήταν οι παράγοντες που συνέβαλαν στην «ανάσταση» του χωριού, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί σχεδόν μετά τον Εμφύλιο: η διάνοιξη του δρόμου και ο ερχομός των Αλβανών στην Ελλάδα. Όπως μας εξήγησαν, οι μετανάστες από την Αλβανία ανέλαβαν το δύσκολο έργο της μεταφοράς οικοδομικών και άλλων υλικών στα απότομα καλντερίμια του χωριού. Μέχρι σήμερα, κάθε χρόνο έρχονται στο Συρράκο και φεύγουν μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Την εμφάνισή τους έχουν κάνει και μικρά ερπυστριοφόρα μηχανήματα μεταφοράς, ενώ απουσιάζουν τα γαϊδούρια ως ασύμφορα – «ταΐστε τα εσείς τον χειμώνα», μας είπαν χαρακτηριστικά.

a2

Τη βόλτα μας στο χωριό την ξεκινήσαμε από την κεντρική πλατεία, που ακόμα κι αυτή απλώνεται σε επίπεδα και διαθέτει τις απαραίτητες ταβέρνες για να φάτε, να πιείτε και να ξαναπιείτε. Εκεί, κάτω από έναν εντυπωσιακό θόλο βρίσκεται και η πηγή Γκούρα, που, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι και σημείο συνάντησης. «Γκούρα» στα βλάχικα σημαίνει «στόμα», ενώ βλάχικα μιλούσαν και οι άνθρωποι γύρω μας, καθώς οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάτοικοι τα χρησιμοποιούν συστηματικά και, όπως μας είπαν, μοιάζουν με τα ρουμάνικα – οι νεότεροι δυστυχώς δεν τα γνωρίζουν.

Όσο κι αν προσπαθήσαμε, δεν μπορέσαμε να πιάσουμε κουβέντα – το ίδιο συνέβη την άλλη μέρα και στους Καλαρρύτες. Στην πλατεία βρίσκεται ο Άγιος Νικόλαος με το ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο και τον χρυσοΰφαντο ρωσικό επιτάφιο. Αν αναρωτιέστε τι δουλειά έχει ο Άγιος Νικόλαος στα 1.150 μέτρα υψόμετρο, λάβετε υπόψη ότι αντίστοιχες εκκλησίες συναντάμε σε πολλά ορεινά της Ηπείρου, μια και οι κάτοικοί τους ασχολούνταν με το εμπόριο και ταξίδευαν πολύ, οπότε χρειάζονταν και την ανάλογη προστασία. Οι Συρρακιώτες έμποροι, μάλιστα, ήταν τόσο δαιμόνιοι, που κατάφεραν να προμηθεύσουν με τις περίφημες αδιάβροχες κάπες από κατσικίσιο μαλλί που φτιάχνονταν στο χωριό ακόμα και τον στρατό του Μεγάλου Ναπολέοντα!

Επόμενο σημείο ενδιαφέροντος είναι το σπίτι του «Τραγουδιστή του χωριού και της στάνης», Κώστα Κρυστάλλη, το οποίο σήμερα έχει γίνει μουσείο και στεγάζει και τη βιβλιοθήκη του χωριού, ενώ αξίζει να δείτε και το Λαογραφικό Μουσείο που δημιούργησε και δώρισε μετά τον θάνατό της η Ερμηνεία Φωτιάδου. Από τον ενθουσιασμό με τον οποίο θα σας ξεναγήσει ο υπεύθυνος του μουσείου θα καταλάβετε πόσο αγαπούν το χωριό τους οι Συρρακιώτες, οι οποίοι το κατακλύζουν κάθε Αύγουστο για το μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας –«κάθε δωμάτιο και οικογένεια»–, αφήνοντάς το τον χειμώνα σε όσους ασχολούνται με τον τουρισμό, μια και το μυστικό το έχουν μάθει πλέον αρκετοί και το Συρράκο έχει επισκέπτες όλο τον χρόνο.

Όταν φτάσαμε στο Συρράκο, μετά από τρεις μέρες με πολλά χιλιόμετρα στα Ζαγόρια, είχαμε αποφασίσει ότι η μόνη οδική μετακίνηση που θα κάναμε θα ήταν για να δούμε τους Καλαρρύτες. Απαραίτητη, όμως, σύμφωνα με τη σπιτονοικοκυρά μας, ήταν μια στάση στη Μονή Κηπίνας και ήταν τέτοια η σιγουριά της, που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Συνήθως το κλειδί για το μοναστήρι το παίρνει κανείς από το καφενείο του χωριού(!), τον Αύγουστο όμως μένει ανοιχτό καθημερινά, μια και η περιοχή είναι γεμάτη επισκέπτες που έχουν ακούσει τις ανάλογες θερμές συστάσεις. Φτάνοντας στο μοναστήρι, η πρώτη εικόνα είναι εντυπωσιακή. Ένα Μέγα Σπήλαιο τσέπης από πέτρα, σχεδόν αόρατο από μακριά, χτισμένο το 1212 από τον Αρχιεπίσκοπο Γρηγόριο.

Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι ιδρύθηκε από έναν υποψήφιο ηγούμενο που αποχώρησε από τη Μονή Βύλιζας μαζί με άλλους μοναχούς, όταν έχασε στις εκλογές, ενώ η πιο θεάρεστη εκδοχή αφηγείται ότι από τη γειτονική Βύλιζα οι μοναχοί έβλεπαν κάθε βράδυ μια μικρή φλόγα αναμμένη, μέχρι που αποφάσισαν να φτιάξουν στο σημείο ένα μοναστήρι – διαλέγετε και παίρνετε. Πάνω από τη μονή μπορεί κανείς να δει ό,τι απέμεινε από τις φιλόδοξες προσπάθειες επέκτασής της, οι οποίες εγκαταλείφθηκαν μετά τη θανάσιμη πτώση ενός καλόγερου καθώς μετέφερε υλικά, γεγονός που θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι. Μπαίνοντας στο μοναστήρι, ο επισκέπτης περνά πάνω από μια ξύλινη γέφυρα, η οποία σε περίπτωση κινδύνου σηκωνόταν, μετατρέποντάς το σε απόρθητο φρούριο. Ο μικρός ναός έχει για στέγη τον βράχο, λαξεμένο για να σχηματίζει θόλο, κι ένα όμορφο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ακριβές αντίγραφο –όπως διαπιστώσαμε εκ των υστέρων– του αυθεντικού τέμπλου του 18ου αιώνα, που το 1997 κλάπηκε ολόκληρο(!) από αρχαιοκάπηλους κι είναι ακόμα άφαντο. Δίπλα από την εκκλησία ξεκινά ένα σπήλαιο, το οποίο επισκέφθηκε το 1815 ο Πουκεβίλ, βλέποντας όμως μόνο την αρχή του.

Σήμερα μπορεί κανείς να ακολουθήσει μια διαδρομή 300 περίπου μέτρων, αν δεν τον ενοχλούν οι νυχτερίδες, αρκεί να έχει μαζί του έναν υποτυπώδη, έστω, φακό, μια και ο χώρος είναι σχεδόν αφώτιστος. Αξίζει, τέλος, να δείτε το αρχονταρίκι και τα κελιά που είναι κυριολεκτικά τρυπωμένα στον βράχο και κρέμονται στο κενό. Αν είστε παρατηρητικοί, θα εντοπίσετε να κρέμεται σε έναν τοίχο ένα υφαντό «Πάτερ Ημών» – δεν έχει τύχει ποτέ να δω κάτι παρόμοιο και μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

a4

Οι Καλαρρύτες και το Συρράκο είναι δίδυμα χωριά εκατέρωθεν του φαραγγιού, με βίους παράλληλους από τον 14ο αιώνα, όταν και ιδρύθηκαν από Βλάχους βοσκούς. Η μόνη εποχή που διαφοροποιήθηκε η μοίρα τους ήταν το 1881, όταν ως σύνορο του ελληνικού κράτους ορίστηκε το Φαράγγι του Χρούσια, με αποτέλεσμα το Συρράκο να μείνει «τουρκοχώρι» και οι Καλαρρύτες να γίνουν «ελληνοχώρι», όπως χαρακτηριστικά μας είπαν. Η απόσταση που χωρίζει τα δυο χωριά είναι περίπου σαράντα λεπτά με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο. Η ζέστη και η επερχόμενη βροχή λειτούργησαν αποτρεπτικά κι έτσι δεν αποφασίσαμε να πάρουμε το μονοπάτι που διασχίζει το φαράγγι κι ενώνει τα δύο χωριά – άλλωστε, ήταν και η Κηπίνα στη μέση.

Φτάσαμε στο χωριό και το πρώτο που αντικρίσαμε ήταν ένας αγωγιάτης με τα τρία του γαϊδούρια, μια κι οι Καλαρρύτες είναι πιο «απλωτό» χωριό, με καλντερίμια λιγότερο επικίνδυνα για τα υπομονετικά τετράποδα απ’ ό,τι αυτά του Συρράκου, οπότε οι μεταφορές δεν έπαψαν να γίνονται με ζώα – φυσικά, και στους Καλαρρύτες αφήνεις το αυτοκίνητο έξω από τον οικισμό. Οι Καλαρρυτινοί ήταν διάσημοι για την ασημουργία τους, στην οποία και οφείλεται η χρυσή εποχή του χωριού, στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι έμποροι πουλούσαν την πραμάτεια τους σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ υπάρχει Μουσείο Αργυροχρυσοχοΐας, το οποίο δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να δούμε, καθότι κλειστό. Αρκεστήκαμε, λοιπόν, στην πληροφορία ότι ο πασίγνωστος Bulgari κατάγεται από δω και πήγαμε να πιούμε καφέ στο άλλο… μουσείο του χωριού.

Πρόκειται για το καφενείο «Άκανθος», ηλικίας 176 ετών, που λειτουργεί ασταμάτητα από το 1840. Ο Ναπολέων Ζαγκλής αποφάσισε τη δεκαετία του ’90 να εγκαταλείψει την πολυεθνική όπου εργαζόταν και να αναλάβει το καφενείο του προπάππου του – απ’ ό,τι φαίνεται, δεν το έχει μετανιώσει καθόλου. Την ώρα του καφέ έπιασε και καταιγίδα, οπότε ακολούθησαν και τα σχετικά τσίπουρα με εξαιρετικό μεζέ, μια και στον «Άκανθο» σερβίρεται και καλομαγειρεμένο φαγητό, που αν κατάλαβα καλά, μάλλον κάποιοι ντόπιοι το παίρνουν και για το σπίτι. Η βόλτα που κάναμε μετά τη βροχή αποκάλυψε ένα πανέμορφο χωριό με πέτρινα αρχοντικά, συντηρημένα με σεβασμό, ενώ η έκπληξη της ημέρας –δεν είμαι σίγουρη ότι ήταν ευχάριστη– ήταν δύο ελαφάκια που εντοπίσαμε να βόσκουν ήσυχα σε έναν περιφραγμένο χώρο, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε μήπως έχουμε χάσει σε τέτοιο βαθμό την επαφή με τη φύση, που μπερδεύουμε τα κατσίκια με τα ελάφια.

a5

Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες ήταν αντικείμενο του πόθου μας για πολλά χρόνια και τώρα που τα γνώρισα τα θεωρώ από τα ωραιότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας. Όσο για το Συρράκο, το τοποθετώ μετά βεβαιότητας στην πρώτη τριάδα. Η ζεστασιά των ανθρώπων, η αυθεντική φιλοξενία, το «άγριο» τοπίο, το πέτρινο αρχοντικό του 1864 με το… σαγηνευτικό πρωινό και τους ανοιχτόκαρδους ιδιοκτήτες με κέρδισαν από την πρώτη στιγμή. Θα επιστρέψω με την πρώτη ευκαιρία, μια κι έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου αυτήν τη φορά να κάνω και πεζοπορία. Άλλωστε στην επιστροφή η διαδρομή δεν μου φάνηκε τόσο επικίνδυνη, τη συνήθισα.

πηγή: Lifo, της Κορίνας Φαρμακόρης

Κεντρικό Ζαγόρι: Μνημεία της φύσης και ανθρώπων έργα

Το Κεντρικό Ζαγόρι (από τις σλαβικές λέξεις za που σημαίνει «πίσω» και gora που σημαίνει «βουνό»), εκτός από τα πανέμορφα χωριά του, περιλαμβάνει και μια σειρά από παρεμβάσεις στη φύση που όχι μόνο δεν την προσβάλλουν αλλά δείχνουν και πόσο αρμονικά μπορεί να συνυπάρξει με τον άνθρωπο. Οι Ηπειρώτες μαστόροι σμίλεψαν την πέτρα κι έφτιαξαν γεφύρια, λιθόστρωτα μονοπάτια και σκάλες, να χαίρεσαι να τα βλέπεις και να τα περπατάς και τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Και το κάθε ένα από αυτά έχει τη δική του ιστορία, τυλίγεται με τους δικούς του μύθους, με τους δικούς του θρύλους…

1

Το μικροσκοπικό τοξωτό γεφυράκι του καπετάν Αρκούδα («εδώ εφονεύθη από τουρκικό βόλι ο οπλαρχηγός Γεώργιος Αρκούδας την 6η Αυγούστου του  1906», αναγράφει η ταμπέλα) στον Ξηροπόταμο, λίγο έξω από το Δίλοφο, προϊδεάζει για τις αριστουργηματικές, μέσα στην απλότητά τους, ανθρώπινες κατασκευές προκειμένου να δαμαστούν τα ρέματα, τα φαράγγια και τα υψώματα για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των χωριών.

Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γοητεία του μικρού Δίλοφου. Χτισμένο εξ ολοκλήρου από φυσική πέτρα και πνιγμένο μέσα στο πυκνό δάσος από μαυρόπευκα και βελανιδιές, μόλις που διακρίνεται. Ενα τετραώροφο αρχοντικό στην είσοδό του φτιάχτηκε για να ατενίζει προς το Κουκούλι, μια και η κυρά του ιδιοκτήτη καταγόταν από εκεί κι ήθελε να έχει καθημερινή οπτική επαφή με το χωριό της. Ο Διλοφιώτης άρχοντας δεν της χάλασε το χατίρι, χτίζοντας για χάρη της το ψηλότερο ζαγορίσιο αρχοντικό (13,5 μέτρα).

2Το Καλογερικό γεφύρι ή γεφύρι του Πλακίδα κι από πίσω οι Κήποι. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Βίκος και βικογιατροί 
Η γραφική πλατεία με το κτίριο της Αναγνωστοπούλειου Σχολής (1855), ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου (1857), τα ανηφορικά καλντερίμια με τις μικρές αυλόπορτες και η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε νεωτεριστικής αρχιτεκτονικής διάστασης δίνουν στο Δίλοφο μια εικόνα σχεδόν παραμυθένια. Στον δρόμο προς τους Κήπους το γεφύρι του Κόκκορου ποζάρει σαν καλλονή. Κατασκευάστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα για να δαμάζει τις δύο απότομες βραχώδεις πλευρές του ρέματος του Βίκου, εξυπηρετώντας την επικοινωνία ανάμεσα στα χωριά Δίλοφο, Κήποι και Κουκούλι.

Οι περιγραφές περιττεύουν και για το Κουκούλι, επίσης άβατο για τα αυτοκίνητα. Σπουδαία αρχοντικά (Κόκκορου, Πλακίδα) βρίσκονται διάσπαρτα στο χωριό, που έχει σαν πυρήνα την πλατεία με τον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου και το συγκρότημα του παλιού σχολείου με τις καμάρες και τις βρύσες. Το μουσείο – βοτανική συλλογή του Κουκουλιώτη λαογράφου και φυσιοδίφη Κώστα Λαζαρίδη στεγάζεται στο συντηρημένο πατρικό σπίτι του και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ταξινομημένα περίπου 1.260 είδη φυτών του Ζαγορίου, που αποτέλεσαν το συνταγολόγιο των περίφημων βικογιατρών, των πρακτικών γιατρών που έφτασαν να κατέχουν ακόμη και πολύ υψηλά αξιώματα ως ιατρικοί σύμβουλοι των σουλτάνων.

3Οι Κήποι ήταν η παλιά πρωτεύουσα του Ζαγορίου. (Φωτογραφία: Αντώνης Δήμας)

Εξω από το κεφαλοχώρι των Κήπων, παλιάς πρωτεύουσας του Ζαγορίου, συναντιούνται τα ρέματα Ξηροπόταμος, Μπαγιώτικο και Βικάκι που μαζί θα κατευθυνθούν βόρεια σχηματίζοντας το περίφημο φαράγγι του Βίκου.

Το περίτεχνο τρίτοξο Καλογερικό ή γεφύρι του Πλακίδα (1814), με τη μοναδική αρμονία των τόξων του, ενώνει τις όχθες του Μπαγιώτικου σαν κάμπια σε κίνηση. Το ντελικάτο πέρασμα στην απέναντι όχθη αποτελεί μοναδική εμπειρία. Λίγο πιο κάτω, στην έξοδο του φαραγγιού Βικάκι, το γεφύρι του Κοντοδήμου, διερμηνέα της γαλλικής πρεσβείας στην Πόλη, χτίστηκε το 1753 για την επικοινωνία των Κήπων με το Κουκούλι.

Στον δρόμο για τους Νεγάδες, τα περίφημα γεφύρια του Μύλου και του Πιτσιώνη (έχτισε το γεφύρι το 1830 εκεί που κόντεψε να πνιγεί), καθώς και άλλα μικρότερα αλλά εξίσου γοητευτικά, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ολοήμερα tour γεφυριών που συνδέονται μεταξύ τους με μονοπάτια και λιθόστρωτα.
Συνεπαρμένος από την αρμονική συνύπαρξη φυσικού μεγαλείου και ανθρώπινων κατασκευών, κατευθύνομαι στους άγνωστους -στις τρεις μέχρι τώρα επισκέψεις μου στα Ζαγοροχώρια- Νεγάδες (1.060 μ.).

4Το φαράγγι του Βίκου, έτσι όπως φαίνεται από την Οξιά. (Φωτογραφία: Αντώνης Δήμας)

Μια αμαζόνα στα Σουδενά
Αφήνω την κοιλάδα του Μπαγιώτικου και ακολουθώντας παράλληλη πορεία με το ρέμα της Γεφυρίτσας, μέσα σε δάσος βελανιδιάς που φορά τα χρώματα του φθινοπώρου, φτάνω στο αρχοντοχώρι του Κεντρικού Ζαγορίου, με τα σκουρόχρωμα σπίτια και τα ψηλά αρχοντικά των Νεγαδιτών που διέπρεψαν στην πολιτική και οικονομική ζωή της Μολδοβλαχίας από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα. Ο τρισυπόστατος ναός του Αγίου Γεωργίου με το εξάγωνο καμπαναριό θα συμπληρώσει την εικόνα ενός ακόμη αρχιτεκτονικού διαμαντιού στο Κεντρικό Ζαγόρι.

Δεν είχα ποτέ επισκεφτεί τον Ελαφότοπο. Στον Κάμπο των Σουδενών (Πεδινών) βρήκα την αφορμή. Ο κύριος Αλκιβιάδης και η αμαζόνα κυρά του. Το τοπίο γύρω από το μικρό οροπέδιο τραχύ, με κέδρα, πουρνάρια, σφεντάμια κι αγριοκερασιές. Οι καλλιέργειες στον κάμπο φτωχές, με κρεμμύδια, πατάτες και λίγα κολοκύθια.

«Οι νέοι έφυγαν, οι γέροι το παλεύουν», μου εξομολογείται ο γέροντας. Ο Ελαφότοπος (1.100 μ.) είναι ένας πανέμορφος οικισμός με καλντερίμια και πέτρινες βρύσες, με εξαίρετα δείγματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και υποδειγματικό λαογραφικό μουσείο. Πείστηκα από τις περιγραφές και αποφάσισα να ακολουθήσω το μονοπάτι Ελαφότοπου – Βίκου μέχρι τη θέση Καστρί για να δω τη θέα στα βράχια της Αστράκας από μια άλλη, άγνωστη προοπτική.

Ορεινές αγελάδες βόσκουν ανέμελα στις πλαγιές του Στούρου, ελληνικοί ποιμενικοί με δήθεν απειλητικές διαθέσεις αρχικά και με χαρούμενη διάθεση στη συνέχεια με ακολουθούν μέχρι το Καστρί, ένα μοναδικό μπαλκόνι απέναντι από τους Πύργους της Αστράκας. Τα σύννεφα πυκνώνουν και η φθινοπωρινή καταιγίδα της Πίνδου δεν αργεί να ξεσπάσει.

5Στο Δίλοφο θα βρείτε τα ωραιότερα καλντερίμια του Ζαγορίου. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, φτάνω στο αυτοκίνητο ασθμαίνοντας και στάζοντας. Από τον Ελαφότοπο κατηφορίζω πάλι στον κάμπο των Πεδινών. Ασπρες κουκκίδες τα αιγοπρόβατα, βόσκουν στον πάλαι ποτέ σιτοβολώνα του Ζαγορίου. Στην είσοδο των Κάτω Πεδινών ο ναός των Ταξιαρχών με την αθωνίτικη αρχιτεκτονική και στο μεσοχώρι το Παρθεναγωγείο γοητεύουν τους σπάνιους επισκέπτες του χωριού, μια και αυτό δεν φημίζεται για την τουριστική υποδομή του.

Αντίθετα, τα Ανω Πεδινά συγκεντρώνουν κάποιους από τους καλύτερους ξενώνες των Ζαγοροχωρίων. Στην είσοδο του χωριού που περηφανεύεται για το λαμπρό τέκνο του, τον δάσκαλο του Γένους, Νεόφυτο Δούκα, δεσπόζει η φρουριακή μονή Ευαγγελιστρίας με εξαιρετικές αγιογραφίες και σπάνια κειμήλια. Ξεχωρίζουν, ακόμα, τα κτίρια της Λαμπριάδειου Χειροτεχνικής Σχολής, το κλειστό πλέον σχολείο του χωριού που στεγάζει τη βιβλιοθήκη του Νεοφύτου Δούκα και η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.

6Μονοπάτι πάνω από το φαράγγι του Βίκου που οδηγεί από τη μονή της Αγ. Παρασκευής στα ασκηταριά. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Στο χωριό των Ριζάρη
Μόλις 1,2 χλμ. από την έξοδο των Ανω Πεδινών σχηματίζεται το τρίστρατο που οδηγεί στους Κήπους (δεξιά), ενώ ευθεία ανηφορίζει στη Βίτσα και στο Μονοδένδρι, δύο από τα διασημότερα χωριά όλου του Ζαγορίου.
Η «τουριστικοποιημένη» Βίτσα αποτελείται από τις συνοικίες της Κάτω και Ανω Βίτσας. Το εντυπωσιακότερο κτίριο του χωριού είναι η Βριζοπούλειος Σχολή, ενώ ενδιαφέρουσες είναι οι εκκλησίες της Κοίμησης της Θεοτόκου στον κάτω μαχαλά και του Αγίου Νικολάου και των Ταξιαρχών στον άνω.

Η Βίτσα συνδέεται με το Κεντρικό Ζαγόρι μέσω της σκάλας της, ενός ελικοειδούς λιθόστρωτου μονοπατιού που κατεβάζει στο δίτοξο γεφύρι του Μίσιου. Οδηγώ μέχρι το Μονοδένδρι (1.060 μ.) που αυτονομήθηκε από τη Βίτσα το 1753 (αποτελούσε τον άνω μαχαλά της). Πήρε το όνομά του από το τεράστιο έλατο που βρισκόταν κάποτε κοντά στον ναό του Αγίου Μηνά. Ως ιδιαίτερη πατρίδα των αδελφών Ριζάρη, βρίθει δημοσίων κτιρίων (Ριζάρειος Σχολή, Ριζάρειο Εκθεσιακό Κέντρο, Ριζάρειο Χειροτεχνικό Κέντρο), σπουδαίων αρχοντικών, εκκλησιών (ξεχωρίζουν η τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Αθανασίου και ο ναός του Αγίου Μηνά) και δικτύου καλντεριμιών.

7Το Κουκούλι, με τα αρχοντικά, τον ναό της Κοίμησης και το συγκρότημα του παλιού σχολείου με τις καμάρες. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Ενα από αυτά με οδηγεί στη μονή της Αγίας Παρασκευής, που είναι το πιο φημισμένο μοναστήρι του Ζαγορίου, με μοναδική θέση στο φαράγγι του Βίκου. Πάνω από το Μονοδένδρι, στην περιοχή Θεόκτιστα, περπατώ σε πετροδάσος, εκεί που οι σχιστολιθικοί σχηματισμοί ξεπερνούν και την πιο αχαλίνωτη φαντασία, για να καταλήξω στο μπαλκόνι της Οξιάς (1.320 μέτρα) με την ανεμπόδιστη θέα στο φαράγγι του Βίκου και κυρίως στον Μέγα Λάκκο, το πιο παρθένο παρακλάδι του φαραγγιού…

Η διάσχιση αποτελεί πραγματική πρόκληση. Από το Μονοδένδρι μέχρι τον πάτο του φαραγγιού απαιτείται περίπου μία ώρα και άλλες πέντε ώρες διάσχιση μέχρι το χωριό Βίκος, στο Δυτικό Ζαγόρι, που από τον δρόμο απέχει 16 χιλιόμετρα από το Μονοδένδρι.

Ευλογημένη διαδρομή
Η κύρια είσοδος του Κεντρικού Ζαγορίου είναι το χωριό Ασπράγγελοι, όπου και το Κέντρο Ενημέρωσης για τον Εθνικό Δρυμό. Η δεξιά οδός οδηγεί στα χωριά που φωλιάζουν στις πίσω πλαγιές (όπως αυτό φαίνεται από τα Γιάννενα) του κατάφυτου βουνού Μιτσικέλι.

8Η φρουριακή μονή Ευαγγελιστρίας στα Ανω Πεδινά. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Η Ελάτη (960 μ.) πνιγμένη σε σύμμικτο δάσος ελάτων, μαυρόπευκων και βελανιδιών προσφέρει την πιο ολοκληρωμένη πανοραμική θέα στις πλαγιές της Τύμφης, ενώ το Δίκορφο (1.000 μ.), με την ελάχιστη τουριστική αξιοποίηση, θυμίζει την εποχή του παλιού Ζαγορίου. Η εκκλησία του Αγίου Μηνά και το κτίριο του Αρρεναγωγείου δεσπόζουν στο χωριό και αποτελούν τα μεγαλύτερα οικοδομήματα του γραφικότατου και τουριστικά ανεπιτήδευτου Δίκορφου.

Ο δρόμος συνεχίζει σκαρφαλωμένος στη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού, μέσα σε εκπληκτικό τοπίο, προς τα μικροσκοπικά χωριά του Μανασσή και του Καλουτά με το δίτοξο γεφυράκι στον Ροδόλακκο και τελειώνει στο εξίσου μικρό και πανέμορφο Διπόταμο, που στέκεται στην κορυφή ενός καταπράσινου λόφου στο βορειοανατολικό άκρο του Μιτσικελίου. Ακόμη 12 χιλιόμετρα ευλογημένης διαδρομής και φτάνω στους Φραγκάδες, που κάηκαν από τους Γερμανούς το 1943, όμως διατηρούν αρκετή από την παλιά γοητεία τους, με την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, την ευρύχωρη πλατεία, τον μεγάλο πλάτανο, κάποια πετρόκτιστα σπίτια, καλντερίμια και βρύσες…

Παράλληλα με τον Αώο
Για να γνωρίσω τα πιο απομακρυσμένα από τα χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου κάνω τον μεγάλο κύκλο. Παίρνω τον δρόμο Κόνιτσας-Δίστρατου και οδηγώ παράλληλα με τον Αώο που κυλά αφρισμένος ανάμεσα στην Τύμφη και στον Σμόλικα. Στο χωριό Παλιοσέλι, παίρνοντας νότια πορεία, κατευθύνομαι στο Βρυσοχώρι με τις τέσσερις εκκλησιές, τις 22 βρύσες και τη μοναδική θέα στις κορυφές της Τσούκα Ρόσα.

9Σκηνικό μαγείας στο φαράγγι Βικάκι, που βρίσκεται κοντά στον Βίκο. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Λίγα μένουν από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του χωριού, μια και αυτό έπεσε θύμα της θηριωδίας των Γερμανών που το κατέκαψαν. Ατέλειωτα δάση με μαυρόπευκα αποτελούν τη μοναδική πηγή πλούτου αυτών των απομακρυσμένων χωριών. Εδώ όλοι ασχολούνται με την υλοτομία. Πέντε χιλιόμετρα μετά το Βρυσοχώρι συναντώ το Ηλιοχώρι (1.050 μ.), χτισμένο σε κατάφυτη πλαγιά. Πανέμορφη η εκκλησία του Αγίου Νικολάου και άξιος προσοχής ο γιγάντιος πλάτανος στην κεντρική πλατεία.

Η νότια πορεία συνεχίζεται και με γενναία δυτική παράκαμψη -πάντα κινούμενος σε δασικό τοπίο ανυπέρβλητης ομορφιάς και σε δρόμο που δείχνει να υποχωρεί στις ορέξεις του καιρού- φτάνω στη Λαΐστα, το πιο απομονωμένο και απομακρυσμένο Ζαγοροχώρι. Επιστρέφω στον οδικό άξονα, περνώ τον Γυφτόκαμπο και τις Σαρακατσάνικες Στάνες με τις παρειές του δρόμου γεμάτες ευθυτενείς κορμούς από κομμένα μαυρόπευκα.

Συναντώ κοπάδια με άλογα πάνω και απολαμβάνω τη θέα της μικρής χαράδρας του Γυφτόκαμπου από τη θέση Μπόκοβο. Συνεχίζω με δυτική κατεύθυνση, περνώ από το Σκαμνέλι (δυστυχώς εδώ ο τσίγκος έχει αντικαταστήσει την πέτρα) και επιτέλους φτάνω στο Τσεπέλοβο, την πρωτεύουσα του Δήμου Τύμφης, με τα σκουρόχρωμα αρχοντικά με φόντο τα βράχια της Τύμφης, τα υπέροχα καλντερίμια, την εκκλησία-στολίδι του Αγίου Νικολάου με το εξάγωνο καμπαναριό.

10Το Δίκορφο, με την ελάχιστη τουριστική αξιοποίηση, θυμίζει την εποχή του παλιού Ζαγορίου. Η εκκλησία του Αγίου Μηνά και το κτίριο του Αρρεναγωγείου δεσπόζουν στο χωριό.(Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Φινάλε στο Μπελόη
Επτά χιλιόμετρα από το Τσεπέλοβο απέχει το αγαπημένο μου χωριό, το μικροσκοπικό Καπέσοβο (1.120 μ.). Με υπέροχα ζαγορίσια αρχοντικά και εξαιρετικά καλντερίμια μπήκε στην καρδιά μου από τις χιονισμένες χριστουγεννιάτικες μέρες που πέρασα εδώ πριν από κάποια χρόνια. Το χωριό αναπτύσσεται γύρω από την τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Νικολάου, διακοσμημένη με τοιχογραφίες Καπεσοβιτών αγιογράφων, η φήμη των οποίων ξεπέρασε τα όρια της περιοχής.

Η Πασχάλειος Σχολή, το μεγαλύτερο σχολείο στο Ζαγόρι, διαθέτει 14 αίθουσες και τώρα στεγάζει μικρό λαογραφικό μουσείο και σπουδαία βιβλιοθήκη με σπάνια βιβλία. Ανάμεσά τους και ένα από τα πρωτότυπα αντίγραφα της Μεγάλης Χάρτας του Ρήγα Φεραίου.

Ενας φιδογυριστός δρόμος 9 χλμ. ενώνει το Καπέσοβο με το Βραδέτο, τη στέγη του Ζαγορίου. Εγώ προτιμώ και πάλι την παραδοσιακή πρόσβαση από τη Σκάλα του Βραδέτου, μοναδικό τρόπο επικοινωνίας του χωριού με τον έξω κόσμο μέχρι το 1974. Μια σκάλα-αποθέωση της ηπειρώτικης μαστοριάς – τρεις «λωρίδες κυκλοφορίας» πάνω σε αριστουργηματικό καλντερίμι.

11Η Σκάλα του Βραδέτου, του χωριού που φύλαγε για χρόνια μονάχη η θεία Κωστάντω διατηρώντας το μικρό καφενεδάκι στην πλατεία. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Η μεσαία για τα μουλάρια, στρωμένη με μαύρη πέτρα για να μη γλιστράνε, δεξιά κι αριστερά οι λωρίδες των ανθρώπων φτιαγμένες με άσπρη πέτρα και ούγιες για να ακολουθούν τον ανθρώπινο βηματισμό. Η σκάλα με τα 39 πέταλα και τα 1.100 σκαλοπάτια φτάνει μέχρι κοντά στο εκκλησάκι του Αϊ-Θανάση του Βραδέτου. Τριάμισι συνολικά τα χιλιόμετρα της διαδρομής. Μια κατασκευή απαράμιλλης τεχνικής που μετουσιώθηκε σε αληθινό έργο τέχνης…

Φτάνω στο Βραδέτο (1.340 μ.), στο χωριό που ανέδειξε μεγάλους ευεργέτες (αδελφοί Κοντοδήμου, Αναστάσιος Σακελλάρης), που φύλαγε για χρόνια μονάχη η θεία Κωστάντω διατηρώντας το μικρό καφενεδάκι στην πλατεία. Ο ναός της Γέννησης της Θεοτόκου, με την απλότητα που τον διακρίνει, περιγράφει την ακμή του χωριού τον 18ο αιώνα, όταν χτίστηκαν το σχολείο, η πλατεία και τα θαυμάσια λιθόστρωτα.

12(Φωτογραφία: Αντώνης Δήμας)

Αφήνω το Βραδέτο με βορειοδυτική κατεύθυνση και ανάμεσα σε κοπάδια με ζαγορίσια μοσχαράκια κατευθύνομαι στο Μπελόη, το σημαντικότερο μπαλκόνι θέας του θαύματος που ακούει στο όνομα «φαράγγι του Βίκου». Το οδοιπορικό στον τόπο «πίσω από το βουνό» τελειώνει εδώ, με εικόνες που αξίζουν όσο χιλιάδες λέξεις…

Εθνικός δρυμός Βίκου – Αώου
Τα χωριά Μονοδένδρι, Βίκος, Μικρό και Μέγάλο Πάπιγκο βρίσκονται εντός του δρυμού. Από τα θαύματα της φύσης που περικλείονται στα όριά του ξεχωρίζουν το φαράγγι του Βίκου, ο Βοϊδομάτης που έχει τις πηγές του μέσα στο φαράγγι και η υποαλπική Δρακολίμνη.  Ο δρυμός, με τον πλούτο των οικοσυστημάτων του, παραμένει ένα από τα καταφύγια άγριας ζωής στην Ευρώπη.

13Τσεπέλοβο, η έδρα του Δήμου Τύμφης, με τα σκουρόχρωμα αρχοντικά με φόντο τα βράχια της Τύμφης, τα καλντερίμια και την εκκλησία-στολίδι του Αγίου Νικολάου
(Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Σημεία θέας

Οξιά: Με δασικό δρόμο από το Μονοδένδρι προσεγγίζεται το μπαλκόνι της Οξιάς (1.320 μ.), που στέκεται αντικριστά στον Μεγάλο Λάκκο, το μεγάλο παρακλάδι του φαραγγιού του Βίκου.

Μπελόη: Μπελόη στα σλάβικα σημαίνει «ωραία θέα» και από τη θέση αυτή, στα 1.400 μέτρα υψόμετρο, απλώνεται μεγαλοπρεπές όλο το φαράγγι. Η προσέγγιση από το χωριό Βραδέτο μπορεί να συμπληρωθεί με την ανάβαση της περίφημης Σκάλας του Βραδέτου. Πραγματικά μοναδική εμπειρία.

Καστρί: Προσβάσιμο με μονοπάτι από τον Ελαφότοπο (90 λεπτά), στέκεται αντικριστά στους πελώριους Πύργους της Αστράκας. Από τον Ελαφότοπο προς το χωριό Βίκος ακολουθούμε την κίτρινη ταμπέλα προς Καστρί.

Τα χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου
Το Κεντρικό Ζαγόρι καταλαμβάνει μια τεράστια έκταση και περιλαμβάνει  τα χωριά: Βίτσα, Μονοδένδρι, Σκαμνέλι, Βραδέτο, Ελάτη, Βρυσοχώρι, Τσεπέλοβο, Καπέσοβο, Νεγάδες, Δίκορφο, Ανω Πεδινά, Κάτω Πεδινά, Ελαφότοπος, Μανασσή, Καλουτά, Διπόταμο, Λεπτοκαρυά, Ηλιοχώρι, Λαΐστα, Δίλοφο, Κήποι, Κουκούλι, Φραγκάδες, Ασπράγγελοι.

πηγή: Έθνος