Βαρρόα βρέθηκε στην Αυστραλία

Το άκαρι βαρρόα εντοπίστηκε για πρώτη φορά στο λιμάνι του Νιούκαστλ, στη Νέα Νότια Ουαλία, στην Αυστραλία, τη μοναδική ήπειρο μέχρι σήμερα που παρέμενε χωρίς βαρρόα.

Οι Αρχές επιβεβαίωσαν ότι τα ακάρεα εντοπίστηκαν στις 22 Ιουνίου, σε ορισμένες κυψέλες που βρίσκονταν, μέσω του προγράμματος επιτήρησης και ανίχνευσης, γύρω απ’ το λιμάνι. Στη συνέχεια περίπου 400 μελίσσια υποβλήθηκαν σε ευθανασία. Πρόθεσή τους ήταν να εξαλείψουν τα ακάρεα και να βεβαιωθούν ότι δεν θα μολυνθεί ολόκληρη η ήπειρος.

Η περιοχή χωρίστηκε σε ζώνες και μπήκε σε καραντίνα. Τα μελίσσια που βρίσκονται 10λμ γύρω απ’ τα σημεία που εντοπίστηκαν τα ακάρεα καταστρέφονται. Ως περιοχή παρακολούθησης ορίστηκε η περιοχή 25χλμ γύρω και μέχρι τα 50χλμ απαγορεύεται η μετακίνηση των μελισσιών.

Η βαρρόα είναι ένα άκαρι με καταγωγή από την Νοτιοδυτική Ασία, όπου ενδημούσε ως μόνιμο παράσιτο στην Ινδική μέλισσα Apis cerana. Η φυσική επιλογή οδήγησε έπειτα από την πάροδο εκατομμυρίων ετών τον ξενιστή και το παράσιτο σε μια κατάσταση ισορροπίας. Από το 1940 και μετά όμως άρχισε να εξαπλώνεται και στον υπόλοιπο κόσμο με αποτέλεσμα να μεταδοθεί και στην Ευρωπαϊκή μέλισσα Apis mellifera, με καταστροφικές όπως αποδείχτηκε συνέπειες. Στην Ελλάδα εμφανίστηκε γύρω στα 1978.

Η ίδια η βαρρόα δεν σκοτώνει τις μέλισσες, τις εξασθενεί όμως τόσο ώστε να είναι ευάλωτες σε άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα ο ιός των παραμορφωμένων φτερών (Deformed Wing Virus), ή ο ιός οξείας παράλυσης (Acute Bee Paralysis Virus) των οποίων η βαρρόα είναι φορέας.

Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι το 1981 στην Ελλάδα το πρόβλημα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις με 220.000 μελισσοσμήνη να καταστρέφονται ολοκληρωτικά. Όπως είναι φυσικό επικρατεί πανικός, όμως οι συνάδελφοι Αυστραλοί θα πρέπει να κρατήσουν την ψυχραιμία τους καθώς πλέον διαθέτουμε αρκετή γνώση σχετικά με την αντιμετώπιση του παρασίτου.

 

 

 

Τα δάση μελιού της Τουρκίας

Το 2008 στην Τουρκία, τέθηκε σε εφαρμογή από τη Γενική Διεύθυνση Δασών το πρόγραμμα «Σχέδιο Δράσης για Δάση Μελιού». Έως σήμερα έχουν δημιουργηθεί 600 μελισσοκομικά δάση με σκοπό να γίνουν 720 ως το 2023, με την Τουρκία να ανεβαίνει στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού, πίσω μόνο από την Κίνα.

Μελισσοκομικά δάση ονομάζονται οι δασικές εκτάσεις που είτε προϋπήρχαν είτε δημιουργήθηκαν με τη φύτευση των κατάλληλων, ανάλογα την περιοχή, μελισσοκομικών φυτών, στις οποίες πραγματοποιούνται έργα που διευκολύνουν την πρόσβαση και εγκατάσταση μελισσοσμηνών. Η μεγάλη μείωση των επικονιαστών παγκοσμίως λόγω της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων, της κλιματικής αλλαγής της αστικοποίησης κ.α. έχει κάνει την ανάγκη ύπαρξης τέτοιων δασών επιτακτική.

Το 2017 ρυθμίστηκαν από Γενική Διεύθυνση Δασών της Τουρκίας, όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με τους μόνιμους αλλά και τους νομάδες μελισσοκόμους, δίνοντας τους τη δυνατότητα να επωφεληθούν από αυτούς τους τομείς πιο αποτελεσματικά. Όπως δήλωσε ο μελισσουργός Hüseyin Baş «Αντιμετωπίζαμε δυσκολίες για να φτάσουμε εδώ. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το δάσος μελιού, η πρόσβαση έγινε πιο εύκολη. Εκμεταλλευτήκαμε αυτή την ευκολία που μας παρέχει το κράτος».

Η Τουρκία ανέβηκε στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού. Από 81.000 τόνους το 2010, έφτασε τους 110.000 το 2019, με τις κυψέλες να παρουσιάζουν επίσης άνοδο από τα 5,6εκ στα 8εκ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δάσος μελιού της Αδριανούπολης, το οποίο είχε υποβαθμιστεί. Εκεί από το 2016 φυτεύτηκαν 130.000 δέντρα και αρωματικά φυτά σε μια έκταση περίπου 3.000 στρεμμάτων. Η περιοχή εμπλουτίστηκε με φυτά όπως η ακακία, η καστανιά, η φλαμουριά, η λεβάντα και το θυμάρι. Έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί φιλοξενήσει περίπου 1500 κυψέλες.

Ο μελισσοκόμος απ’ το Χαλέπι

Το 2013, ο Σύρος μελισσοκόμος Ryad Alsous ήπιε το τελευταίο του φλιτζάνι τσάι μέντας στο μπαλκόνι του διαμερίσματός του στη Δαμασκό. Θα έφευγε από την πόλη όπου είχε περάσει όλη του τη ζωή για να μετακομίσει στη Βρετανία. Οκτώ χρόνια αργότερα, πίνει ξανά τσάι μέντας φτιαγμένο στην ίδια τσαγιέρα αλλά αυτή τη φορά στο Χάντερσφιλντ. Η τσαγιέρα είναι το μόνο αντικείμενο που έχει ακόμα από το σπίτι του στη Συρία.

Η πολυκατοικία του είχε βομβαρδιστεί δύο φορές ενώ εκρήξεις στο ανατολικό τμήμα της πόλης γίνονταν καθημερινά. Την ημέρα που έφευγε, ένας δυνατός κρότος εκεί κοντά έκανε τα περιστέρια που είχαν κάτσει στο μπαλκόνι του να πεταχτούν για λίγο στον αέρα. Ταΐζε τα πουλιά για χρόνια και συνειδητοποίησε ότι δεν θα είχαν κανέναν να τα προσέχει από την στιγμή που θα έφευγε. 

«Άφησα το παράθυρό μου ανοιχτό κατά 25 περίπου εκατοστά, αρκετά ώστε να επιτρέψω στα πουλιά να μπαίνουν μέσα. Άνοιξα επίσης όλα τα ντουλάπια της κουζίνας μου για να φάνε τα πουλιά ό,τι είχαμε. Ένιωσα ότι εκείνη τη στιγμή, άλλαζα θέσεις μαζί τους. Εμένα μου επέτρεψαν να μπω στο Ηνωμένο Βασίλειο, μια ασφαλή χώρα, και εγώ τους έδωσα το ασφαλές σπίτι μου για να μείνουν, να φάνε, να πίνουν, να φωλιάσουν και να γεννήσουν απογόνους».

Τουλάχιστον 350.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σε 10 χρόνια μαχών στη Συρία, και ο αριθμός αυτός είναι πιθανό να είναι μεγαλύτερος σύμφωνα με τον ΟΗΕ, με 13,5 εκατομμύρια ανθρώπους (ο μισός πληθυσμός) να έχουν εκτοπιστεί βίαια. Λίγα χρόνια μετά την άφιξή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου πήγε μαζί με τη σύζυγο του και τα πέντε παιδιά του, ο Alsous ίδρυσε το Buzz Project, μια φιλανθρωπική οργάνωση που βοηθά τους πρόσφυγες να ασχοληθούν με τη μελισσοκομία. Η ιστορία του πώς το έκανε είναι η πηγή έμπνευσης για τον χαρακτήρα του Μουσταφά στο μπεστ σέλερ βιβλίο «The Beekeeper of Aleppo». Όπως ο Alsous έτσι και ο χαρακτήρας του βιβλίου φτάνει στο Γιορκσάιρ, όπου ξεκινά ένα μελισσοκομείο με τις σπάνιες βρετανικές μαύρες μέλισσες και διδάσκει στους πρόσφυγες την τέχνη της παραγωγής μελιού.

Στόχος του Buzz Project είναι να βοηθήσει ανθρώπους σαν αυτόν, που έχουν εξοριστεί από τη χώρα τους, ώστε να νιώσουν σαν στο σπίτι τους σε μια άγνωστη χώρα. Μέχρι τώρα έχει βοηθήσει περισσότερους από 30 πρόσφυγες από χώρες όπως η Συρία, το Σουδάν, το Κουρδιστάν και η Τουρκία. Τη δεκαετία του 1990, τα στρατεύματα του Σαντάμ Χουσεΐν αποστράγγισαν τα έλη της Μεσοποταμίας στο Ιράκ, το μεγαλύτερο υγροτοπικό οικοσύστημα στη Μέση Ανατολή, μειώνοντάς τα στο 10% του αρχικού τους μεγέθους. Δεκαετίες πολέμου έχουν καταστρέψει περισσότερα από τα μισά δάση του Αφγανιστάν. Εν τω μεταξύ, η κλιματική κρίση εκτοπίζει όλο και περισσότερους ανθρώπους. Πέρυσι, υπολογίζεται ότι 30 εκατομμύρια άνθρωποι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν ΄σε άλλη περιοχή λόγω των πλημμυρών, των καταιγίδων και των πυρκαγιών.

Ο Alsous μιλάει με αγάπη για τη βρετανική ύπαιθρο. Θαυμάζει τους κράταιγους και τις φλαμουριές, τα οποία λατρεύουν και οι μέλισσες. Πήρε την πρώτη του κυψέλη στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2015, χάρη στην Debbie, μια γυναίκα από το Μάντσεστερ που βρήκε στο Facebook. Τώρα έχει 100. Για τον Alsous το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η χώρα της αφθονίας, αλλά η θλίψη για την εγκατάλειψη της χώρας του δε μπορεί να φύγει. «Θυμάμαι κάθε γωνιά της Δαμασκού» λέει. Πριν από λίγους μήνες, η μικρότερη αδερφή του πέθανε από Covid στη Συρία ενώ εκείνος της μιλούσε στο τηλέφωνο. Δε μπορούσε να πάει στο νοσοκομείο για περίθαλψη γιατί δεν είχε καύσιμα. Είχε να την δει από τότε που έφυγε. Τα υπόλοιπα αδέρφια του βρίσκονται επίσης στη Συρία. Κανένας τους δε μπόρεσε να φύγει. Το όνειρό του είναι να γυρίσει και να τους δει μια μέρα. 

Ερωτεύτηκε τις μέλισσες στα 21 του, ενώ τις σπούδαζε γεωπονία. Ο πατέρας του ήταν δημοσιογράφος και η μητέρα του μοδίστρα. Μαζί με έναν φίλο του αγόρασαν 2 παραφυάδες απ’ τις οικονομίες τους, οι οποίες σύντομα έγιναν μελίσσια. Έβγαζε χρήματα πουλώντας μέλι σε φίλους και συγγενείς. Στη Συρία, οι μέλισσες μάζευαν νέκταρ από βαμβάκια, ηλίανθους, ευκάλυπτους, ερείκη και άνθη εσπεριδοειδών. Ο Alsous ήταν μέλος ενός μελισσοκομικού συλλόγου στη Συρία και λέει ότι ο αριθμός των μελισσοκόμων στη χώρα τετραπλασιάστηκε σε 25.000 μεταξύ 1989 και 2011, αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία που να το επιβεβαιώνουν.

Υπολογίζει ότι περισσότερα από τα τρία τέταρτα των κυψελών στη Συρία καταστράφηκαν στον πόλεμο. Ήταν καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Δαμασκού και είχε 500 κυψέλες, οι οποίες καταστράφηκαν όλες – είτε πυρπολήθηκαν είτε οι μέλισσες χάθηκαν από πείνα καθώς οι καλλιέργειες στις οποίες βασίζονταν εγκαταλείφθηκαν. Για τον Alsous οι μέλισσες είναι μια ιδανική κοινωνία, συνεργάζονται και φροντίζουν η μία την άλλη. «Μέλισσες σημαίνουν ειρήνη και ζωή» λέει.

πηγή: The Guardian

Συμπλοκές μελισσοκόμων με την αστυνομία στη Χιλή!

Μελισσοκόμοι της Χιλής διαδήλωσαν έξω από το Προεδρικό Μέγαρο στο Σαντιάγκο, για την κλιματική αλλαγή και την εκτεταμένη ξηρασία που αυτή έχει προκαλέσει με αποτέλεσμα να πληγεί η παραγωγή τους.

Κατά τη διάρκεια συμπλοκών με την αστυνομία, οι μελισσοκόμοι απελευθέρωσαν μελίσσια μέσα στην πόλη με αποτέλεσμα 7 αστυνομικοί να μεταφερθούν στο νοσοκομείο, μετά από τσιμπήματα. Τέσσερις μελισσοκόμοι συνελήφθησαν.

Οι μελισσοκόμοι είχαν συγκεντρωθεί για να διαμαρτυρηθούν για την κακή οικονομική τους κατάσταση και να ζητήσουν στήριξη από το κράτος. Όπως δήλωσαν στους δημοσιογράφους “Η ξηρασία που συνεχίζεται εδώ και μια δεκαετία οδηγεί τις μέλισσες στο να πεθαίνουν. Και χωρίς μέλισσες δεν υπάρχει ζωή...”

Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, ζήτησαν μεταρρυθμίσεις ώστε να βελτιωθεί η τιμή του μελιού, η οποία παραμένει χαμηλή παρά τις δυσκολίες στην παραγωγή, ή παροχή επιδοτήσεων. Αξιωματούχοι του Υπουργείου Γεωργίας λένε ότι συμμερίζονται την ανησυχία των διαδηλωτών για τις επιπτώσεις της ξηρασίας, προσθέτοντας ότι παρέχουν βοήθεια εδώ και μήνες σε 20 κοινότητες που αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη νερού

πηγή: Reuters, BBC

Ευθύνεται η εντατικοποίηση της καλλιέργειας του αβοκάντο για τους θανάτους μελισσών στην Κολομβία;

Για δεύτερη φορά μέσα σε δύο χρόνια ο Gildardo Urrego μαζεύει σωρούς από νεκρές μέλισσες, στο μελισσοκομείο του, στη βορειοδυτική Κολομβία. Δεν έχει καμία απόδειξη αλλά υποψιάζεται ότι ο ένοχος είναι κάποιο φυτοφάρμακο το οποίο εφαρμόζεται κατά την διάρκεια της ανθοφορίας, στις εντατικές καλλιέργειες αβοκάντο αλλά και των εσπεριδοειδών.

Εκατοντάδες μελίσσια έχουν χαθεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα και ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι υπεύθυνο γι αυτό είναι το fipronil, ένα εντομοκτόνο απαγορευμένο για χρήση σε καλλιέργειες στην Ευρώπη, ενώ υπό περιορισμό είναι στις ΗΠΑ και Κίνα.

Χρησιμοποιείται ενάντια σε κάθε είδος εντόμων, συμπεριλαμβανομένων μυρμηγκιών και τσιμπουριών ενώ έχει κατηγορηθεί πολλές φορές για θανάτους μελισσών σε όλο τον κόσμο. Στο μελισσοκομείο του Urrego στην Αντιόχεια της Κολομβίας παράγεται ένα αρωματικό ανθόμελο από οπωροφόρα. Το 2019, έχασε τα μισά του μελίσσια, ενώ πέρσι το ένα τρίτο. «Υπάρχει μια υποψία ότι, ναι, αυτό οφείλεται σε δηλητηρίαση καθώς δεν έχει γίνει σωστή διαχείριση των αγροχημικών στις καλλιέργειες της περιοχής» δήλωσε.

Πριν από μια δεκαετία οι μέλισσες στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, τη Ρωσία, τη Νότια Αμερική και αλλού άρχισαν να πεθαίνουν από την διαταραχή κατάρρευσης αποικιών (CCD), μια μυστηριώδη μάστιγα η οποία οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, εκ των οποίων σημαντικότερος είναι τα νεονικοτινοειδή φυτοφάρμακα.

Ο ΟΗΕ προειδοποιεί ότι σχεδόν οι μισοί επικονιαστές εντόμων, ιδίως οι μέλισσες και οι πεταλούδες, κινδυνεύουν να εξαφανιστούν σε παγκόσμιο επίπεδο.

Πηγή: Γαλλικό Πρακτορείο Ειδήσεων

Η μελισσοκομία των βράχων

Σε έναν βράχο ύψους 100 μέτρων στην επαρχία Miyun στην Κίνα βρίσκονται κρεμασμένες 600 κυψέλες οι οποίες φιλοξενούν την Ασιατική μέλισσα (Apis cerana). Στην επαρχία Miyun ζουν περίπου 2.000 μελισσοκόμοι οι οποίοι διατηρούν γύρω στα 115.000 μελίσσια.

Το συγκεκριμένο μελισσοκομείο είναι ένα απ’ τα μεγαλύτερα μελισσοκομεία βράχων στην Κίνα και παίζει σημαντικό ρόλο στην διατήρηση της Ασιατικής μέλισσας, η οποία λατρεύεται όπως και το πάντα. Μετά την επικράτηση της Ιταλικής Μέλισσας, η οποία εισήχθη στην Ασία πριν από έναν αιώνα, η Apis cerana βρέθηκε στο χείλος της εξαφάνισης.

Η συνεισφορά όμως της Ασιατικής μέλισσας στη διατήρηση της ισορροπίας των τοπικών ορεινών οικοσυστημάτων είναι αναντικατάστατη. Δεδομένου ότι ζει σε βράχια ύψους τουλάχιστον 100 μέτρων, οι ψηλοί βράχοι της επαρχίας Miyun επιλέχθηκαν ως το ιδανικό μέρος ώστε να ευδοκιμήσουν. 

Για να στηθεί βέβαια ένα μελισσοκομείο όπως αυτό, απαιτούνται όχι μόνο επαγγελματικές δεξιότητες αλλά και σωματική δύναμη. Καθώς οι κυψέλες έπρεπε να εγκατασταθούν ψηλά, οι μελισσοκόμοι έπρεπε να σκαρφαλώσουν στα απότομα βράχια κουβαλώντας τις βαριές κυψέλες με τις μέλισσες στην πλάτη τους.

Χρειάστηκαν περισσότεροι από 20 “spidermen” για να εγκαταστήσουν όλες τις κυψέλες στον γκρεμό. Οι ίδιοι μαζεύουν και το μέλι καθώς οι κυψέλες είναι προσβάσιμες μόνο με σχοινί. Παρά τους κινδύνους η παραγωγή μελιού έχει βοηθήσει αρκετά τους φτωχούς αγρότες της περιοχής.

Πηγή: Global Times

Οι μαύρες κυψέλες του μυθικού δάσους του μελιού

Στην ορεινή επαρχία Ράϊζ, στη βορειοανατολική Τουρκία, λίγα χιλιόμετρα από τη μαύρη θάλασσα, βρίσκεται η γραφική μικρή πόλη Τσαμλιχέμσιν. Χτισμένη δίπλα στις όχθες του ποταμού Φερτίνα στις απότομες πλαγιές των ορέων Κατσκάρ, του ψηλότερου βουνού των Ποντιακών Άλπεων, η πόλη αποτελεί βασικό σημείο εισόδου στα επιβλητικά αυτά βουνά.

Στην περιοχή αυτή κατοικούν, μεταξύ άλλων, οι Χεμσίν, μια ομάδα ανθρώπων με καταγωγή από την Αρμενία, οι οποίοι όταν ασπάστηκαν το Σουνιτικό Ισλάμ, κατά το τέλη της Οθωμανικής περιόδου, δημιούργησαν δική τους εθνοθρησκευτική ομάδα και διέκοψαν τους δεσμούς με τον υπόλοιπο αρμενικό πληθυσμό. Είναι γνωστοί επίσης και ως Χεμσινλί ή Χαμσενίς που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτοικος του Χεμσίν. Η κεμαλική ιδεολογία «η Τουρκία είναι για τους Τούρκους» δημιούργησε ανασφάλεια σε μειονότητες όπως αυτή των Χεμσινλί επειδή ακριβώς θεωρούνται απόγονοι Αρμενίων, με αποτέλεσμα να παραμένουν διακριτικοί σχετικά με την ταυτότητά τους.

Ο κινηματογραφιστής Οζκάν Αλπέρ ο οποίος το 2000 γύρισε την πρώτη κινηματογραφική ταινία για τους Χαμσετσί, το «Μομί» (γιαγιά), κατηγορήθηκε από το Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας για παραγωγή υλικού, με σκοπό να καταστρέψει την ενότητα του κράτους, βάσει του άρθρου 8 του τουρκικού αντιτρομοκρατικού νόμου. Μόνο κατόπιν πιέσεων της ΕΕ ο νόμος αυτός ανακλήθηκε και ο Αλπέρ τελικά δεν δικάστηκε. Νεότερες γενιές και ειδικά αυτές με έντονη αριστερή ανατροφή, τείνουν να θεωρούν τους εαυτούς τους Αρμένιους.

Οι Χεμσινλί ζουν κυρίως από την καλλιέργεια τσαγιού, καλαμποκιού, την κτηνοτροφία και την μελισσοκομία. Διατηρούν όμως ένα ιδιαίτερο έθιμο: τη μελισσοκομία της μαύρης κυψέλης. Τα βουνά λόγω της θέσης τους δρουν ως υδατοφράχτες και εμποδίζουν την υγρασία από τη Μαύρη θάλασσα να μετακινηθεί προς την κεντρική Ανατολία με αποτέλεσμα να δέχονται μεγάλα ύψη βροχής κάθε χρόνο. Η χλωρίδα και η πανίδα των βουνών είναι πλούσια. Γύρω από τους πανέμορφους οικισμούς με τα ξύλινα σπίτια βρίσκεται το μυθικό δάσος του μελιού ή Bal Ormani όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι, το οποίο αποτελείται κυρίως από καστανιές, φλαμουριές, ακακίες και καρπίνους, η πολύτιμη ξυλεία των οποίων χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες για τη δημιουργία κυψελών.

Ο Καρπίνος (Carpinus), γνωστός και ως γαύρος είναι ένα φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει τα 25 μέτρα. Το ξύλο του θεωρείται πολύτιμο, μάλιστα στον Καναδά το ονομάζουν χρυσόξυλο, είναι σκληρό και δύσκολο στην επεξεργασία. Πάνω του, αρκετά μέτρα από το έδαφος ώστε να προστατεύονται απ’ τις αρκούδες, τοποθετείται μια πλατφόρμα στην οποία εγκαθίστανται οι κυψέλες ή τα καρακοβάν, ένα είδος κυψέλης κατασκευασμένης από κορμούς δέντρων.

Σε αντίθεση με τη σύγχρονη νομαδική μελισσοκομία, αυτές οι κυψέλες παραμένουν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Μέσα τους ζουν οι Καυκάσιες μέλισσες (Apis mellifera caucasia) και το μέλι, το περίφημο δασόμελο, συλλέγεται στο τέλος της σεζόν.

Παραδοσιακά οι κυψέλες ελέγχονταν αποκλειστικά από άντρες της κοινότητας, ωστόσο τα πράγματα εξελίσσονται και σήμερα αρκετές γυναίκες διδάσκονται τις παλιές αυτές τεχνικές με την ελπίδα να κρατήσουν ζωντανή αυτή την παράδοση. Μια απ’ αυτές τις γυναίκες είναι η Özlem Erol, η οποία εκτός από τις μέλισσες διατηρεί ένα εργαστήριο όπου κατασκευάζονται οικιακά είδη και ενδύματα. Στόχος της είναι η διαφύλαξη της παράδοσης των Χεμσίν. Κάτι αρκετά δύσκολο έπειτα από την τουριστική έκρηξη των τελευταίων ετών.

Στη διαδρομή για το Τσαμλιχέμσιν οι συνέπειες του τουρισμού είναι ήδη εμφανείς. Το ήσυχο λιθόστρωτο γραφικό δρομάκι που οδηγούσε στο δάσος, αντικαταστάθηκε από έναν σύγχρονο αυτοκινητόδρομο που σχεδιάστηκε ώστε να μπορεί να υποδεχτεί εκατοντάδες λεωφορεία, που φέρνουν κόσμο για διακοπές. Οι τουρίστες έρχονται εδώ για να κάνουν ράφτινγκ στα ορμητικά νερά του ποταμού και κατάβαση ZipLine απ’ τις πλαγιές, απολαμβάνοντας τις διακοπές τους στα ολοένα και αυξανόμενα καταλύματα. Η κυρία Erol διατηρεί αρκετές επιφυλάξεις σχετικά με την ανάπτυξη αυτού του είδους τουρισμού, καθώς θεωρεί ότι υπηρετεί μια μερίδα ανθρώπων που δεν ενδιαφέρεται για την παράδοση των Χεμσίν, ενώ απειλεί τη μελισσοκομία η οποία ασκείται στην περιοχή εδώ και πολλά χρόνια.

Όμως ο πιθανός κίνδυνος της απώλειας των παραδόσεων, σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά της Τουρκίας, έχει έναν οικουμενικό χαρακτήρα. Σε όλο τον κόσμο, οι κουλτούρες εθνοτικών μειονοτήτων διατρέχουν κίνδυνο λόγω των γεωπολιτικών μεθόδων και της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η τουριστική ανάπτυξη ενδέχεται να αποτελέσει και κίνδυνο για το οικοσύστημα. Εν μέσω της παγκόσμιας μείωσης του πληθυσμού των μελισσών, η εκτροφή της Καυκάσιας μέλισσας στις πλαγιές γύρω απ’ την Τσαμλιχέμσιν είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της απώλειας της βιοποικιλότητας. Η δημιουργία αυτοκινητοδρόμων και σημείων τουριστικών δραστηριοτήτων, αργά η γρήγορα θα οδηγήσει στην απώλεια των ενδιαιτημάτων των μελισσών.

Η μέλισσα του Καυκάσου που ζει στη Μαύρη Θάλασσα είναι μόνο μία από τις πολλές φυλές μελισσών που ζουν στην Τουρκία. Οποιαδήποτε παρέμβαση στο περιβάλλον είναι ζωτικής σημασίας για την ισορροπία του οικοσυστήματος και όλοι πρέπει να σταθούμε ενάντια στην κλιματική αλλαγή και την περιβαλλοντική καταστροφή. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ανακαλύπτουμε ένα κοινό σημείο μεταξύ των Χεμσίν και των μελισσών τους: την πάλη των μεν για την διατήρηση της παράδοσής τους και των δε για την επιβίωση.

New York Times

Οι μελισσοκόμοι της Βαλένθια βγήκαν στους δρόμους

Οι μελισσοκόμοι της Βαλένθια βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τους περιορισμούς που επιβάλλονται από τη συμφωνία που είναι γνωστή ως «pinyolà» η οποία πλέον προβλέπει πρόστιμα έως και 60.000 για τους παραβάτες μελισσοκόμους.

Οι παραγωγοί μελιού της Βαλένθια στην Ισπανία με μια πρωτοφανή σε συμμετοχή πορεία έδειξαν την αντίθεσή τους στη συμφωνία «pinyolà», σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η εγκατάσταση μελισσοσμηνών στους πορτοκαλεώνες της Βαλένθια ώστε να αποφευχθεί η διασταύρωση των εσπεριδοειδών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο περιορισμός ισχύει μόνο για την Βαλένθια και όχι για την υπόλοιπη Ισπανία.

Στην περιοχή αυτή παράγονται τα πορτοκάλια Βαλέντσια που είναι ποικιλία άσπερμη ή λιγόσπερμη, πολύ όψιμης ωρίμανσης. Η σταυρεπικονίαση μπορεί μεν να αυξάνει την καρπόδεση αλλά αποβαίνει σε βάρος της εμπορικότητας των καρπών διότι αποκτούν πολλά σπέρματα.

Οι παραγωγοί καταγγέλλουν ότι το Υπουργείο επιχειρεί να τους συμπεριλάβει στην τροποποίηση του νόμου για τα ζώα (6/2003), αποκλείοντας κάθε δραστηριότητα μελισσοκομίας στις καλλιέργειες εσπεριδοειδών από τον Μάρτιο έως τον Μάιο κάθε έτους (περίοδο ανθοφορίας), επιβάλλοντας πρόστιμα στους παραβάτες που φτάνουν μέχρι και τα 60.000€.

Αυτό το ενδεχόμενο εκτός απ’ το ότι βλάπτει άμεσα τον τομέα της μελισσοκομίας ο οποίος αντιμετωπίζει μια από τις χειρότερες κρίσεις στην ιστορία του, δημιουργεί και μια παράδοξη κατάσταση καθώς πολλοί απ’ τους μελισσοκόμους είναι και παραγωγοί εσπεριδοειδών και με την εφαρμογή αυτής της τροποποίησης απαγορεύεται να τοποθετήσουν κυψέλες στα χωράφια τους. Αρκετοί φοβούνται ότι ίσως χρειαστεί να εγκαταλείψουν τα κτήματά τους και να μετακομίσουν αλλού.

Η Ισπανία είναι η χώρα με τις περισσότερες κυψέλες και την μεγαλύτερη παραγωγή μελιού στην Ευρώπη. Η Βαλενθιανική Κοινότητα που είναι μια αυτόνομη κοινότητα της Ισπανίας στην κεντρική και νοτιοανατολική Ιβηρική Χερσόνησο, έχει πέσει τα τελευταία χρόνια στην Ισπανία από την πρώτη θέση στην παραγωγή μελιού, στην τρίτη και από τη δεύτερη θέση σε αριθμό κυψελών, εκτός των τριών πρώτων. «Μια θλιβερή πραγματικότητα» σύμφωνα με την Ίνμα Σεγκούρα, μέλος του Μελισσοκομικού Συλλόγου του Αλικάντε.

«Αυτοί ήταν οι πολιτικοί που υποτίθεται ότι θα αγωνίζονταν για μια πιο βιώσιμη, πράσινη γεωργία και κτηνοτροφία και αυτό που τελικά έκαναν μας τελειώνει. Οι μελισσοκόμοι δεν κάθισαν ποτέ στο ίδιο τραπέζι με τους καλλιεργητές εσπεριδοειδών. Στο τραπέζι ήταν από τη μία πλευρά, οι μελισσοκόμοι και από την άλλη η Επιτροπή Διαχείρισης Εσπεριδοειδών. Και σε καμία περίπτωση δεν υπερασπίστηκαν τους καλλιεργητές, αλλά μόνο τη βιομηχανία, εκείνους που καθορίζουν την τιμή των εσπεριδοειδών. Γιατί αυτός που πουλάει αξίζει περισσότερο απ’ αυτόν που παράγει; Με τους καλλιεργητές συνυπάρχουμε χωρίς προβλήματα τόσα χρόνια.» δηλώνει ο Γκιγέρμο Ροσέλ πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου του Αλικάντε, ο οποίος συμπληρώνει «Αυτή η συμφωνία μας μετατρέπει σε εγκληματίες και μας αναγκάζει σε εξορία».

πηγή: Asaja Alicante, Αgronews comunitat valenciana

Υγρός χρυσός: Κυνηγώντας το μέλι στην Κένυα

Η Κένυα δεν είναι πολύ γνωστή για το μέλι της, αλλά μια ομάδα ντόπιων παραγωγών σκοπεύει να το αλλάξει σύντομα αυτό.

Ο Philip Kipyertor και ο Joseph Kipkoshoni πηγαίνοντας στις κυψέλες τους, στην πεδιάδα Ριφτ στην Κένυα.

Σε αντίθεση με την Αιθιοπία και την Τανζανία, τα μέρη όπου συλλέγονται οι μεγαλύτερες ποσότητες μελιού και μερικές απ’ τις καλύτερες ποικιλίες στην Αφρική, η Κένυα δεν είναι τόσο γνωστή για το μέλι της. Ωστόσο, το φυσικό περιβάλλον είναι παρόμοιο και η μελισσοκομία ευδοκιμεί και εδώ.

Ο τρύγος εδώ γίνεται τη νύχτα, υπό το φως των πυρσών.

Οι περισσότεροι παραγωγοί χρησιμοποιούν ακόμα τις παλιές παραδοσιακές μεθόδους με τις κυψέλες κρεμασμένες στα δέντρα, κάτι που είναι δυσλειτουργικό με αποτέλεσμα η συγκομιδή να είναι μικρή. Όμως προσπαθούν να εξοικειωθούν με νέου τύπου τεχνολογίες ώστε να αυξήσουν την παραγωγή τους.

Μια παραδοσιακή Κενυάτικη κυψέλη από κορμό δέντρου.

Στην περιοχή του Μάριγκατ στην Κένυα ζουν κοινότητες από τις φυλές Tugen, Ilchamus και Pokot. Θεωρούν το μέλι υγρό χρυσό και εκτός από γλυκαντικό το χρησιμοποιούν και ως φάρμακο, ενώ συλλέγουν και μελισσοκέρι. Σε ορισμένες κοινότητες μάλιστα το μέλι χρησιμοποιείται ακόμα ως προίκα για τη νύφη.

Οι Agnes Cheptepkeny, Philip Kipyertor και Joseph Kipkoshoni δοκιμάζουν φρεσκοτρυγημένο μέλι στην αγορά του Μάριγκατ.

Η Agnes Cheptepkeny διαθέτει το μέλι στην τοπική αγορά του Μάριγκατ. Ξεκίνησε πρόσφατα μια διαδικασία πιστοποίησης και αν τελικά το προϊόν της πληροί τα πρότυπα ποιότητας ευελπιστεί ότι θα ανοίξει ο δρόμος για εξαγωγές στο εξωτερικό.

Μια μέλισσα των Φιλιππίνων αυξάνει τις αποδόσεις καρύδας και βοηθάει τις γυναίκες της περιοχής

Αλμπάυ, Φιλιππίνες. Η Josefina Dayta δεν χρειάστηκε να βιώσει την εργασιακή ανασφάλεια, όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες της, όταν η κυβέρνηση των Φιλιππίνων επέβαλε ένα απ’ τα σκληρότερα lockdown παγκοσμίως. Οι εργασίες συνεχίστηκαν κανονικά στο αγρόκτημα Balay Buhay sa Uma Bee, στην περιοχή Μπικόλ, νοτιοδυτικά της Μανίλα.

Η Dayta εργάζεται στο αγρόκτημα ως κηπουρός και είναι υπεύθυνη για το πότισμα των φυτών, την απομάκρυνση των ξηρών φύλλων και το βοτάνισμα. Όλα αυτά βοηθούν τα φυτά να ανθίσουν και να προσελκύσουν μέλισσες, των οποίων η παρουσία είναι πολύ σημαντική μιας και βελτιώνουν τις αποδόσεις καρύδας, παρέχοντας έτσι ευκαιρίες εργασίας στις γυναίκες της περιοχής.

Η μελισσοκόμος της φάρμας, Luz-Gamba Catindig, είχε ως στόχο να αναδημιουργήσει το δάσος εδώ στους πρόποδες του όρους Μπουλουσάν. Αργότερα έμαθε ότι μπορούσε να το κάνει μέσω μιας αγροδασοκομίας, φιλικής προς τους επικονιαστές, ενός συστήματος διαχείρισης γης όπου οι καλλιέργειες ευδοκιμούν δίπλα σε άλλα φυτά και δέντρα. Έτσι δημιούργησε ένα αγρόκτημα στο οποίο υπάρχουν πολλά μελισσοκομικά φυτά, πηγές νερού και γηγενή δέντρα που προσελκύουν τις τοπικές μέλισσες και άλλα έντομα.

Εκτός της καρύδας που είναι η βασική καλλιέργεια, ένα απ’ τα γηγενή δέντρα στο αγρόκτημα, το οποίο έχει έκταση 30 στρεμμάτων, είναι το Canarium ovatum γνωστό ως pili, ένα τροπικό είδος, το οποίο καλλιεργείται για τους ξηρούς καρπούς του. Αλλά και μία μουριά (Syzygium tripinnatum) η οποία μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα ύψος και της οποίας τα φρούτα μπορούν να μετατραπούν σε χυμό, μαρμελάδα ή ζελέ. Αρκετές νυχτερίδες και πουλιά τρέφονται απ’ αυτό το δέντρο. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα δέντρα έχουν φυτευτεί πολλά ανθοφόρα φυτά.

Η Flor Palconitin συμβούλεψε την Catindig να χρησιμοποιήσει την άκεντρη μέλισσα Tetragonula biroi γνωστή ως Kiwot, μια μικροσκοπική μέλισσα των Φιλιππίνων, η οποία μπορεί να έχει μεν μικρότερες αποδόσεις σε μέλι σε σχέση με την Apis mellifera, αλλά επικονιάζει καλύτερα τα δέντρα καρύδας δίνοντας έτσι μεγαλύτερες αποδόσεις. Αυτό συμβαίνει γιατί η Kiwot, η οποία έχει το μέγεθος μυρμηγκιού, μπορεί να διεισδύσει ευκολότερα στα στενά άνθη των δέντρων καρύδας.

Η Palconitin εισήγαγε στο αγρόκτημα και την χαμηλού κόστους κυψέλη από κέλυφος καρύδας, που κλείνει με ένα τσίγκινο “καπελάκι” εμπνευσμένο από τις στρογγυλές κηρήθρες που κατασκευάζουν οι συγκεκριμένες μέλισσες. Από τότε οι κυψέλες δέχτηκαν αρκετές βελτιώσεις. Σήμερα η Catindig τις έχει κρεμασμένες κάτω απ’τα δέντρα.

Οι μέλισσες Kiwot έχουν μικρή ακτίνα δράσης που φτάνει τα 250 έως 500 μέτρα (η Apis mellifera φτάνει τα 4χλμ). Γι αυτό το λόγο πρέπει να βρίσκονται κοντά σε πηγές γύρης όπως τα άγρια ​​φυτά που φύτεψαν κάτω από τις καρύδες. Όλες αυτές οι αλλαγές βοήθησαν στη βελτίωση της απόδοσης στο αγρόκτημα έως και 50%.

Οι Φιλιππίνες είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός καρύδων στον κόσμο και η περιοχή του Μπικόλ παράγει περίπου το 8% της συνολικής παραγωγής καρύδας της χώρας. Ωστόσο, η περιοχή συχνά πλήττεται από τυφώνες, που προκαλούν μεγάλες ζημιές. Τα αγροκτήματα με βοσκότοπους μελισσών επωφελούνται από την έντονη επικονίαση ακόμη και μετά από καταστροφές και η διατήρηση αυτών των βοσκοτόπων βελτιώνει την ανθεκτικότητα της φάρμας με την πάροδο του χρόνου.

Στο αγρόκτημα εργάζονται κυρίως γυναίκες και για την Josefina Dayta και την Shirley Aviso, που είναι και οι δύο χήρες, η δουλειά εκεί ήταν η κύρια πηγή εισοδήματος τους. Εκτός απ’ την καρύδα, πουλούν μέλι, γύρη και πρόπολη (η Kiwot συλλέγει περισσότερη πρόπολη απ’ την Apis mellifera), ενώ η φάρμα είναι επισκέψιμη για το κοινό.

Το συγκεκριμένο μοντέλο διαχείρισης αποδεικνύει ότι η αειφόρος διαχείριση καλλιεργειών και οι υψηλές αποδόσεις δεν αλληλοαποκλείονται.

πηγή: mongabay.com