Οι μαύρες κυψέλες του μυθικού δάσους του μελιού

Στην ορεινή επαρχία Ράϊζ, στη βορειοανατολική Τουρκία, λίγα χιλιόμετρα από τη μαύρη θάλασσα, βρίσκεται η γραφική μικρή πόλη Τσαμλιχέμσιν. Χτισμένη δίπλα στις όχθες του ποταμού Φερτίνα στις απότομες πλαγιές των ορέων Κατσκάρ, του ψηλότερου βουνού των Ποντιακών Άλπεων, η πόλη αποτελεί βασικό σημείο εισόδου στα επιβλητικά αυτά βουνά.

Στην περιοχή αυτή κατοικούν, μεταξύ άλλων, οι Χεμσίν, μια ομάδα ανθρώπων με καταγωγή από την Αρμενία, οι οποίοι όταν ασπάστηκαν το Σουνιτικό Ισλάμ, κατά το τέλη της Οθωμανικής περιόδου, δημιούργησαν δική τους εθνοθρησκευτική ομάδα και διέκοψαν τους δεσμούς με τον υπόλοιπο αρμενικό πληθυσμό. Είναι γνωστοί επίσης και ως Χεμσινλί ή Χαμσενίς που στην τοπική διάλεκτο σημαίνει κάτοικος του Χεμσίν. Η κεμαλική ιδεολογία «η Τουρκία είναι για τους Τούρκους» δημιούργησε ανασφάλεια σε μειονότητες όπως αυτή των Χεμσινλί επειδή ακριβώς θεωρούνται απόγονοι Αρμενίων, με αποτέλεσμα να παραμένουν διακριτικοί σχετικά με την ταυτότητά τους.

Ο κινηματογραφιστής Οζκάν Αλπέρ ο οποίος το 2000 γύρισε την πρώτη κινηματογραφική ταινία για τους Χαμσετσί, το «Μομί» (γιαγιά), κατηγορήθηκε από το Δικαστήριο Κρατικής Ασφάλειας για παραγωγή υλικού, με σκοπό να καταστρέψει την ενότητα του κράτους, βάσει του άρθρου 8 του τουρκικού αντιτρομοκρατικού νόμου. Μόνο κατόπιν πιέσεων της ΕΕ ο νόμος αυτός ανακλήθηκε και ο Αλπέρ τελικά δεν δικάστηκε. Νεότερες γενιές και ειδικά αυτές με έντονη αριστερή ανατροφή, τείνουν να θεωρούν τους εαυτούς τους Αρμένιους.

Οι Χεμσινλί ζουν κυρίως από την καλλιέργεια τσαγιού, καλαμποκιού, την κτηνοτροφία και την μελισσοκομία. Διατηρούν όμως ένα ιδιαίτερο έθιμο: τη μελισσοκομία της μαύρης κυψέλης. Τα βουνά λόγω της θέσης τους δρουν ως υδατοφράχτες και εμποδίζουν την υγρασία από τη Μαύρη θάλασσα να μετακινηθεί προς την κεντρική Ανατολία με αποτέλεσμα να δέχονται μεγάλα ύψη βροχής κάθε χρόνο. Η χλωρίδα και η πανίδα των βουνών είναι πλούσια. Γύρω από τους πανέμορφους οικισμούς με τα ξύλινα σπίτια βρίσκεται το μυθικό δάσος του μελιού ή Bal Ormani όπως το αποκαλούν οι ντόπιοι, το οποίο αποτελείται κυρίως από καστανιές, φλαμουριές, ακακίες και καρπίνους, η πολύτιμη ξυλεία των οποίων χρησιμοποιείται εδώ και αιώνες για τη δημιουργία κυψελών.

Ο Καρπίνος (Carpinus), γνωστός και ως γαύρος είναι ένα φυλλοβόλο δέντρο που φτάνει τα 25 μέτρα. Το ξύλο του θεωρείται πολύτιμο, μάλιστα στον Καναδά το ονομάζουν χρυσόξυλο, είναι σκληρό και δύσκολο στην επεξεργασία. Πάνω του, αρκετά μέτρα από το έδαφος ώστε να προστατεύονται απ’ τις αρκούδες, τοποθετείται μια πλατφόρμα στην οποία εγκαθίστανται οι κυψέλες ή τα καρακοβάν, ένα είδος κυψέλης κατασκευασμένης από κορμούς δέντρων.

Σε αντίθεση με τη σύγχρονη νομαδική μελισσοκομία, αυτές οι κυψέλες παραμένουν εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Μέσα τους ζουν οι Καυκάσιες μέλισσες (Apis mellifera caucasia) και το μέλι, το περίφημο δασόμελο, συλλέγεται στο τέλος της σεζόν.

Παραδοσιακά οι κυψέλες ελέγχονταν αποκλειστικά από άντρες της κοινότητας, ωστόσο τα πράγματα εξελίσσονται και σήμερα αρκετές γυναίκες διδάσκονται τις παλιές αυτές τεχνικές με την ελπίδα να κρατήσουν ζωντανή αυτή την παράδοση. Μια απ’ αυτές τις γυναίκες είναι η Özlem Erol, η οποία εκτός από τις μέλισσες διατηρεί ένα εργαστήριο όπου κατασκευάζονται οικιακά είδη και ενδύματα. Στόχος της είναι η διαφύλαξη της παράδοσης των Χεμσίν. Κάτι αρκετά δύσκολο έπειτα από την τουριστική έκρηξη των τελευταίων ετών.

Στη διαδρομή για το Τσαμλιχέμσιν οι συνέπειες του τουρισμού είναι ήδη εμφανείς. Το ήσυχο λιθόστρωτο γραφικό δρομάκι που οδηγούσε στο δάσος, αντικαταστάθηκε από έναν σύγχρονο αυτοκινητόδρομο που σχεδιάστηκε ώστε να μπορεί να υποδεχτεί εκατοντάδες λεωφορεία, που φέρνουν κόσμο για διακοπές. Οι τουρίστες έρχονται εδώ για να κάνουν ράφτινγκ στα ορμητικά νερά του ποταμού και κατάβαση ZipLine απ’ τις πλαγιές, απολαμβάνοντας τις διακοπές τους στα ολοένα και αυξανόμενα καταλύματα. Η κυρία Erol διατηρεί αρκετές επιφυλάξεις σχετικά με την ανάπτυξη αυτού του είδους τουρισμού, καθώς θεωρεί ότι υπηρετεί μια μερίδα ανθρώπων που δεν ενδιαφέρεται για την παράδοση των Χεμσίν, ενώ απειλεί τη μελισσοκομία η οποία ασκείται στην περιοχή εδώ και πολλά χρόνια.

Όμως ο πιθανός κίνδυνος της απώλειας των παραδόσεων, σ’ αυτή τη μακρινή γωνιά της Τουρκίας, έχει έναν οικουμενικό χαρακτήρα. Σε όλο τον κόσμο, οι κουλτούρες εθνοτικών μειονοτήτων διατρέχουν κίνδυνο λόγω των γεωπολιτικών μεθόδων και της οικονομικής ανάπτυξης. Ωστόσο, η τουριστική ανάπτυξη ενδέχεται να αποτελέσει και κίνδυνο για το οικοσύστημα. Εν μέσω της παγκόσμιας μείωσης του πληθυσμού των μελισσών, η εκτροφή της Καυκάσιας μέλισσας στις πλαγιές γύρω απ’ την Τσαμλιχέμσιν είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση της απώλειας της βιοποικιλότητας. Η δημιουργία αυτοκινητοδρόμων και σημείων τουριστικών δραστηριοτήτων, αργά η γρήγορα θα οδηγήσει στην απώλεια των ενδιαιτημάτων των μελισσών.

Η μέλισσα του Καυκάσου που ζει στη Μαύρη Θάλασσα είναι μόνο μία από τις πολλές φυλές μελισσών που ζουν στην Τουρκία. Οποιαδήποτε παρέμβαση στο περιβάλλον είναι ζωτικής σημασίας για την ισορροπία του οικοσυστήματος και όλοι πρέπει να σταθούμε ενάντια στην κλιματική αλλαγή και την περιβαλλοντική καταστροφή. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ανακαλύπτουμε ένα κοινό σημείο μεταξύ των Χεμσίν και των μελισσών τους: την πάλη των μεν για την διατήρηση της παράδοσής τους και των δε για την επιβίωση.

New York Times

Οι μελισσοκόμοι της Βαλένθια βγήκαν στους δρόμους

Οι μελισσοκόμοι της Βαλένθια βγήκαν στους δρόμους διαμαρτυρόμενοι για τους περιορισμούς που επιβάλλονται από τη συμφωνία που είναι γνωστή ως «pinyolà» η οποία πλέον προβλέπει πρόστιμα έως και 60.000 για τους παραβάτες μελισσοκόμους.

Οι παραγωγοί μελιού της Βαλένθια στην Ισπανία με μια πρωτοφανή σε συμμετοχή πορεία έδειξαν την αντίθεσή τους στη συμφωνία «pinyolà», σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η εγκατάσταση μελισσοσμηνών στους πορτοκαλεώνες της Βαλένθια ώστε να αποφευχθεί η διασταύρωση των εσπεριδοειδών. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο περιορισμός ισχύει μόνο για την Βαλένθια και όχι για την υπόλοιπη Ισπανία.

Στην περιοχή αυτή παράγονται τα πορτοκάλια Βαλέντσια που είναι ποικιλία άσπερμη ή λιγόσπερμη, πολύ όψιμης ωρίμανσης. Η σταυρεπικονίαση μπορεί μεν να αυξάνει την καρπόδεση αλλά αποβαίνει σε βάρος της εμπορικότητας των καρπών διότι αποκτούν πολλά σπέρματα.

Οι παραγωγοί καταγγέλλουν ότι το Υπουργείο επιχειρεί να τους συμπεριλάβει στην τροποποίηση του νόμου για τα ζώα (6/2003), αποκλείοντας κάθε δραστηριότητα μελισσοκομίας στις καλλιέργειες εσπεριδοειδών από τον Μάρτιο έως τον Μάιο κάθε έτους (περίοδο ανθοφορίας), επιβάλλοντας πρόστιμα στους παραβάτες που φτάνουν μέχρι και τα 60.000€.

Αυτό το ενδεχόμενο εκτός απ’ το ότι βλάπτει άμεσα τον τομέα της μελισσοκομίας ο οποίος αντιμετωπίζει μια από τις χειρότερες κρίσεις στην ιστορία του, δημιουργεί και μια παράδοξη κατάσταση καθώς πολλοί απ’ τους μελισσοκόμους είναι και παραγωγοί εσπεριδοειδών και με την εφαρμογή αυτής της τροποποίησης απαγορεύεται να τοποθετήσουν κυψέλες στα χωράφια τους. Αρκετοί φοβούνται ότι ίσως χρειαστεί να εγκαταλείψουν τα κτήματά τους και να μετακομίσουν αλλού.

Η Ισπανία είναι η χώρα με τις περισσότερες κυψέλες και την μεγαλύτερη παραγωγή μελιού στην Ευρώπη. Η Βαλενθιανική Κοινότητα που είναι μια αυτόνομη κοινότητα της Ισπανίας στην κεντρική και νοτιοανατολική Ιβηρική Χερσόνησο, έχει πέσει τα τελευταία χρόνια στην Ισπανία από την πρώτη θέση στην παραγωγή μελιού, στην τρίτη και από τη δεύτερη θέση σε αριθμό κυψελών, εκτός των τριών πρώτων. «Μια θλιβερή πραγματικότητα» σύμφωνα με την Ίνμα Σεγκούρα, μέλος του Μελισσοκομικού Συλλόγου του Αλικάντε.

«Αυτοί ήταν οι πολιτικοί που υποτίθεται ότι θα αγωνίζονταν για μια πιο βιώσιμη, πράσινη γεωργία και κτηνοτροφία και αυτό που τελικά έκαναν μας τελειώνει. Οι μελισσοκόμοι δεν κάθισαν ποτέ στο ίδιο τραπέζι με τους καλλιεργητές εσπεριδοειδών. Στο τραπέζι ήταν από τη μία πλευρά, οι μελισσοκόμοι και από την άλλη η Επιτροπή Διαχείρισης Εσπεριδοειδών. Και σε καμία περίπτωση δεν υπερασπίστηκαν τους καλλιεργητές, αλλά μόνο τη βιομηχανία, εκείνους που καθορίζουν την τιμή των εσπεριδοειδών. Γιατί αυτός που πουλάει αξίζει περισσότερο απ’ αυτόν που παράγει; Με τους καλλιεργητές συνυπάρχουμε χωρίς προβλήματα τόσα χρόνια.» δηλώνει ο Γκιγέρμο Ροσέλ πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου του Αλικάντε, ο οποίος συμπληρώνει «Αυτή η συμφωνία μας μετατρέπει σε εγκληματίες και μας αναγκάζει σε εξορία».

πηγή: Asaja Alicante, Αgronews comunitat valenciana

Υγρός χρυσός: Κυνηγώντας το μέλι στην Κένυα

Η Κένυα δεν είναι πολύ γνωστή για το μέλι της, αλλά μια ομάδα ντόπιων παραγωγών σκοπεύει να το αλλάξει σύντομα αυτό.

Ο Philip Kipyertor και ο Joseph Kipkoshoni πηγαίνοντας στις κυψέλες τους, στην πεδιάδα Ριφτ στην Κένυα.

Σε αντίθεση με την Αιθιοπία και την Τανζανία, τα μέρη όπου συλλέγονται οι μεγαλύτερες ποσότητες μελιού και μερικές απ’ τις καλύτερες ποικιλίες στην Αφρική, η Κένυα δεν είναι τόσο γνωστή για το μέλι της. Ωστόσο, το φυσικό περιβάλλον είναι παρόμοιο και η μελισσοκομία ευδοκιμεί και εδώ.

Ο τρύγος εδώ γίνεται τη νύχτα, υπό το φως των πυρσών.

Οι περισσότεροι παραγωγοί χρησιμοποιούν ακόμα τις παλιές παραδοσιακές μεθόδους με τις κυψέλες κρεμασμένες στα δέντρα, κάτι που είναι δυσλειτουργικό με αποτέλεσμα η συγκομιδή να είναι μικρή. Όμως προσπαθούν να εξοικειωθούν με νέου τύπου τεχνολογίες ώστε να αυξήσουν την παραγωγή τους.

Μια παραδοσιακή Κενυάτικη κυψέλη από κορμό δέντρου.

Στην περιοχή του Μάριγκατ στην Κένυα ζουν κοινότητες από τις φυλές Tugen, Ilchamus και Pokot. Θεωρούν το μέλι υγρό χρυσό και εκτός από γλυκαντικό το χρησιμοποιούν και ως φάρμακο, ενώ συλλέγουν και μελισσοκέρι. Σε ορισμένες κοινότητες μάλιστα το μέλι χρησιμοποιείται ακόμα ως προίκα για τη νύφη.

Οι Agnes Cheptepkeny, Philip Kipyertor και Joseph Kipkoshoni δοκιμάζουν φρεσκοτρυγημένο μέλι στην αγορά του Μάριγκατ.

Η Agnes Cheptepkeny διαθέτει το μέλι στην τοπική αγορά του Μάριγκατ. Ξεκίνησε πρόσφατα μια διαδικασία πιστοποίησης και αν τελικά το προϊόν της πληροί τα πρότυπα ποιότητας ευελπιστεί ότι θα ανοίξει ο δρόμος για εξαγωγές στο εξωτερικό.

Μια μέλισσα των Φιλιππίνων αυξάνει τις αποδόσεις καρύδας και βοηθάει τις γυναίκες της περιοχής

Αλμπάυ, Φιλιππίνες. Η Josefina Dayta δεν χρειάστηκε να βιώσει την εργασιακή ανασφάλεια, όπως οι περισσότεροι συμπατριώτες της, όταν η κυβέρνηση των Φιλιππίνων επέβαλε ένα απ’ τα σκληρότερα lockdown παγκοσμίως. Οι εργασίες συνεχίστηκαν κανονικά στο αγρόκτημα Balay Buhay sa Uma Bee, στην περιοχή Μπικόλ, νοτιοδυτικά της Μανίλα.

Η Dayta εργάζεται στο αγρόκτημα ως κηπουρός και είναι υπεύθυνη για το πότισμα των φυτών, την απομάκρυνση των ξηρών φύλλων και το βοτάνισμα. Όλα αυτά βοηθούν τα φυτά να ανθίσουν και να προσελκύσουν μέλισσες, των οποίων η παρουσία είναι πολύ σημαντική μιας και βελτιώνουν τις αποδόσεις καρύδας, παρέχοντας έτσι ευκαιρίες εργασίας στις γυναίκες της περιοχής.

Η μελισσοκόμος της φάρμας, Luz-Gamba Catindig, είχε ως στόχο να αναδημιουργήσει το δάσος εδώ στους πρόποδες του όρους Μπουλουσάν. Αργότερα έμαθε ότι μπορούσε να το κάνει μέσω μιας αγροδασοκομίας, φιλικής προς τους επικονιαστές, ενός συστήματος διαχείρισης γης όπου οι καλλιέργειες ευδοκιμούν δίπλα σε άλλα φυτά και δέντρα. Έτσι δημιούργησε ένα αγρόκτημα στο οποίο υπάρχουν πολλά μελισσοκομικά φυτά, πηγές νερού και γηγενή δέντρα που προσελκύουν τις τοπικές μέλισσες και άλλα έντομα.

Εκτός της καρύδας που είναι η βασική καλλιέργεια, ένα απ’ τα γηγενή δέντρα στο αγρόκτημα, το οποίο έχει έκταση 30 στρεμμάτων, είναι το Canarium ovatum γνωστό ως pili, ένα τροπικό είδος, το οποίο καλλιεργείται για τους ξηρούς καρπούς του. Αλλά και μία μουριά (Syzygium tripinnatum) η οποία μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα ύψος και της οποίας τα φρούτα μπορούν να μετατραπούν σε χυμό, μαρμελάδα ή ζελέ. Αρκετές νυχτερίδες και πουλιά τρέφονται απ’ αυτό το δέντρο. Ανάμεσα σε όλα αυτά τα δέντρα έχουν φυτευτεί πολλά ανθοφόρα φυτά.

Η Flor Palconitin συμβούλεψε την Catindig να χρησιμοποιήσει την άκεντρη μέλισσα Tetragonula biroi γνωστή ως Kiwot, μια μικροσκοπική μέλισσα των Φιλιππίνων, η οποία μπορεί να έχει μεν μικρότερες αποδόσεις σε μέλι σε σχέση με την Apis mellifera, αλλά επικονιάζει καλύτερα τα δέντρα καρύδας δίνοντας έτσι μεγαλύτερες αποδόσεις. Αυτό συμβαίνει γιατί η Kiwot, η οποία έχει το μέγεθος μυρμηγκιού, μπορεί να διεισδύσει ευκολότερα στα στενά άνθη των δέντρων καρύδας.

Η Palconitin εισήγαγε στο αγρόκτημα και την χαμηλού κόστους κυψέλη από κέλυφος καρύδας, που κλείνει με ένα τσίγκινο “καπελάκι” εμπνευσμένο από τις στρογγυλές κηρήθρες που κατασκευάζουν οι συγκεκριμένες μέλισσες. Από τότε οι κυψέλες δέχτηκαν αρκετές βελτιώσεις. Σήμερα η Catindig τις έχει κρεμασμένες κάτω απ’τα δέντρα.

Οι μέλισσες Kiwot έχουν μικρή ακτίνα δράσης που φτάνει τα 250 έως 500 μέτρα (η Apis mellifera φτάνει τα 4χλμ). Γι αυτό το λόγο πρέπει να βρίσκονται κοντά σε πηγές γύρης όπως τα άγρια ​​φυτά που φύτεψαν κάτω από τις καρύδες. Όλες αυτές οι αλλαγές βοήθησαν στη βελτίωση της απόδοσης στο αγρόκτημα έως και 50%.

Οι Φιλιππίνες είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός καρύδων στον κόσμο και η περιοχή του Μπικόλ παράγει περίπου το 8% της συνολικής παραγωγής καρύδας της χώρας. Ωστόσο, η περιοχή συχνά πλήττεται από τυφώνες, που προκαλούν μεγάλες ζημιές. Τα αγροκτήματα με βοσκότοπους μελισσών επωφελούνται από την έντονη επικονίαση ακόμη και μετά από καταστροφές και η διατήρηση αυτών των βοσκοτόπων βελτιώνει την ανθεκτικότητα της φάρμας με την πάροδο του χρόνου.

Στο αγρόκτημα εργάζονται κυρίως γυναίκες και για την Josefina Dayta και την Shirley Aviso, που είναι και οι δύο χήρες, η δουλειά εκεί ήταν η κύρια πηγή εισοδήματος τους. Εκτός απ’ την καρύδα, πουλούν μέλι, γύρη και πρόπολη (η Kiwot συλλέγει περισσότερη πρόπολη απ’ την Apis mellifera), ενώ η φάρμα είναι επισκέψιμη για το κοινό.

Το συγκεκριμένο μοντέλο διαχείρισης αποδεικνύει ότι η αειφόρος διαχείριση καλλιεργειών και οι υψηλές αποδόσεις δεν αλληλοαποκλείονται.

πηγή: mongabay.com

Η μελισσοκομία ως εναλλακτικός τρόπος διαβίωσης

Στη Δυτική Βεγγάλη, μία από τις 28 Ομόσπονδες Πολιτείες που συγκροτούν σήμερα το κράτος της Ινδίας, αποφάσισαν να εισάγουν τους ντόπιους στην τέχνη της μελισσοκομίας, ώστε να τους αποτρέψουν απ’ το να εισχωρούν στο Σούντορμπον, ένα τεράστιο δάσος στην παραλιακή περιοχή του Κόλπου της Βεγγάλης, όπου συχνά δέχονταν επιθέσεις από τίγρεις.

Το Σούντορμπον εμπεριέχει το μεγαλύτερο μαγκρόβιο δάσος του κόσμου. Από το 1992 αποτελεί προστατευόμενη περιοχή από τη Σύμβαση Ραμσάρ και ένας απ’ τους στόχους αυτής της πρωτοβουλίας ήταν πέρα απ’ το να αποφευχθούν οι θανατηφόρες συναντήσεις με τις τίγρεις, να προστατευτεί και το πολύτιμο οικοσύστημα.

Στενές επαφές με τίγρεις

Ο 40χρονος Tarun Chowdhury που κατοικεί στην περιοχή, συνήθιζε μέχρι πριν από λίγους μήνες να εισέρχεται βαθιά μέσα στο δάσος, διακινδυνεύοντας την ζωή του, για να πιάσει καβούρια, ψάρια και να συλλέξει άγριο μέλι ώστε να συντηρήσει τον εαυτό του. Ένας κοντινός συγγενής του δεν είχε την ίδια τύχη καθώς δεν επέστρεψε από το δάσος. Το σώμα του δεν βρέθηκε και οι χωρικοί έδωσαν το όνομά του σε ένα τοπικό κανάλι.

Ο ίδιος ο Chowdhury βρέθηκε αντιμέτωπος με τίγρεις τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. «Η τίγρη ήταν σε απόσταση αναπνοής από μένα. Ευτυχώς, κατάφερα να σώσω τον εαυτό μου, αλλά η τύχη θα μπορούσε να μου έχει γυρίσει την πλάτη». Όπως και ο Chowdhury, έτσι και αρκετές χιλιάδες άνθρωποι στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, αναγκάζονται να εισέλθουν παράνομα στο δάσος Σούντορμπον.

Το δάσος Σούντορμπον

Το Σούντορμπον εκτείνεται σε 10.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και είναι ένα είδος δάσους των υποτροπικών και τροπικών θαλάσσιων ακτών που κυριαρχείται από ανεκτικά στο αλάτι ξυλώδη φυτά. Το 1997 το δάσος καταχωρήθηκε από την UNESCO ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και ως ο βιότοπος της Βασιλικής Τίγρης της Βεγγάλης, η οποία έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό από όλα τα υπάρχοντα υποείδη τίγρης. Παρ’ όλα αυτά χαρακτηρίζεται ως απειλούμενο είδος από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN).

Σύμφωνα με την απογραφή του τμήματος δασών της Δυτικής Βεγγάλης 2019-2020 για τον πληθυσμό της Βασιλικής Τίγρης στο Σούντορμπον, το σύνολο αυξήθηκε σε 96 το 2020 σε σύγκριση με 88 τίγρεις το 2019. Παρά το γεγονός ότι περίπου 50 άτομα σκοτώνονται κατά μέσο όρο από αυτά τα ζώα κάθε χρόνο, πιστεύεται ότι πολλοί θάνατοι δεν αναφέρονται επειδή οι άνθρωποι επιχειρούν να εισέλθουν παράνομα μέσα στην απαγορευμένη περιοχή και τα μέλη των οικογενειών τους το αποκρύπτουν καθώς φοβούνται τις επιπτώσεις.

Η μελισσοκομία ως εναλλακτικός τρόπος διαβίωσης

Ανησυχώντας για τις ολοένα αυξανόμενες συγκρούσεις μεταξύ ανθρώπων και ζώων,η Δασική Υπηρεσία της Δυτικής Βεγγάλης αποφάσισε να συστήσει στους ντόπιους την τέχνη της μελισσοκομίας ώστε να μειωθούν οι άνθρωποι που θα επιχειρήσουν να εισέλθουν στο δάσος. «Σκεφτήκαμε ότι ο μόνος τρόπος ήταν να δημιουργήσουμε εναλλακτικές ευκαιρίες διαβίωσης για αυτούς» είπε ο Santhosha Gubbi R, Διευθυντής της Δασικής Υπηρεσίας της περιοχής South 24 Parganas.

Το πρότζεκτ ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2020 όταν 72 ντόπιοι εκπαιδεύτηκαν στη μελισσοκομία από επαγγελματίες. Για πρώτη φορά αρκετοί από αυτούς εργάστηκαν από κοινού, χωρίς τον φόβο της επίθεσης άγριων ζώων. Η ομάδα κατάφερε να παραγάγει αρκετούς τόνους μελιού. Το μέλι τους συσκευάστηκε και πιστοποιήθηκε και τώρα βρίσκονται σε συζητήσεις με διάφορες αλυσίδες καταστημάτων. 

Το εισόδημα τους από το μέλι αυξήθηκε από τις 100 ρουπίες (1,30 δολάρια ΗΠΑ) ανά κιλό, που ήταν πριν, όταν και συνέλεγαν άγριο μέλι θέτοντας την ζωή τους σε κίνδυνο μέσα στο δάσος, σε 600 ρουπίες (8 δολάρια) ανά κιλό σε ένα σαφώς πιο ασφαλές περιβάλλον. Δυστυχώς ο κυκλώνας Amphan τους χτύπησε με αποτέλεσμα να χάσουν αρκετά μελίσσια, όμως είναι αισιόδοξοι για το μέλλον.

Οι γυναίκες μελισσοκόμοι της Τανζανίας

Η Τανζανία προήλθε από την ένωση της Τανγκανίκας και της Ζανζιβάρης. Το όνομά της επινοήθηκε από το Ταν(γκανίκα) + Ζαν(ζιβάρη) + -ία (η κατάληξη για τη χώρα). Και οι δύο χώρες υπήρξαν αποικίες των Βρετανών (η Τανγκανίκα ήταν αρχικά γερμανική αποικία), έως το 1964 οπότε και ενώθηκαν.

Θεωρείται μια από τις φτωχότερες χώρες παγκοσμίως, με την οικονομία της να βασίζεται κυρίως στη γεωργία με την παραγωγή καφέ, τσαγιού, βαμβακιού, και γαρύφαλλου, αλλά και τον τουρισμό. Στο έδαφός της υπάρχει το υψηλότερο όρος της Αφρικής, το Κιλιμάντζαρο, αλλά και πολλά εθνικά πάρκα.

Δυστυχώς στην Τανζανία, λιοντάρια, λεοπαρδάλεις και τσιτάχ έχουν χαρακτηριστεί ως “ευάλωτα” και έχουν μπει στην κόκκινη λίστα των απειλούμενων ειδών της IUCN (Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης), καθώς αντιμετωπίζουν αρκετές απειλές, μεταξύ των οποίων την απώλεια των ενδιαιτημάτων τους.

Σύμφωνα με ένα νόμο της Τανζανίας, απαγορεύεται να κοπούν τα δέντρα απ’ τα οποία κρέμονται κυψέλες. Αυτό εκμεταλλεύτηκε μια οργάνωση γυναικών μελισσοκόμων (Women’s Beekeeping Initiative), η οποία κρέμασε περισσότερες από 1350 κυψέλες σε ακακίες και μπάομπαμπ, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να συμβάλει στη διατήρηση των οικοτόπων των μεγάλων αυτών γατών. Εκτός όμως απ’ λιοντάρια και τις λεοπαρδάλεις, οι βιότοποι επωφελούνται επίσης απ’ τις μέλισσες καθώς αυτές αναγεννούν τους υποβαθμισμένους βοσκότοπους.

Οι περισσότερες απ’ τις γυναίκες που συμμετέχουν προέρχονται από την φυλή των Μασσάι. Η παραγωγή μελιού τους έδωσε την δυνατότητα να αποκτήσουν για πρώτη φορά οικονομική ανεξαρτησία αλλά και περιβαλλοντική συνείδηση. Με πάνω από 1200 γυναίκες να συμμετέχουν, χωρισμένες σε 77 ομάδες, υπάρχει πλέον σημαντική επιρροή στις οικογένειες και τους συμπολίτες τους. Οι γυναίκες ηγούνται επίσης τοπικών πρωτοβουλιών, όπως για παράδειγμα δενδροφυτεύσεων και καθαρισμών.

πηγές: europa.eu / Wikipedia
φωτογραφίες: African People & Wildlife: Felipe Rodriguez, Laly Lichtenfeld

Το πρότζεκτ BeesAbili

Το πρότζεκτ BeesAbili που έλαβε χώρα στην Ιταλία ήταν μια πρωτοβουλία που σκοπό είχε να φέρει την μελισσοκομία κοντά σε ανθρώπους με κινητικά προβλήματα.

Είναι όμως κάτι τέτοιο εφικτό, δεδομένου ότι η μελισσοκομία είναι μια δύσκολη εργασία η οποία ασκείται σε δύσβατα εδάφη στην ύπαιθρο; Κι όμως στην πράξη αποδεικνύεται ότι όχι μόνο ένας άνθρωπος με κινητικά προβλήματα μπορεί να ασχοληθεί με την μελισσοκομία, αλλά μπορεί να είναι και απόλυτα λειτουργικός.

Το BeesAbili προέρχεται από το Disability, το οποίο μεταφράζεται ως “αναπηρία”. Έχει όμως μία άσχημη χροιά καθώς η λέξη μπορεί να μεταφραστεί και ως “δυσλειτουργικός”. Αφαίρεσαν λοιπόν το πρόθεμα “Dis” και στην θέση του έβαλαν το “bees” που σημαίνει μέλισσα, δημιουργώντας μια νέα λέξη με νέα σημασία.

Στο πρότζεκτ αυτό πήραν μέρος αρκετοί ενήλικες αλλά και περίπου 100 παιδιά, με σκοπό να παρακινηθούν να ασχοληθούν με το ευγενές αυτό επάγγελμα, ώστε να ενταχθούν ισότιμα στην κοινωνία και την παραγωγική διαδικασία.

Φυσικά στον χώρο της μελισσοκομίας υπάρχουν αρκετά παραδείγματα ανθρώπων που παρά τα σημαντικά κινητικά προβλήματα, κατάφεραν να είναι απόλυτα λειτουργικοί και εξαίρετοι επαγγελματίες. Όπως για παράδειγμα ο Σλοβένος Abram Jozef, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις δυνατότητες του δωματίου μελισσών, που παραδοσιακά χρησιμοποιείται στην χώρα του, για να προστατεύει τις μέλισσες απ’ το κρύο.

Επίσης είναι πολύ ελπιδοφόρο ότι αρκετές εταιρείες πλέον παράγουν ειδικό εξοπλισμό για ανθρώπους με κινητικά προβλήματα, δίνοντάς τους έτσι την δυνατότητα να συμμετέχουν σε όλα τα στάδια της παραγωγής ισότιμα.

Ο μελισσοκόμος που κατάφερε να συνεργαστεί με τις αρκούδες

Είναι γνωστό ότι οι αρκούδες αγαπούν το μέλι και πολλές φορές φτάνουν στα άκρα για να το αποκτήσουν. Έτσι προκαλούν έναν επιπλέον πονοκέφαλο στους μελισσοκόμους, μιας και είναι ικανές να καταστρέψουν ένα ολόκληρο μελισσοκομείο μέσα σε λίγη ώρα.

Ωστόσο, ο Τούρκος μελισσοκόμος Ibrahim Sedef, που ζει στην Τραπεζούντα, βρήκε έναν πρωτότυπο τρόπο να τις κρατήσει μακριά από τις κυψέλες του. Αφού είδε και απόειδε με τις αρκούδες, αρχικά προσπάθησε να προστατεύσει τις κυψέλες του, τοποθετώντας γύρω τους μεταλλικά κλουβιά.

Στη συνέχεια τους άφησε διάφορα τρόφιμα όπως ψωμί και φρούτα, σε μια προσπάθεια να τις αποτρέψει απ’ το να καταστρέψουν τα μελίσσια του. Ωστόσο, τίποτα απ’ αυτά δεν λειτούργησε και έτσι αποφάσισε να εγκαταστήσει κάμερες ώστε να μελετήσει την συμπεριφορά τους.

Του ήρθε με μια λαμπρή ιδέα! Μετέτρεψε τις αρκούδες σε γευσιγνώστες μελιού. Σε ένα τραπέζι τοποθέτησε 4 διαφορετικές ποικιλίες μελιού για τις αρκούδες και κατέγραψε σε κάμερα τις προτιμήσεις τους. Αποδείχτηκε ότι οι αρκούδες όχι μόνο ξέρουν από καλό μέλι αλλά έχουν και ακριβό γούστο!

Οι αρκούδες έδειξαν προτίμηση στο μέλι Ανζέρ, το οποίο κατανάλωσαν πρώτο, ενώ άφησαν για το τέλος το μέλι από άνθη κερασιού. Το μέλι Ανζέρ παράγεται σε υψόμετρο 3.000 έως 3500 μέτρων στην περιοχή του Πόντου, από διάφορα είδη αλπικών λουλουδιών, εκ των οποίων τα 90 ενδημικά.

Η τιμή του φτάνει τα 250 ευρώ και θεωρείται ένα απ’ τα ακριβότερα και σπανιότερα μέλια.

 

Το μέλι του μεγάλου υψομέτρου και οι μέλισσες της οροσειράς Πουέμπλα στο Μεξικό

Στην οροσειρά Σιέρα Νόρτε στο Μεξικό ζει μια ξεχωριστή μέλισσα. Γνωστή τοπικά ως «Pisilnekmej» η Scaptotrigona Mexicana είναι μέλος της γηγενούς στην αμερικανική ήπειρο, μέλισσας χωρίς κεντρί.

Εκτρέφεται από αυτόχθονες κοινότητες σε παραδοσιακές πήλινες κυψέλες, που μοιάζουν με δύο γλάστρες ενωμένες μεταξύ τους, οι οποίες σφραγίζονται μαζί με μια υγρή πάστα στάχτης. Το παραγόμενο μέλι χρησιμοποιείται από τους ντόπιους και ως τρόφιμο αλλά και ως φάρμακο. Η γεύση του είναι αρκετά πικάντικη, θα την χαρακτηρίζαμε πολύπλοκη με αρωματικές νότες από αιθέρια έλαια.

Όταν ο καιρός είναι πολύ κρύος τα σκεύη αυτά που χρησιμοποιούνται ως κυψέλες, συνήθως καλύπτονται με μια κουβέρτα. Μάλιστα αν υπάρχει πένθος στο σπίτι, από τυχόν θάνατο κάποιου προσώπου, φτιάχνουν έναν σταυρό από ασβέστη και τοποθετούν μεγάλα κλαδιά πάνω στις κυψέλες για να προστατευτούν από τον «κακό αέρα». Γενικά πιστεύουν ότι πρέπει να υπάρχει αρμονία στο σπίτι, διαφορετικά οι μέλισσες φεύγουν.

Η μέλισσα Scaptotrigona Mexicana είναι ένα είδος που εξελίχθηκε παράλληλα με το τοπικό οικοσύστημα. Μέσα από την αναπαραγωγή, έχει αλληλεπιδράσει στενά με τα παραδοσιακά αγρο-οικοσυστήματα, όπως το milpa και το koujtakiloyan, ένα ιδιαίτερα διαφοροποιημένο σύστημα αγροδασοκομίας για καλλιέργεια καφέ. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι συνέβαλε στη διατήρηση του πλούτου της φυσικής χλωρίδας.

Η επικονίαση, για παράδειγμα, βελτιώνει την παραγωγή σοδειών όπως της πιπεριάς, του καφέ, της σαποντίγια αλλά και άλλων. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την εκτροφή μελισσών, οπότε ο αριθμός των παραγωγών μελιού στην περιοχή αυξάνεται. Επιπλέον, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι η άσκηση της μελισσοκομίας σημαίνει και διακοπή της χρήσης ζιζανιοκτόνων και χημικών ουσιών.

Τα εξωτικά μέλια της Αιθιοπίας

Σε μια απόκρημνη πλαγιά, στα ορεινά της Αιθιοπίας, στέκουν αγέρωχες μερικές κίτρινες κυψέλες. Παραδοσιακά οι ντόπιοι εξαρτώνται κυρίως από τις καλλιέργειες και τα ζώα (βοοειδή), όμως τα βραχώδη εδάφη κάνουν τη ζωή δύσκολη εδώ.

Το μέλι είναι σημαντικό μέρος του πολιτισμού της Αιθιοπίας. Χρησιμοποιείται κυρίως για την παρασκευή του Tej, ενός παραδοσιακού κρασιού με μέλι. Σε ορισμένες περιοχές, χρησιμοποιείται επίσης ως φάρμακο για τη θεραπεία πολλών παθήσεων λόγω των αντιβιοτικών ιδιοτήτων του. Επειδή χρησιμοποιείται σε μεγάλες ποσότητες, οι ντόπιοι το αγοράζουν παραδοσιακά κατά βάρος στην αγορά, όπου μέχρι πρόσφατα πωλούνταν ακόμη σε τεράστιους δερμάτινους σάκους.

Στην Αιθιοπία παράγονται μερικά απ’ τα πιο εξωτικά μέλια του κόσμου. Κάθε περιοχή παράγει ένα μοναδικό είδος μελιού, με διαφορετική γεύση και υφή. Για παράδειγμα στον κρατήρα Wenchi που βρίσκεται περίπου 120 χιλιόμετρα ανατολικά της Αντίς Αμπέμπα, παράγεται ένα μέλι από το ανοιξιάτικο ρείκι (Erica arborea), το οποίο είναι κεχριμπαρένιο, λείο με ελαφρώς καπνιστή γεύση! Επίσης υπάρχει ένα μαύρο μέλι από την περιοχή του Axum, το οποίο στην πραγματικότητα το παράγουν μυρμήγκια, απ’ τα οποία στη συνέχεια το “κλέβουν” οι μέλισσες.

Μια από τις πιο περιζήτητες τοπικές ποικιλίες είναι το περίφημο λευκό μέλι με την υπέροχη χαρακτηριστική κοκκώδη υφή, που παράγεται στην περιοχή του Tigray. Το λευκό μέλι οφείλει την μοναδική γεύση και το χρώμα του στην πλούσια φυτική βιοποικιλότητα της περιοχής. Παράγεται από ένα τοπικό είδος φασκομηλιάς, η οποία της δίνει το ασυνήθιστο χρώμα στο μέλι και η οποία ανθίζει ταυτόχρονα με φραγκόσυκα και ευφορβίες.

Η Αιθιοπία είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς μελιού στον κόσμο. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτού του μελιού καταναλώνεται τοπικά, κυρίως στην παρασκευή του κρασιού Tej.