Νησί Καγκουρό, το τελευταίο καταφύγιο της Ιταλικής Μέλισσας

Το νησί Καγκουρό είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί της Αυστραλίας. Κατοικήθηκε από Αβορίγινες πριν από τουλάχιστον 11.000 χρόνια, όμως αυτοί εξαφανίστηκαν από εκεί γύρω στο 200 π.Χ. Από τότε και μέχρι το 1802 που το ανακάλυψε και πάλι ο Άγγλος εξερευνητής Μάθιου Φλίντερς, το μέρος παρέμεινε παρθένο.

Ο Peter Davis επιθεωρεί τις κυψέλες του, οι οποίες βρίσκονται διάσπαρτες σε όλο το νησί Καγκουρό.

Σήμερα έχει περίπου 4000 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την αγροτική παραγωγή (κρασί, μαλλί, μέλι). Για τη μελισσοκομία το νησί Καγκουρό είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο. Το 1884 εισήχθη στο νησί από το Μπρίσμπεϊν η Ιταλική μέλισσα Apis mellifera ligustica και σήμερα θεωρείται το τελευταίο μέρος στον κόσμο όπου παραμένει ακόμα “καθαρή” αυτή η φυλή μελισσών.

Η Ιταλική μέλισσα Apis mellifera ligustica ενώ μεταφέρει γύρη.

Η Ιταλική μέλισσα (Λιγκούστικα) θεωρείται ότι προέρχεται από το ηπειρωτικό τμήμα της Ιταλίας, νότια των Άλπεων και βόρεια της Σικελίας. Είναι η πιο διαδεδομένη παγκοσμίως μέλισσα, καθώς μπορεί να προσαρμοστεί στα περισσότερα κλίματα. Ένα χαρακτηριστικό της είναι ότι δεν σχηματίζει σφιχτή μελισσόσφαιρα τον χειμώνα, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την κατανάλωση περισσότερης τροφής, λόγω της απώλειας θερμότητας.

Είναι πιο ευάλωτη από τις βορειοευρωπαϊκές μέλισσες στη νοζεμίαση, ενώ επίσης δε μπορεί να συγκρατήσει τα κόπρανα στο έντερο της για μεγάλες περιόδους, με αποτέλεσμα να χρειάζεται πιο συχνές πτήσεις καθαρισμού. Είναι όμως μια πολύ ήρεμη και συνεργάσιμη μέλισσα, που δεν έχει έντονες τάσεις για σμηνουργία. και θεωρείται πολύ καλή στο χτίσιμο των κηρηθρών. Αυτό όμως που την έκανε να διαδοθεί τόσο μεταξύ των ανθρώπων, είναι ότι έχει εξαιρετικές ικανότητες στη συλλογή μελιού, δείχνοντας όμως μια προτίμηση στη συλλογή νέκταρος αντί μελιτωμάτων.

Ο Peter Davis μεγάλωσε στο αγρόκτημα της οικογένειάς του στο νησί του Καγκουρό και γρήγορα αντιλήφθηκε την σπουδαιότητα της μέλισσας Λιγκούστικα. Από το 1950, έχει αφιερώσει την επαγγελματική του ζωή στην προστασία αυτής της μέλισσας. Με δεδομένο ότι οι μέλισσες δεν πετούν πάνω απ’ την θάλασσα και με το νησί Καγκουρό ακόμα ανέγγιχτο απ’ την βαρρόα, οι μέλισσες αυτές απολαμβάνουν ένα προνόμιο να βοσκάνε σε έναν παράδεισο.

Στο νησί Καγκουρό υπάρχουν ευκάλυπτοι του είδους mallee, που δεν υπάρχουν αλλού στον κόσμο.

«Τα τελευταία 12 χρόνια υπήρξε τεράστια ευαισθητοποίηση των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, που κάνουν ό, τι μπορούν για να προστατεύσουν τις μέλισσες. Αλλά νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα» λέει ο Peter, ο οποίος στα 71 του πια, διευθύνει την Island Beehive, μια μελισσοκομική επιχείρηση με περίπου 1000 κυψέλες. Ο ίδιος θεωρεί ότι το μέλι που παράγει είναι μοναδικό καθώς κάποια είδη ευκαλύπτων της περιοχής δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στον κόσμο.

πηγές: Wikipedia, South Australia News

Advertisements

Ασκώντας μελισσοκομία στην Ισλανδία

Προσπαθήστε να φανταστείτε την Ισλανδία. Το πρώτο που ίσως σας έρθει στο μυαλό είναι το Βόρειο Σέλας, το αέναο χειμερινό σκοτάδι, ή αντίστοιχα ο ατελείωτος καλοκαιρινός ήλιος. Σίγουρα το κρύο, το ηφαιστειογενές τοπίο αλλά και οι Βίκινγκς. Πιθανόν να γνωρίζετε ότι η Ισλανδία διαθέτει πληθώρα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και ότι σχεδόν τα πάντα εκεί είναι ακριβά. Το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα σκεφτόσασταν την Ισλανδία είναι για την μελισσοκομία της…

Την περασμένη Άνοιξη, την περίοδο που ετοιμάζαμε και στέλναμε τα μελισσοδέματα, άκουσα έναν συνάδελφο να μιλά για την μελισσοκομία της Ισλανδίας. Αρχικά έμεινα έκπληκτος που στη χώρα αυτή υπήρχαν μελισσοκόμοι, αλλά έπειτα σκεπτόμενος ότι εγώ ο ίδιος διατηρώ μέλισσες στο Ντουλούθ στη Μινεσότα, θεώρησα ότι ίσως δεν είναι και τόσο ακραίο όσο ακούγεται. Εκδήλωσα ενδιαφέρον για να μάθω περισσότερα και προς έκπληξή μου, ο Torbjörn Andersen, ένας τοπικός μελισσοκόμος ανταποκρίθηκε και με προσκάλεσε, ώστε να τον βοηθήσω στη συγκομιδή του μελιού.

Είναι πολύ περίεργο να περιμένεις στο αεροδρόμιο μιας άλλης χώρας, να σε παραλάβει ένας άνθρωπος που γνωρίζεις μόνο μέσα από emails. Ο Torbjörn με περίμενε στο φορτηγάκι του, το οποίο, όπως κάθε μελισσοκομικό, ήταν γεμάτο με εξαρτήματα κυψελών και άλλα αξεσουάρ που μπορεί να χρειάζονταν σε περίπτωση που αποφάσιζες να εργαστείς με τις μέλισσες. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, περάσαμε από μερικά, από τα πιο όμορφα τοπία που έχω δει ποτέ. «Εδώ έχω μερικές κυψέλες και λίγες ακόμα στο νότο. Η νοτιοδυτική περιοχή της Ισλανδίας είναι καλύτερη για μελισσοκομία», μου εξήγησε.

Ξεκινήσαμε να μιλάμε για το πώς και γιατί ο ίδιος αποφάσισε να γίνει μελισσοκόμος στην Ισλανδία. Μου είπε ότι είχε ξεκινήσει από μικρός στη Νορβηγία με τον πατέρα του, και όταν μετακόμισε με την οικογένειά του στην Ισλανδία, για να κάνει την πρακτική του στην Ιατρική, έφερε μαζί και το πάθος του, τις μέλισσες. «Η βασική δουλειά ενός μελισσοκόμου το καλοκαίρι είναι να ελέγχει τις κυψέλες κάθε επτά έως δέκα ημέρες για να δει πώς αναπτύσσονται» είπε.

Φτάσαμε στο πρώτο του μελισσοκομείο, στα περίχωρα του Ρέικιαβικ. Άναψα το καπνιστήρι και πήγαμε προς την πρώτη κυψέλη. Καθώς ανοίξαμε το καπάκι της, το οποίο δεν ήταν ξύλινο αλλά από διογκωμένη πολυστερίνη, λίγες μέλισσες πετάχτηκαν έξω. Ο Torbjörn χάλασε με το ξέστρο του λίγο απ’ το κερί με το οποίο οι μέλισσες είχαν σφραγίσει το μέλι. Πήρε λίγο και μου έδωσε να δοκιμάσω. Η γεύση του ήταν απίστευτη, υπέροχα γλυκιά και ανθώδης. Δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ κάτι τέτοιο. Συνειδητοποίησα από πρώτο χέρι την έκκληση που κάνουν οι ντόπιοι παραγωγοί ώστε να διατηρηθεί η τοπική μελισσοκομία.

Με βάση την εμπειρία μου και δεδομένου ότι ήταν τέλος καλοκαιριού, θεώρησα ότι το σμήνος αυτό ήταν αρκετά αδύναμο, όμως ο Torbjörn έδειχνε πολύ ικανοποιημένος. Όπως μου είπε είναι σε άριστη κατάσταση και θα έβγαζε εύκολα το χειμώνα. Παρά την αίσθηση που έχουμε, ο χειμώνας στην Ισλανδία δε συνοδεύεται από τρομερά κρύα. Η χαμηλότερη θερμοκρασία στην περιοχή αυτή κυμαίνεται από -2°C έως 3°C, σε αντίθεση π.χ. με τη Μινεσότα που πέφτει μέχρι και τους -16°C. 

Η μεγαλύτερη πρόκληση λοιπόν δεν είναι το κρύο αλλά η διάρκεια του χειμώνα, η οποία είναι εξαιρετικά μεγάλη. Εδώ δεν υπάρχουν μεγάλες θερμοκρασιακές μεταβολές μεταξύ των εποχών όπως γίνεται νοτιότερα. Το καλοκαίρι δεν έχει μεγάλη διαφορά απ’ το χειμώνα κι αυτό έχει επίπτωση στην ανάπτυξη του σμήνους. Είναι πολύ αργή. Με τα φυτά για πολύ μεγάλο διάστημα σε λήθαργο, οι μέλισσες δυσκολεύονται να συλλέξουν μεγάλες ποσότητες τροφής. Για να ξεχειμωνιάσουν βασίζονται κυρίως στη χορτονομή και φυτά όπως η χαμολεύκη, το αρκτικό θυμάρι, το ρείκι, η πικραλίδα, η αγγελική, το λευκό τριφύλλι και η Αγριαψιθιά.

Σύμφωνα με τον Torbjörn οι χειμερινές απώλειες φτάνουν το 20% με 30% των μελισσιών. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν εκεί είναι η δυσκολία στην γονιμοποίηση των βασιλισσών. Δεδομένου ότι οι ιδανικές θερμοκρασίες για τις γαμήλιες πτήσεις των βασιλισσών είναι 18-20ºC πολλές χρονιές τα καλοκαίρια δεν τις φτάνουν. Είναι σαν παιχνίδι. Όταν το καλοκαίρι είναι καλό αντισταθμίζει τις απώλειες του χειμώνα. Είναι ζήτημα 1 ή 2ºC που κάνει τη διαφορά.

Για εμάς τους υπόλοιπους, οι φθινοπωρινές συγκομιδές είναι σημαντικές για το ξεχειμώνιασμα, όμως στην Ισλανδία με τη εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια του χειμώνα δεν επαρκούν και οι μέλισσες χωρίς τροφοδότηση δεν επιβιώνουν. Με περίπου 330.000 κατοίκους η Ισλανδία έχει 100 μελισσοκόμους και 300 κυψέλες. Στο παρελθόν έγιναν αρκετές προσπάθειες εισαγωγής και διατήρησης αυτοσυντηρούμενων μελισσών οι οποίες τελικά απέτυχαν. Το 1998 ο Egill Rafn Sigurgeirsson προσπάθησε και πάλι φέρνοντας 5 κυψέλες από την Σουηδία. Από τότε οι κυψέλες αυξήθηκαν και έφτασαν στις περίπου 300 που είναι σήμερα. Πριν την μεταφορά τους απομονώνονται από την ηπειρωτική χώρα, ελέγχονται για ασθένειες και πιστοποιούνται από κτηνίατρο. Μέχρι σήμερα, οι Ισλανδοί μελισσοκόμοι απολαμβάνουν την πολυτέλεια να διατηρούν μέλισσες απαλλαγμένες από βαρρόα.

Ένα μελισσοδέμα από το Ώλαντ της Σουηδίας κοστίζει περίπου 500€ και μία βασίλισσα 100€. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει προμηθευτής κυψελών στην Ισλανδία, όλος ο εξοπλισμός πρέπει να εισαχθεί επίσης! Λαμβάνοντας υπόψη το πολύ υψηλό αυτό κόστος και το μακρύ χειμώνα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτοί οι μελισσοκόμοι επιτελούν σπουδαίο έργο. Εγείρει όμως και ερωτήματα σχετικά με τις μέλισσες. Πως τελικά καταφέρνουν να επιβιώσουν σε αυτό το περιβάλλον; Τι ποσότητες τροφής χρειάζονται για να διαχειμάσει με ασφάλεια εδώ ένα σμήνος;

Θυμήθηκα το πρώτο μελίσσι του Torbjörn που εγώ θεώρησα αδύνατο, αλλά αυτός όχι και άρχισα να ξετυλίγω το κουβάρι. Αυτή η αποικία είχε περίπου το μισό μέγεθος από αυτές που ξεχειμωνιάζω εγώ στη Μινεσότα. Επίσης εμείς αφήνουμε γύρω στα 35 με 40 κιλά μέλι για τον χειμώνα (στην Ελλάδα αφήνουμε 10-18) τα οποία επαρκούν μέχρι να αρχίσουν να ανθίζουν τα πρώτα λουλούδια της άνοιξης και οι μέλισσες να ξεκινήσουν να συλλέγουν πάλι.

Ρώτησα τον Torbjörn πόσο μέλι θα αφήσει μέσα για τον χειμώνα και η απάντησή του ήταν γύρω στα 10 κιλά, ενώ θα ενισχύσει το σμήνος κατά τη διάρκεια του χειμώνα με συμπληρωματική σίτιση. Από τότε που άρχισε να χρησιμοποιεί τις κυψέλες διογκωμένης πολυστερίνης τα ποσοστά επιβίωσης έχουν βελτιωθεί ενώ και οι μέλισσες καταναλώνουν λιγότερη τροφή. Μπορεί η θερμοκρασία να μην πέφτει πολύ, όμως ο χειμώνας κρατάει 6 μήνες και αυτό ίσως είναι χειρότερο. Σημαντικό ρόλο στην επιβίωση των μελισσών παίζει και η φυλή Μπάκφαστ, η οποία παρά το γεγονός ότι είναι ανθρώπινο δημιούργημα, διασταύρωση από πολλά στελέχη μελισσών, που αναπτύχθηκε από τον «Αδελφό Αδάμ», ζει πολλά χρόνια στις βόρειες χώρες και έχει προσαρμοστεί πολύ καλά.

Οι μέλισσες Μπάκφαστ είναι πολύ ήρεμες, εύκολες στην συνεργασία, συντηρητικές όσον αφορά την κατανάλωση τροφών, ενώ παρουσιάζουν και μεγάλη αντοχή στο κρύο. Με απλά λόγια, ο πρωταρχικός τους στόχος είναι να επιβιώσουν, πράγμα το οποίο εδώ κρίνεται αργά την άνοιξη. Αυτή η προσέγγιση είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που έχουμε συνηθίσει σε πιο νότιες χώρες. Εμείς προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μεγάλους πληθυσμούς όσο το δυνατόν γρηγορότερα, έτσι ώστε εκμεταλλευτούμε τις ανοιξιάτικες ανθοφορίες που θα μας δώσουν τη συγκομιδή μελιού και έπειτα να μεταφέρουμε τα μελίσσια για την διαδικασία της επικονίασης. (Στην Ελλάδα, απ’ την άλλη, δεν ενοικιάζονται μελίσσια για επικονίαση, όπως στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα αναπτύσσουμε τα μελίσσια την άνοιξη και τα μεταφέρουμε, δυνατά πλέον, στις καλοκαιρινές και φθινοπωρινές ανθοφορίες που θα μας αποδώσουν τη συγκομιδή.)

Σχετικά με την διαχείριση των αποικιών ανέφερα κάποια στιγμή στον Torbjörn ότι επιστρέφοντας, πρέπει να αντικαταστήσω μια παλιά βασίλισσα σε μια κυψέλη και εκείνος με ρώτησε πόσο χρονών ήταν; Όταν του απάντησα ότι ήταν 18 μηνών, με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι του και με ρώτησε «γιατί να το κάνεις αυτό»; Του απάντησα ότι αν αφήσω μια βασίλισσα για 3, 4 χρόνια τότε κάποια στιγμή το ίδιο το σμήνος από μόνο του, θα την αντικαταστήσει γιατί πλέον δεν θα κάνει καλά τη δουλειά της και αυτό το μελίσσι δεν θα είναι παραγωγικό την συγκεκριμένη χρονιά. Οι Ισλανδοί μελισσοκόμοι όταν δουν βασιλικά κελιά, θεωρούν το γεγονός ως σημάδι υγείας και συνήθως χωρίζουν το σμήνος, ελπίζοντας ότι οι νέες βασίλισσες θα καταφέρουν να βρουν κάποιες καλές μέρες και θα πετάξουν ώστε να γονιμοποιηθούν. Αν δεν τα καταφέρουν τότε το ορφανό σμήνος θα συνενωθεί με κάποιο άλλο.

Οι Ισλανδοί συμπεριφέρονται περισσότερο ως μελισσοτρόφοι παρά ως μελισσοκόμοι. Προστατεύουν, σέβονται και φροντίζουν τις μέλισσες με κάθε κόστος. Με αυτή τη λογική όμως θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει για ποιο λόγο να διατηρεί κάποιος μέλισσες στην Ισλανδία; Την πρώτη μέρα στο μελισσοκομείο του Torbjörn επιθεωρήσαμε 20 μελίσσια και αφαιρέσαμε για να τρυγήσουμε 11 μισά πατώματα (μελιτοθαλάμους). Το ίδιο βράδυ στο τραπέζι που μου έκανε σπίτι του, με ευχαρίστησε για την βοήθεια που του προσέφερα στον τρύγο. Στις ΗΠΑ όμως, οποιοσδήποτε μελισσοκόμος θα ήταν απογοητευμένος με μια τέτοια συγκομιδή. 11 μισά πατώματα από 20 μελίσσια! Ο Torbjörn όμως ήταν πολύ ευχαριστημένος, πράγμα που με έβαλε να κάνω μαθηματικά στο κεφάλι μου.

Ένα σμήνος κοστίζει 500€. Μια κυψέλη γύρω στα 400€. Πολλαπλασιάστε τα αυτά επί 20 και προσθέστε τις βενζίνες που κατανάλωσε για τις επιθεωρήσεις αλλά και τις τροφές του χειμώνα. Και το κέρδος; 11 μισά πατώματα! Περίεργος ρώτησα τον Torbjörn πόσο και που πουλάει το μέλι του. Με κοίταξε με μια λάμψη στα μάτια του. «Λοιπόν, μπορώ να σου πω ότι το μέλι μου δεν είναι το πιο ακριβό μέλι της Ισλανδίας. Φέτος σκέφτομαι να το δώσω γύρω στα 30€ το κιλό. Μπορώ όμως να σε διαβεβαιώσω ότι πέρυσι το έδωσα 90€!» Τον κοίταξα με δυσπιστία για μερικά δευτερόλεπτα. «Αυτό σημαίνει ότι έχεις συγκεντρώσει μέλι αξίας 5000€;» τον ρώτησα. Γελάσαμε και οι δύο και ύστερα αυτός είπε «δεν είναι εκπληκτικό;»

Συνεχίζοντας την κουβέντα μας πάνω στο μέλι, τον ρώτησα αν το αγοράζουν τουρίστες αλλά μου απάντησε πως, αντίθετα με ότι πίστευα, το παίρνουν κυρίως οι ντόπιοι, πράγμα που μου έκανε εντύπωση. Είχα παρατηρήσει στα καταστήματα εκεί ότι διατίθονταν εισαγόμενο βελγικό μέλι για λιγότερα χρήματα. Ο Torbjörn όμως μου εξήγησε πως οι άνθρωποι εδώ εκτιμούν το ντόπιο προϊόν, κατανοούν τις ιδιαίτερες δυσκολίες της παραγωγής και δίνουν μεγάλη σημασία στην αλληλοϋποστήριξη. Αυτό με έκανε να σκεφτώ λίγο.

Πάντα πίστευα πως ότι πληρώνεις παίρνεις, όμως η συγκεκριμένη τιμή μελιού περνάει αυτό το κατώφλι. Ειδικά σε μια οικονομία που το 2008 χρεοκόπησε και έκτοτε οι άνθρωποι πληρώνουν 40% του εισοδήματός τους σε φόρους. Με το αέριο να έχει φτάσει τα 7 δολάρια το γαλόνι είναι δυνατόν να πληρώνουν τόσο πολύ για μέλι; Η απάντηση είναι ότι η αξία της επιβίωσης και της αυτάρκειας σε επίπεδο χώρας είναι πιο σημαντική από την εξοικονόμηση λίγων χρημάτων. Η λογική, να την βγάλουμε και σήμερα χωρίς να μας ενδιαφέρει το αύριο είναι ξένη προς αυτούς. Η μακροπρόθεσμη επιβίωση για τον πληθυσμό είναι ο στόχος τους, κάτι δηλαδή που θυμίζει τις μέλισσες.

Τι κερδίζουν οι Ισλανδοί από αυτή τη νοοτροπία; Η οικονομία τους αναπτύσσεται, οι πολίτες παρουσιάζουν ένα απ’ τα υψηλότερα προσδόκιμα ζωής στον κόσμο ενώ η χώρα θεωρείται από τα ιδανικότερα μέρη για να ζήσει κανείς. Η μοναδική περιβαλλοντική κατάσταση της Ισλανδίας δημιούργησε έναν πληθυσμό που ενδιαφέρεται πρώτα απ’ όλα για την επιβίωση. Ενώ ο αρχικός μου στόχος να ταξιδέψω στην Ισλανδία ήταν να μάθω για τη διαχείριση των μελισσών σε ένα ακραίο περιβάλλον, αυτό που πραγματικά ανακάλυψα είναι ότι με τις σωστές προτεραιότητες, αξίες και συμβιβασμούς, οι πληθυσμοί όχι μόνο θα προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους, αλλά τελικά θα μάθουν να ευδοκιμούν. Αυτό ισχύει ασφαλώς τόσο για τις ισλανδικές μέλισσες όσο και για τους ανθρώπους που τις φροντίζουν.

Του Erik Donley
πηγή: Beeculture
Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης

Η Σαουδική Αραβία απαγόρευσε τις εισαγωγές μελισσών για τα επόμενα 3 χρόνια

Την περασμένη εβδομάδα η Σαουδική Αραβία πήρε την απόφαση να απαγορεύσει τις εισαγωγές ξένων βασιλισσών μέχρι και το τέλος του 2020. Ο κυριότερος λόγος είναι γιατί έτσι δημιουργούνται υβρίδια μελισσών που είναι ευάλωτα σε ασθένειες.

Μελισσόπιτες σε λαϊκό παζάρι της επαρχίας Ασίρ στη Σαουδική Αραβία.
(photo: Michael Bou-Nacklie)

Οι επιστήμονες πάντα προειδοποιούσαν τους μελισσοκόμους να προτιμούν τις ντόπιες φυλές γιατί είναι καλύτερα προσαρμοσμένες στο περιβάλλον τους, όμως η ανεξέλεγκτη μετακίνηση βασιλισσών ανά τον κόσμο, έφερε τους μελισσοκόμους αντιμέτωπους με πολλά και σοβαρά προβλήματα. Πολλές από τις μέλισσες που εισήχθησαν μετέφεραν ασθένειες με τις οποίες οι ντόπιοι πληθυσμοί δεν είχαν έρθει σε επαφή ποτέ στο παρελθόν, γεγονός που οδήγησε σε ολέθριες συνέπειες.

Μελίσσια άρχισαν να καταρρέουν και αποικίες χάνονταν ξαφνικά. Επίσης βασίλισσες απόγονοι ξένων, διασταυρώθηκαν με ντόπιους κηφήνες, δημιουργώντας υβρίδια, τα οποία με τον καιρό αποδείχτηκαν πιο ευάλωτα σε ασθένειες. Οι ντόπιες φυλές είχαν προσαρμοστεί άριστα στις εκάστοτε κλιματολογικές συνθήκες καθώς ζουσαν εκεί για εκατομμύρια χρόνια. Όταν άρχισαν να εισρέουν Αγγλικές και Ιταλικές φυλές σε ξηρά περιβάλλοντα, όπως αυτό της Μέσης Ανατολής, δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ.

Η μέλισσα της Σαουδικής Αραβίας Apis Mellifera Jemenitica

Η ντόπια φυλή μελισσών της Σαουδικής Αραβίας είναι η Apis Mellifera Jemenitica μια μικρότερη και λεπτότερη σε μέγεθος μέλισσα απ’ την Ευρωπαϊκή, η οποία έχει προσαρμοστεί απόλυτα στο ερημικό κλίμα, με τις ακραία υψηλές θερμοκρασίες. Με την παραγωγή να έχει πέσει και την τιμή του μελιού να ανεβαίνει συνεχώς, οι μελισσοκόμοι ενημέρωσαν τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Abdul Rahman Al-Fadli και μαζί πήραν την απόφαση αυτή.

 

Οι τελευταίοι μελισσοκόμοι του δάσους Αρέννα της Αιθιοπίας

Ο ήλιος έδυε όταν πλησίαζα το δάσος Αρέννα, στα όρη Μπέιλ της νοτιοανατολικής Αιθιοπίας. Ήμουν καθ ‘οδόν για να παρακολουθήσω μια σπάνια συγκομιδή μελιού που λαμβάνει χώρα σ’ αυτό το δάσος. Εδώ, στις νότιες πλαγιές του εθνικού πάρκου, οι ντόπιοι μελισσοκόμοι τοποθετούν τις χειροποίητες κυψέλες τους, ψηλά στα δέντρα. Η συγκομιδή είναι δύσκολη και συχνά επικίνδυνη.

Μαζί με τον ξεναγό μου τον Ζιάντ, ακολουθούσαμε τον Σαΐντ, έναν ντόπιο μελισσοκόμο. Το δάσος Αρέννα είναι βγαλμένο από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Γιγάντια ρείκια και συκιές, επενδεδυμένα από σμαραγδένια βρύα, δημιουργούν έναν λαβύρινθο απ’ τον οποίο δύσκολα μπορείς να δραπετεύσεις. Στην περιοχή περιπλανιούνται τα σπάνια λιοντάρια της Αιθιοπίας με τη μαύρη χαίτη,  μπαμπουίνοι, ο φακόχοιρος αλλά και ο πίθηκος του Μπέιλ που απειλείται με εξαφάνιση.

Το πυκνό δάσος Αρέννα στα Όρη Μπέιλ στην Αιθιοπία

Αφού φτάσαμε, ο Σαΐντ ξεκίνησε την προετοιμασία. Συγκέντρωσε μια χούφτα βρύα και λειχήνες, τα έδεσε με σπάγκο και έφτιαξε μια δέσμη στην οποία έβαλε φωτιά ώστε να καπνίσει τις μέλισσες, ενώ ένας περίεργος ασπρόμαυρος πίθηκος μας παρακολουθούσε με απορία. Η κυψέλη του βρισκόταν πάνω σε μία Αγένια (Hagenia abyssinica), ένα ιθαγενές δέντρο της κεντρικής Αφρικής που ξεπερνάει τα 20 μέτρα ύψος. Τα άνθη του δέντρου αυτού είναι ανθελμινθικά και χρησιμοποιούνται στην ιατρική. Η κόμη του θυμίζει ομπρέλα και παρέχει προστασία στις μέλισσες.

Δέντρο Αγένια (Hagenia abyssinica) στα Όρη Μπέιλ της Αιθιοπίας

Ήταν ξυπόλητος και εξοπλισμένος με ένα μόνο σχοινί, μια πολυτέλεια που δεν έχουν όλοι οι μελισσοκόμοι της περιοχής. Η κυψέλη βρισκόταν 20 μέτρα περίπου πάνω από το έδαφος. Αφού σκαρφάλωσε από κλαδί σε κλαδί, προσέγγισε την μικροσκοπική είσοδο της κυψέλης και έστειλε μέσα λίγο καπνό ώστε να ηρεμήσει τις μέλισσες. Ο Σαΐντ παραμένει ένας απ’ τους τελευταίους μελισσοκόμους που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν αυτήν την πανάρχαια μέθοδο.

Σε άλλες περιοχές της Αιθιοπίας οι μελισσοκόμοι έχουν υιοθετήσει πιο σύγχρονες μεθόδους εκμετάλλευσης με κυψέλες τοποθετημένες στο έδαφος, όμως οι τελευταίοι του δάσους της Αρέννα είναι απρόθυμοι να εγκαταλείψουν τις τεχνικές που έμαθαν από τους προγόνους τους. Οι κυψέλες τους είναι φτιαγμένες από παλαιούς κοίλους κορμούς νεκρών δένδρων, σκαλισμένες και χωρισμένες σε δύο κομμάτια που μοιάζουν με κανό και πλεγμένες εξωτερικά από μπαμπού.

Παραδοσιακή χειροποίητη κυψέλη στην Αιθιοπία, τοποθετημένη ψηλά σε δέντρο.

Πριν τις χρησιμοποιήσουν, τις καπνίζουν με κερί μέλισσας αναμεμιγμένο με βρύα ώστε να θυμίζει τις φερομόνες της βασίλισσας και να γίνει πιο οικείο για την αποικία. Χρειάζονται τρεις μέρες για να κατασκευαστεί μια τέτοια κυψέλη και δύο άνθρωποι για να την σηκώσουν ψηλά στο δέντρο. Αφού εγκατασταθεί εκεί μπορεί να αντέξει μέχρι και οχτώ χρόνια, αποδίδοντας 5 κιλά μέλι το χρόνο, συνήθως την περίοδο Ιουνίου – Δεκεμβρίου.

Αφού καπνίσουν τις μέλισσες και φτάσουν στο εσωτερικό τους, στύβουν τις κηρήθρες, συλλέγοντας το μέλι σε ειδικές δερμάτινες θήκες. Ο Σαΐντ αφού επιθεώρησε την κυψέλη άφησε ένα δυνατό γέλιο και επέστρεψε στο έδαφος. Ήταν πολύ νωρίς ακόμα. Ένα σχετικά δροσερό καλοκαίρι είχε καθυστερήσει την γέννα της βασίλισσας και οι μέλισσες δεν είχαν αναπτύξει ακόμη πληθυσμούς ικανούς να αποθηκεύσουν μέλι. Εκείνη τη στιγμή είδαμε τις μέλισσες πολύ θυμωμένες να κυνηγούν τον Σαΐντ αρκετά μέτρα μακριά με αποτέλεσμα να προσπαθήσει να προστατευτεί από τα τσιμπήματα με ένα κασκόλ.

«Ο συγχρονισμός είναι το παν» είπε ο Ζιάντ. «Όταν συμβαίνει αυτό πρέπει να περιμένεις και να επιστρέψεις την κατάλληλη στιγμή» πρόσθεσε ψύχραιμα, ενώ προσπαθούσε να αφαιρέσει με προσοχή τις μέλισσες από τα μαλλιά και τα ρούχα του Σαΐντ. «Είναι σύνηθες να εξαγριώνονται» πρόσθεσε ο μελισσοκόμος όμως αυτή τη φορά είχε δεχτεί επίθεση από τουλάχιστον 100 μέλισσες. Αυτό του είχε συμβεί μόλις δεύτερη φορά στα 10 χρόνια που κάνει αυτή τη δουλειά.

Με 70 κυψέλες συγκεντρωμένες σ’ αυτό το δάσος ο Σαΐντ προέρχεται από μια μελισσοκομική οικογένεια που έχει τις ρίζες της πίσω στον προηγούμενο αιώνα. Το μέλι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πηγή εισοδήματος εδώ μετά τον καφέ. Εκτός από τη συνηθισμένη του μορφή στα βαζάκια, διατίθεται στις τοπικές αγορές και σαν υδρόμελι ένα είδος πανάρχαιου σπιτικού κρασιού. Κάθε οικογένεια έχει τη δική της συνταγή γι αυτό. Χρησιμοποιείται σε όλες τις εορταστικές εκδηλώσεις.

Όρη Μπέιλ, Αιθιοπία.

Αφήνοντας πίσω τον Σαΐντ στην καλύβα του, επιστρέψαμε στο Bale Mountain Lodge ένα συγκρότημα με καταλύματα που βρισκόταν στους καταπράσινους λόφους του εθνικού πάρκου των Ορέων του Μπέιλ. «Γενιές και γενιές συλλέγουν αυτό το μέλι» μας είπε ο Γκάι Λεβέν ο οποίος συντηρεί το καταφύγιο εδώ μαζί με τη σύζυγο του Υβόν. Διοργανώνουν εκδρομές ώστε να δει ο κόσμος πως γίνεται η συλλογή του μελιού και προσπαθούν να βοηθήσουν τους μελισσοκόμους να κερδίσουν περισσότερα χρήματα προωθώντας τα προϊόντα τους.

Το Bale Mountain Lodge στην Αιθιοπία

Ο Λεβέν ψάχνει ακόμη τρόπους να εξάγει το εξαιρετικά αυτό αρωματικό μέλι, ενώ αρκετές εταιρίες από την Ευρώπη συνεργάζονται με μελισσοκόμους της Αιθιοπίας, παρέχοντας τους σύγχρονες κυψέλες και εξοπλισμό. Οι μελισσοκόμοι του δάσους Αρέννα όμως δεν θέλουν να εγκαταλείψουν αυτή την παράδοση ανεξάρτητα από το πόσο αποδίδει ή επικίνδυνη είναι.

Όσο τρελή κι αν φαντάζει αυτή η εμμονή τους, υπάρχουν αρκετοί λόγοι που καθιστούν αυτήν την τεχνική λογική. Η τοποθέτηση των κυψελών ψηλά στα δέντρα βοηθά τις μέλισσες να προσανατολίζονται καλύτερα μέσα στο πυκνό δάσος ενώ το ύψος τους προσφέρει ασφάλεια από πλάσματα που μπορεί να διαταράξουν την ησυχία του μελισσιού. Αλλά δεν είναι μόνο θέμα πρακτικότητας ή απόδοσης. Στην Αιθιοπία η παραγωγή μελιού έχει βαθύτατες πολιτισμικές και θρησκευτικές ρίζες. Υπάρχουν τοιχογραφίες του 4ου αιώνα που δείχνουν αυτά τα κοντόχοντρα φλασκιά με τα οποία σερβίρουν παραδοσιακά το υδρόμελι.

Επίσης σύμφωνα με το μύθο, ο Βασιλιάς Λαλιμπέλα ήταν περιστοιχισμένος από σμήνος μελισσών όταν γεννιόταν, αλλά τα κατάφερε χωρίς να δεχτεί ούτε ένα τσίμπημα, με αποτέλεσμα η μητέρα του να του δώσει αυτό το όνομα που σημαίνει ότι οι μέλισσες τον αναγνώρισαν ως ηγεμόνα. Το μέλι εδώ χρησιμοποιείται και ως θεραπεία, ακόμα και πνευματική. Πίσω στο 488 π.Χ. οι Ναοί έδιναν το Ιερό Μέλι ή Mar που προορίζονται μόνο για θεραπεία. Εφαρμόζονταν τοπικά για τη θεραπεία των δερματικών παθήσεων, αλλά και για εσωτερικές ασθένειες.

Τα Όρη Μπέιλ την περίοδο που οι Αγένιες είναι ανθισμένες

Στα Όρη Μπέιλ της Αιθιοπίας το μέλι δεν είναι απλώς μέρος της καθημερινότητας αλλά καθορίζει και το κοινωνικό στάτους. Οι οικογένειες που διατηρούν μεγάλο αριθμό κυψελών είναι αρκετά ευκατάστατες. Η κατοχή κυψελών θεωρείται ιερή και οι κλοπές μελιού ή κυψελών εδώ είναι πολύ σπάνιες.

Οι ντόπιοι προτείνουν το μέλι να καταναλώνεται το πρωί σε μικρές κουταλιές καθώς πιστεύουν ότι έχει αντιβιοτικές ιδιότητες και ότι αποτρέπει τις ασθένειες και καταπραΰνει την ψυχή. Οι μέλισσες συλλέγουν από τουλάχιστον 20 διαφορετικά φυτά, με αποτέλεσμα ένα πολύπλοκα αρωματικό μέλι. Το νέκταρ από τα κοκκινωπά άνθη της Αγένιας προσδίδουν ακόμη μεγαλύτερη θεραπευτική αξία.

Από τα άνθη της Αγένιας, που έχουν ανθελμινθικές ιδιότητες, παρασκευάζεται ένα τσάι που καταπολεμά τα εντερικά παράσιτα.

Την επόμενη μέρα ο Ζιάντ με οδήγησε στο χωριό του που λέγεται Ρίρα και βρισκόταν σχετικά κοντά. Καθίσαμε σε κάτι πλαστικές καρέκλες ενώ πίσω μας βρίσκονταν οι λιγοστές πήλινες καλύβες του χωριού που εξωτερικά ήταν υφασμένες με άχυρο, όταν ο Ζιάντ βγήκε απ’ την κουζίνα με έναν δίσκο στο χέρι. Πήρα να δοκιμάσω το κεχριμπαρένιο μέλι με την κρεμώδη υφή και το φρουτώδες και λουλουδάτο άρωμα με μία ανεπαίσθητη αίσθηση καπνού.

Παιδιά κάθονταν μαζί μας τρώγοντας κι αυτά το ίδιο. «Το μέλι με το ψωμί είναι ένα πολύ πλούσιο σνακ για μετά το σχολείο» εξήγησε ο Ζιάντ. Όσο ψωμί μένει, ψιλοκόβεται, αναμιγνύεται με μέλι και σερβίρεται σε κούπες για πρωινό. «Πάντα ήταν έτσι» πρόσθεσε.

πηγή: BBC / της Ella Buchan / επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης

 

Το 70% των μελισσιών των ΗΠΑ μεταφέρονται στην Καλιφόρνια για να επικονιάσουν την αμυγδαλιά

Στην Καλιφόρνια των Ηνωμένων Πολιτειών, παράγεται το 80% των αμυγδάλων παγκοσμίως! Είναι εύλογο ότι μια καλλιέργεια τέτοιας κλίμακας δεν απαιτεί μόνο μεγάλες ποσότητες νερού, αλλά και ένα τεράστιο αριθμό επικονιαστών.

Για να γονιμοποιηθούν οι αμυγδαλιές και να παραγάγουν ποιοτικότερους αλλά και περισσότερους καρπούς, χρειάζονται 2 κυψέλες ανά στρέμμα. Οι ποικιλίες της αμυγδαλιάς στην πλειονότητά τους είναι αυτόστειρες και χρειάζονται σταυρεπικονίαση, πράγμα που σημαίνει ότι οι μέλισσες είναι απολύτως απαραίτητες. Συνολικά κάθε χρόνο μεταφέρονται 1,7 εκατομμύρια μελίσσια, από κάθε πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, στην μεγαλύτερη μαζική μετακίνηση μελισσοσμηνών παγκοσμίως. Δηλαδή το 70% όλων των διαθέσιμων κυψελών των ΗΠΑ σύμφωνα με τον Gene Brandi, μελισσοκόμο και αντιπρόεδρο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Μελισσοκομίας.

Φυσικά όλος αυτός ο στρατός από μέλισσες δεν παραμένει στην Καλιφόρνια για πολύ. Η ανθοφορία της αμυγδαλιάς διαρκεί 2-3 εβδομάδες και μετά η περιοχή μετατρέπεται σε έρημο, που δε μπορεί να θρέψει όλες αυτές τις μέλισσες. Βέβαια οι μελισσοκόμοι στις ΗΠΑ είναι μαθημένοι καθώς μετακινούνται και για τα μανταρίνια στη Φλόριντα αλλά και για τα κεράσια στην πολιτεία της Ουάσινγκτον. Όμως τίποτα δεν συγκρίνεται με τον πανικό που επικρατεί κατά την ανθοφορία της αμυγδαλιάς.

Τι κάνει όμως τους μελισσοκόμους να διανύουν τόσο μεγάλες αποστάσεις, ξεκινώντας ακόμη και από το Μέιν, στην ανατολική ακτή, για μια ανθοφορία; Η αλήθεια είναι ότι οι αμυγδαλοπαραγωγοί πληρώνουν από $165 έως και $200 ανά κυψέλη! Σύμφωνα με τον Brandi τα έσοδα των μελισσοκόμων από το μέλι δεν είναι σταθερά κάθε έτος, ενώ οι παραγωγές έχουν μειωθεί τα τελευταία χρόνια. Το 2012 για παράδειγμα, οι μελισσοκόμοι των ΗΠΑ έβγαλαν 283 εκατομμύρια δολάρια από το μέλι, έναντι περίπου 656 εκατομμυρίων δολαρίων από την επικονίαση.

Ποιος είναι όμως ο αντίκτυπος στην υγεία των μελισσών όταν τρέφονται αποκλειστικά από μονοκαλλιέργειες; Τα φυτοφάρμακα και οι ρυθμιστές ανάπτυξης επιβαρύνουν τις μέλισσες. Κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας της αμυγδαλιάς στην Καλιφόρνια το 2014, ένα ποσοστό μεταξύ του 15 και 25% των μελισσών υπέστη σοβαρές βλάβες. Από ολοκληρωτική κατάρρευση αποικιών, έως την εμφάνιση, στην επόμενη γενιά, παραμορφωμένων μελισσών.

Οι μεγάλες μονοκαλλιέργειες είναι το ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξη παρασίτων και αυτό έχει ως συνέπεια την αντιμετώπιση με χημικά. Συνάμα όταν συγκεντρώνεται τόσο μεγάλος αριθμός μελισσιών σε μια τόσο στενή γεωγραφική περιοχή διευκολύνεται η διάδοση ιών και άλλων παθογόνων παραγόντων μεταξύ των μελισσών.

Οι μέλισσες επίσης στρεσάρονται αρκετά κατά τις μεταφορές και στη συγκεκριμένη περίπτωση το ταξίδι είναι πολύ μεγάλο. Ο Jeff Pettis, από το USDA, είχε δημοσιεύσει μια έρευνα, σύμφωνα με την οποία οι μέλισσες παρουσίαζαν δυσκολία να αναπτύξουν πλήρως τους αδένες τους, έπειτα από μακροχρόνια ταξίδια και αυτό είχε επίπτωση στην επόμενη γενιά καθώς δεν μπορούσαν να την ταΐσουν σωστά.

Σε αυτό ήρθε να προστεθεί και ο νέος νόμος για τα φορτηγά στις ΗΠΑ, σύμφωνα με τον οποίο για λόγους ασφαλείας θα πρέπει να υπάρχει 10ωρη στάση για κάθε 11 ώρες ταξίδι, με τα φορτηγά να παρακολουθούνται με ηλεκτρονική συσκευή.

Οι μελισσοκόμοι αντέδρασαν καθώς θεώρησαν ότι το να σταματήσουν σε θερμές περιόδους της ημέρας θα έθετε τις μέλισσες σε κίνδυνο καθώς αυτές θα παρέμεναν κλεισμένες. Όμως δεν μπορεί και κάποιος να οδηγεί για 20 ώρες συνεχόμενες.

Πίσω στην Καλιφόρνια οι αμυγδαλιές συνεχίσουν να αυξάνονται. Από το 2005 έχουν αυξηθεί κατά 50% και μην ξεχνάτε πως για κάθε νέο στρέμμα χρειάζονται και 2 νέες κυψέλες ενώ μόνο πέρυσι η αύξηση άγγιξε το 5%. Για το 2018 θα χρειαστούν 1,9 εκατομμύρια μελίσσια.

Όμως φέτος παρατηρείται μείωση της τάξης του 15% του ενδιαφέροντος των μελισσοκόμων για την ανθοφορία της αμυγδαλιάς, είτε λόγω της καλοκαιρινής ξηρασίας σε Ντακότα και Μοντάνα, είτε λόγω των τυφώνων Harvey και Irma που έφεραν ισχυρούς ανέμους, βροχές και σημαντικές πλημμύρες στη Φλόριντα και το Τέξας.  Τα μελίσσια χρειάστηκαν συμπληρωματική σίτιση και όχι τροφή από φυσικές πηγές με αποτέλεσμα να μην είναι “έτοιμα” για μια τέτοια μετακίνηση… Εικόνες μεγάλου συνωστισμού, όπως αυτή παραπάνω δεν αναμένεται να επαναληφθούν και φέτος. Θα μάθουμε σύντομα τι επίπτωση μπορεί να έχει αυτό.

Στράτος Σαραντουλάκης
(με πηγές από: beeculture, motherjones)

Ο παραδοσιακός τρόπος με τον οποίο προστάτευαν τα μελίσσια απ’ τις αρκούδες οι Ισπανοί.

Στα ορεινά της βορειοδυτικής Ιβηρικής Χερσονήσου, στην περιοχή της Γαλικίας, οι μελισσοκόμοι βρήκαν αυτόν τον ευφάνταστο τρόπο για να προστατεύουν τα μελίσσια απ’ τις αρκούδες αλλά και τις πυρκαγιές.

Η κυκλική αυτή πέτρινη κατασκευή χρησιμοποιούνταν από τους παλαιότερους μελισσοκόμους. Σήμερα οι νεότεροι την έχουν διατηρήσει σε πολύ καλή κατάσταση και μάλιστα κάθε κάτοικος του κοντινού χωριού έχει εκεί και από ένα μελισσάκι.

Η Γαλικία είναι αυτόνομη κοινότητα της Ισπανίας από το 1981, με πρωτεύουσα το Σαντιάγο ντε Κομποστέλα.

Η τέχνη της ζωγραφικής κυψέλης

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Σλοβένικης μελισσοκομίας, που έχει αποκτήσει διεθνή αναγνώριση, είναι η λαϊκή τέχνη ζωγραφικής κυψελών, κάτι που δεν γίνεται πουθενά αλλού στον κόσμο. Οι αρχές αυτής της λαϊκής τέχνης βρίσκονται αρκετά πίσω, στα μέσα του 18ου αιώνα.

Στην Σλοβενία χρησιμοποιούν τα γνωστά μελισσόσπιτα, τα οποία είναι μεγάλες ξύλινες κατασκευές, σαν δωμάτια, τα οποία βρίσκονται διασκορπισμένα στην ύπαιθρο και μέσα τους τοποθετούνται οι κυψέλες, ώστε να προστατεύονται από το κρύο. Οι έξοδοι αυτών των κυψελών είναι φυσικά προς τα έξω και για να μην δημιουργείται παραπλάνηση των μελισσών κατά την επιστροφή, ζωγραφίζονται τα μπροστινά μέρη των κυψελών ώστε να ξεχωρίζουν.

Το γεγονός αυτό αποτέλεσε πρόκληση για πολλούς λαϊκούς καλλιτέχνες οι οποίοι ανέλαβαν να διακοσμήσουν τις κυψέλες αυτές με folk θέματα από την καθημερινή ζωή, δημιουργώντας ένα συναρπαστικό αποτέλεσμα, αναγάγοντας τα μελίσσια σε ένα είδος υπαίθριας γκαλερί τέχνης. Οι ζωγραφιές αυτές, φυσικά βοηθούν τις μέλισσες να βρίσκουν πιο εύκολα τον προσανατολισμό τους, αλλά και τον μελισσοκόμο να ξεχωρίζει τα μελίσσια του.

Τα μουσεία της Σλοβενίας διατήρησαν έναν μεγάλο αριθμό πρωτότυπων έργων ζωγραφικής, από τα οποία έχουν γίνει αμέτρητα αντίγραφα και τα οποία πωλούνται ως αναμνηστικά. Πολλοί Σλοβένοι μελισσοκόμοι αρέσκονται ακόμα και σήμερα να διακοσμούν τα μελίσσια τους με τα παλιά μοτίβα, αλλά οι περισσότεροι χρησιμοποιούν νέα.

Σύμφωνα με τον Joze Koželj, μελισσοκόμο ο οποίος διατηρεί ένα μουσείο μελισσοκομίας, αρχικά οι καλλιτέχνες αυτοί ήταν άγνωστοι και φτωχοί ταξιδιώτες οι οποίοι δεν είχαν να πληρώσουν για κατάλυμα και έτσι αναλάμβαναν να ζωγραφίσουν τις κυψέλες με αντάλλαγμα να τους δοθεί ένα κρεβάτι. Αργότερα, αρκετοί από αυτούς έγιναν γνωστοί και πληρώνονταν για τη δουλειά τους, όπως η διάσημη οικογένεια των Šubic.

Τα θέματα που επέλεγαν ήταν θρησκευτικά, σκηνές από διάφορα τοπικά έθιμα αλλά και αστείες καθημερινές στιγμές. Όπως για παράδειγμα αυτή όπου ένας κυνηγός έκαστε να ξαποστάσει κάτω από ένα δέντρο και αφού ήπιε και λίγο αποκοιμήθηκε. Τότε ήρθαν τα ζώα και του ξύρισαν το μουστάκι. Και ενώ μπορούμε να φανταστούμε ότι οι άνθρωποι αυτοί έπρεπε να δουλέψουν πολύ σκληρά στην καθημερινή τους ζωή, δεν έχασαν την αίσθηση του χιούμορ τους και την ικανότητά τους να βλέπουν πάντα τη λαμπρή πλευρά της ζωής.

Ή αυτός ο πίνακας όπου ένας καμπουριασμένος άνδρας με μπαστουνάκι περνάει κάτω από ένα δέντρο όπου ζει ένα μελίσσι και άθελά του το ενοχλεί με αποτέλεσμα να τον τσιμπήσουν οι μέλισσες, καθώς όμως προσπαθεί να ξεφύγει τα τσιμπήματα θεραπεύουν τους ρευματισμούς του.

Όλες αυτές οι κυψέλες συνοψίζουν τη συλλογική σοφία της παράδοσης της μελισσοκομίας στη Σλοβενία. Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστες.