Η μελισσοκομία ως εναλλακτικός τρόπος διαβίωσης

Στη Δυτική Βεγγάλη, μία από τις 28 Ομόσπονδες Πολιτείες που συγκροτούν σήμερα το κράτος της Ινδίας, αποφάσισαν να εισάγουν τους ντόπιους στην τέχνη της μελισσοκομίας, ώστε να τους αποτρέψουν απ’ το να εισχωρούν στο Σούντορμπον, ένα τεράστιο δάσος στην παραλιακή περιοχή του Κόλπου της Βεγγάλης, όπου συχνά δέχονταν επιθέσεις από τίγρεις.

Το Σούντορμπον εμπεριέχει το μεγαλύτερο μαγκρόβιο δάσος του κόσμου. Από το 1992 αποτελεί προστατευόμενη περιοχή από τη Σύμβαση Ραμσάρ και ένας απ’ τους στόχους αυτής της πρωτοβουλίας ήταν πέρα απ’ το να αποφευχθούν οι θανατηφόρες συναντήσεις με τις τίγρεις, να προστατευτεί και το πολύτιμο οικοσύστημα.

Στενές επαφές με τίγρεις

Ο 40χρονος Tarun Chowdhury που κατοικεί στην περιοχή, συνήθιζε μέχρι πριν από λίγους μήνες να εισέρχεται βαθιά μέσα στο δάσος, διακινδυνεύοντας την ζωή του, για να πιάσει καβούρια, ψάρια και να συλλέξει άγριο μέλι ώστε να συντηρήσει τον εαυτό του. Ένας κοντινός συγγενής του δεν είχε την ίδια τύχη καθώς δεν επέστρεψε από το δάσος. Το σώμα του δεν βρέθηκε και οι χωρικοί έδωσαν το όνομά του σε ένα τοπικό κανάλι.

Ο ίδιος ο Chowdhury βρέθηκε αντιμέτωπος με τίγρεις τρεις φορές τα τελευταία χρόνια. «Η τίγρη ήταν σε απόσταση αναπνοής από μένα. Ευτυχώς, κατάφερα να σώσω τον εαυτό μου, αλλά η τύχη θα μπορούσε να μου έχει γυρίσει την πλάτη». Όπως και ο Chowdhury, έτσι και αρκετές χιλιάδες άνθρωποι στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν, αναγκάζονται να εισέλθουν παράνομα στο δάσος Σούντορμπον.

Το δάσος Σούντορμπον

Το Σούντορμπον εκτείνεται σε 10.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και είναι ένα είδος δάσους των υποτροπικών και τροπικών θαλάσσιων ακτών που κυριαρχείται από ανεκτικά στο αλάτι ξυλώδη φυτά. Το 1997 το δάσος καταχωρήθηκε από την UNESCO ως μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς και ως ο βιότοπος της Βασιλικής Τίγρης της Βεγγάλης, η οποία έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό από όλα τα υπάρχοντα υποείδη τίγρης. Παρ’ όλα αυτά χαρακτηρίζεται ως απειλούμενο είδος από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (IUCN).

Σύμφωνα με την απογραφή του τμήματος δασών της Δυτικής Βεγγάλης 2019-2020 για τον πληθυσμό της Βασιλικής Τίγρης στο Σούντορμπον, το σύνολο αυξήθηκε σε 96 το 2020 σε σύγκριση με 88 τίγρεις το 2019. Παρά το γεγονός ότι περίπου 50 άτομα σκοτώνονται κατά μέσο όρο από αυτά τα ζώα κάθε χρόνο, πιστεύεται ότι πολλοί θάνατοι δεν αναφέρονται επειδή οι άνθρωποι επιχειρούν να εισέλθουν παράνομα μέσα στην απαγορευμένη περιοχή και τα μέλη των οικογενειών τους το αποκρύπτουν καθώς φοβούνται τις επιπτώσεις.

Η μελισσοκομία ως εναλλακτικός τρόπος διαβίωσης

Ανησυχώντας για τις ολοένα αυξανόμενες συγκρούσεις μεταξύ ανθρώπων και ζώων,η Δασική Υπηρεσία της Δυτικής Βεγγάλης αποφάσισε να συστήσει στους ντόπιους την τέχνη της μελισσοκομίας ώστε να μειωθούν οι άνθρωποι που θα επιχειρήσουν να εισέλθουν στο δάσος. «Σκεφτήκαμε ότι ο μόνος τρόπος ήταν να δημιουργήσουμε εναλλακτικές ευκαιρίες διαβίωσης για αυτούς» είπε ο Santhosha Gubbi R, Διευθυντής της Δασικής Υπηρεσίας της περιοχής South 24 Parganas.

Το πρότζεκτ ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2020 όταν 72 ντόπιοι εκπαιδεύτηκαν στη μελισσοκομία από επαγγελματίες. Για πρώτη φορά αρκετοί από αυτούς εργάστηκαν από κοινού, χωρίς τον φόβο της επίθεσης άγριων ζώων. Η ομάδα κατάφερε να παραγάγει αρκετούς τόνους μελιού. Το μέλι τους συσκευάστηκε και πιστοποιήθηκε και τώρα βρίσκονται σε συζητήσεις με διάφορες αλυσίδες καταστημάτων. 

Το εισόδημα τους από το μέλι αυξήθηκε από τις 100 ρουπίες (1,30 δολάρια ΗΠΑ) ανά κιλό, που ήταν πριν, όταν και συνέλεγαν άγριο μέλι θέτοντας την ζωή τους σε κίνδυνο μέσα στο δάσος, σε 600 ρουπίες (8 δολάρια) ανά κιλό σε ένα σαφώς πιο ασφαλές περιβάλλον. Δυστυχώς ο κυκλώνας Amphan τους χτύπησε με αποτέλεσμα να χάσουν αρκετά μελίσσια, όμως είναι αισιόδοξοι για το μέλλον.

Οι γυναίκες μελισσοκόμοι της Τανζανίας

Η Τανζανία προήλθε από την ένωση της Τανγκανίκας και της Ζανζιβάρης. Το όνομά της επινοήθηκε από το Ταν(γκανίκα) + Ζαν(ζιβάρη) + -ία (η κατάληξη για τη χώρα). Και οι δύο χώρες υπήρξαν αποικίες των Βρετανών (η Τανγκανίκα ήταν αρχικά γερμανική αποικία), έως το 1964 οπότε και ενώθηκαν.

Θεωρείται μια από τις φτωχότερες χώρες παγκοσμίως, με την οικονομία της να βασίζεται κυρίως στη γεωργία με την παραγωγή καφέ, τσαγιού, βαμβακιού, και γαρύφαλλου, αλλά και τον τουρισμό. Στο έδαφός της υπάρχει το υψηλότερο όρος της Αφρικής, το Κιλιμάντζαρο, αλλά και πολλά εθνικά πάρκα.

Δυστυχώς στην Τανζανία, λιοντάρια, λεοπαρδάλεις και τσιτάχ έχουν χαρακτηριστεί ως “ευάλωτα” και έχουν μπει στην κόκκινη λίστα των απειλούμενων ειδών της IUCN (Διεθνής Ένωση Προστασίας της Φύσης), καθώς αντιμετωπίζουν αρκετές απειλές, μεταξύ των οποίων την απώλεια των ενδιαιτημάτων τους.

Σύμφωνα με ένα νόμο της Τανζανίας, απαγορεύεται να κοπούν τα δέντρα απ’ τα οποία κρέμονται κυψέλες. Αυτό εκμεταλλεύτηκε μια οργάνωση γυναικών μελισσοκόμων (Women’s Beekeeping Initiative), η οποία κρέμασε περισσότερες από 1350 κυψέλες σε ακακίες και μπάομπαμπ, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να συμβάλει στη διατήρηση των οικοτόπων των μεγάλων αυτών γατών. Εκτός όμως απ’ λιοντάρια και τις λεοπαρδάλεις, οι βιότοποι επωφελούνται επίσης απ’ τις μέλισσες καθώς αυτές αναγεννούν τους υποβαθμισμένους βοσκότοπους.

Οι περισσότερες απ’ τις γυναίκες που συμμετέχουν προέρχονται από την φυλή των Μασσάι. Η παραγωγή μελιού τους έδωσε την δυνατότητα να αποκτήσουν για πρώτη φορά οικονομική ανεξαρτησία αλλά και περιβαλλοντική συνείδηση. Με πάνω από 1200 γυναίκες να συμμετέχουν, χωρισμένες σε 77 ομάδες, υπάρχει πλέον σημαντική επιρροή στις οικογένειες και τους συμπολίτες τους. Οι γυναίκες ηγούνται επίσης τοπικών πρωτοβουλιών, όπως για παράδειγμα δενδροφυτεύσεων και καθαρισμών.

πηγές: europa.eu / Wikipedia
φωτογραφίες: African People & Wildlife: Felipe Rodriguez, Laly Lichtenfeld

Το πρότζεκτ BeesAbili

Το πρότζεκτ BeesAbili που έλαβε χώρα στην Ιταλία ήταν μια πρωτοβουλία που σκοπό είχε να φέρει την μελισσοκομία κοντά σε ανθρώπους με κινητικά προβλήματα.

Είναι όμως κάτι τέτοιο εφικτό, δεδομένου ότι η μελισσοκομία είναι μια δύσκολη εργασία η οποία ασκείται σε δύσβατα εδάφη στην ύπαιθρο; Κι όμως στην πράξη αποδεικνύεται ότι όχι μόνο ένας άνθρωπος με κινητικά προβλήματα μπορεί να ασχοληθεί με την μελισσοκομία, αλλά μπορεί να είναι και απόλυτα λειτουργικός.

Το BeesAbili προέρχεται από το Disability, το οποίο μεταφράζεται ως “αναπηρία”. Έχει όμως μία άσχημη χροιά καθώς η λέξη μπορεί να μεταφραστεί και ως “δυσλειτουργικός”. Αφαίρεσαν λοιπόν το πρόθεμα “Dis” και στην θέση του έβαλαν το “bees” που σημαίνει μέλισσα, δημιουργώντας μια νέα λέξη με νέα σημασία.

Στο πρότζεκτ αυτό πήραν μέρος αρκετοί ενήλικες αλλά και περίπου 100 παιδιά, με σκοπό να παρακινηθούν να ασχοληθούν με το ευγενές αυτό επάγγελμα, ώστε να ενταχθούν ισότιμα στην κοινωνία και την παραγωγική διαδικασία.

Φυσικά στον χώρο της μελισσοκομίας υπάρχουν αρκετά παραδείγματα ανθρώπων που παρά τα σημαντικά κινητικά προβλήματα, κατάφεραν να είναι απόλυτα λειτουργικοί και εξαίρετοι επαγγελματίες. Όπως για παράδειγμα ο Σλοβένος Abram Jozef, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις δυνατότητες του δωματίου μελισσών, που παραδοσιακά χρησιμοποιείται στην χώρα του, για να προστατεύει τις μέλισσες απ’ το κρύο.

Επίσης είναι πολύ ελπιδοφόρο ότι αρκετές εταιρείες πλέον παράγουν ειδικό εξοπλισμό για ανθρώπους με κινητικά προβλήματα, δίνοντάς τους έτσι την δυνατότητα να συμμετέχουν σε όλα τα στάδια της παραγωγής ισότιμα.

Ο μελισσοκόμος που κατάφερε να συνεργαστεί με τις αρκούδες

Είναι γνωστό ότι οι αρκούδες αγαπούν το μέλι και πολλές φορές φτάνουν στα άκρα για να το αποκτήσουν. Έτσι προκαλούν έναν επιπλέον πονοκέφαλο στους μελισσοκόμους, μιας και είναι ικανές να καταστρέψουν ένα ολόκληρο μελισσοκομείο μέσα σε λίγη ώρα.

Ωστόσο, ο Τούρκος μελισσοκόμος Ibrahim Sedef, που ζει στην Τραπεζούντα, βρήκε έναν πρωτότυπο τρόπο να τις κρατήσει μακριά από τις κυψέλες του. Αφού είδε και απόειδε με τις αρκούδες, αρχικά προσπάθησε να προστατεύσει τις κυψέλες του, τοποθετώντας γύρω τους μεταλλικά κλουβιά.

Στη συνέχεια τους άφησε διάφορα τρόφιμα όπως ψωμί και φρούτα, σε μια προσπάθεια να τις αποτρέψει απ’ το να καταστρέψουν τα μελίσσια του. Ωστόσο, τίποτα απ’ αυτά δεν λειτούργησε και έτσι αποφάσισε να εγκαταστήσει κάμερες ώστε να μελετήσει την συμπεριφορά τους.

Του ήρθε με μια λαμπρή ιδέα! Μετέτρεψε τις αρκούδες σε γευσιγνώστες μελιού. Σε ένα τραπέζι τοποθέτησε 4 διαφορετικές ποικιλίες μελιού για τις αρκούδες και κατέγραψε σε κάμερα τις προτιμήσεις τους. Αποδείχτηκε ότι οι αρκούδες όχι μόνο ξέρουν από καλό μέλι αλλά έχουν και ακριβό γούστο!

Οι αρκούδες έδειξαν προτίμηση στο μέλι Ανζέρ, το οποίο κατανάλωσαν πρώτο, ενώ άφησαν για το τέλος το μέλι από άνθη κερασιού. Το μέλι Ανζέρ παράγεται σε υψόμετρο 3.000 έως 3500 μέτρων στην περιοχή του Πόντου, από διάφορα είδη αλπικών λουλουδιών, εκ των οποίων τα 90 ενδημικά.

Η τιμή του φτάνει τα 250 ευρώ και θεωρείται ένα απ’ τα ακριβότερα και σπανιότερα μέλια.

 

Το μέλι του μεγάλου υψομέτρου και οι μέλισσες της οροσειράς Πουέμπλα στο Μεξικό

Στην οροσειρά Σιέρα Νόρτε στο Μεξικό ζει μια ξεχωριστή μέλισσα. Γνωστή τοπικά ως «Pisilnekmej» η Scaptotrigona Mexicana είναι μέλος της γηγενούς στην αμερικανική ήπειρο, μέλισσας χωρίς κεντρί.

Εκτρέφεται από αυτόχθονες κοινότητες σε παραδοσιακές πήλινες κυψέλες, που μοιάζουν με δύο γλάστρες ενωμένες μεταξύ τους, οι οποίες σφραγίζονται μαζί με μια υγρή πάστα στάχτης. Το παραγόμενο μέλι χρησιμοποιείται από τους ντόπιους και ως τρόφιμο αλλά και ως φάρμακο. Η γεύση του είναι αρκετά πικάντικη, θα την χαρακτηρίζαμε πολύπλοκη με αρωματικές νότες από αιθέρια έλαια.

Όταν ο καιρός είναι πολύ κρύος τα σκεύη αυτά που χρησιμοποιούνται ως κυψέλες, συνήθως καλύπτονται με μια κουβέρτα. Μάλιστα αν υπάρχει πένθος στο σπίτι, από τυχόν θάνατο κάποιου προσώπου, φτιάχνουν έναν σταυρό από ασβέστη και τοποθετούν μεγάλα κλαδιά πάνω στις κυψέλες για να προστατευτούν από τον «κακό αέρα». Γενικά πιστεύουν ότι πρέπει να υπάρχει αρμονία στο σπίτι, διαφορετικά οι μέλισσες φεύγουν.

Η μέλισσα Scaptotrigona Mexicana είναι ένα είδος που εξελίχθηκε παράλληλα με το τοπικό οικοσύστημα. Μέσα από την αναπαραγωγή, έχει αλληλεπιδράσει στενά με τα παραδοσιακά αγρο-οικοσυστήματα, όπως το milpa και το koujtakiloyan, ένα ιδιαίτερα διαφοροποιημένο σύστημα αγροδασοκομίας για καλλιέργεια καφέ. Σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι συνέβαλε στη διατήρηση του πλούτου της φυσικής χλωρίδας.

Η επικονίαση, για παράδειγμα, βελτιώνει την παραγωγή σοδειών όπως της πιπεριάς, του καφέ, της σαποντίγια αλλά και άλλων. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι ενδιαφέρονται για την εκτροφή μελισσών, οπότε ο αριθμός των παραγωγών μελιού στην περιοχή αυξάνεται. Επιπλέον, όλο και περισσότεροι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι η άσκηση της μελισσοκομίας σημαίνει και διακοπή της χρήσης ζιζανιοκτόνων και χημικών ουσιών.

Τα εξωτικά μέλια της Αιθιοπίας

Σε μια απόκρημνη πλαγιά, στα ορεινά της Αιθιοπίας, στέκουν αγέρωχες μερικές κίτρινες κυψέλες. Παραδοσιακά οι ντόπιοι εξαρτώνται κυρίως από τις καλλιέργειες και τα ζώα (βοοειδή), όμως τα βραχώδη εδάφη κάνουν τη ζωή δύσκολη εδώ.

Το μέλι είναι σημαντικό μέρος του πολιτισμού της Αιθιοπίας. Χρησιμοποιείται κυρίως για την παρασκευή του Tej, ενός παραδοσιακού κρασιού με μέλι. Σε ορισμένες περιοχές, χρησιμοποιείται επίσης ως φάρμακο για τη θεραπεία πολλών παθήσεων λόγω των αντιβιοτικών ιδιοτήτων του. Επειδή χρησιμοποιείται σε μεγάλες ποσότητες, οι ντόπιοι το αγοράζουν παραδοσιακά κατά βάρος στην αγορά, όπου μέχρι πρόσφατα πωλούνταν ακόμη σε τεράστιους δερμάτινους σάκους.

Στην Αιθιοπία παράγονται μερικά απ’ τα πιο εξωτικά μέλια του κόσμου. Κάθε περιοχή παράγει ένα μοναδικό είδος μελιού, με διαφορετική γεύση και υφή. Για παράδειγμα στον κρατήρα Wenchi που βρίσκεται περίπου 120 χιλιόμετρα ανατολικά της Αντίς Αμπέμπα, παράγεται ένα μέλι από το ανοιξιάτικο ρείκι (Erica arborea), το οποίο είναι κεχριμπαρένιο, λείο με ελαφρώς καπνιστή γεύση! Επίσης υπάρχει ένα μαύρο μέλι από την περιοχή του Axum, το οποίο στην πραγματικότητα το παράγουν μυρμήγκια, απ’ τα οποία στη συνέχεια το “κλέβουν” οι μέλισσες.

Μια από τις πιο περιζήτητες τοπικές ποικιλίες είναι το περίφημο λευκό μέλι με την υπέροχη χαρακτηριστική κοκκώδη υφή, που παράγεται στην περιοχή του Tigray. Το λευκό μέλι οφείλει την μοναδική γεύση και το χρώμα του στην πλούσια φυτική βιοποικιλότητα της περιοχής. Παράγεται από ένα τοπικό είδος φασκομηλιάς, η οποία της δίνει το ασυνήθιστο χρώμα στο μέλι και η οποία ανθίζει ταυτόχρονα με φραγκόσυκα και ευφορβίες.

Η Αιθιοπία είναι ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς μελιού στον κόσμο. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτού του μελιού καταναλώνεται τοπικά, κυρίως στην παρασκευή του κρασιού Tej.

Οι δεντροκυψέλες του δάσους Ναλιμπόκι

Ο Jonathan Powell αφηγείται την επίσκεψή του στο δάσος Ναλιμπόκι, όπου ο Ivan Mulin, θεματοφύλακας μιας παραδοσιακής μελισσοκομικής παράδοσης της Λευκορωσίας και η ομάδα του, αναβιώνουν την μέθοδο των δεντροκυψελών.

Δεντροκυψέλη

Η Λευκορωσία υπήρξε μια απ’ τις σημαντικότερες χώρες, όπου οι άνθρωποι διατηρούσαν μέλισσες πάνω στα δέντρα. Ακόμα και σήμερα υπάρχουν γύρω στα 200 Μπορτ (τεχνητές κοιλότητες μέσα σε δέντρα τις οποίες δημιούργησαν άνθρωποι) που έχουν καταγραφεί πρόσφατα, όμως μόνο στο 1/4 εξ αυτών ζουν μέλισσες.

Δεντροκυψέλες ηλικίας 150 ετών οι οποίες αποκαταστάθηκαν και πάλι.

Υπάρχουν ακόμη 14.000 Κολόντα (κορμοί δέντρων που έχουν μετατραπεί σε δεντροκυψέλες), τα οποία βρίσκονται πάνω σε δέντρα, αλλά πολλά απ’ αυτά είχαν εγκαταλειφθεί τα τελευταία δέκα με είκοσι χρόνια. Σε περίπου 1.500 με 2.000 από αυτά ζουν μέλισσες.

Εγκαταλελειμμένο σπίτι στο δάσος του Ναλιμπόκι.

Σήμερα έχουν απομείνει περίπου 300 παραδοσιακοί μελισσοκόμοι. Ο αποδεκατισμός των χωριών κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η πυρηνική καταστροφή του Τσερνομπίλ στο νότο και εντατική εμπορική εκμετάλλευση των δασών τα τελευταία χρόνια, διέβρωσαν αυτή την παράδοση. Το δάσος έχει ένα τραγικό παρελθόν. Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ολόκληρα χωριά καταστράφηκαν. Άνθρωποι σφαγιάστηκαν ή απελάθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας.

Πλατφόρμα ύψους 10 μέτρων που φιλοξενεί 3 κυψέλες.

Βαθύτερα μέσα στο βαλτώδες δάσος χιλιάδες παρτιζάνοι βρήκαν καταφύγιο από την φρίκη του πολέμου. Σήμερα μόνο 20 από τα 400 απομονωμένα ξύλινα σπίτια του δάσους παραμένουν από τη μεταπολεμική εποχή, και από αυτά μόνο 5 κατοικούνται. Αυτά τα σπίτια αποπνέουν μια θλίψη και μία γοητεία ταυτόχρονα.

Εγκαταλελειμμένο σπίτι στο δάσος του Ναλιμπόκι.

Ο Ivan ανακαινίζει δύο από αυτά τα σπίτια βαθιά μέσα στο δάσος, ώστε όποιος επιθυμεί να επισκεφτεί ένα από τα τελευταία μεγάλα παρθένα δάση της Ευρώπης και να παρακολουθήσει σεμινάρια σχετικά με την παραδοσιακή μελισσοκομία των δέντρων. Τα τελευταία πέντε χρόνια έχουν επιστρέψει στο δάσος οχτώ αρκούδες, έτσι υπάρχουν πραγματικά σημάδια ελπίδας. Ο Ιβάν σταδιακά ξαναβάζει τις μέλισσες στα δεντρόσπιτα. 

Αυτό είναι πραγματικά ένας αγώνας αγάπης. Η αγάπη για το δάσος, η αγάπη για τις μέλισσες και η αγάπη για την άγρια ζωή. Ο Ιβάν με τη βοήθεια μερικών φίλων έδωσε και την ψυχή του για την αποκατάσταση του οικισμού. Βέβαια υπάρχει μια λίστα με πράγματα που πρέπει να γίνουν η οποία ίσως αποθάρρυνε πολλούς, αλλά δεν τα παρατάνε!

Οι μελισσοκόμοι των δασών της Ζανζιβάρης

Ο φωτογράφος Jurre Rompa πέρασε τους τρεις πρώτους μήνες του 2018, εξερευνώντας τα τροπικά δάση του αρχιπελάγους της Ζανζιβάρης. Αυτή η ημιαυτόνομη περιοχή της Τανζανίας στην Ανατολική Αφρική, συνίσταται από πολυάριθμα μικρά νησιά και δύο μεγάλα: την Ουνγκούτζα και την Πέμπα.

Καθώς ο Rompa ταξίδευε, ακολούθησε μια ομάδα τοπικών μελισσοκόμων που είχαν τοποθετήσει τις κυψέλες τους στα πυκνά, καταπράσινα δάση της ενδοχώρας. Μια απ’ τις κυριότερες πηγές πλούτου της χώρας είναι τα μπαχαρικά και ειδικότερα το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, η κανέλα και το μαύρο πιπέρι. Για το λόγο αυτό, τα νησιά μαζί με τη Νήσο Μάφια της Τανζανίας, μερικές φορές καλούνται και τα νησιά των μπαχαρικών.

Λόγω της εντατικής εκμετάλλευσης όμως, τα δάση έχουν υποβαθμιστεί. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν αρκετά προγράμματα αναδάσωσης, σε μια προσπάθεια που γίνεται ώστε να επανέλθουν και οι μέλισσες, λόγω της επικονίασης, είναι βασικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής. Παράλληλα με τη συμβολή τους στην τοπική βιοποικιλότητα, οι μέλισσες προσφέρουν στους νησιώτες και έναν τρόπο να ενισχύσουν τα εισοδήματά τους, καθώς πουλούν το μέλι. Για τους μικροκαλλιεργητές είναι μια νέα πηγή εισοδήματος, μιας και έχουν πληγεί από την πτώση της τιμής του γαρίφαλου τα τελευταία χρόνια.

Ο εξηντάχρονος Ali Manguja είναι ιδιοκτήτης ενός φυτώριου, ενώ εκτρέφει και λίγες αγελάδες. Διατηρεί μέλισσες από τότε που ήταν παιδί και χρησιμοποιεί το εισόδημα που βγάζει απ’ το μέλι για να πληρώνει το νερό για το φυτώριο του. Έχει 11 παιδιά! Είπε στον Rompa ότι «θα το κάνω αυτό για όσο με κρατάνε τα πόδια μου».  Ο Mohamed Abdula Mshiti, 57 ετών, είναι άλλος ένας άνθρωπος που διατηρεί μέλισσες για να έχει ένα επιπλέον εισόδημα. Εργάστηκε ως γεωργός για περισσότερα από 30 χρόνια, αλλά και ως πτηνοτρόφος. «Το μέλι στην Πέμπα είναι ακριβό και δύσκολο να το αποκτήσεις» εξηγεί. «Ένα κιλό κοστίζει 24.000 δολάρια Τανζανίας (περίπου 8-10 ευρώ). Το χρησιμοποιούμε για φαγητό αλλά και ως φάρμακο».

πηγή: BBC (All photographs copyright: Jurre Rompa)

Ο Μελισσοκόμος του Μάνο Καλίλ

Όταν το ντοκιμαντέρ «Ο Μελισσοκόμος», του κούρδου σκηνοθέτη Μάνο Καλίλ, προβάλλονταν στις πόλεις της Αυστραλίας, στα πλαίσια του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο ίδιος ο σκηνοθέτης περιόδευε μαζί του. Όταν έφτασαν στο Σίδνεϊ, ο Καλίλ μίλησε για την ιστορία της ταινίας αλλά και την δική του:

Πάντα μου άρεσε να ψάχνω τις ιστορίες πίσω απ’ τους ανθρώπους. Η ταινία μου, Ο μελισσοκόμος, είναι η ιστορία ενός Κούρδου μελισσουργού, του Ιμπραήμ Γκίζερ, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας πολύ ευκατάστατος άνθρωπος που ζούσε με μια ευτυχισμένη οικογένεια. Παρήγαγε 18 τόνους μελιού ετησίως, όμως ως Κούρδος που ζούσε στα βουνά, είδε τη ζωή του να καταστρέφεται από τον τουρκικό στρατό. Η γυναίκα και τα παιδιά του σκοτώθηκαν, έχασε όλες του τις κυψέλες και ο ίδιος αναγκάστηκε να μεταναστεύσει.

Ο Κούρδος μελισσοκόμος Ιμπραήμ Γκίζερ.

Ο Ιμπραήμ έζησε για επτά χρόνια σαν κυνηγημένος στην Τουρκία. Στα 64 του έφθασε στην Ελβετία ως πρόσφυγας και προσπάθησε να αρχίσει εκ νέου τη μελισσοκομία. Τα κατάφερε παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε καθόλου Γερμανικά. Είναι ένας άνθρωπος ερωτευμένος με τη φύση. Ένας απλός Κούρδος χωρικός.

Ένας φίλος, μου μίλησε γι αυτόν και την ιστορία του και έτσι έψαξα και τον βρήκα. Όταν τον συνάντησα, μου μίλησε λίγο για τη ζωή του και εγώ τον ρώτησα αν μπορούσα να κάνω μια ταινία σχετικά με αυτήν.  Ο Ιμπραήμ δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ σε κινηματογραφική αίθουσα. Η πρώτη του φορά ήταν για την ταινία του. Κατά τη διάρκεια της κινηματογράφησης ήταν πολύ νευρικός με την κάμερα. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε γιατί δεν τον ρώταγα για τις μέλισσες του, αλλά βλέπετε ο Ιμπραήμ ήταν η μέλισσα μου · ήθελα η ταινία μου να είναι γι ‘αυτόν.

Ο σκηνοθέτης Μάνο Καλίλ.

Για έξι μήνες τρώγαμε μαζί, χωρίς κάμερες και αναπτύξαμε μια σπουδαία φιλία που βασίζεται στην αγάπη και το σεβασμό. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα τον χρησιμοποιούσα μου άνοιξε την καρδιά του. Δεν θα υπήρχαν όλες αυτές οι συναισθηματικές στιγμές στην ταινία αν δεν είχαμε αυτή τη δυνατή φιλία.

Όπως και ο Ιμπραήμ έτσι και εγώ ήρθα ως Κούρδος πρόσφυγας στην Ελβετία. Μεγάλωσα στο Συριακό Κουρδιστάν τη δεκαετία του 1960 σε μια μικρή οικογένεια που δεν καταλάβαινε καθόλου Αραβικά. Πήγα σε ένα αραβικό σχολείο όπου απαγορευόταν η κουρδική γλώσσα και οι γονείς μου με είχαν συμβουλέψει να μην μιλήσω ποτέ στα κουρδικά. Την τρίτη ημέρα, ο δάσκαλος, μου έδειξε ένα μικρό μήλο σε ένα βιβλίο και μου ζήτησε να του πω τι είναι. Εγώ είπα «sev», όπως είναι δηλαδή το μήλο στα κουρδικά και τότε με χτύπησε πάρα πολύ σκληρά. Ήμουν τόσο άσχημα που όταν με είδε η μητέρα μου, υποσχέθηκε ότι θα τον σκοτώσει.

Το σχολείο μας ήταν φυλακή. Μάθαμε να μισούμε, να μην αγαπάμε. Η μετάβαση στο πανεπιστήμιο στη Δαμασκό ήταν ένα μεγάλο σοκ. Μάθαμε πώς λειτουργεί ο έξω κόσμος, πώς είχαμε δικαιώματα, πώς ήταν άδικο που η Συρία καταδίκαζε έναν δολοφόνο στη φυλακή για 3 χρόνια, αλλά έναν ποιητή που έγραφε στα κουρδικά για 12 χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 πολλοί φίλοι μου ήθελαν να αγωνιστούν για το κίνημα της ελευθερίας, εγώ απλώς ήθελα να κάνω ταινίες.

Έτσι πήγα να σπουδάσω κινηματογράφο στην Τσεχοσλοβακία. Επιστρέφοντας πίσω στη Συρία, χρόνια αργότερα με συνέλαβαν για μια λεζάντα περιοδικού στην οποία υπήρχε αναφορά για εμένα με τον τίτλο «Ο Κούρδος φοιτητής από τη Συρία». Με ρώτησαν γιατί είπα ότι είμαι Κούρδος, όταν δεν υπήρχαν Κούρδοι στη χώρα. Με έστειλαν στη φυλακή στη Δαμασκό για ένα μικρό διάστημα και αργότερα η Ελβετία μου έδωσε άσυλο.

Στην Ελβετία υπάρχουν διαφορετικές εθνικότητες (Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι) οι οποίοι ζουν αρμονικά και σέβονται ο ένας τον άλλο. Στην Τουρκία, υπάρχουν περίπου 14 εκατομμύρια Κούρδοι και απαγορεύεται να μιλάνε τη γλώσσα τους. Δεν υπάρχουν σχολεία για τα παιδιά των Κούρδων. Πιστεύω ότι μια μέρα η Τουρκία θα χωριστεί γιατί Τούρκοι και Κούρδοι δεν σέβονται ο ένας τον άλλον και το μίσος είναι πολύ βαθιά ριζωμένο. Βλέπω ένα μακρύ σκοτεινό τούνελ, αλλά όχι φως στο τέλος του.

Το προσφυγικό είναι αποτέλεσμα της πολιτικής των Ευρωπαϊκών χωρών στη Μέση Ανατολή. Τώρα οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν το προσφυγικό ως ασθένεια, φοβούνται και αρνούνται να μιλήσουν γι αυτό. Οπουδήποτε πηγαίνω, συναντώ ανθρώπους που θέλουν να βοηθήσουν και να μοιραστούν, να προσφέρουν μέρος των σπιτιών τους, στους πρόσφυγες. Έχω δει όμως και αφίσες που γράφουν ότι είμαστε ανεπιθύμητοι εδώ. Είναι κρίμα στον 21ο αιώνα οι πρόσφυγες να αντιμετωπίζονται με τόσο επιθετικό και απάνθρωπο τρόπο.

Καταλαβαίνω πως είναι πρόβλημα ότι 24 εκατομμύρια άνθρωποι φεύγουν από τη Συρία, αλλά όταν υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη, πρέπει να τους βοηθήσετε. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα στη Συρία. Το ISIS φέρεται στους ανθρώπους με βάρβαρο τρόπο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι κάνουν. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, το καθεστώς του Άσαντ υποστήριζε την Αλ Κάιντα που υπονόμευε τους Αμερικανούς στο Ιράκ αλλά ο Ασαντ έχασε τον έλεγχο του δικού του τέρατος και μετά χάσαμε τα πάντα.

Το ISIS κατέστρεψε το σπίτι μου. Σκότωσαν την ανιψιά μου, μια μέρα, ενώ βρισκόταν έξω και φύτευε λουλούδια. Πέθανε με οκτώ άλλους ανθρώπους. Τώρα η οικογένειά μου δεν έχει τίποτα. Είμαστε όλοι πρόσφυγες. Μόνο ο αδερφός μου παραμένει στη χώρα, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος σε τηλεοπτικό σταθμό και αγωνίζεται για τον κουρδικό λαό ενάντια στον ISIS.

Και μόνο που λέω ότι είμαι Κούρδος είναι μια πολιτική πράξη. Η νέα μου ταινία «The Swallow» που γυρίστηκε στο ιρακινό Κουρδιστάν, ολοκληρώθηκε λίγες μέρες πριν το ISIS μπει στην πόλη της Μοσούλης. Είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά είναι επίσης μια πολιτική ιστορία. Στη χώρα μας, ακόμη και η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων είναι πολιτική πράξη. Πρόκειται για μια ταινία που έχει να κάνει με την τρομοκρατία, τα εγκλήματα πολέμου στο Ιράκ και την αγάπη. Θα ήθελα η επόμενη ταινία μου να είναι για τη ζωή μου ως παιδί.

Ως Κούρδος πρόσφυγας από τη Συρία, νιώθω σαν να είμαι μόνο ένας αριθμός. Αλλά οι πρόσφυγες είναι σαν εσάς: έχουν παιδιά, φωνάζουν, γελούν. Είναι ανθρώπινα όντα. Πώς μπορείτε να αγαπάτε το δικό σας παιδί αλλά να μισείτε το παιδί του άλλου; Εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Πρέπει να βρούμε μια λύση.

πηγή: The Guardian
Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι