Οι μελισσοκόμοι των δασών της Ζανζιβάρης

Ο φωτογράφος Jurre Rompa πέρασε τους τρεις πρώτους μήνες του 2018, εξερευνώντας τα τροπικά δάση του αρχιπελάγους της Ζανζιβάρης. Αυτή η ημιαυτόνομη περιοχή της Τανζανίας στην Ανατολική Αφρική, συνίσταται από πολυάριθμα μικρά νησιά και δύο μεγάλα: την Ουνγκούτζα και την Πέμπα.

Καθώς ο Rompa ταξίδευε, ακολούθησε μια ομάδα τοπικών μελισσοκόμων που είχαν τοποθετήσει τις κυψέλες τους στα πυκνά, καταπράσινα δάση της ενδοχώρας. Μια απ’ τις κυριότερες πηγές πλούτου της χώρας είναι τα μπαχαρικά και ειδικότερα το γαρίφαλο, το μοσχοκάρυδο, η κανέλα και το μαύρο πιπέρι. Για το λόγο αυτό, τα νησιά μαζί με τη Νήσο Μάφια της Τανζανίας, μερικές φορές καλούνται και τα νησιά των μπαχαρικών.

Λόγω της εντατικής εκμετάλλευσης όμως, τα δάση έχουν υποβαθμιστεί. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν αρκετά προγράμματα αναδάσωσης, σε μια προσπάθεια που γίνεται ώστε να επανέλθουν και οι μέλισσες, λόγω της επικονίασης, είναι βασικό στοιχείο της διαδικασίας αυτής. Παράλληλα με τη συμβολή τους στην τοπική βιοποικιλότητα, οι μέλισσες προσφέρουν στους νησιώτες και έναν τρόπο να ενισχύσουν τα εισοδήματά τους, καθώς πουλούν το μέλι. Για τους μικροκαλλιεργητές είναι μια νέα πηγή εισοδήματος, μιας και έχουν πληγεί από την πτώση της τιμής του γαρίφαλου τα τελευταία χρόνια.

Ο εξηντάχρονος Ali Manguja είναι ιδιοκτήτης ενός φυτώριου, ενώ εκτρέφει και λίγες αγελάδες. Διατηρεί μέλισσες από τότε που ήταν παιδί και χρησιμοποιεί το εισόδημα που βγάζει απ’ το μέλι για να πληρώνει το νερό για το φυτώριο του. Έχει 11 παιδιά! Είπε στον Rompa ότι «θα το κάνω αυτό για όσο με κρατάνε τα πόδια μου».  Ο Mohamed Abdula Mshiti, 57 ετών, είναι άλλος ένας άνθρωπος που διατηρεί μέλισσες για να έχει ένα επιπλέον εισόδημα. Εργάστηκε ως γεωργός για περισσότερα από 30 χρόνια, αλλά και ως πτηνοτρόφος. «Το μέλι στην Πέμπα είναι ακριβό και δύσκολο να το αποκτήσεις» εξηγεί. «Ένα κιλό κοστίζει 24.000 δολάρια Τανζανίας (περίπου 8-10 ευρώ). Το χρησιμοποιούμε για φαγητό αλλά και ως φάρμακο».

πηγή: BBC (All photographs copyright: Jurre Rompa)

Advertisements

Η μελισσοκομία ανά τον κόσμο

Τουρκία

Ουζμπεκιστάν

Η.Π.Α.

Μεγάλη Βρετανία

Θιβέτ

Ταϊλάνδη

Σλοβενία

Ρουάντα

Πακιστάν

Νεπάλ

Μαρόκο

Ελλάδα

Γαλλία

Κολομβία

Κίνα

Αυστραλία

Αλβανία

Βιετνάμ

Ο Μελισσοκόμος του Μάνο Καλίλ

Όταν το ντοκιμαντέρ «Ο Μελισσοκόμος», του κούρδου σκηνοθέτη Μάνο Καλίλ, προβάλλονταν στις πόλεις της Αυστραλίας, στα πλαίσια του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο ίδιος ο σκηνοθέτης περιόδευε μαζί του. Όταν έφτασαν στο Σίδνεϊ, ο Καλίλ μίλησε για την ιστορία της ταινίας αλλά και την δική του:

Πάντα μου άρεσε να ψάχνω τις ιστορίες πίσω απ’ τους ανθρώπους. Η ταινία μου, Ο μελισσοκόμος, είναι η ιστορία ενός Κούρδου μελισσουργού, του Ιμπραήμ Γκίζερ, ο οποίος στα μέσα της δεκαετίας του 1990 ήταν ένας πολύ ευκατάστατος άνθρωπος που ζούσε με μια ευτυχισμένη οικογένεια. Παρήγαγε 18 τόνους μελιού ετησίως, όμως ως Κούρδος που ζούσε στα βουνά, είδε τη ζωή του να καταστρέφεται από τον τουρκικό στρατό. Η γυναίκα και τα παιδιά του σκοτώθηκαν, έχασε όλες του τις κυψέλες και ο ίδιος αναγκάστηκε να μεταναστεύσει.

Ο Κούρδος μελισσοκόμος Ιμπραήμ Γκίζερ.

Ο Ιμπραήμ έζησε για επτά χρόνια σαν κυνηγημένος στην Τουρκία. Στα 64 του έφθασε στην Ελβετία ως πρόσφυγας και προσπάθησε να αρχίσει εκ νέου τη μελισσοκομία. Τα κατάφερε παρά το γεγονός ότι δεν γνώριζε καθόλου Γερμανικά. Είναι ένας άνθρωπος ερωτευμένος με τη φύση. Ένας απλός Κούρδος χωρικός.

Ένας φίλος, μου μίλησε γι αυτόν και την ιστορία του και έτσι έψαξα και τον βρήκα. Όταν τον συνάντησα, μου μίλησε λίγο για τη ζωή του και εγώ τον ρώτησα αν μπορούσα να κάνω μια ταινία σχετικά με αυτήν.  Ο Ιμπραήμ δεν είχε ξαναβρεθεί ποτέ σε κινηματογραφική αίθουσα. Η πρώτη του φορά ήταν για την ταινία του. Κατά τη διάρκεια της κινηματογράφησης ήταν πολύ νευρικός με την κάμερα. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκε γιατί δεν τον ρώταγα για τις μέλισσες του, αλλά βλέπετε ο Ιμπραήμ ήταν η μέλισσα μου · ήθελα η ταινία μου να είναι γι ‘αυτόν.

Ο σκηνοθέτης Μάνο Καλίλ.

Για έξι μήνες τρώγαμε μαζί, χωρίς κάμερες και αναπτύξαμε μια σπουδαία φιλία που βασίζεται στην αγάπη και το σεβασμό. Όταν συνειδητοποίησε ότι δεν θα τον χρησιμοποιούσα μου άνοιξε την καρδιά του. Δεν θα υπήρχαν όλες αυτές οι συναισθηματικές στιγμές στην ταινία αν δεν είχαμε αυτή τη δυνατή φιλία.

Όπως και ο Ιμπραήμ έτσι και εγώ ήρθα ως Κούρδος πρόσφυγας στην Ελβετία. Μεγάλωσα στο Συριακό Κουρδιστάν τη δεκαετία του 1960 σε μια μικρή οικογένεια που δεν καταλάβαινε καθόλου Αραβικά. Πήγα σε ένα αραβικό σχολείο όπου απαγορευόταν η κουρδική γλώσσα και οι γονείς μου με είχαν συμβουλέψει να μην μιλήσω ποτέ στα κουρδικά. Την τρίτη ημέρα, ο δάσκαλος, μου έδειξε ένα μικρό μήλο σε ένα βιβλίο και μου ζήτησε να του πω τι είναι. Εγώ είπα «sev», όπως είναι δηλαδή το μήλο στα κουρδικά και τότε με χτύπησε πάρα πολύ σκληρά. Ήμουν τόσο άσχημα που όταν με είδε η μητέρα μου, υποσχέθηκε ότι θα τον σκοτώσει.

Το σχολείο μας ήταν φυλακή. Μάθαμε να μισούμε, να μην αγαπάμε. Η μετάβαση στο πανεπιστήμιο στη Δαμασκό ήταν ένα μεγάλο σοκ. Μάθαμε πώς λειτουργεί ο έξω κόσμος, πώς είχαμε δικαιώματα, πώς ήταν άδικο που η Συρία καταδίκαζε έναν δολοφόνο στη φυλακή για 3 χρόνια, αλλά έναν ποιητή που έγραφε στα κουρδικά για 12 χρόνια. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 πολλοί φίλοι μου ήθελαν να αγωνιστούν για το κίνημα της ελευθερίας, εγώ απλώς ήθελα να κάνω ταινίες.

Έτσι πήγα να σπουδάσω κινηματογράφο στην Τσεχοσλοβακία. Επιστρέφοντας πίσω στη Συρία, χρόνια αργότερα με συνέλαβαν για μια λεζάντα περιοδικού στην οποία υπήρχε αναφορά για εμένα με τον τίτλο «Ο Κούρδος φοιτητής από τη Συρία». Με ρώτησαν γιατί είπα ότι είμαι Κούρδος, όταν δεν υπήρχαν Κούρδοι στη χώρα. Με έστειλαν στη φυλακή στη Δαμασκό για ένα μικρό διάστημα και αργότερα η Ελβετία μου έδωσε άσυλο.

Στην Ελβετία υπάρχουν διαφορετικές εθνικότητες (Ιταλοί, Γερμανοί, Γάλλοι) οι οποίοι ζουν αρμονικά και σέβονται ο ένας τον άλλο. Στην Τουρκία, υπάρχουν περίπου 14 εκατομμύρια Κούρδοι και απαγορεύεται να μιλάνε τη γλώσσα τους. Δεν υπάρχουν σχολεία για τα παιδιά των Κούρδων. Πιστεύω ότι μια μέρα η Τουρκία θα χωριστεί γιατί Τούρκοι και Κούρδοι δεν σέβονται ο ένας τον άλλον και το μίσος είναι πολύ βαθιά ριζωμένο. Βλέπω ένα μακρύ σκοτεινό τούνελ, αλλά όχι φως στο τέλος του.

Το προσφυγικό είναι αποτέλεσμα της πολιτικής των Ευρωπαϊκών χωρών στη Μέση Ανατολή. Τώρα οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν το προσφυγικό ως ασθένεια, φοβούνται και αρνούνται να μιλήσουν γι αυτό. Οπουδήποτε πηγαίνω, συναντώ ανθρώπους που θέλουν να βοηθήσουν και να μοιραστούν, να προσφέρουν μέρος των σπιτιών τους, στους πρόσφυγες. Έχω δει όμως και αφίσες που γράφουν ότι είμαστε ανεπιθύμητοι εδώ. Είναι κρίμα στον 21ο αιώνα οι πρόσφυγες να αντιμετωπίζονται με τόσο επιθετικό και απάνθρωπο τρόπο.

Καταλαβαίνω πως είναι πρόβλημα ότι 24 εκατομμύρια άνθρωποι φεύγουν από τη Συρία, αλλά όταν υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ανάγκη, πρέπει να τους βοηθήσετε. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα στη Συρία. Το ISIS φέρεται στους ανθρώπους με βάρβαρο τρόπο. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι κάνουν. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, το καθεστώς του Άσαντ υποστήριζε την Αλ Κάιντα που υπονόμευε τους Αμερικανούς στο Ιράκ αλλά ο Ασαντ έχασε τον έλεγχο του δικού του τέρατος και μετά χάσαμε τα πάντα.

Το ISIS κατέστρεψε το σπίτι μου. Σκότωσαν την ανιψιά μου, μια μέρα, ενώ βρισκόταν έξω και φύτευε λουλούδια. Πέθανε με οκτώ άλλους ανθρώπους. Τώρα η οικογένειά μου δεν έχει τίποτα. Είμαστε όλοι πρόσφυγες. Μόνο ο αδερφός μου παραμένει στη χώρα, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος σε τηλεοπτικό σταθμό και αγωνίζεται για τον κουρδικό λαό ενάντια στον ISIS.

Και μόνο που λέω ότι είμαι Κούρδος είναι μια πολιτική πράξη. Η νέα μου ταινία «The Swallow» που γυρίστηκε στο ιρακινό Κουρδιστάν, ολοκληρώθηκε λίγες μέρες πριν το ISIS μπει στην πόλη της Μοσούλης. Είναι μια ιστορία αγάπης, αλλά είναι επίσης μια πολιτική ιστορία. Στη χώρα μας, ακόμη και η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων είναι πολιτική πράξη. Πρόκειται για μια ταινία που έχει να κάνει με την τρομοκρατία, τα εγκλήματα πολέμου στο Ιράκ και την αγάπη. Θα ήθελα η επόμενη ταινία μου να είναι για τη ζωή μου ως παιδί.

Ως Κούρδος πρόσφυγας από τη Συρία, νιώθω σαν να είμαι μόνο ένας αριθμός. Αλλά οι πρόσφυγες είναι σαν εσάς: έχουν παιδιά, φωνάζουν, γελούν. Είναι ανθρώπινα όντα. Πώς μπορείτε να αγαπάτε το δικό σας παιδί αλλά να μισείτε το παιδί του άλλου; Εκατομμύρια άνθρωποι χρειάζονται βοήθεια. Πρέπει να βρούμε μια λύση.

πηγή: The Guardian
Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι

Η μελισσοκομία ανακουφίζει την υποβαθμισμένη απ’ την υπερβόσκηση, γη της Κιργιζίας

Για αιώνες, οι άνθρωποι που ζούσαν στα ψηλά απομακρυσμένα χωριά της τεράστιας οροσειράς του Παμίρ, στην Κιργιζία, στην κεντρική Ασία, βασίζονταν κυρίως στη βοσκή των ζώων. Το όνομα Παμίρ σημαίνει ορεινός λειμώνας και σε αυτό συναντώνται τα μεγαλύτερα ορεινά συγκροτήματα της Γης, του Τιεν-Σαν, του Καρακορούμ και Κουέν-Λουν προς ανατολάς, τα Ιμαλάια προς νότο και η οροσειρά του Χίντου Κους προς δυσμάς.

Εδώ υψώνονται βουνά που υπερβαίνουν τα 6000 μ. των οποίων μεγαλύτερες κορυφές είναι η του Ισμαήλ Σαμανί (7.500 μ.) και η κορυφή Λένιν (7.140 μ.). Η χλωρίδα στη περιοχή αυτή είναι πολύ φτωχή και γενικά χαρακτηρίζεται άδενδρος. Μικρή βλάστηση παρατηρείται μόνο στα δυτικά και σε χαμηλό ύψος. Αντίθετα στις κοιλάδες των ποταμών παρατηρείται πυκνή βλάστηση από ιτιές και λεύκες. Κυριότερα ζώα της περιοχής είναι το “Αρχάρ”, πρόβατο βουνού, και το “Κίικ” είδος αγριοκάτσικου.

Δεδομένου του έντονου κλίματος και των παγετώνων που υφίστανται στη περιοχή, το Παμίρ έχει αρκετά συχνά σεισμούς που προκαλούν κατολισθήσεις, κάνοντας τις ήδη δύσκολες συνθήκες διαβίωσης ακόμα δυσκολότερες. Η επί γενιές κακή διαχείριση των βοσκοτόπων έχει επιταχύνει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. «Το οικοσύστημα της ορεινής περιοχής του Παμίρ είναι αρκετά ευαίσθητο. Γι αυτό σε κάθε ανθρώπινη ή φυσική παρέμβαση το περιβάλλον αντιδρά άμεσα» σημειώνει ο Maksat Anarbaev, από το Εθνικό Κέντρο Ανάπτυξης Ορεινής Κιργιζίας. Για τον Anarbaev η υποβάθμιση της γης είναι συνυφασμένη με την φτώχεια και γι αυτό εργάζεται για μια αειφόρο διαχείριση των πόρων.

Στο χωριό Murdash της Κιργιζίας, ο Ulanbek Kasymov βίωσε από πρώτο χέρι τις επιπτώσεις της υποβάθμισης της γης στην περιοχή. Το σπίτι του, το οποίο βρισκόταν σε μια βουνοπλαγιά, καταστράφηκε από μια κατολίσθηση. Οι θείοι του είχαν προτείνει στους γείτονες τους να φυτέψουν δέντρα, καθώς αυτά προστατεύουν το έδαφος. Θα μπορούσαν να γεύονται και τους καρπούς τους, όμως οι γαιοκτήμονες της περιοχής αρνήθηκαν. Προτίμησαν την παραγωγή σανού και τα ζώα. Πλέον η περιοχή δε μπορεί να καλλιεργηθεί αλλά ούτε και να θρέψει τα ζώα.

Ο Anarbaev σήμερα, προσπαθεί να συμβάλει στην ανάκαμψη του περιβάλλοντος και ταυτόχρονα στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των κατοίκων. Πως; Ο ίδιος λέει «Με τις μέλισσες αλλά και τα ζώα.» Ως δάσκαλος χημείας και έπειτα από την καταστροφή του σπιτιού του, ο Kasymov μπορεί να κατανοήσει καλύτερα το μέγεθος της υποβάθμισης και προσπαθεί να βρει λύσεις για να βελτιώσει το βιοτικό του επίπεδο αλλά και το περιβάλλον του χωριού του.

Όταν άκουσε λοιπόν για ένα μικρό πρόγραμμα επιχορηγήσεων ξεκίνησε να οργανώνει μια ομάδα χωρικών ώστε να αναβιώσει μια παράδοση που αργοπέθαινε· την μελισσοκομία. «Έμαθα την τέχνη της μελισσοκομίας όταν βρισκόμουν στην όγδοη τάξη, από τον θείο και τον πατέρα μου, παρακολουθώντας πώς το έκαναν. Τους ακολουθούσαμε ως παιδιά και μεταφέραμε τα καπνιστήρια αλλά και τα ξύλινα πλαίσια.» θυμάται ο Kasymov.

Αλλά από την παιδική του ηλικία μέχρι σήμερα αυτή η τέχνη έχει σχεδόν χαθεί, ενώ παράλληλα τα νοικοκυριά στράφηκαν αποκλειστικά στην διαχείριση μεγάλων ζωικών κεφαλαίων. Ειδικά μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, το 1991, το κλείσιμο των συλλογικών εκμεταλλεύσεων και τον φόβο της ανεργίας. Ο ίδιος, ο Kasymov, όμως έγινε παράδειγμα στην κοινότητα, μειώνοντας το ζωικό του κεφάλαιο και αυξάνοντας τις κυψέλες του, αποδεικνύοντας ότι κάτι τέτοιο είναι βιώσιμο ως λύση. Έπειτα αρκετοί τον ακολούθησαν. Πλέον εργάζονται συλλογικά. Τα κέρδη από την πώληση του μελιού κατανέμονται μεταξύ των μελών της ομάδας.

Οι μέλισσες επικονιάζουν τα φυτά συμβάλλοντας στην ανάκαμψη του περιβάλλοντος. Βέβαια αυτή η περιοχή είναι τόσο σκληρή και απομακρυσμένη και λόγω της περιορισμένης εμβέλειας των σύγχρονων επικοινωνιών, η μεταφορά των γνώσεων του έργου στις κοινότητες αποτελεί πρόκληση. Οι άνθρωποι εδώ έχουν ραδιόφωνο και τηλεόραση αλλά όχι πρόσβαση στο διαδίκτυο. Η γνώση μεταφέρεται μέσω συγγενών, αγροτών και φίλων. Απ’ την άλλη αυτό βοηθάει την κοινότητα να έρθει πιο κοντά και να δρα περισσότερο συλλογικά.

Όπως και οι μέλισσες δρουν συλλογικά έτσι και ο Kasymov και η ομάδα του ίσως αποδειχτούν το κλειδί για τη διατήρηση αυτού του απομακρυσμένου αλλά και μοναδικού οικοσυστήματος.

Νησί Καγκουρό, το τελευταίο καταφύγιο της Ιταλικής Μέλισσας

Το νησί Καγκουρό είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί της Αυστραλίας. Κατοικήθηκε από Αβορίγινες πριν από τουλάχιστον 11.000 χρόνια, όμως αυτοί εξαφανίστηκαν από εκεί γύρω στο 200 π.Χ. Από τότε και μέχρι το 1802 που το ανακάλυψε και πάλι ο Άγγλος εξερευνητής Μάθιου Φλίντερς, το μέρος παρέμεινε παρθένο.

Ο Peter Davis επιθεωρεί τις κυψέλες του, οι οποίες βρίσκονται διάσπαρτες σε όλο το νησί Καγκουρό.

Σήμερα έχει περίπου 4000 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την αγροτική παραγωγή (κρασί, μαλλί, μέλι). Για τη μελισσοκομία το νησί Καγκουρό είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο. Το 1884 εισήχθη στο νησί από το Μπρίσμπεϊν η Ιταλική μέλισσα Apis mellifera ligustica και σήμερα θεωρείται το τελευταίο μέρος στον κόσμο όπου παραμένει ακόμα “καθαρή” αυτή η φυλή μελισσών.

Η Ιταλική μέλισσα Apis mellifera ligustica ενώ μεταφέρει γύρη.

Η Ιταλική μέλισσα (Λιγκούστικα) θεωρείται ότι προέρχεται από το ηπειρωτικό τμήμα της Ιταλίας, νότια των Άλπεων και βόρεια της Σικελίας. Είναι η πιο διαδεδομένη παγκοσμίως μέλισσα, καθώς μπορεί να προσαρμοστεί στα περισσότερα κλίματα. Ένα χαρακτηριστικό της είναι ότι δεν σχηματίζει σφιχτή μελισσόσφαιρα τον χειμώνα, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την κατανάλωση περισσότερης τροφής, λόγω της απώλειας θερμότητας.

Είναι πιο ευάλωτη από τις βορειοευρωπαϊκές μέλισσες στη νοζεμίαση, ενώ επίσης δε μπορεί να συγκρατήσει τα κόπρανα στο έντερο της για μεγάλες περιόδους, με αποτέλεσμα να χρειάζεται πιο συχνές πτήσεις καθαρισμού. Είναι όμως μια πολύ ήρεμη και συνεργάσιμη μέλισσα, που δεν έχει έντονες τάσεις για σμηνουργία. και θεωρείται πολύ καλή στο χτίσιμο των κηρηθρών. Αυτό όμως που την έκανε να διαδοθεί τόσο μεταξύ των ανθρώπων, είναι ότι έχει εξαιρετικές ικανότητες στη συλλογή μελιού, δείχνοντας όμως μια προτίμηση στη συλλογή νέκταρος αντί μελιτωμάτων.

Ο Peter Davis μεγάλωσε στο αγρόκτημα της οικογένειάς του στο νησί του Καγκουρό και γρήγορα αντιλήφθηκε την σπουδαιότητα της μέλισσας Λιγκούστικα. Από το 1950, έχει αφιερώσει την επαγγελματική του ζωή στην προστασία αυτής της μέλισσας. Με δεδομένο ότι οι μέλισσες δεν πετούν πάνω απ’ την θάλασσα και με το νησί Καγκουρό ακόμα ανέγγιχτο απ’ την βαρρόα, οι μέλισσες αυτές απολαμβάνουν ένα προνόμιο να βοσκάνε σε έναν παράδεισο.

Στο νησί Καγκουρό υπάρχουν ευκάλυπτοι του είδους mallee, που δεν υπάρχουν αλλού στον κόσμο.

«Τα τελευταία 12 χρόνια υπήρξε τεράστια ευαισθητοποίηση των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο, που κάνουν ό, τι μπορούν για να προστατεύσουν τις μέλισσες. Αλλά νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα» λέει ο Peter, ο οποίος στα 71 του πια, διευθύνει την Island Beehive, μια μελισσοκομική επιχείρηση με περίπου 1000 κυψέλες. Ο ίδιος θεωρεί ότι το μέλι που παράγει είναι μοναδικό καθώς κάποια είδη ευκαλύπτων της περιοχής δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στον κόσμο.

πηγές: Wikipedia, South Australia News

Ασκώντας μελισσοκομία στην Ισλανδία

Προσπαθήστε να φανταστείτε την Ισλανδία. Το πρώτο που ίσως σας έρθει στο μυαλό είναι το Βόρειο Σέλας, το αέναο χειμερινό σκοτάδι, ή αντίστοιχα ο ατελείωτος καλοκαιρινός ήλιος. Σίγουρα το κρύο, το ηφαιστειογενές τοπίο αλλά και οι Βίκινγκς. Πιθανόν να γνωρίζετε ότι η Ισλανδία διαθέτει πληθώρα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, αλλά και ότι σχεδόν τα πάντα εκεί είναι ακριβά. Το τελευταίο πράγμα για το οποίο θα σκεφτόσασταν την Ισλανδία είναι για την μελισσοκομία της…

Την περασμένη Άνοιξη, την περίοδο που ετοιμάζαμε και στέλναμε τα μελισσοδέματα, άκουσα έναν συνάδελφο να μιλά για την μελισσοκομία της Ισλανδίας. Αρχικά έμεινα έκπληκτος που στη χώρα αυτή υπήρχαν μελισσοκόμοι, αλλά έπειτα σκεπτόμενος ότι εγώ ο ίδιος διατηρώ μέλισσες στο Ντουλούθ στη Μινεσότα, θεώρησα ότι ίσως δεν είναι και τόσο ακραίο όσο ακούγεται. Εκδήλωσα ενδιαφέρον για να μάθω περισσότερα και προς έκπληξή μου, ο Torbjörn Andersen, ένας τοπικός μελισσοκόμος ανταποκρίθηκε και με προσκάλεσε, ώστε να τον βοηθήσω στη συγκομιδή του μελιού.

Είναι πολύ περίεργο να περιμένεις στο αεροδρόμιο μιας άλλης χώρας, να σε παραλάβει ένας άνθρωπος που γνωρίζεις μόνο μέσα από emails. Ο Torbjörn με περίμενε στο φορτηγάκι του, το οποίο, όπως κάθε μελισσοκομικό, ήταν γεμάτο με εξαρτήματα κυψελών και άλλα αξεσουάρ που μπορεί να χρειάζονταν σε περίπτωση που αποφάσιζες να εργαστείς με τις μέλισσες. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής, περάσαμε από μερικά, από τα πιο όμορφα τοπία που έχω δει ποτέ. «Εδώ έχω μερικές κυψέλες και λίγες ακόμα στο νότο. Η νοτιοδυτική περιοχή της Ισλανδίας είναι καλύτερη για μελισσοκομία», μου εξήγησε.

Ξεκινήσαμε να μιλάμε για το πώς και γιατί ο ίδιος αποφάσισε να γίνει μελισσοκόμος στην Ισλανδία. Μου είπε ότι είχε ξεκινήσει από μικρός στη Νορβηγία με τον πατέρα του, και όταν μετακόμισε με την οικογένειά του στην Ισλανδία, για να κάνει την πρακτική του στην Ιατρική, έφερε μαζί και το πάθος του, τις μέλισσες. «Η βασική δουλειά ενός μελισσοκόμου το καλοκαίρι είναι να ελέγχει τις κυψέλες κάθε επτά έως δέκα ημέρες για να δει πώς αναπτύσσονται» είπε.

Φτάσαμε στο πρώτο του μελισσοκομείο, στα περίχωρα του Ρέικιαβικ. Άναψα το καπνιστήρι και πήγαμε προς την πρώτη κυψέλη. Καθώς ανοίξαμε το καπάκι της, το οποίο δεν ήταν ξύλινο αλλά από διογκωμένη πολυστερίνη, λίγες μέλισσες πετάχτηκαν έξω. Ο Torbjörn χάλασε με το ξέστρο του λίγο απ’ το κερί με το οποίο οι μέλισσες είχαν σφραγίσει το μέλι. Πήρε λίγο και μου έδωσε να δοκιμάσω. Η γεύση του ήταν απίστευτη, υπέροχα γλυκιά και ανθώδης. Δεν είχα ξαναδοκιμάσει ποτέ κάτι τέτοιο. Συνειδητοποίησα από πρώτο χέρι την έκκληση που κάνουν οι ντόπιοι παραγωγοί ώστε να διατηρηθεί η τοπική μελισσοκομία.

Με βάση την εμπειρία μου και δεδομένου ότι ήταν τέλος καλοκαιριού, θεώρησα ότι το σμήνος αυτό ήταν αρκετά αδύναμο, όμως ο Torbjörn έδειχνε πολύ ικανοποιημένος. Όπως μου είπε είναι σε άριστη κατάσταση και θα έβγαζε εύκολα το χειμώνα. Παρά την αίσθηση που έχουμε, ο χειμώνας στην Ισλανδία δε συνοδεύεται από τρομερά κρύα. Η χαμηλότερη θερμοκρασία στην περιοχή αυτή κυμαίνεται από -2°C έως 3°C, σε αντίθεση π.χ. με τη Μινεσότα που πέφτει μέχρι και τους -16°C. 

Η μεγαλύτερη πρόκληση λοιπόν δεν είναι το κρύο αλλά η διάρκεια του χειμώνα, η οποία είναι εξαιρετικά μεγάλη. Εδώ δεν υπάρχουν μεγάλες θερμοκρασιακές μεταβολές μεταξύ των εποχών όπως γίνεται νοτιότερα. Το καλοκαίρι δεν έχει μεγάλη διαφορά απ’ το χειμώνα κι αυτό έχει επίπτωση στην ανάπτυξη του σμήνους. Είναι πολύ αργή. Με τα φυτά για πολύ μεγάλο διάστημα σε λήθαργο, οι μέλισσες δυσκολεύονται να συλλέξουν μεγάλες ποσότητες τροφής. Για να ξεχειμωνιάσουν βασίζονται κυρίως στη χορτονομή και φυτά όπως η χαμολεύκη, το αρκτικό θυμάρι, το ρείκι, η πικραλίδα, η αγγελική, το λευκό τριφύλλι και η Αγριαψιθιά.

Σύμφωνα με τον Torbjörn οι χειμερινές απώλειες φτάνουν το 20% με 30% των μελισσιών. Ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν εκεί είναι η δυσκολία στην γονιμοποίηση των βασιλισσών. Δεδομένου ότι οι ιδανικές θερμοκρασίες για τις γαμήλιες πτήσεις των βασιλισσών είναι 18-20ºC πολλές χρονιές τα καλοκαίρια δεν τις φτάνουν. Είναι σαν παιχνίδι. Όταν το καλοκαίρι είναι καλό αντισταθμίζει τις απώλειες του χειμώνα. Είναι ζήτημα 1 ή 2ºC που κάνει τη διαφορά.

Για εμάς τους υπόλοιπους, οι φθινοπωρινές συγκομιδές είναι σημαντικές για το ξεχειμώνιασμα, όμως στην Ισλανδία με τη εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια του χειμώνα δεν επαρκούν και οι μέλισσες χωρίς τροφοδότηση δεν επιβιώνουν. Με περίπου 330.000 κατοίκους η Ισλανδία έχει 100 μελισσοκόμους και 300 κυψέλες. Στο παρελθόν έγιναν αρκετές προσπάθειες εισαγωγής και διατήρησης αυτοσυντηρούμενων μελισσών οι οποίες τελικά απέτυχαν. Το 1998 ο Egill Rafn Sigurgeirsson προσπάθησε και πάλι φέρνοντας 5 κυψέλες από την Σουηδία. Από τότε οι κυψέλες αυξήθηκαν και έφτασαν στις περίπου 300 που είναι σήμερα. Πριν την μεταφορά τους απομονώνονται από την ηπειρωτική χώρα, ελέγχονται για ασθένειες και πιστοποιούνται από κτηνίατρο. Μέχρι σήμερα, οι Ισλανδοί μελισσοκόμοι απολαμβάνουν την πολυτέλεια να διατηρούν μέλισσες απαλλαγμένες από βαρρόα.

Ένα μελισσοδέμα από το Ώλαντ της Σουηδίας κοστίζει περίπου 500€ και μία βασίλισσα 100€. Δεδομένου ότι δεν υπάρχει προμηθευτής κυψελών στην Ισλανδία, όλος ο εξοπλισμός πρέπει να εισαχθεί επίσης! Λαμβάνοντας υπόψη το πολύ υψηλό αυτό κόστος και το μακρύ χειμώνα, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτοί οι μελισσοκόμοι επιτελούν σπουδαίο έργο. Εγείρει όμως και ερωτήματα σχετικά με τις μέλισσες. Πως τελικά καταφέρνουν να επιβιώσουν σε αυτό το περιβάλλον; Τι ποσότητες τροφής χρειάζονται για να διαχειμάσει με ασφάλεια εδώ ένα σμήνος;

Θυμήθηκα το πρώτο μελίσσι του Torbjörn που εγώ θεώρησα αδύνατο, αλλά αυτός όχι και άρχισα να ξετυλίγω το κουβάρι. Αυτή η αποικία είχε περίπου το μισό μέγεθος από αυτές που ξεχειμωνιάζω εγώ στη Μινεσότα. Επίσης εμείς αφήνουμε γύρω στα 35 με 40 κιλά μέλι για τον χειμώνα (στην Ελλάδα αφήνουμε 10-18) τα οποία επαρκούν μέχρι να αρχίσουν να ανθίζουν τα πρώτα λουλούδια της άνοιξης και οι μέλισσες να ξεκινήσουν να συλλέγουν πάλι.

Ρώτησα τον Torbjörn πόσο μέλι θα αφήσει μέσα για τον χειμώνα και η απάντησή του ήταν γύρω στα 10 κιλά, ενώ θα ενισχύσει το σμήνος κατά τη διάρκεια του χειμώνα με συμπληρωματική σίτιση. Από τότε που άρχισε να χρησιμοποιεί τις κυψέλες διογκωμένης πολυστερίνης τα ποσοστά επιβίωσης έχουν βελτιωθεί ενώ και οι μέλισσες καταναλώνουν λιγότερη τροφή. Μπορεί η θερμοκρασία να μην πέφτει πολύ, όμως ο χειμώνας κρατάει 6 μήνες και αυτό ίσως είναι χειρότερο. Σημαντικό ρόλο στην επιβίωση των μελισσών παίζει και η φυλή Μπάκφαστ, η οποία παρά το γεγονός ότι είναι ανθρώπινο δημιούργημα, διασταύρωση από πολλά στελέχη μελισσών, που αναπτύχθηκε από τον «Αδελφό Αδάμ», ζει πολλά χρόνια στις βόρειες χώρες και έχει προσαρμοστεί πολύ καλά.

Οι μέλισσες Μπάκφαστ είναι πολύ ήρεμες, εύκολες στην συνεργασία, συντηρητικές όσον αφορά την κατανάλωση τροφών, ενώ παρουσιάζουν και μεγάλη αντοχή στο κρύο. Με απλά λόγια, ο πρωταρχικός τους στόχος είναι να επιβιώσουν, πράγμα το οποίο εδώ κρίνεται αργά την άνοιξη. Αυτή η προσέγγιση είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που έχουμε συνηθίσει σε πιο νότιες χώρες. Εμείς προσπαθούμε να δημιουργήσουμε μεγάλους πληθυσμούς όσο το δυνατόν γρηγορότερα, έτσι ώστε εκμεταλλευτούμε τις ανοιξιάτικες ανθοφορίες που θα μας δώσουν τη συγκομιδή μελιού και έπειτα να μεταφέρουμε τα μελίσσια για την διαδικασία της επικονίασης. (Στην Ελλάδα, απ’ την άλλη, δεν ενοικιάζονται μελίσσια για επικονίαση, όπως στις ΗΠΑ. Στην Ελλάδα αναπτύσσουμε τα μελίσσια την άνοιξη και τα μεταφέρουμε, δυνατά πλέον, στις καλοκαιρινές και φθινοπωρινές ανθοφορίες που θα μας αποδώσουν τη συγκομιδή.)

Σχετικά με την διαχείριση των αποικιών ανέφερα κάποια στιγμή στον Torbjörn ότι επιστρέφοντας, πρέπει να αντικαταστήσω μια παλιά βασίλισσα σε μια κυψέλη και εκείνος με ρώτησε πόσο χρονών ήταν; Όταν του απάντησα ότι ήταν 18 μηνών, με κοίταξε, κούνησε το κεφάλι του και με ρώτησε «γιατί να το κάνεις αυτό»; Του απάντησα ότι αν αφήσω μια βασίλισσα για 3, 4 χρόνια τότε κάποια στιγμή το ίδιο το σμήνος από μόνο του, θα την αντικαταστήσει γιατί πλέον δεν θα κάνει καλά τη δουλειά της και αυτό το μελίσσι δεν θα είναι παραγωγικό την συγκεκριμένη χρονιά. Οι Ισλανδοί μελισσοκόμοι όταν δουν βασιλικά κελιά, θεωρούν το γεγονός ως σημάδι υγείας και συνήθως χωρίζουν το σμήνος, ελπίζοντας ότι οι νέες βασίλισσες θα καταφέρουν να βρουν κάποιες καλές μέρες και θα πετάξουν ώστε να γονιμοποιηθούν. Αν δεν τα καταφέρουν τότε το ορφανό σμήνος θα συνενωθεί με κάποιο άλλο.

Οι Ισλανδοί συμπεριφέρονται περισσότερο ως μελισσοτρόφοι παρά ως μελισσοκόμοι. Προστατεύουν, σέβονται και φροντίζουν τις μέλισσες με κάθε κόστος. Με αυτή τη λογική όμως θα μπορούσε κάποιος να ρωτήσει για ποιο λόγο να διατηρεί κάποιος μέλισσες στην Ισλανδία; Την πρώτη μέρα στο μελισσοκομείο του Torbjörn επιθεωρήσαμε 20 μελίσσια και αφαιρέσαμε για να τρυγήσουμε 11 μισά πατώματα (μελιτοθαλάμους). Το ίδιο βράδυ στο τραπέζι που μου έκανε σπίτι του, με ευχαρίστησε για την βοήθεια που του προσέφερα στον τρύγο. Στις ΗΠΑ όμως, οποιοσδήποτε μελισσοκόμος θα ήταν απογοητευμένος με μια τέτοια συγκομιδή. 11 μισά πατώματα από 20 μελίσσια! Ο Torbjörn όμως ήταν πολύ ευχαριστημένος, πράγμα που με έβαλε να κάνω μαθηματικά στο κεφάλι μου.

Ένα σμήνος κοστίζει 500€. Μια κυψέλη γύρω στα 400€. Πολλαπλασιάστε τα αυτά επί 20 και προσθέστε τις βενζίνες που κατανάλωσε για τις επιθεωρήσεις αλλά και τις τροφές του χειμώνα. Και το κέρδος; 11 μισά πατώματα! Περίεργος ρώτησα τον Torbjörn πόσο και που πουλάει το μέλι του. Με κοίταξε με μια λάμψη στα μάτια του. «Λοιπόν, μπορώ να σου πω ότι το μέλι μου δεν είναι το πιο ακριβό μέλι της Ισλανδίας. Φέτος σκέφτομαι να το δώσω γύρω στα 30€ το κιλό. Μπορώ όμως να σε διαβεβαιώσω ότι πέρυσι το έδωσα 90€!» Τον κοίταξα με δυσπιστία για μερικά δευτερόλεπτα. «Αυτό σημαίνει ότι έχεις συγκεντρώσει μέλι αξίας 5000€;» τον ρώτησα. Γελάσαμε και οι δύο και ύστερα αυτός είπε «δεν είναι εκπληκτικό;»

Συνεχίζοντας την κουβέντα μας πάνω στο μέλι, τον ρώτησα αν το αγοράζουν τουρίστες αλλά μου απάντησε πως, αντίθετα με ότι πίστευα, το παίρνουν κυρίως οι ντόπιοι, πράγμα που μου έκανε εντύπωση. Είχα παρατηρήσει στα καταστήματα εκεί ότι διατίθονταν εισαγόμενο βελγικό μέλι για λιγότερα χρήματα. Ο Torbjörn όμως μου εξήγησε πως οι άνθρωποι εδώ εκτιμούν το ντόπιο προϊόν, κατανοούν τις ιδιαίτερες δυσκολίες της παραγωγής και δίνουν μεγάλη σημασία στην αλληλοϋποστήριξη. Αυτό με έκανε να σκεφτώ λίγο.

Πάντα πίστευα πως ότι πληρώνεις παίρνεις, όμως η συγκεκριμένη τιμή μελιού περνάει αυτό το κατώφλι. Ειδικά σε μια οικονομία που το 2008 χρεοκόπησε και έκτοτε οι άνθρωποι πληρώνουν 40% του εισοδήματός τους σε φόρους. Με το αέριο να έχει φτάσει τα 7 δολάρια το γαλόνι είναι δυνατόν να πληρώνουν τόσο πολύ για μέλι; Η απάντηση είναι ότι η αξία της επιβίωσης και της αυτάρκειας σε επίπεδο χώρας είναι πιο σημαντική από την εξοικονόμηση λίγων χρημάτων. Η λογική, να την βγάλουμε και σήμερα χωρίς να μας ενδιαφέρει το αύριο είναι ξένη προς αυτούς. Η μακροπρόθεσμη επιβίωση για τον πληθυσμό είναι ο στόχος τους, κάτι δηλαδή που θυμίζει τις μέλισσες.

Τι κερδίζουν οι Ισλανδοί από αυτή τη νοοτροπία; Η οικονομία τους αναπτύσσεται, οι πολίτες παρουσιάζουν ένα απ’ τα υψηλότερα προσδόκιμα ζωής στον κόσμο ενώ η χώρα θεωρείται από τα ιδανικότερα μέρη για να ζήσει κανείς. Η μοναδική περιβαλλοντική κατάσταση της Ισλανδίας δημιούργησε έναν πληθυσμό που ενδιαφέρεται πρώτα απ’ όλα για την επιβίωση. Ενώ ο αρχικός μου στόχος να ταξιδέψω στην Ισλανδία ήταν να μάθω για τη διαχείριση των μελισσών σε ένα ακραίο περιβάλλον, αυτό που πραγματικά ανακάλυψα είναι ότι με τις σωστές προτεραιότητες, αξίες και συμβιβασμούς, οι πληθυσμοί όχι μόνο θα προσαρμοστούν στο περιβάλλον τους, αλλά τελικά θα μάθουν να ευδοκιμούν. Αυτό ισχύει ασφαλώς τόσο για τις ισλανδικές μέλισσες όσο και για τους ανθρώπους που τις φροντίζουν.

Του Erik Donley
πηγή: Beeculture
Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης

Η Σαουδική Αραβία απαγόρευσε τις εισαγωγές μελισσών για τα επόμενα 3 χρόνια

Την περασμένη εβδομάδα η Σαουδική Αραβία πήρε την απόφαση να απαγορεύσει τις εισαγωγές ξένων βασιλισσών μέχρι και το τέλος του 2020. Ο κυριότερος λόγος είναι γιατί έτσι δημιουργούνται υβρίδια μελισσών που είναι ευάλωτα σε ασθένειες.

Μελισσόπιτες σε λαϊκό παζάρι της επαρχίας Ασίρ στη Σαουδική Αραβία.
(photo: Michael Bou-Nacklie)

Οι επιστήμονες πάντα προειδοποιούσαν τους μελισσοκόμους να προτιμούν τις ντόπιες φυλές γιατί είναι καλύτερα προσαρμοσμένες στο περιβάλλον τους, όμως η ανεξέλεγκτη μετακίνηση βασιλισσών ανά τον κόσμο, έφερε τους μελισσοκόμους αντιμέτωπους με πολλά και σοβαρά προβλήματα. Πολλές από τις μέλισσες που εισήχθησαν μετέφεραν ασθένειες με τις οποίες οι ντόπιοι πληθυσμοί δεν είχαν έρθει σε επαφή ποτέ στο παρελθόν, γεγονός που οδήγησε σε ολέθριες συνέπειες.

Μελίσσια άρχισαν να καταρρέουν και αποικίες χάνονταν ξαφνικά. Επίσης βασίλισσες απόγονοι ξένων, διασταυρώθηκαν με ντόπιους κηφήνες, δημιουργώντας υβρίδια, τα οποία με τον καιρό αποδείχτηκαν πιο ευάλωτα σε ασθένειες. Οι ντόπιες φυλές είχαν προσαρμοστεί άριστα στις εκάστοτε κλιματολογικές συνθήκες καθώς ζουσαν εκεί για εκατομμύρια χρόνια. Όταν άρχισαν να εισρέουν Αγγλικές και Ιταλικές φυλές σε ξηρά περιβάλλοντα, όπως αυτό της Μέσης Ανατολής, δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ.

Η μέλισσα της Σαουδικής Αραβίας Apis Mellifera Jemenitica

Η ντόπια φυλή μελισσών της Σαουδικής Αραβίας είναι η Apis Mellifera Jemenitica μια μικρότερη και λεπτότερη σε μέγεθος μέλισσα απ’ την Ευρωπαϊκή, η οποία έχει προσαρμοστεί απόλυτα στο ερημικό κλίμα, με τις ακραία υψηλές θερμοκρασίες. Με την παραγωγή να έχει πέσει και την τιμή του μελιού να ανεβαίνει συνεχώς, οι μελισσοκόμοι ενημέρωσαν τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Abdul Rahman Al-Fadli και μαζί πήραν την απόφαση αυτή.