Η καστανιά

Η καστανιά (Castanea sativa) είναι ένα αιωνόβιο φυλλοβόλο δέντρο, ιθαγενές των εύκρατων περιοχών του βορείου ημισφαιρίου, που φτάνει μέχρι τα 30-35 μέτρα ενώ ζει έως και 500 χρόνια. Ο καρπός της, το κάστανο, βρίσκεται μέσα σε ένα ξυλώδες περίβλημα που έχει αγκάθια εξωτερικά και ανοίγει όταν οι καρποί ωριμάσουν. Κατά το μεσαίωνα αποτελούσε την τροφή των φτωχών.

Τα φύλλα της είναι χαρακτηριστικά, λογχοειδή, πριονωτά. Ευδοκιμεί στα ορεινά σε υψόμετρο πάνω από 250 και έως 800 μέτρα. Στην Ελλάδα καλλιεργείται σε αρκετές περιοχές ενώ θα την συναντήσει κανείς και σε άγρια μορφή. Η ανθοφορία της ξεκινά τον Ιούνιο και διαρκεί 15-20 μέρες αν ο καιρός το επιτρέψει καθώς είναι αρκετά ευαίσθητη στις βροχές. Τα άνθη της γονιμοποιούνται κυρίως απ’ τον άνεμο, αλλά τα έντομα επικονιαστές βοηθούν αρκετά.

Από μελισσοκομικής άποψης θεωρείται ένα απ’ τα σπουδαιότερα μελισσοκομικά φυτά. Κι αυτό γιατί η γύρη της, η οποία είναι κίτρινου χρώματος, είναι μια απ’ τις καλύτερες ποιοτικά. Οι μικρές παραφυάδες που θα βρεθούν σε καστανοδάση κατά την περίοδο της ανθοφορίας της, επωφελούνται απ’ την άφθονη και θρεπτικότατη αυτή γύρη και αναπτύσσονται ραγδαία, ενώ και οι βασίλισσες που παράγονται αυτή την περίοδο είναι πολύ παραγωγικές, μιας και ο βασιλικός πολτός με τον οποίο ταΐζονται είναι ανώτερος λόγω της παρουσίας των γυρεόκοκκων της καστανιάς.

Τα αποθέματα, σε γύρη, που συλλέγουν τα μελίσσια είναι τόσα πολλά που διαρκούν μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Έτσι η ανθοφορία της καστανιάς είναι ιδανική για τους μελισσοκόμους που θα επιλέξουν να πάνε εκείνη την εποχή στο πεύκο, όπου οι γύρες είναι δυσεύρετες.

Εκτός από γύρη, η καστανιά δίνει και νέκταρ, ειδικά αν προηγηθούν οι απαραίτητες βροχές. Το μέλι που προκύπτει είναι σκουρόχρωμο, συχνά κοκκινωπό, με χαρακτηριστικό έντονο άρωμα και υπόπικρη γεύση λόγω της υψηλής περιεκτικότητας σε γυρεόκοκκους. Λένε πως το μέλι που συλλέγεται απ’ τις άγριες καστανιές έχει μια ελαφρώς πιο πικρή επίγευση σε σχέση με τις καλλιεργούμενες.

Συνήθως δίδει και μελίτωμα κατά την ανθοφορία ή αμέσως μετά, τον Ιούλιο, από την αφίδα Myzocallis castanicola, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο σε δάση με άγριες καστανιές καθώς στις ήμερες τα ραντίσματα δεν αφήνουν τις αφίδες να επιβιώσουν. Έτσι το μέλι της καστανιάς παρουσιάζει διαφοροποιήσεις στο χρώμα, από καφετί μέχρι βαθύ σκούρο ανάλογα απ’ το αν προέρχεται από νέκταρ, μελίτωμα ή συνδυασμό αυτών.

πηγές από: Μελισσοκομικά Φυτά (Αθανάσιου Πλακούτση), melissomania.gr , wikipedia

Advertisements

Δορύκνιον το ποώδες (Αυγουστόχορτο, Μελιγγάρι)

Γνωστό και ως Μελιγγάρι, Μελικάρι, Αυγουστόχορτο, Τούφα, Γιδοτρίφυλλο, το φυτό αυτό είναι ένα αειθαλές πολυετές βότανο που φτάνει μέχρι τα 40 εκατοστά. Συναντάται σχεδόν σε όλη την Ελλάδα σε λιβάδια, δάση, όχθες ποταμών μέχρι και σε αρκετά μεγάλα υψόμετρα.

Τα φύλλα του είναι τρίφυλλα, χνουδωτά και άμισχα, ενώ έχουν ασαφείς θέσεις. Τα άνθη του είναι λευκά με ροζ αποχρώσεις, αρκετά μικρά (3-5 mm). Ενώ δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι τα φυτά του γένους αυτού είναι δηλητηριώδη, λέγεται ότι στις λόγχες που χρησιμοποιούνταν στη μάχη εφάρμοζαν ένα δηλητηριώδες επίχρισμα από αυτό το φυτό. Από εκεί έχει πάρει και το όνομά του άλλωστε «Δορύκνιον» που σημαίνει «δόρυ» και «κνείον» που σημαίνει επίχρισμα.

Η ανθοφορία του ξεκινάει τον Μάιο και κρατάει μέχρι τον Ιούνιο. Σε μεγάλα υψόμετρα μπορεί να φτάσει μέχρι και τον Αύγουστο. Δίνει άφθονο νέκταρ και λίγη γύρη χρώματος μπεζ. Είναι αρκετά ελκυστικό για τις μέλισσες και βοηθάει αρκετά τους μελισσοκόμους που έχουν μελίσσια στα ορεινά όταν διακόπτεται η μελιτοφορία του ελάτου. Εμείς το συναντήσαμε στην ορεινή Πίνδο, στα Τζουμέρκα σε υψόμετρο 800 περίπου μέτρων, τον Ιούνιο.

Έχει φαρμακευτικές ιδιότητες καθώς και αντιοξειδωτική δράση.

 

Ανθυλλίς η ερμάνειος (αλογοθύμαρο, σουρούπα)

Στους πρόποδες της Πίνδου, στα πετρώδη εδάφη των γκρεμών, συναντά κανείς την περίοδο του Μαΐου – Ιουνίου έναν χαμηλό θάμνο με έντονα κίτρινα άνθη που λατρεύουν οι μέλισσες. Το φυτό Anthyllis hermanniae γνωστό και ως αλογοθύμαρο, σουρούπα, σμυρνιά, καλοκαιρινό ρείκι, αγριοφρυγανιά, κοκκωνόχορτο κ.α. είναι κοινό σε όλη την Ελλάδα, σε άγονους ημιορεινούς αλλά και πεδινούς τόπους.

Θα το συναντήσει κανείς στους πρόποδες των βουνών κοντά στα ρείκια αλλά και στις πλαγιές των νησιών πλάι στα θυμάρια. Είναι ένα είδος που βόσκεται από φυτοφάγα ζώα, αρκετά ανθεκτικό στις καιρικές συνθήκες. Το ύψος του φτάνει το ένα μέτρο και αν προηγηθούν βροχές η ανθοφορία του είναι έντονη και μπορεί να φτάσει και τον ένα μήνα.

Θεωρείται σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό καθώς δίνει άφθονο και εκλεκτό νέκταρ απ’ το οποίο προκύπτει ένα ανοιχτόχρωμο κίτρινο μέλι με υπέροχο άρωμα. Δίνει και γύρη χρώματος μπεζ βοηθώντας τα μελίσσια να αναπτυχθούν πριν τη μελιτοφορία της ελάτης και του θυμαριού. Προκαλεί την τάση στις μέλισσες να χτίσουν νέες κηρήθρες, οι οποίες μάλιστα αποκτούν ένα έντονο κίτρινο χρώμα. Τα άνθη του προσελκύουν και άλλα έντομα όπως βομβίνους και πεταλούδες.

Μετά την ανθοφορία γίνεται ξυλώδες με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά ανθεκτικό στο ξηροθερμικό κλίμα του καλοκαιριού αλλά και στους ανέμους.

Η Λεμονιά

Γενικά τα εσπεριδοειδή θεωρούνται ως τα ελκυστικότερα μελισσοκομικά φυτά. Οι μέλισσες τρελαίνονται να συλλέγουν το νέκταρ τους ενώ την περίοδο της ανθοφορίας τους η ανάπτυξη των μελισσιών είναι ραγδαία. Ίσως σε κανένα άλλο φυτό δεν συμβαίνει με αυτούς τους ρυθμούς. Μπορεί στην Ελλάδα να μην υπάρχουν μεγάλες εκτάσεις με λεμονιές, όπως για παράδειγμα με πορτοκαλεώνες η με μανταρινιές, όμως σχεδόν κάθε σπίτι και κτήμα στην επαρχία έχει τουλάχιστον μία λεμονιά για να καλύπτει τις ανάγκες του.

Η λεμονιά είναι και αυτή εξαιρετικά ελκυστική για τις μέλισσες. Μπορεί να φτάσει και τα 6 μέτρα αλλά συνήθως είναι γύρω στα 4. Πρόσφατα συναντάται και σε μίνι ποικιλίες σε γλάστρες και μπαλκόνια. Ανθίζει το Απρίλιο-Μάιο και τα μπουμπούκια της έχουν ένα χαρακτηριστικό λευκοϊώδες χρώμα που τα κάνει να ξεχωρίζουν απ’ των υπόλοιπων εσπεριδοειδών.

Συνάμα είναι και μεγαλύτερα. Έχουν πέντε λευκά πέταλα εσωτερικά και λευκοϊώδη εξωτερικά. Έχουν πολυάριθμους στήμονες με κιτρινωπούς ανθήρες. Η ανθοφορία της διαρκεί 2 με 3 εβδομάδες, υπάρχουν όμως και ποικιλίες πολύφορες που καρποφορούν και ανθίζουν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Δίνει γύρη χρώματος καφεπορτοκαλί.

Είναι εξαιρετικά ευαίσθητη στον παγετό και γι αυτό ενώ η τιμή του λεμονιού είναι πολύ υψηλή πολλοί διστάζουν να την καλλιεργήσουν. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες χρειάζεται συχνό πότισμα, ενώ για να δώσει μέλι κατά την περίοδο της ανθοφορίας πρέπει να έχουν προηγηθεί βροχές ώστε να «ανεβάσει» χυμούς το δέντρο. Κατά την ανθοφορία οι ιδανικές συνθήκες είναι ζέστη και υψηλή υγρασία.

Τα άνθη της είναι σχετικά ευαίσθητα στη βροχή και έτσι αν βρέξει κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας για 3-4 μέρες, αυτά πέφτουν. Επίσης ο δυνατός άνεμος ξηραίνει το νέκταρ και οι μέλισσες δεν συλλέγουν. Το μέλι της λεμονιάς όπως και των εσπεριδοειδών είναι ανοιχτόχρωμο, πολύ αρωματικό και λεπτόρευστο. Θεωρείται εξαιρετικής ποιότητας, αν και στην Ελλάδα δεν το έχουμε σε μεγάλη υπόληψη.

Ο Αρκουδόβατος

Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά και εμείς ανεβαίναμε στα μελίσσια για την πρώτη επιθεώρηση στα ρείκια, όταν στη διαδρομή αντιληφθήκαμε ένα μεθυστικό, δυνατό άρωμα να αναδύεται απ’ το δάσος. Αυτά τα πράγματα δεν είναι τα αφήνεις έτσι. Το φορτηγό, κόντευε τα 25 πια και πάσχιζε στην ανηφόρα. Όταν σταθμεύσαμε στην άκρη του μικρού αλλά ολάνθιστου απ’ τις ακονιζιές δρόμου, έσβησε βγάζοντας έναν ήχο ανακούφισης.

ar1

Κοντοσταθήκαμε όπως πάντα για λίγο να θαυμάσουμε τη λίμνη του Πουρναρίου, αλλά αυτή η υπέροχη μυρωδιά μας προκαλούσε να την ανακαλύψουμε. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ακούγονταν οι μέλισσες να δουλεύουν. Καθώς ψάχναμε το βουητό μεγάλωνε ώσπου αντικρίσαμε αυτό το αναρριχώμενο φυτό, που δείχνει τόσο επεκτατικό που φαντάζομαι ότι οι ντόπιοι θα το μισούν. Το άρωμά του ήταν πράγματι εντυπωσιακό από κοντά, ενώ οι μέλισσες εργάζονταν εντατικά στα μικρά του άνθη.

ar2

Τα φύλλα του είναι χαρακτηριστικά δερματώδη, σε σχήμα καρδιάς και τα λευκά ρόδινα άνθη του πολύ μικρά. Αναρριχάται και πιάνεται με έλικες που έχει κάτω απ’ τους μίσχους και πλέκεται τόσο πυκνά που μπορεί να σκοτώσει και δέντρο. Είναι γεμάτο με αγκάθια και έτσι το να απαλλαγείς από το φυτό είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Ακριβώς αυτό όμως το κάνει ιδανικό καταφύγιο για μικρόσωμα ζώα που θέλουν να προστατευτούν από θηρευτές.

ar4

Ανθίζει, ανάλογα το υψόμετρο, από τα μέσα Αυγούστου ως και τα μέσα Νοεμβρίου και δίνει κυρίως γύρη αλλά και νέκταρ. Θα το συναντήσει κανείς μέχρι και στα 1200 μέτρα. Η γύρη του είναι πάρα πολύ σημαντική. Αρκεί για να προετοιμάσει παραφυάδες για το ξεχειμώνιασμα αλλά και να ανασυγκροτήσει ταλαιπωρημένα μελίσσια στο πεύκο. Ο αρκουδόβατος (Smilax aspera) συνυπάρχει με άλλα φυτά στον υπόροφο των πευκοδασών όπου η γύρη είναι υψίστης σημασίας και δυσεύρετη.

ar3

Έχει κόκκινους καρπούς οι οποίοι είναι μια καλή πηγή τροφής για τα πουλιά και συχνά καρποφορεί την ίδια περίοδο με την ανθοφορία. Από τη ρίζα του φτιάχνεται η σαρσαπαρίλλα και άλλες μπίρες, καθώς και τα φυτικά ροφήματα, όπως το δημοφιλές baba roots από την Τζαμάικα.

Με στοιχεία από: pyrgostrifylias

Ακονιζιά. Ένα σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό του φθινοπώρου

Μόλις μπει το φθινόπωρο οι άκρες των δρόμων κιτρινίζουν και ένα υπέροχο άρωμα αναβλύζει. Αιτία ένα φυτό που οι μελισσοκόμοι (και ίσως μόνο αυτοί) λατρεύουν και εκτιμούν ιδιαίτερα.

ako1Ακονιζιά στις πλαγιές γύρω από τη λίμνη Πουρναρίου.

Η ακονιζιά, γνωστή και ως αψηφιά, ψίλιθρο, κόνυζα, ψιλόχορτο, ψιλίστρα έχει την επιστημονική ονομασία Διτριχία η ιξώδης (Dittrichia viscosa) προς τιμήν του Γερμανού Βοτανολόγου Manfred Dittrich. Θεωρείται φυτό πολύ μεγάλης μελισσοκομικής σημασίας όχι τόσο για το μέλι του αλλά για την γύρη που δίνει στα μελίσσια από τον Αύγουστο μέχρι και τις αρχές Νοεμβρίου. Σε μια εποχή που η γύρη σπανίζει, η ακονιζιά βοηθά στην εκτροφή του γόνου και την ανανέωση του πληθυσμού των μελισσιών πριν το ξεχειμώνιασμα. Η ανθοφορία της παρουσιάζει μεγάλη σταθερότητα. Η ένταση της επισκεψιμότητας των ανθέων είναι μέτρια προς μεγάλη, δίνει άφθονη γύρη χρώματος κιτρινο-πορτοκαλί και λίγο μέλι το οποίο έχει υποκίτρινο χρώμα.

ako2Μέλισσα συλλέγει σε άνθος ακονιζιάς στην Πίνδο.

Επίσης λέγεται ότι δρα στην καταπολέμηση της βαρρόα. Παλαιότερα μάλιστα την βάζανε στις φωλιές των κλωσσών για να μην πιάνουν ψείρες. Αιτία η ισχυρή μυρωδιά καμφοράς που έχει. Πολλοί μελισσοκόμοι την τοποθετούν χλωρή πάνω στους κηρηθροφορείς η βάζουν μικρά κλαράκια στην είσοδο της κυψέλης ώστε καθώς εισέρχονται οι μέλισσες να τρίβονται και να καθαρίζονται. Αφού ξεραθεί το καίνε στο καπνιστήρι. Μπορεί να περιορίζει τη βαρρόα με βιολογικό τρόπο σε ποσοστό 10-15%.

7Ένας τυπικός ορεινός δρόμος το φθινόπωρο. Ακονιζιές στις άκρες και ρείκια από πάνω.

Η ακονιζιά είναι ιθαγενές φυτό που απαντάται στην ευρύτερη Μεσόγειο σε ξηρές όχθες ποταμών ,σε εγκαταλελειμμένα αγροτεμάχια, στις άκρες των δρόμων μέχρι και 1500 μέτρα υψόμετρο. Την συναντάς ακόμα και στα πιο άγονα και ξηρά εδάφη. Προτιμά γυμνά εδάφη και άκρες δρόμων. Είναι πολυετής πόα  με πράσινα κολλώδη φύλλα και κίτρινες ταξιανθίες, φθάνει τα 60-100εκ ύψος. Είναι πολύ ανθεκτικό φυτό σε ακραίες κλιματικές συνθήκες. Αντέχει στον παγετό (-30° C), στην ξηρασία και στον ήλιο. Παρά το φρέσκο πράσινο χρώμα των φύλλων της και το ελκυστικό των λουλουδιών της, η ακονιζιά ‘’κολλάει’’ στα χέρια εάν την πιάσεις  και μυρίζει πολύ έντονα.

ako3Μέλισσα συλλέγει γύρη ακονιζιάς.

Τον χειμώνα το πάνω μέρος του φυτού «οι μίσχοι» ξηραίνονται. Πολλαπλασιάζετε με σπόρους που παρασύρονται από τον αέρα και δεν προσβάλλετε από ασθένειες. Προσφέρει τροφή σε πλήθος εντόμων και πουλιών. Σε πολλές Αραβικές χώρες την καλλιεργούν ενώ έχει μελετηθεί για το πλήθος των φαρμακευτικών ιδιοτήτων που παρουσιάζει. Χαρακτηρίζεται από υψηλή βιολογική δραστηριότητα όσον αφορά τους μύκητες και τα βακτήρια. Στο Ισραήλ παρασκευάζεται με συμπίεση των φύλλων της, ειδικό βάμμα, που αντικαθιστά το ιώδιο.
πηγές: beeclubpellas

Ζίννια, ένα σπουδαίο καλλωπιστικό φυτό για όλους τους επικονιαστές.

Οι ζίννιες (Zinnia elegans) είναι ετήσια ποώδη καλλωπιστικά φυτά, που ανθίζουν από το Μάιο μέχρι τα μέσα του φθινοπώρου. Η καταγωγή του φυτού είναι από την Κεντρική Αμερική και πιο συγκεκριμένα από το Μεξικό.

img1

Οι ζίννιες είναι φυτά υψηλής καλλωπιστικής αξίας καθώς φυτεύοντας τα, κυρίως ομαδικά, δημιουργούν όμορφες χρωματικές συνθέσεις στον κήπο, με βασική όμως προϋπόθεση να βρίσκονται στο κατάλληλο σημείο και να δέχονται τις σωστές φροντίδες. Παρουσιάζουν εξαιρετική αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες, αλλά δεν αντιδρούν καλά στην ξηρασία. Γενικά, επιθυμούν τα ηλιόλουστα σημεία και είναι ευαίσθητα στις χαμηλές θερμοκρασίες και στους ανέμους.

Τα άνθη της ζίννιας προσελκύουν πάρα πολλές πεταλούδες αλλά και μέλισσες. Τα φωτεινά χρώματα τους, τους τραβούν την προσοχή. Παρέχουν γύρη και νέκταρ. Ο εντομολόγος Chip Taylor από το Πανεπιστήμιο του Κάνσας προτείνει τη φύτευση ζίννιας στους κήπους για να δημιουργήσουμε “σταθμούς τροφής” κατά μήκος της διαδρομής μετανάστευσης των πεταλούδων. Σε αυτούς τους “σταθμούς” οι πεταλούδες μπορούν να πάρουν το νέκταρ που χρειάζονται για το μακρύ ταξίδι τους.

img2

Η μεγάλη διάρκεια άνθησης, η πλούσια ανθοφορία και ο μεγάλος αριθμός ποικιλιών που έχουν δημιουργηθεί καθιστά το φυτό αυτό ιδανικό για παρτέρια, ζαρντινιέρες και ανθώνες φυτεμένα μόνα τους ή σε συνδυασμό με άλλα ποώδη. Τα οφέλη για τον κήπο σας δεν θα είναι μόνο καλλωπιστικά… Θα εντυπωσιαστείτε από τα είδη των πεταλούδων που θα δείτε να προσελκύουν!