Το μέλι της Βελανιδιάς

Κατά τα μέσα του Ιουνίου μετέφερα σε ένα ορεινό και αρκετά δυσπρόσιτο βελανιδόδασος της Αιτωλοακαρνανίας, ένα μελίσσι μαζί με μία ζυγαριά, ώστε να παρακολουθήσω τις μελιτώδεις εκκρίσεις του δέντρου αυτού που ξεκινούν εκείνη την εποχή.

Αρχικά η βελανιδιά αρχίζει να δίνει μελίτωμα από το φύλλο και λίγο αργότερα από το βελανίδι. Το δεύτερο είναι σκουρόχρωμο και αρκετά παχύρρευστο. Η πορεία της μελιτοέκκρισης μπορεί να επηρεαστεί αρνητικά από τον καύσωνα.

Δυστυχώς φέτος ενώ όλα ξεκινούσαν ιδανικά, χαλούσαν στην πορεία. Έτσι έγινε με τις ανοιξιάτικες ανθοφορίες, αλλά και με τον έλατο που ξεκίνησε καλά αλλά δεν τελικά απέδωσε εξαιτίας των βροχών. Έτσι και το μελίτωμα της βελανιδιάς “στέγνωσε” απ’ τις υψηλές θερμοκρασίες και οι μέλισσες δεν το συνέλεγαν.

Παρ’ όλα αυτά και μετά από προτροπή του φίλου μου του Θύμιου, μετέφερα ένα μέρος του κοπαδιού και τελικά δεν βγήκα χαμένος, καθώς στα τέλη του Ιουλίου πραγματοποιήσαμε έναν μικρό τρύγο.

Το μέλι της βελανιδιάς είναι σκοτεινό, σχεδόν μαύρο, αρκετά παχύρρευστο και θεωρείται ίσως το πιο πλούσιο σε ιχνοστοιχεία αλλά και σε αντιοξειδωτική δράση. Οι μελισσοκόμοι το χαρακτηρίζουν ως μέλι “μελούρα” ή μέλι δέντρου. Μπορείτε να το δοκιμάσετε εδώ.

Ο ανοιξιάτικος τρύγος

Οι πλαγιές γύρω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου στην Πίνδο, είναι εξαιρετικά παρθένες. Ένας απ’ τους βασικότερους λόγους που συμβαίνει αυτό είναι γιατί μετά την κατασκευή του φράγματος το 1981, πολλά χωριά εγκαταλείφθηκαν ενώ άλλα βυθίστηκαν κάτω απ’ τα νερά. Οι άνθρωποι αφού έχασαν τις περιουσίες τους, αποζημιώθηκαν και μετανάστευσαν στις πόλεις.

Το μελισσοκομείο την άνοιξη πάνω απ’ τη λίμνη.

Ποτέ δεν κατασκευάστηκαν δρόμοι και όσοι υπήρχαν αφέθηκαν στην τύχη τους. Έτσι το ανθρώπινο στοιχείο είναι σπάνιο εδώ. H ιχθυοπανίδα της λίμνης είναι πολύ πλούσια όπως και η ορνιθοπανίδα στις πλαγιές γύρω της.

Εδώ την άνοιξη ξεκινάει μια αλληλουχία ανθοφοριών με πολύ μεγάλη διάρκεια. Οι γκορτσιές (αγριοαχλαδιές), οι κορομηλιές και οι κρανιές δίνουν την θέση τους στα ανοιξιάτικα ρείκια και τις κουτσουπιές και αυτά με τη σειρά τους στις λαδανιές και τα αλογοθύμαρα (σουρούπες). Τα λουλούδια βάζουν τα δυνατά τους δημιουργώντας εντυπωσιακά άνθη ώστε να καταφέρουν να προσελκύσουν τις μέλισσες.

Η φετινή χρονιά ήταν ιδανική για δημιουργία παραφυάδων.

Όμως αυτό που είναι σημαντικό είναι η ποιότητα της γύρης. Σε αντίθεση με τις καλλιέργειες του κάμπου και τους επικαλυμμένους με νεονικοτινοειδή σπόρους, που τόσα προβλήματα δημιουργούν στην ανάπτυξη των μελισσών, εδώ παρατηρείται αφθονία πολύ ποιοτικής γύρης από άγρια φυτά.

Πολλά από αυτά δεν είναι γνωστά στους περισσότερους. Όπως για παράδειγμα το πουρνάρι ή η αριά. Αν συμπεριλάβουμε και την λαδανιά αλλά και το ρείκι τότε αυτό είναι το ιδανικό περιβάλλον για τις μέλισσες. Το μόνο που χρειάζεται η φύση για να δώσει όλη αυτή τη γύρη απλόχερα είναι οι βροχές και τέτοιες είχαμε αρκετές φέτος.

Ανοιξιάτικο ρείκι ανθισμένο.

Έτσι τα μελίσσια δυνάμωσαν πάρα πολύ και είχαμε εντονότατες τάσεις σμηνουργίας. Τα ρείκια την άνοιξη άργησαν να ανοίξουν, πιθανότατα λόγω του χειμώνα, ο οποίος ήταν βαρύς (τα μελίσσια ήταν σκεπασμένα με χιόνι για αρκετό διάστημα) και με μεγάλη διάρκεια. Έτσι τα ρείκια έδωσαν μεν μέλι αλλά όχι αρκετό ώστε να σφραγιστεί και να τρυγηθεί αμιγές. Γι αυτό και περιμέναμε.

Περιμέναμε κάποιο άλλο φυτό να δώσει ό,τι μας έλειπε. Και έτσι έγινε. Κατά τα τέλη Μαΐου η κουτσουπιά η οποία προηγουμένως, κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας της, είχε δώσει νέκταρ, άρχισε να δίνει μελίτωμα απ’ το φύλλο. Αυτό σε συνδυασμό με την πλούσια ανθοφορία του αλογοθύμαρου μας έδωσε τον τρύγο.

Έτσι στα μέσα του Ιούνη τρυγήσαμε ένα μέλι αρκετά λεπτόρρευστο, έντονα αρωματικό, το οποίο αφού κρυσταλλώσει αποκτά μια ωραία κρεμώδη υφή που το κάνει πολύ ιδιαίτερο. Είναι απ’ τα πιο πλούσια μέλια σε θρεπτική αξία καθώς παρουσιάζει υψηλή περιεκτικότητα σε γυρεόκοκκους. Η γύρη της ερείκης θεωρείται απ’ τις καλύτερες. Ιδιαίτερα τονωτικό με αντισηπτικές και αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες.

Εκεί που το έλατο αγκαλιάζει το βράχο

Η κορυφή Χελώνα, γνωστή και ως Αϊλίντας (1538 μέτρα), στην Πίνδο, πήρε αυτό το όνομα επειδή το σχήμα της θυμίζει το καβούκι της χελώνας. Στις απότομες πλαγιές της υπάρχει πυκνό ελατοδάσος, ενώ αποτελεί αγαπημένο προορισμό για ορειβάτες, πεζοπόρους και φυσικά μελισσοκόμους.

Στα ελατοδάση παρασιτούν κοκκοειδή αλλά και αφίδες που παράγουν μελιτώδεις εκκρίσεις, τις οποίες οι μέλισσες μετατρέπουν σε μέλι. Το περίφημο κόκκινο μέλι ελάτης της Πίνδου θεωρείται εξαιρετικής ποιότητας και θρεπτικής αξίας, όμως η συγκομιδή του παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες.

Η πρόβλεψη είναι εξαιρετικά δύσκολη, η μελιτοέκκριση πολύ ευαίσθητη, ενώ τα μελίσσια που θα επιλεγούν θα πρέπει να είναι αρκετά δυνατά, καθώς υπάρχει πιθανότητα να ταλαιπωρηθούν ιδιαίτερα. Η μακροχρόνια παραμονή στα έλατα προκαλεί στις μέλισσες μελανίαση, μια ασθένεια που είναι γνωστή και ως η μαύρη νόσος των δασών.

Έτσι λοιπόν τις προηγούμενες ημέρες μεταφέραμε ένα μελίσσι με ζυγαριά στα έλατα, τα οποία αυτή την εποχή ξεκινούν να παράγουν μελιτώδεις εκκρίσεις. Πέρυσι είχαν ξεκινήσει απ’ τα μέσα Μαΐου, όμως φέτος ο παρατεταμένος χειμώνας τα έχει πάει όλα λίγο πίσω. Έτσι απ’ τα δεδομένα που λαμβάνουμε απ’ την ζυγαριά βλέπουμε ότι ειδικά τις πρωινές ώρες έχουμε αρκετά χαμηλές θερμοκρασίες (έχουμε επιλέξει και περιοχή με μεγάλο υψόμετρο 1050μ.), οι οποίες αναγκάζουν τις μέλισσες να παραμένουν μέσα ώστε να ζεστάνουν τον γόνο τους.

Οι πτώσεις του βάρους είναι φυσιολογικές, γι αυτό επιλέξαμε και μελίσσι με αρκετά μέλια μέσα. Αν τις επόμενες μέρες έχουμε υψηλότερες θερμοκρασίες πιθανότατα θα έχουμε και τα πρώτα θετικά δείγματα. Ο έλατος για να αποδώσει θέλει ζέστη και όχι βροχές.

Τρύγος στην κουμαριά

Έπειτα από ένα ακόμα δύσκολο φθινόπωρο, με μεγάλες περιόδους ανομβρίας, τελικά καταφέραμε να τρυγήσουμε στο τέλος λίγο μέλι κουμαριάς. Δυστυχώς όμως το μέλι δεν είχε την πικράδα περασμένων ετών, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο…

Το μελισσοκομείο στις όχθες της λίμνης Πουρναρίου, στην Πίνδο για την ανθοφορία της κουμαριάς (φθινόπωρο 2018), στο βάθος χιονισμένα τα Τζουμέρκα.

Οι βροχές άργησαν πολύ (ήρθαν κατά τα μέσα του Νοέμβρη) και καμία απ’ τις φθινοπωρινές ανθοφορίες δεν απέδωσε. Το ρείκι κάηκε απ’ την ξυρασία, ο κισσός ήταν στεγνός, ο αρκουδόβατος δεν άνθισε καν και μόνο η ακονιζιά έδωσε λίγη γύρη στα μελίσσια. Η κουμαριά άνθισε αλλά μέχρι να έρθουν οι βροχές δεν έδινε νέκταρ και οι μέλισσες δεν έβγαιναν έξω να συλλέξουν.

Μετά τις βροχές άρχισε να ακούγεται το γνώριμο βουητό των μελισσών που εργάζονται, όμως το φυτό είχε επηρεαστεί σημαντικά από την ανομβρία που προηγήθηκε και έτσι το μέλι που προέκυψε δεν έχει την ένταση στη γεύση που έχουμε συνηθίσει. Τις επόμενες ημέρες τα μελίσσια θα μεταφερθούν στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα. Ελπίζουμε η επόμενη χρονιά να είναι καλύτερη!

Ο Άραχθος μετά τις βροχές

Επιτέλους έβρεξε στη Δυτική Ελλάδα! Αυτή πρέπει να ήταν μόλις η τρίτη ή τέταρτη βροχή από τον περασμένο Αύγουστο. Το φετινό φθινόπωρο εξελίσσεται πιο άσχημα ακόμα κι απ’ το περσινό. Άλλες χρονιές το φθινόπωρο αναπτύσσαμε παραφυάδες και χτίζαμε πλαίσια, όμως τώρα αγωνιούμε για το αν θα καταφέρουν να μαζέψουν οι μέλισσες προμήθειες αρκετές ώστε να βγάλουν το χειμώνα.

Ο Άραχθος μετά τις τελευταίες βροχές. Στο βάθος διακρίνεται το πρώτο χιόνι που έπεσε στα Τζουμέρκα για φέτος.

Τους προηγούμενους μήνες, το μελισσοκομείο έμοιαζε περισσότερο με νεκροταφείο. Ελάχιστες μέλισσες έβγαιναν έξω, κι αυτό για καμιά αναγνωριστική πτήση και έπειτα πάλι μέσα. Συντήρηση δυνάμεων. Ευτυχώς τα λίγα μέλια που είχαν μαζέψει, απροσδόκητα, τον Αύγουστο δεν τα τρυγήσαμε και έτσι κατάφεραν να επιβιώσουν, αυτό το διάστημα.

Οι μέλισσες πετούν και πάλι μετά τη βροχή. Αυτό ίσως σημαίνει ότι η κουμαριά ανεβεβάζει χυμούς.

Όμως μετά την βροχή το μελισσοκομείο απέκτησε και πάλι ζωή. Ίσως είναι αργά πια για τρύγο, αλλά έστω κι αυτό είναι ελπιδοφόρο. Η μόνη ανθοφορία που έχει απομείνει πια είναι της κουμαριάς. Λίγα ρείκια που ξεγελάστηκαν δεν προσφέρουν κάτι. Σε λίγες μέρες θα έχουμε καλύτερη εικόνα.

Τζουμέρκα: Το ακατέργαστο διαμάντι του ελληνικού τουρισμού

Θα μπορούσε να γίνει “τεύχος”- ωραίες ιστορίες, ενδιαφέροντες άνθρωποι, φύση αλήστου μνήμης, έκπαγλη, μια ομορφιά που σήμερα, συχνά, φαντάζει μνημειακή… Τα Τζουμέρκα- όπως ανεβαίνει ο δρόμος απ’ την Άρτα προβάλλουν σα λαξεμένος γρανίτης, άγριο αλλά στιλπνό διαμάντι στον ορίζοντα. Ο ορεινός όγκος των Τζουμέρκων, για την Ήπειρο, είναι τ’ ανέγγιχτο, αυθεντικό πετράδι στο στέμμα της.

Κουϊάσα- Πουλιάνα, ανάμεσα στο Συρράκο και τους Καλαρρύτες, ο «Χρούσιας», παραπόταμος του Αράχθου, δημιουργεί τον μικρό καταρράκτη και την βάθρα

Τα έργα υποδομών της τελευταίας 15ετίας έχουν βγάλει την περιοχή από την διαχρονική της απομόνωση: το πρώτο “boom” έγινε με την Εγνατία και τα τελευταία χρόνια η Ιονία Οδός και τα αεροδρόμια Ακτίου και Ιωαννίνων έχουν ολοκληρώσει ένα σύγχρονο επικοινωνιακό και μεταφορικό δίκτυο, πρωτόγνωρο για την περιοχή. Η διαδρομή από την Αθήνα ή την Θεσσαλονίκη μέχρι τα Τζουμέρκα οριακά ξεπερνά τις 4 ώρες, ενώ ολοένα αυξάνονται οι καλοκαιρινοί επισκέπτες που επιλέγουν να βρεθούν- ακόμα και σαν μονοήμερη εκδρομή- από τις παραλίες της Λευκάδας, ή τα Σύβοτα, στα αλπικά Τζουμερκοχώρια.

Η κορυφή της Στρογγούλας, φθινόπωρο, στο ηλιοβασίλεμα

Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες, αυτά τα πέτρινα «Τολέδο» που σα να τα ζωγράφισε ο Ελ Γκρέκο στο ηπειρώτικο τοπίο, τα Πράμαντα, το μεγαλύτερο ορεινό χωριό της Ηπείρου (αν θεωρήσουμε Μέτσοβο και Κόνιτσα κωμοπόλεις σχεδόν) και δεκάδες ακόμα χωριά: ο Καταρράκτης, οι Μελισσουργοί, τα Άγναντα, τα Θεοδώριανα- μέσα στο δάσος και την πέτρα, ανάμεσα από ποταμούς και κάτω από νεφοσκεπείς ή κρυστάλλινες κορφές-αναζωογονούνται ήπια, αειφορικά. Ανθρωποκεντρικά πρωτίστως- το δημιουργικό σφρίγος και ο καθημερινός παλμός των Τζουμερκιώτικων βουνών αργά αλλά σταθερά δυναμώνουν, οι τοπικές τους κοινωνίες μοιάζουν να επανασυστήνονται.

Άλογα της Πίνδου κοντά στο χωριό Καταρράκτης

«Πριν 15 χρόνια στα Τζουμέρκα υπήρχαν περίπου 250 κλίνες, σήμερα είναι 683», λέει ο Γιώργος Γκιόκας, διευθυντής της Περιφερειακής Υπηρεσίας Τουρισμού Ηπείρου. «Η περιοχή αναπτύσσει ένα τουριστικό προϊόν με ποιοτικά χαρακτηριστικά: επισκεψιμότητα όλες τις εποχές του χρόνου, μεγάλη γκάμα εναλλακτικών δραστηριοτήτων στο βουνό, σοβαροί επιχειρηματίες και “επαναλαμβανόμενοι” τουρίστες, που έρχονται ξανά και ξανά».

«Τα καταλύμματα είναι στη μεγάλη τους πλειοψηφία νεόδμητα και καλαίσθητα, με μικρό οικολογικό αποτύπωμα- δεν υπάρχουν τεράστιες μονάδες αλλά διάσπαρτα, μικρά συγκροτήματα», σχολιάζει ο Βαγγέλης Σταμάτης, που μαζί με τον αδερφό του Βασίλη, λειτουργούν τους “Ορίζοντες Τζουμέρκων”, μια από τις (βραβευμένες) τουριστικές επιχειρήσεις που δίνουν νέα πνοή στην ευρύτερη περιοχή.

Είθε, ριπές δροσιάς απ’ το κρυστάλλινο αεράκι των Τζουμέρκων και χρώματα φθινοπωριάτικα απ’ τα δάση τους- και λόγια μετρημένα των ανθρώπων τους να διαπερνούν κι αυτό το ρεπορτάζ.

Μπάμπης Τριανταφύλλου και Πόλα Μαρκόζη_ Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων.

«Εδώ ο ήλιος είναι το ρολόι μας και ο καιρός το ημερολόγιό μας».

Οικογένεια Τριανταφύλλου

«Σήμερα έχει φοβερό, άπλετο ήλιο. Το πρωί φυσούσε δυνατά, άπνοια τώρα, κρύσταλλο φαίνονται όλα. Στο πλάι ο ήλιος, παίζουν σκιές στο βουνό, στα δέντρα. Γλυκειά ώρα», μου λέει ο Μπάμπης Τριανταφύλλου. Μαζί με τη σύζυγό του, Πόλα Μαρκόζη, τους συναντώ στο ίδιο, παραμυθένιο μέρος όπου τους πρωτογνώρισα το καλοκαίρι του 2010, στο Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων στους πρόποδες της εντυπωσιακής κορφής της Στρογγούλας. «Οχτώ χρόνια μετά το μόνο που δεν έχει αλλάξει είναι η ποιότητα ζωής, ίσα ίσα που είναι ολοένα και καλύτερη γιατί είμαστε πιο έμπειροι, ξέρουμε καλύτερα τον τόπο», μου λένε. Αθηναίοι και οι δυο, χωρίς καμιά καταγωγή από τα Τζουμέρκα, ανέλαβαν το εγκαταλειμμένο καταφύγιο πριν δώδεκα χρόνια. «Όταν το είδαμε, πριν ακόμα σβήσουμε το τσιγάρο μας, αποφασίσαμε ότι θέλουμε να ζήσουμε εδώ. Καλή ζωή για εμάς σημαίνει ύπαρξη αγάπης, καλή διατροφή, ασφάλεια, ποιοτικός χρόνος». «Λοιπόν, πως κυλάει ο χρόνος εδώ πάνω;», τους ρωτάω. «Εδώ ο ήλιος είναι το ρολόι μας και οι καιρικές συνθήκες το ημερολόγιό μας. Πορευόμαστε μες στη μέρα με τον ήλιο, μέσα στο έτος με τον καιρό- ανάλογα την εποχή κάνουμε αυτά που μας επιτρέπει η φύση. Αυτός είναι ο τρόπος ζωής και ο προγραμματισμός μας».

Φθινόπωρο στο πευκοδάσος του Προφήτη Ηλία, πάνω από τα Άγναντα

«Τα παιδιά σας, ο Ορέστης και η Αγγελίνα, μεγαλώνουν σε έναν τόπο “Lord of the Rings”…». «Είναι, νομίζω, ισορροπημένα παιδιά και έχουν την ικανότητα της προσαρμοστικότητας γιατί δεν ζουν στο ίδιο, κλειστό περιβάλλον ενός διαμερίσματος», λέει η Πόλα. «Αυτή είναι η ευλογία, το καλύτερο πράγμα που κάναμε για την κοινωνία είναι ότι μεγαλώνουμε δυο παιδιά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Ζούνε σ’ έναν πολύ όμορφο τόπο, όπου τους επισκέπτονται άνθρωποι απ’ όλον τον κόσμο. Και αποκτούν τόσες εικόνες και γνώσεις, σαν να κάνουν ολιγοήμερα ταξιδάκια σε όλη τη γη- τέτοιο προνόμιο δε θα μπορούσα ποτέ να το σκεφτώ, πόσω μάλλον να το σχεδιάσω». «Σε αυτούς που μου λένε ότι τα παιδιά μου δεν θα έχουν τις ευκαιρίες που θα είχαν στην πόλη, απαντώ ότι έχουν κάτι που δε διδάσκεται», συμπληρώνει ο Μπάμπης. «Αλλά και τυπικά να το εξετάσεις, η περιοχή έχει τις υποδομές για να ζήσει μια οικογένεια- σχολεία από Δημοτικό μέχρι Λύκειο, φροντιστήριο αγγλικών, μαθήματα μουσικής και χορού, αθλητικό κέντρο. Και γρήγορο ίντερνετ», λέει γελώντας. «Τα Τζουμέρκα δεν είναι τόπος που αναπτύσσεται οικονομικά αλλά ερημώνει κοινωνικά- δεν αυξάνεται τυπικά το ΑΕΠ. Τη Δευτέρα το πρωί υπάρχουν μόνιμοι κάτοικοι, έχει ζωή ο τόπος και πέρα απ’ τις αργίες και τα σαββατοκύριακα, δεν είναι Ντίσνεϋλαντ».

Κώστας Μαυροπάνος_ Ο φωτογράφος που απαθανατίζει τα Τζουμέρκα

«Πρέπει να ζεις εδώ για να κάνεις αυτές τις εικόνες».

«Γεννήθηκα στα Άγναντα της Άρτας, κεφαλοχώρι των Τζουμέρκων.Χωρίς σπουδές φωτογραφίας, περιπλανιέμαι, χρόνια τώρα, με εφόδιο το συναίσθημα και τη συγκίνηση που προκαλεί το ελληνικό τοπίο», λέει ο Κώστας Μαυροπάνος, ένας αυθεντικός καλλιτέχνης της φωτογραφίας, ανεπιτήδευτος και αφοσιωμένος στην απεικόνιση του τόπου που γεννήθηκε και ζει. «Μέσα από τις φωτογραφίες μου προσπαθώ να αγγίξω την ψυχή, την ομορφιά και την ποίηση ενός τόπου πλούσιου σε εικόνες, χρώματα, φως και αντιθέσεις».

Συναντιόμαστε στο καφέ που πρόσφατα ο ίδιος ξεκίνησε να λειτουργεί στην κεντρική πλατεία των Αγνάντων, με την επιβλητική Στρογγούλα να δεσπόζει από πάνω μας. Ο Κ. Μαυροπάνος είναι και παθιασμένος συλλέκτης- ανακαίνισε θαυμάσια τον νερόμυλο και την νεροτριβή του χωριού του, δημιουργώντας ένα λιλιπούτειο μουσείο υδροκίνησης, γεμάτο από τα λαογραφικά είδη που διαχρονικά συγκεντρώνει.

Και η αίθουσα του καφέ είναι γεμάτη από αντικείμενα/ ενθυμήματα περασμένων καιρών. Παλιές φωτογραφικές μηχανές, ένα μουσειακό ραδιόφωνο, μηχανή προβολής φιλμ- όμορφος, ζεστός χώρος. Στον προτζέκτορα θαυμάζω τις εικόνες που σημάδεψε και εξαίσια αποτύπωσε ο φωτογράφος με το οξυδερκές, ενστικτώδικο κλείστρο του- τοπία, άνθρωποι και ζώα των Τζουμέρκων, ένας κόσμος απαράμιλλης ομορφιάς.

Ο ανακαινισμένος νερόμυλος στα Άγναντα, εξωτερική άποψη.

Συλλεκτικές εικόνες που, κακά τα ψέματα, πρέπει να ζεις σ’ αυτόν τον τόπο για να τις απαθανατίσεις. Η φωτογραφική τέχνη του Μαυροπάνου δεν είναι ταξιδιωτικής φύσης, ούτε έχει προκύψει μετά από τριήμερες εξορμήσεις στο βουνό- είναι καρπός μιας ολόκληρης ζωής, συναρπαστική σαν βίωμα γιατί από αυτό έχει προκύψει. Τον ευχαριστώ από καρδιάς για την παραχώρηση του δικαιώματος δημοσίευσης αυτών των στιγμιοτύπων ζωής και φύσης των Τζουμέρκων, αυτών των αντανακλάσεων της ζωής του στα ηπειρώτικα βουνά.

Οι δύο μαχαλάδες των Αγνάντων, Πάνω και Κάτω, χωρίζονται από το ποτάμι. Το πέτρινο καλντερίμι (Κοδέλες), τους ενώνει.

Νίκος Ζάψας_ «Θέασις Ιgloo».

«Μακάρι να αποφύγουν τα Τζουμέρκα την “ανάπτυξη” που κατέστρεψε άλλες περιοχές»

«Είχαμε καλές δουλειές στην Άρτα, και εγώ και η γυναίκα μου, Βασιλική Μήτσιου- τις αφήσαμε πριν δεκατρία χρόνια και ήρθαμε εδώ, με δυο μικρά παιδιά», μου λέει ο Νίκος Ζάψας στην οικογενειακή επιχείρησή τους στους Κτιστάδες (Άγναντα Άρτας). «Η φιλοσοφία μας δεν ήταν να κάνουμε κάτι για τα χρήματα αλλά να φτιάξουμε μια βιώσιμη, οικογενειακή επιχείρηση για να βιοποριζόμαστε. Χρειάστηκε να κάνουμε πολύ υπομονή, τα Τζουμέρκα ήταν άγνωστος προορισμός και τα πρώτα χρόνια δύσκολα “βγαίναμε”. Αλλά όταν ο άνθρωπος θέλει κάτι πραγματικά, το αγαπά και το υποστηρίζει με συνέπεια, τα καταφέρνει».

Tο εσωτερικό του νερόμυλου στα Άγναντα, σήμερα με τη λαογραφική συλλογή του Κώστα Μαυροπάνου,

«Πως σας ήρθε η ιδέα με αυτά τα τόσο (ίδι)όμορφα καταλύμματα, σαν ιγκλού;», τον ρωτάω. «Θέλαμε να κάνουμε κάτι στο σχήμα του κύκλου- ο κύκλος και ο κώνος είναι σχήματα που δίνουν θετική ενέργεια στον χώρο και θετικά συναισθήματα στους ανθρώπους- έχουν αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν “οικοδυναμική”. Η αρχιτεκτονική των δικών μας καταλυμμάτων βασίζεται στις πυραμιδοειδείς καλύβες που χαρακτηρίζουν την ζωή των νομάδων όλου του κοσμου, από τους Σαρακατσαναίους με τα “κονάκια” τους, μέχρι τα “yurt” των Μογγόλων». Τα σπιτάκια είναι αυτόνομα, με κουζίνα και μια μεγάλη ξυλόσομπα στο κέντρο- η «κορυφή» του καθενός καταλήγει σε υαλοπέτασμα ώστε να φαίνεται ο έναστρος ουρανός.

Τζουμέρκα, κορυφή «Μπάρος», κοντά στα 2.000 μέτρα. Πίσω από τα βουνά η Θεσσαλία.

Μια οικογένεια από το Ισραήλ μόλις έχει φτάσει και ο Νίκος Ζάψας τους καλοσωρίζει στο «μικρό χωριό» που έχει διαμορφώσει. «Τα 2-3 τελευταία χρόνια το 60% των επισκεπτών μας είναι Ισραηλινοί», μου λέει. «Έγιναν κατάλληλες προωθητικές ενέργειες στο Ισραήλ- και απέδωσαν. Η όποια ανάπτυξη οφείλεται στην ιδιωτική πρωτοβουλία- ήρθαμε κάποιοι “τρελαμένοι”, επενδύσαμε εδώ πάνω και παρασύραμε σε μια αναπτυξιακή κινητικότητα και τους Δήμους. Ο τόπος είναι πανέμορφος, αλλά από μόνο του αυτό δεν φτάνει».

«Πλέον τα νούμερα της επισκεψιμότητας κινούνται συνεχώς ανοδικά- δεν πρέπει όμως να εφυσυχάζουμε γιατί η Ελλάδα βρίθει από παραδείγματα περιοχών που αναπτύχθηκαν άναρχα, χωρίς σχέδιο, χωρίς σεβασμό στο περιβάλλον. Σε βάθος χρόνου αυτή η “ανάπτυξη” απέβη μοιραία- υποβαθμίστηκε το φυσικό περιβάλλον και διαμορφώθηκε ένα τουριστικό προϊόν που δεν έχει ποιότητα και εντέλει το πουλάνε φτηνά σε τουρίστες που έρχονται για να γίνουν “φέσι”. Αυτός είναι ο κίνδυνος από ’δω και πέρα. Ελπίζω να τον αποφύγουμε».

Φώτης Δελημήτρος_ Ορεινό Καταφύγιο Μελισσουργών.

«Πως αντέχετε να ζείτε στην πόλη;»

Όταν ο Φώτης Δελημήτρος, τον Οκτώβριο του ’13, 26 χρονών τότε, ανέλαβε με τον τότε συνεταίρο του το Ορειβατικό Καταφύγιο των Μελισσουργών, το οίκημα, ιδιοκτησίας του τοπικού Δήμου, ήταν διαλυμένο. «Είχε καταντήσει να είναι στάβλος, κάποιος έβαζε τα γελάδια του- είχε φτιαχτεί για να λειτουργήσει ως καταφύγιο αλλά εμείς το παραλάβαμε κλειστό, σε πολύ κακή κατάσταση», μου λέει στην αυλή του καταφυγίου που, πέντε χρόνια μετά, θυμίζει το «Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι»…

«Η προσπάθεια ήταν συλλογική- μας βοήθησαν πολλοί φίλοι. Ήρθαμε όλοι μαζί και ξεκινήσαμε να δουλεύουμε- “μαζέψαμε” τις υγρασίες και τα νερά, στοκάραμε, βάψαμε, στήσαμε την κουζίνα και ξεκινήσαμε να διαμορφώνουμε εσωτερικά τον χώρο. Τον δεύτερο χειμώνα ήταν όλα πολύ καλύτερα». Πλέον ο χώρος είναι «για διαφήμιση» του ελληνικού ορεινού τουρισμού- μπορεί να φιλοξενήσει έως 35 επισκέπτες, υπάρχει οργανωμένη κουζίνα, ενώ η σάλα με το τζάκι, τις παχιές φλοκάτες και την θέα στο βουνό έχει μαγνητικές ιδιότητες…. «Πλέον δεν είμαστε μόνο καταφύγιο αλλά και αναγνωρισμένο hostel», μου λέει ο Φώτης, ενώ εργάζεται με το λαπτοπ του πάνω στο μεγάλο μοναστηριακό τραπέζι και με φόντο τις τζουμερκιώτικες κορυφογραμμές.

Ηλικιωμένος βοσκός στους Καλαρρύτες.

«Είναι ένας μικρός, ορεινός παράδεισος τα Τζουμέρκα», μου λέει ο ίδιος- «το αγαπημένο μου σύμπλεγμα είναι η περιοχή που ορίζουν τα χωριά Μελισσουργοί- Πράμαντα- Ματσούκι- Καλαρρύτες: εκεί μέσα έχει ποτάμια, βαθρες, φαράγγια, καταρράκτες, απίστευτες διαδρομές. Και πλέον έχουμε επισκέπτες απ’ όλον τον κόσμο- Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, ΗΠΑ, ακόμα και από Ινδία έχουν έρθει ορειβάτες. Και όλοι ενθουσιάζονται. Ειδικά οι Έλληνες, όσοι έρχονται πρώτη φορά θα επισκεπτούν ξανά την περιοχή δύο και τρεις φορές τον επόμενο χρόνο- ώστε να απολαύσουν τα Τζουμέρκα όλες τις εποχές. Γιατί καθεμιά σου δίνει άλλες εικόνες και εμπειρίες, άλλη συγκίνηση».

Το ελατοδάσος των Μελισσουργών, κοντά στο ορειβατικό καταφύγιο.

Φέυγοντας για την Άρτα, ο ήλιος δύει βάφοντας τα βουνά με ζεστές πινελιές. «Δεν σου λείπει η πόλη;», τον ρωτάω. «Είμαι μεγαλωμένος σ’ ένα χωριό της Μαγνησίας, τον Άγιο Γεώργιο Φερρών, αργότερα έζησα στην Θεσσαλονίκη. Λοιπόν, δε μου λείπει τίποτα από την πόλη, αυτά που προσφέρει, ένα σινεμά ή θέατρο τα κάνω επιλεκτικά. Με ρωτάνε συχνά, να όπως εσύ τώρα, πως αντέχω εδώ πάνω… – εγώ απορώ και ανταπαντώ, πως αντέχετε εσείς εκεί…».

Τσέκας Χρήστος_ Μάστορας μιας τέχνης που χάνεται.

«Μακάρι όλα τα ορεινά χωριά να ήταν ακόμα πέτρινα»

Συναντιόμαστε με τον πετρά Χρήστο Τσέκα στη Γέφυρα της Πλάκας, ακριβολογώντας στο βάθρο της που έχει απομείνει στην ανατολική όχθη του Αράχθου. Παραδοσιακός μάστορας της πέτρας είναι πια από τους ελάχιστους που απέμειναν να ασκούν αυτή την διαχρονική ηπειρώτικη τέχνη στα Τζουμερκοχώρια. Μιλήσαμε σε ένα διάλειμμα της εργασίας που ο ίδιος πρόσφερε εθελοντικά στην αποκατάσταση και συντήρηση του παλιού μονοπατιού που οδηγούσε στην ιστορική γέφυρα.

Όταν μου είπε πως πηγαινοέρχεται στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ για δουλειά, έμεινα, αφελώς μάλλον, έκπληκτος… «Δουλεύαμε στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου στο Ρόσκο (Roscoe). Ξεκινήσαμε πέρσι το φθινόπωρο, σταματήσαμε απ’ τον καιρό όπως χειμώνιαζε και ξαναπήγαμε το Πάσχα, μέχρι τον Ιούλιο. Πολύ δουλειά- απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ κόβαμε, πελεκάγαμε (πέτρες) και κτίζαμε σε στυλ βυζαντινό. Περιμένω τηλέφωνο για να ξαναπάω».

Δεν έχει δουλειές εδώ;

Κάτι πάει να κινηθεί με τους ξενώνες και τον τουρισμό, αλλά λίγα πράγματα ακόμη. Και οι μάστορες στα χωριά μας είναι πλέον μετρημένοι στα δάχτυλα, οι παλιοί αποσύρθηκαν, τα νέα παιδιά φεύγουν.

«Εδώ υπάρχει τεράστια παράδοση στην πέτρα και τα παλιά κτίσματα- όμως δεν τα συντηρούμε, δεν έχουμε αυτόν τον πολιτισμό… Πιο εύκολα γκρεμίζουμε. Ούτε το κράτος επενδύει χρήματα σε αυτή την τέχνη και την κληρονομιά- θα ήταν ωραίο να γίνει μια σχολή και να βγάζει νέους πετράδες, αλλά κι αυτοί που θα δουλέψουν μετά; Θα έπρεπε να υπάρχουν υποδομές και δράσεις, ένα πρόγραμμα αναστήλωσης παλιών κτηρίων».

Φθινόπωρο, ο Άραχθος ποταμός στη Γέφυρα Πλάκας. Σήμερα, με την γέφυρα ακόμα γκρεμισμένη, το τοπίο φαίνεται ακρωτηριασμένο. Σε δύο χρόνια οι ειδικοί εκτιμούν ότι το πρότζεκτ αναστήλωσης της γέφυρας θα έχει ολοκληρωθεί.

«Αν γινόταν οργανωμένα μια τέτοια προσπάθεια και τα χωριά μας ήταν όλα σαν το Συρράκο, θα υπήρχε ανταποδοτικότητα από τον τουρισμό, σίγουρα», μου λέει.

Γεράκι πάνω από το Συρράκο.

Παπαγεωργίου Δημήτρης_ Trekking (Hellas) στα Τζουμέρκα

«Τα Τζουμέρκα είναι οι ελληνικές Άλπεις»

Δημήτρης Παπαγεωργίου

Γεννημένος στα Τζουμέρκα (Κυψέλη) και μεγαλωμένος στην Άρτα, ο Δημήτρης Παπαγεωργίου είναι από τους πρωτοπόρους της ευρύτερης περιοχής στα σπορ του βουνού. «Ο πατέρας μου ήταν πετράς, κτίστης. Δούλευε σε όλα τα χωριά των Τζουμέρκων και το καλοκαίρι με έπαιρνε μαζί του- ανεβαίναμε στα βουνά και μου έδειχνε τα μονοπάτια που περπάταγε μικρός », μου λέει ο Δημήτρης. «Έτσι ερωτεύτηκα το βουνό. Και ειδικά τα Τζουμέρκα».

«Εικοσάρης έκανα σχολές βουνού, σχολές ποταμού- εκπαιδεύτηκα από τον Χρήστο Λάμπρη, που είναι επίσης Τζουμερκιώτης, ένας από τους πρώτους Έλληνες στα Ιμαλάϊα και την Ανταρκτική και ιδρυτής της TrekkingHellas, της πρώτης ελληνικής εταιρείας για δραστηριότητες στη φύση. Πλέον, είμαι ο ίδιος εκπαιδευτής οδηγών βουνού και διευθύνω το γραφείο της εταιρείας στα Τζουμέρκα- η βάση μας είναι στη Γέφυρα της Πλάκας. Από εκεί εξορμούμε για όλες τις δραστηριότητες».

Φθινόπωρο στα Τζουμέρκα.

Όπως;

Ράφτιγκ σίγουρα, canyoning επίσης, δηλαδή καταρρίχηση με σκοινια σε καταρράκτες- η περιοχή ευνοεί πολύ αυτή τη δραστηριότητα γιατί έχει πολλά νερά και καταρράκτες, με περισσότερες από δέκα διαδρομές canyoning όλες τις εποχές του χρόνου. Έχουμε ποδηλατικά events, ακόμα και πολυήμερα οπότε με καλά mountainbikes κυκλώνουμε τα Τζουμέρκα. «Τρέχουμε» πεζοπορικά προγράμματα από χωριό σε χωριό, όπου παρατηρούμε την τέχνη της πέτρας, την αρχιτεκτονική, τα μονοπάτια. Κάνουμε και περιβαλλοντική εκπαίδευση με σχολεία- μαθαίνουμε για τη μελισσοκομία, βλέπουμε την ζωή σε στάνες αλπικές, επισκεπτόμαστε μύλους και αλέθουμε για να φτιάξουμε ψωμί. Τον Φλεβάρη που έχουν παγώσει όλα οργανώνουμε και πάγο- αναρριχήσεις.

Καταρράκτης

«Τα Τζουμέρκα είναι ιδιαίτερη περιοχή, ένα βορειοαλπικό τοπίο με εκπληκτική φύση, βλάστηση και σπάνια φυτά- έχουν δέκα κορυφές πάνω από 2.000 μέτρα και περισσότερα από 12 είδη ενδημικών βοτάνων. Θυμάμαι μια οικογένεια Αμερικάνων που έκανε ράφτιγκ και είχαν ενθουσιαστεί, μου έλεγαν ότι αν δεν είχαν κλείσει τις επόμενες διακοπές τους στο Γκραν Κάνυον, εδώ θα ξανάρχονταν. Παλιοί ορειβάτες, δάσκαλοί μας, έλεγαν ότι προπόνηση στην Ελλάδα έκαναν σε 3 βουνά: στα Τζουμέρκα, στην Γκαμήλα και στον Όλυμπο».

Αγαπημένη σου δραστηριότητα στα Τζουμέρκα;

Το καγιάκ σε άγρια ποτάμια. Δεμένος στο σκάφος, με διπλό κουπί και περνάς τον Άνω Καλαρρύτικο, πηδάς από καταρράκτες και περνάς αφρισμένα νερά… Δυνατό ποτάμι για extreme καγιάκερς- έρχονται από το εξωτερικό και κατασκηνώνουν την άνοιξη για να “κάνουν” αυτά τα ποτάμια.

Τζουμέρκα, φθινόπωρο και πρώτα χιόνια.

Πηγή: huffingtonpost.gr
φωτογραφίες: Κώστας Μαυροπάνος
Facebook: Ορειβατικό Καταφύγιο Πραμάντων
Google: Ορεινό Καταφύγιο Μελισσουργών
Facebook: Trekking Hellas (Tzoumerka)

Το μέλι ελάτης

Το μέλι ελάτης αποτελεί μια απ’ τις σημαντικότερες ποικιλίες μελιού της Ελλάδας, μιας και αποτελεί το 5%-10% της συνολικής παραγωγής. Θεωρείται από τις κατηγορίες ελληνικού μελιού με ιδιαίτερα καλή γεύση και χαρακτηριστική εμφάνιση, παράμετροι που το κάνουν να ξεχωρίζει.

Ορεινό Μέλι ελάτης από τα ορεινά της Πίνδου.

Στην Ελλάδα απαντώνται τρία είδη ελάτης: η ελάτη η κεφαλληνιακή (Abies cephalonica), που καλύπτει μεγάλες εκτάσεις στις ορεινές περιοχές νότια του Ολύμπου, στην Ευρυτανία, στο Περτούλι, στον Ταΰγετο, στην Αρκαδία, στην Πάρνηθα κ.α. σε υψόμετρα μεταξύ 800-1.600 μ.

Δάσος Κεφαλληνιακής ελάτης στο Περτούλι.

Η ευρωπαϊκή ελάτη (Abies alba ή Abies pectinata), που φύεται σε όλη την Ευρώπη μέχρι τον Καύκασο και συναντάται μόνο σε μεμονωμένα σημεία των βορείων ελληνικών συνόρων (βορείως της οροσειράς του Ολύμπου). Ενώ τέλος, στην οροσειρά της Πίνδου συναντάται η υβριδογενής ελάτη (Abies hidrida ή Abies borisii), η οποία είναι διασταύρωση της ευρωπαϊκής ελάτης με την ελληνική.

Μικτό δάσος υβριδογενούς ελάτης – μαύρης πεύκης στην Πίνδο.

Στα ελληνικά δάση ελάτης παρασιτούν τα κοκκοειδή Physokermes hemicryphus (κόμπος) και Eulecanium sericeum (φούσκα) αλλά και οι αφίδες Mindarus abietinus (φούντα), Cinara confinis και Cinara pectinatae (κοριός) που παράγουν μελιτώδεις εκκρίσεις εκμεταλλεύσιμες από τις μέλισσες. Το σημαντικότερο από τα έντομα αυτά, είναι το Physokermes hemicryphus του οποίου οι αποδόσεις μπορεί να φτάσουν ως 30 κιλά μελιού ανά μελίσσι.

Από επάνω αριστερά: Physokermes hemicryphus (κόμπος), Cinara (κοριός), Mindarus abietinus (φούντα) και Eulecanium sericeum (φούσκα).

Το χρώμα και η εμφάνιση του μελιού ελάτης ποικίλουν ανάλογα με τον τόπο προέλευσής του. Για παράδειγμα, το μέλι ελάτης που παράγεται στην περιοχή της Βυτίνας στην Αρκαδία, έχει ιδιαίτερη, χαρακτηριστική εμφάνιση λόγω των μεταλλικών ανταυγειών που δημιουργούνται στο εσωτερικό του, είναι ιδιαίτερα πυκνόρρευστο και φέρει την ονομασία «έλατο βανίλιας». Στην Πίνδο απ’ την άλλη παράγεται το περίφημο κόκκινο μέλι ελάτης που θυμίζει αρκετά εκείνο που συλλέγεται στην οροσειρά του Ιούρα στις Ελβετικές Άλπεις.

Το μελισσοκομείο μας στο πυκνό ελατοδάσος του όρους Χελώνα (Αϊλίντας) στην Πίνδο.

Το μέλι ελάτης παρουσιάζει χαμηλό ποσοστό υγρασίας με μέσο όρο 15,2%. Έχουν βρεθεί δείγματα με υγρασία χαμηλότερη του 14%, γεγονός που ευνοεί την γρήγορη κρυστάλλωση του μελιού, όμως στο μέλι ελάτης η κρυστάλλωση αποτρέπεται λόγω της χαμηλής περιεκτικότητας σε γλυκόζη.

Ελατοδάσος στα Όρη του Βάλτου στη νότια Πίνδο.

Το pH του είναι υψηλότερο από όλες τις άλλες κατηγορίες μελιού. Όσο υψηλότερο είναι το pH ενός μελιού, με τόσο βραδύτερο ρυθμό αυξάνεται η συγκέντρωση της HMF. Έτσι, το μέλι ελάτης αλλοιώνεται με βραδύτερο ρυθμό, συγκριτικά με τις άλλες κατηγορίες μελιού και ιδιαίτερα με τα ανθόμελα, που παρουσιάζουν χαμηλό pH.

Το μελισσοκομείο μας στο πυκνό ελατοδάσος του όρους Χελώνα (Αϊλίντας) στην Πίνδο.

Μπορείτε να δοκιμάσετε το κόκκινο μέλι ελάτης που συλλέγουμε στην Πίνδο από εδώ.