Στα ελατοδάση της Ηπείρου

Η φετινή άνοιξη ήταν καταστροφική. Όχι μόνο δεν τρυγήθηκε μέλι, αλλά η αφρικανική σκόνη και η μεγάλη ανομβρία που ακολούθησε δεν άφησαν τα μελίσσια να αναπτυχθούν σωστά. Ένας μήνας, στην καρδιά της άνοιξης είχε χαθεί και τα μελίσσια είχαν παραμείνει στάσιμα. Οι βροχές του Μαΐου όμως και οι ανθοφορίες της ροδιάς, της βατομουριάς και των ακτινίδιων, έδωσαν νέα ώθηση στις μέλισσες.

Εκείνη την περίοδο στα ορεινά, ο έλατος άρχισε να δίνει μέλι. Παρά το γεγονός ότι τα μελίσσια μου δεν παρουσίαζαν την εικόνα που θα ήθελα, επέλεξα περίπου τα 2/3, όσα δηλαδή είχαν προλάβει να αναπτυχθούν αρκετά και τα φόρτωσα για το βουνό. Ήταν η πρώτη φορά που παρέμεινα για τόσο πολύ στον κάμπο, έπειτα από το ξεχειμώνιασμα και η αιτία ήταν ότι τα μελίσσια παρουσίαζαν προβλήματα στην ανάπτυξη.

Είχα φροντίσει και είχα αντικαταστήσει όλες τις βασίλισσες το περασμένο φθινόπωρο και αυτός ήταν ένας παραπάνω λόγος για να με προβληματίζει η πρωτοφανής στασιμότητα που έδειξαν οι μέλισσες την περίοδο του Απριλίου. Αφήνοντας τα μικρότερα μελίσσια πίσω, ώστε να ασχοληθώ μαζί τους αργότερα, ξεκίνησα για το πυκνό ελατοδάσος των Ορέων του Βάλτου και συγκεκριμένα για τη Χελώνα.

Η κορυφή Χελώνα, γνωστή και ως Αϊλίντας (1538 μέτρα) αποτελεί «φυσικό» σύνορο του νομού Άρτας με τον νομό Αιτωλοακαρνανίας. Δεν είναι απ’ τα μεγαλύτερα βουνά του νομού, όμως η θέα απ’ την κορυφή είναι μοναδική! Τζουμέρκα, Τύμφη, Νεμέρτσικα από τη μία, Λευκάδα και Κεφαλλονιά στο Ιόνιο, προς το νότο Παναιτωλικό, Παναχαϊκό, στο βάθος ο Ερύμανθος και πίσω τα άγρια Άγραφα.

Χρειάστηκα συνολικά δύο δρομολόγια, εκ των οποίων το ένα το πραγματοποίησα ξημερώματα, ώστε να με βρει η ανατολή κατά το ξεφόρτωμα. Οι μέλισσες είχαν εξαιρετικό πέταγμα ακόμη και στις 7 το πρωί, ενώ ολόκληρο το δάσος βούιζε, πράγμα πολύ ενθαρρυντικό.

Πίσω στον κάμπο τα τρακτέρ με τις τουρμπίνες είχαν κατακλύσει τα κτήματα. Παντού μύριζε εντομοκτόνο. Έπρεπε να αποφασίσω άμεσα τι θα κάνω με τα μελίσσια που έμειναν πίσω. Η ζέστη ήταν αβάσταχτη κάτω. Οι μέλισσες δεν έδειχναν καμία διάθεση να βγουν απ΄ τις κυψέλες τους. Αν άφηνες κηρήθρα ακόμα και στη σκιά, μετά από λίγο έλιωνε. Φέρνοντας στο μυαλό μου το πέταγμα των μελισσών του βουνού, αποφάσισα να μεταφέρω τα μελίσσια σε κοντινή περιοχή με το υπόλοιπο κοπάδι, μέχρι να δω τι θα κάνω.

Τις πρώτες μέρες του Ιούνη ο καύσωνας έφτασε και στο βουνό. Οι μέλισσες περιόρισαν το έντονο πέταγμα των προηγούμενων ημερών και το εισερχόμενο μέλι ελαττώθηκε. Ο έλατος ανέκαμψε αρκετές φορές φέτος, ίσως το κάνει και τώρα. Απ’ την άλλη για την βελανιδιά που ακολουθεί, άλλοι είναι σκεπτικοί και άλλοι πολύ αισιόδοξοι. Περιμένουμε. Όπως πάντα.

Advertisements

Τρύγος στη βελανιδιά!

Κατά τα τέλη του Ιούνη, με τα μελίσσια στα έλατα να μην καταφέρνουν και πολλά λόγω του άστατου για την εποχή καιρού και των βροχών, αποφασίσαμε να μετακινηθούμε νοτιότερα στην Πίνδο για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε προετοιμαστεί γι αυτή την μελιτοφορία και έτσι είχαμε κάποιες αμφιβολίες για το κατά πόσον οι μέλισσες θα άντεχαν σε τέτοιος εξοντωτικούς και για τόσο διάστημα χωρίς γύρη.

Χρειαστήκαμε συνολικά δύο ολόκληρες νύχτες για να μεταφέρουμε τα μελίσσια από την ορεινή Άρτα και τα Τζουμέρκα στα Όρη του Βάλτου στην Αιτωλοακαρνανία. Εκεί στα αχανή βελανιδοδάση στήσαμε το μελισσοκομείο μας. Και ενώ όλα ξεκίνησαν ιδανικά με τις μελιτώδεις εκκρίσεις των φύλλων, άλλωστε οι βροχές που είχαν προηγηθεί ήταν δώρο για τις βελανιδιές, ο καύσωνας του Ιουλίου το στέγνωσε με αποτέλεσμα να μειωθεί δραματικά το εισερχόμενο μέλι.

Τότε όμως και πάλι κάποιες βροχούλες βοήθησαν να αρχίσουν και πάλι οι μελιτοεκκρίσεις αυτή τη φορά από το βελανίδι και έτσι καταφέραμε να τρυγήσουμε. Το μέλι που παράγεται από τη βελανιδιά είναι σκούρο σκοτεινό, σχεδόν μαύρο και αρκετά παχύρρευστο ενώ έχει απαλή και διακριτική γεύση. Θεωρείται από τα θρεπτικότερα μέλια, μάλιστα το ΑΠΘ το έχει κατατάξει ως το ισχυρότερο μέλι σε αντιοξειδωτική δράση ανάμεσα σε 48 ποικιλίες παγκοσμίως. Είναι πολύ πλούσιο σε ιχνοστοιχεία, περιέχει σε μεγάλες ποσότητες κάλλιο, μαγνήσιο, φώσφορο, σίδηρο και νάτριο ενώ τα ένζυμα που περιέχει, ενισχύουν το μεταβολισμό και τις λειτουργίες των ζωτικών οργάνων.

Μπορείτε να το προμηθευτείτε απευθείας από εμάς, εδώ.

Στις βελανιδιές του ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας

Έπειτα από την αποτυχία στον έλατο έπρεπε να μετακινηθούμε άμεσα σε χαμηλότερο υψόμετρο και τις βελανιδιές, ώστε να καταφέρουμε επιτέλους έναν καλό τρύγο. Τα μελίσσια δεν είχαν προετοιμαστεί για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς και μάλιστα μετά από έναν περίπου μήνα στα έλατα, με λιγοστές γύρες και αρκετό κρύο, δημιουργούσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον θα μπορούσαν να αντέξουν σε ένα δάσος όπου η έλλειψη γύρης θα ήταν εξίσου εμφανής.

Κάναμε συνολικά δύο δύσκολα ολονύχτια δρομολόγια από την ορεινή Άρτα και τα Τζουμέρκα στα Όρη του Βάλτου στην Αιτωλοακαρνανία και το βελανιδόδασος στα Ρέθα. Η βελανιδιά είχε ήδη αρχίσει να δίνει μελίτωμα από τα φύλλα όταν φτάσαμε, τις τελευταίες μέρες του Ιούνη. Λίγες μέρες αργότερα όμως, η φύση άρχισε και πάλι να παίζει μαζί μας. Ενώ επί έναν μήνα στα έλατα έβρεχε συνεχώς, μην επιτρέποντας στις μέλισσες να συλλέξουν, μόλις πατήσαμε το πόδι μας στη βελανιδιά έπιασε ένας απ’ τους μεγαλύτερους καύσωνες των τελευταίων ετών…

Και ενώ ο βροχερός καιρός του Ιουνίου μπορεί να μην άφησε το έλατο να δουλέψει, έφτιαχνε ένα ιδανικό σκηνικό για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς που ακολουθούσε. Τα δέντρα γεμάτα χυμούς ξεκίνησαν να «στάζουν», όμως ο καύσωνας που ακολούθησε στέγνωσε το μελίτωμα, με αποτέλεσμα το μέλι που εισέρχονταν στην κυψέλη να μειώνεται καθημερινά.

Η βελανιδιά όμως θέλει υπομονή, γιατί μια βροχή μπορεί να αλλάξει άρδην την κατάσταση και να αρχίσει και πάλι να δίνει άφθονο μελίτωμα. Επίσης προς το τέλος του Ιουλίου ξεκινάει το δεύτερο «βάρεμα» καθώς αρχίζουν οι μελιτοεκκρίσεις από το βελανίδι. Το μέλι που προκύπτει τότε είναι πιο σκούρο και αρκετά παχύρρευστο. Ελπίζουμε τα μελίσσια να αντέξουν και να καταφέρουν να μας δώσουν έναν καλό τρύγο.

Στα ορεινά καστανοδάση της Ηπείρου

Λένε πως οι βασίλισσες που γεννιούνται κατά την ανθοφορία της καστανιάς είναι απ’ τις παραγωγικότερες, ενώ και οι παραφυάδες που θα εκμεταλλευτούν την σπουδαία γύρη της θα αναπτυχθούν ταχύτατα.

Με βάση αυτά λοιπόν αποφασίσαμε να μεταφέρουμε τις παραφυάδες που είχαμε δημιουργήσει κατά τον προηγούμενο μήνα, ώστε να τους δώσουμε την ευκαιρία να αναπτυχθούν πριν το φθινόπωρο. Αυτό δεν το είχαμε πράξει πέρσι και οι παραφυάδες μας είχαν παραμείνει στάσιμες μέχρι την ανθοφορία της ερείκης, τον Οκτώβριο, οπότε και ανέπτυξαν πληθυσμούς ίσα ίσα για να ξεχειμωνιάσουν.

Ταυτόχρονα είχαμε αποφασίσει να δημιουργήσουμε μερικές βασίλισσες στην καστανιά για να δούμε και στην πράξη πόσο καλές είναι. Όλες οι βασίλισσες που είχαμε φτιάξει μέχρι τώρα φέτος ήταν κατά την ανθοφορία της πορτοκαλιάς και θέλαμε να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης. Μάλιστα βασιζόμενοι στις σημειώσεις του μεγάλου δάσκαλου βασιλοτροφίας Roger A. Morse είχαμε σκοπό να αντικαταστήσουμε μέχρι το τέλος Ιουλίου όλες τις βασίλισσες των παραγωγικών μελισσιών, όταν αυτά θα γυρνούσαν απ’ τα έλατα, αλλά λίγο η κακή απόδοση της ελάτης που μας ανάγκασε να μεταφέρουμε τα μελίσσια στις βελανιδιές (όπου θα καθυστερούσαν) και λίγο ο καύσωνας που οδήγησε τις μέλισσες να πετάξουν έξω τους κηφήνες, μας έκαναν να το ξανασκεφτούμε.

Στα ορεινά της Πίνδου, στις πλαγιές του όρους Ξηροβούνι, από τα 400 έως τα 600 μέτρα υψόμετρο συναντά κανείς πυκνά καστανοδάση τα οποία καλλιεργούν οι ντόπιοι. Άλλωστε αυτά τα δέντρα ευδοκιμούν σ’ αυτό το υψόμετρο καθώς είναι πιο αποδοτικά. Αποδίδουν 30 με 50 κιλά κάστανα τον χρόνο και μπορούν να ξεπεράσουν τους 2 αιώνες ζωής. Το μέλι της καστανιάς είναι σκούρο, συχνά κοκκινωπό και πολύ θρεπτικό λόγω της πολύ υψηλής περιεκτικότητας σε γυρεόκοκκους. Από τις άγριες καστανιές προκύπτει ένα μέλι με μια ελαφρώς πικρή επίγευση, πράγμα που δεν συμβαίνει όμως στις ήμερες.

Το σημαντικότερο όμως δώρο της καστανιάς είναι η γύρη της. Πράγματι με το που βρέθηκαν εκεί οι μέλισσες, οι κηρήθρες άρχισαν να μπλοκάρουν με γύρη, πράγμα που μας χαροποίησε αρκετά, καθώς αυτή θα καταναλωθεί απ’ το σμήνος και αργότερα, κρατώντας το δυνατό για μεγάλο διάστημα. Για πολλούς μελισσοκόμους το «πέρασμα» απ’ την καστανιά επιβάλλεται, αν σκοπεύουν να μεταφέρουν τα μελίσσια τους τον Σεπτέμβριο στο πεύκο, όπου η γύρη είναι δυσεύρετη.

Το τοπίο είναι εντυπωσιακό, με τον Άραχθο πάντα στο φόντο και είναι μεγάλη χαρά και τύχη να εργάζεσαι εδώ. Είναι αδύνατον να μην αναπτυχθούν τα μελίσσια σ’ αυτό το περιβάλλον.

Στράτος Σαραντουλάκης

Στα έλατα!

Οι μέρες περνούσαν και εμείς περιμέναμε με ένα τηλέφωνο στο χέρι τα νέα απ’ τον έλατο. Μελίσσια δείκτες είχαν τοποθετηθεί σε διάφορες περιοχές της ορεινής Πίνδου και έστελναν δεδομένα σχετικά με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί αλλά και του βάρους τους. Αν ένα μελίσσι παρουσίαζε σημαντική αύξηση βάρους για συνεχόμενες ημέρες σήμαινε ότι η μελιτοφορία της ελάτης είχε ξεκινήσει. Οι μέλισσες έφερναν μέλι.

Ο έλατος είναι ένα πολύ σημαντικό μέλι. Κι αυτό γιατί εκτός απ’ το ότι είναι ένα απ’ τα ποιοτικότερα και πιο φίνα Ελληνικά μέλια, όταν πάει καλά δίνει πολύ μεγάλες ποσότητες. Τόσες ώστε να σου εξασφαλίσει το μέλι της χρονιάς σου και να μην χρειαστεί να αναζητήσεις άλλες νομές, τουλάχιστον μέχρι αυτές του φθινοπώρου. Έτσι είσαι ελεύθερος να ασχοληθείς σχεδόν αποκλειστικά με την πώληση. Όμως τα τελευταία χρόνια δεν πάει καλά κι αυτό μας έχει αναγκάσει να κάνουμε μέχρι και 2000 χλμ πήγαινε-έλα για άλλες ανθοφορίες-μελιτοφορίες ώστε να γεμίσουμε τα βαρέλια μας.

Επίσης ο έλατος έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Πρέπει να είσαι σίγουρος ότι δίνει μελίτωμα για να πας τα μελίσσια σου, καθώς το μεγάλο υψόμετρο και το κρύο δεν σου δίνουν τη δυνατότητα να μείνεις καιρό. Οι πληθυσμοί στα μελίσσια πέφτουν και η νόσος των δασών προσβάλει τις μέλισσες. Εκ των πραγμάτων βέβαια ποτέ όμως δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για την πορεία του έλατου, μιας και ο καιρός ακόμα αυτήν την εποχή είναι αρκετά άστατος και απρόβλεπτος στα ορεινά.

Η αλήθεια όμως είναι ότι όλες οι ενδείξεις ήταν μαζί μας. Ένας βαρύς χειμώνας με αρκετό χιόνι, που κράτησε μέχρι αργά, ευνοεί ιδιαίτερα το έλατο και όταν τα πρώτα θετικά μηνύματα άρχισαν να καταφτάνουν φορτώσαμε τα μελίσσια και ξεκινήσαμε για την Ελάτη Άρτας. Η Ελάτη είναι πανέμορφο χωριό μέσα σε ένα ελβετικό τοπίο, κοντά στα 750-800 μέτρα στο όρος Κοκκινόλακος σε μια, όπως την ονομάζουν «παραφυάδα» των Τζουμέρκων.

Η ώρα πρέπει να κόντευε 2 τα ξημερώματα όταν φτάναμε μετά από πολλές δυσκολίες με το φορτηγό. Η κίνηση στο βουνό απ’ τους μελισσοκόμους δεν περιγράφεται. Κάθε 100 μέτρα και ένα φορτηγό που ξεφόρτωνε. Άνθρωποι με φακούς κεφαλής να κουβαλάνε εδώ και εκεί στη μέση του πουθενά. Σαν ένα πανηγύρι που γίνεται κάθε χρόνο. Η κάκιστη περσινή χρονιά, οι ευνοϊκές, έως εκείνη τη στιγμή, συνθήκες και η ζήτηση του κόσμου για το συγκεκριμένο μέλι είχε δημιουργήσει μια παράκρουση στο μελισσοκομικό κόσμο.

Έπειτα όμως από 2-3 μέρες άρχισαν οι βροχές, οι οποίες μάλιστα κάνουν μεγάλη ζημιά, με αποκορύφωμα το χαλάζι της 11της Ιουνίου. Ευτυχώς στην περιοχή υπήρχαν και λίγες καστανιές, λαδανιές που σ’ αυτό το υψόμετρο κρατούσαν ακόμα αλλά και αυγουστόχορτα, για να τροφοδοτούν με λίγη γύρη. Ο χρόνος που έχει απομείνει πλέον δεν είναι πολύς, αλλά ελπίζουμε μέχρι τέλος να συλλέξουμε λίγο απ’ αυτό το πολύτιμο μέλι!

Και πάλι στα ορεινά

Ήταν λίγο μετά τις 9 το πρωί όταν ανηφόριζα την επαρχιακή οδό του Πατιόπουλου στους πρόποδες της Πίνδου, για να επισκεφτώ τα μελίσσια. Τα είχα αφήσει ήδη 2 μέρες για να συνηθίσουν το νέο τους περιβάλλον και τώρα έπρεπε να πάω να συμμαζέψω το χάος που επικρατούσε μέσα στις κυψέλες μετά την ανθοφορία της πορτοκαλιάς. Η πορτοκαλιά τρελαίνει τις μέλισσες τόσο πολύ που αποθηκεύουν ότι βρίσκουν, όπου βρίσκουν με αποτέλεσμα να μπλοκάρεται η βασίλισσα και το μελίσσι να μην αναπτύσσεται.

Θυμάμαι ότι είχα αργήσει να ξεκινήσω με αποτέλεσμα να φτάσω τελικά στις 9:30, όπου μάλιστα μία έκπληξη με περίμενε. Εκεί που είχα συνηθίσει στην πεδιάδα της Άρτας να πηγαίνω απ’ τις 8 και στις εισόδους να γίνεται χαμός απ’ την κίνηση, παρατήρησα ότι εδώ, δεν πετούσε σχεδόν τίποτα. Το σημείο ήταν ηλιόλουστο αλλά το κρύο της νύχτας κρατούσε ακόμα και δεν άφηνε τις μέλισσες να πιάσουν δουλειά. Αμέσως σκέφτηκα ότι ίσως ήταν λάθος να αφήσω τόσο νωρίς την ασφάλεια και τη ζεστασιά του κάμπου για ένα μόνο φυτό…

Πριν λίγες μέρες είχα πάρει την απόφαση να εγκαταλείψω την πεδιάδα της Άρτας με το ακτινίδιο στο μέσο της ανθοφορίας του. Κάποιοι λένε ότι η άφθονη μεν γύρη του δε μπορεί να συγκριθεί σε ποιότητα με αυτήν της λαδανιάς ή του παλιουριού και οι μέλισσες που θα γεννηθούν και θα τραφούν με ποιοτική και θρεπτική γύρη θα γίνουν πιο δυνατές. Άλλωστε όλη αυτή η προετοιμασία γίνονταν για τον έλατο και ο χρόνος των 20 περίπου ημερών που είχα για να ανασυνταχτούν τα μελίσσια ήταν μικρός και το ρίσκο μεγάλο.

Οι τελευταίες μέρες του Μαΐου ήταν αρκετά βροχερές και η θερμοκρασία τη νύχτα έπεφτε αρκετά χαμηλά. Πράγματι έπειτα από 2-3 μελίσσια βρήκα στον πάτο της κυψέλης και μπροστά στην είσοδο, νεκρό – παγωμένο γόνο. Ήταν αρκετά νωρίς σκέφτηκα, να στήσω το μελισσοκομείο στα 550 μέτρα υψόμετρο… Όμως οι λάθος επιλογές μπορεί να παίζουν το ρόλο τους, δεν καθορίζουν όμως και το τελικό αποτέλεσμα. Αμέσως «έσφιξα» τα μελίσσια και συγκέντρωσα όλους τους γόνους στον κάτω όροφο. Μάζεψα ότι περιττό πλαίσιο δεν πατούσαν οι μέλισσες και έβαλα τις γύρες και τα μέλια στις θέσεις τους.

Στη συνέχεια έκανα μια βόλτα στη γύρω περιοχή για να δω που πηγαίνουν οι μέλισσες. Όπου άκουγα βουητό ακολουθούσα, προσπαθώντας να δω τι είναι. Είδα λαδανιές (κουνούκλες) άσπρες και ροζ, στις οποίες εργάζονταν και άλλα έντομα, σκαθάρια αλλά και άγριες μέλισσες. Παρατήρησα παλιούρια τα οποία όμως είχε «ξεπλύνει» η βροχή και δεν μπορούσαν να προσελκύσουν πολλούς επικονιαστές. Αυτό όμως που φαίνονταν να κεντρίζει περισσότερο το ενδιαφέρον των μελισσών ήταν το αλογοθύμαρο (σουρούπα). Φυσικά υπήρχαν σε μεγάλη αφθονία ασφάκες, ο βαθύς κάλυκας των οποίων όμως καθιστούσε τη συλλογή νέκταρος πολύ δύσκολη, σχεδόν αδύνατη, αλλά και αγριοράδικα.

Τα μελίσσια θα παραμείνουν εδώ μέχρι να ξεκινήσει η μελιτοέκκριση του ελάτου. Το μέρος πάντως είναι φανταστικό!

Στράτος Σαραντουλάκης

Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων

Το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και χαράδρας Αράχθου γεωγραφικά εκτείνεται στις ορεινές περιοχές, των νομών Ιωαννίνων, Άρτας και Τρικάλων (Κεντρική οροσειρά Πίνδου) είναι μια ανοιχτή χερσαία περιοχή περίπου 820 τετρ. χλμ. που ο  κύριος σκοπός ίδρυσής του είναι η διατήρηση της φυσικής και της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και της άγριας ζωής, παράλληλα με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων που εναρμονίζονται με την προστασία της φύσης, έτσι ώστε όλα τα γνωρίσματα, φυσικά, ιστορικά και πολιτιστικά της προστατευόμενης περιοχής να διατηρηθούν ανεπηρέαστα για τις μελλοντικές γενιές.

Η πανίδα στο Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, περιλαμβάνει σημαντικό αριθμό χερσαίων, υδρόβιων και ιπτάμενων ασπονδύλων, αμφίβιων, ερπετών, πουλιών και θηλαστικών. Όσον αφορά στα σπονδυλόζωα έχουν καταγραφεί συνολικά 197 είδη, ενώ οι υπάρχουσες μελέτες που αφορούν τα ασπόνδυλα είναι περιορισμένες και ως σήμερα παραμένει άγνωστος ο αριθμός των ειδών που ζουν στα ενδιαιτήματα της περιοχής. Στα αλπικά λιβάδια ζουν πολλά είδη πεταλούδων, αλλά και νυχτοπεταλούδων. Ορισμένα είδη πεταλούδων έχουν περιορισμένη παγκόσμια εξάπλωση και κάνουν στην περιοχή μια από τις λιγοστές εμφανίσεις τους στον ελλαδικό χώρο.

The Spotted Fritillary- Melitaea didyma

Εκτός από τα Λεπιδόπτερα, ενδημισμός παρατηρείται και σε άλλες οικογένειες των εντόμων όπως τα ορθρόπτερα, τα κολεόπτερα και τα χερσαία ασπονδύλα, τα οποία αν και δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά στο ευρύ κοινό, έχουν ιδιαίτερη επιστημονική και βιογεωγραφική αξία.

The moth – Zygaena transalpina

Στα κρυστάλλινα νερά των παραπόταμων του Αράχθου και του Αχελώου ζουν 7 είδη ψαριών, ενώ ακόμη διατηρούνται ορισμένοι αμιγείς πληθυσμοί της άγριας πέστροφας. Στα ρέματα, τα υγρά αλπικά λιβάδια, στους εποχικούς νερόλακκους της περιοχής αναπαράγονται 6 είδη αμφιβίων. Ο ελληνικός βάτραχος (Rana graeca) ζει κοντά στην κοίτη των ορεινών ρεμάτων, η κιτρινομπομπίνα συναντάται σε υγρές θέσεις με βλάστηση, ενώ οι φρύνοι και οι σαλαμάνδρες μετά την περίοδο αναπαραγωγής τους βρίσκουν καταφύγιο στα δάση.

Η Κίτρινη μπομπίνα (The Yellow – bellied toad)

Στα διαφορετικά ενδιαιτήματα του πάρκου βρίσκουν καταφύγιο 19 είδη της ερπετοπανίδας (1 χερσαία χελώνα, 8 είδη σαυρών και 10 είδη φιδιών). Οι πληθυσμοί πολλών ειδών αυτής της παρεξηγημένης ομάδας ζώων, έχουν μειωθεί, λόγω των πιέσεων από ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Τα ερπετά είναι σημαντικά για τα οικοσυστήματα και στις τροφικές αλυσίδες τόσο ως θηρευτές όσο και ως θηράματα.

Η σαλαμάνδρα της φωτιάς (The Fire salamander)

Όλα τα είδη των ερπετών προστατεύονται σύμφωνα με την ελληνική και την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ενώ για ορισμένα είδη όπως τα φίδια (Elaphe quatuorlineata, Zamenis situla), η μεσογειακή χελώνα (Testudo hermanni), ισχύει πιο αυστηρό πλαίσιο προστασίας και σαν χώρα έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να εφαρμόσουμε ειδικότερα μέτρα, προκειμένου να προστατεύσουμε τους πληθυσμούς τους. Επιπλέον, στο Εθνικό Πάρκο καταγράφηκε για πρώτη φορά η παρουσία της οχιάς των λιβαδιών (Vipera ursinii) που αποτελεί ενδημικό υποείδος της οροσειράς της Πίνδου.

Όρνιο (The Griffon Vulture)

Η περιοχή φιλοξενεί σημαντικό αριθμό στρουθιόμορφων και αρπακτικών πτηνών (περίπου 150 είδη). Η παρουσία πολλών ειδών των αρπακτικών, καθώς και πολλών μεγάλων θηλαστικών δικαιολογεί και την αναγκαιότητα θεσμοθέτησης της περιοχής ως Εθνικού Πάρκου. Συνολικά συναντώνται εδώ 36 είδη αρπακτικών των οικογενειών Accipitridae, Falconidae. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο χρυσαετός (Aquila chrysaetos),  το Όρνιο (Gyps fulvus), το βραχοκιρκίνεζο (Falco tinnunculus), ο Πετρίτης (Falco peregrinus) κ.α..

Αετομάχος (The Red – backed shrike)

Στα κωνοφόρα δάση φωλιάζουν 7 ειδών δρυοκολαπτών μεταξύ αυτών ο μαύρος δρυοκολάπτης (Dryocopus martius), ενώ οι ορθοπλαγιές του Λάκμου και των Τζουμέρκων αποτελούν κατάλληλο ενδιαίτημα φωλεοποίησης για αρκετά ορεινά είδη, όπως ο χιονόστρουφος (Montifringilla nivalis), η χιονάδα (Eremophila alpestris), τα οποία αναζητούν τη λεία τους στα αλπικά και υποαλπικά λιβάδια της περιοχής.

The Greater Horseshoe bat

Το Εθνικό Πάρκο Τζουμέρκων, Περιστερίου και Χαράδρας Αράχθου αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική περιοχή για τα θηλαστικά, καθώς στα διαφορετικά ενδιαιτήματα της περιοχής έχει καταγραφεί η παρουσία του ¼ των ειδών των θηλαστικών που απαντώνται στην Ελλάδα (30 είδη θηλαστικών που ανήκουν σε 17 οικογένειες). Πιο αναλυτικά, στην περιοχή ζουν 4 είδη εντομοφάγων (Insectivora), ένα είδος λαγόμορφου (Lagomorpha), και 8 είδη τρωκτικών (Rodentia), 4 είδη πληφόρων αρτιοδάκτυλων θηλαστικών (Artiodactyla) και 8 είδη σαρκοφάγων θηλαστικών.

Στα σπήλαια και στις σχισμές των βράχων ζουν τουλάχιστον 5 είδη χειροπτέρων (οικογενειες Rhinilophidae και Vespertilionidae), τα οποία χρήζουν ιδιαίτερης προστασίας εξαιτίας της καταστροφής των ενδιαιτημάτων τους.

Αγριόγιδο

Η παρουσία της Αρκούδας (Ursus arctos) είναι αισθητή στο μεγαλύτερο τμήμα του Εθνικού Πάρκου, η οποία για να ικανοποιήσει τις τροφικές της ανάγκες μετακινείται σε μεγάλες αποστάσεις. Η ευρύτερη περιοχή αποτελεί το νοτιοδυτικό όριο της γεωγραφικής εξάπλωσης της αρκούδα στη χώρα μας. Ο αγριόγατος (Felis sylvestris), είναι ένα εντυπωσιακό αιλουροειδές που μπορεί να σας ξαφνιάζει αν αποφασίσετε να διαβείτε τα δασωμένα μονοπάτια στο Εθνικό Πάρκο. Οι καλοί ιχνηλάτες, σίγουρα θα βρουν βιοδηλωτικά ίχνη της βίδρας (Lutra lutra) κατά μήκος των οχθών των ποταμών, παρόλο που τα τελευταία χρόνια οι πληθυσμοί της έχουν μειωθεί σημαντικά, σε παγκόσμιο επίπεδο, εξαιτίας της ανθρώπινης όχλησης και της μείωσης της τροφής της.

Το Αγριόγιδο (Rupicapra rupicapra balcanica), διατηρεί μικρούς πληθυσμούς τα Τζουμέρκα και συναντάται σε επικλινείς καλυμμένες με δάση πλαγιές που καταλήγουν προς τα πάνω σε απόκρημνες κορυφές με σάρες, λούκια και περισσότερο ή λιγότερο οριζόντια διαζώματα με άφθονη ποώδη βλάστηση που συνήθως γειτνιάζουν αναλόγως του υψομέτρου με υπαλπικά λιβάδια. Η παρουσία του Ζαρκαδιού (Capreolus capreolus) αποτελεί ενδείκτη της πολυμορφίας και της ποικιλότητας των οικοσυστημάτων του Εθνικού Πάρκου.

Όσον αφορά στα κτηνοτροφικά είδη, αξίζει να αναφερθούμε στην εκτροφή του προβάτου καλαρρύτικης φυλής (μπούτσικο) από τους κατοίκους των χωριών Καλαρρύτες και  Συρράκο. Οι παλιοί κτηνοτρόφοι υποστηρίζουν ότι τα πρόβατα αυτής της φυλής προήλθαν από τη διασταύρωση του Ορεινού Ηπειρωτικού προβάτου με το πρόβατο της φυλής comisana, άτομα της οποίας μεταφέρθηκαν από τη Σικελία, στα μέσα του18ου αιώνα, από Συρρακιώτες εμπόρους με σκοπό την παραγωγή μαλλιού καλύτερης ποιότητας. Ο συνολικός πληθυσμός αυτής της φυλής στην Ελλάδα ανέρχεται σε 5.000 άτομα.

πηγή: tzoumerka-park.gr