Μια σύντομη χημική ιστορία της ατμόσφαιρας

Η Γη έχει ηλικία 4,6 δισεκατομμύρια έτη. Το γήινο περιβάλλον κατά τη νεότητα της Γης ήταν ιδιαίτερα αφιλόξενο. Έπειτα από 400 με 600 εκατομμύρια χρόνια από την δημιουργία του πλανήτη και τη σταδιακή μείωση της θερμοκρασίας του, σχηματίστηκαν οι πρώτοι ωκεανοί, από συμπύκνωση των υδρατμών της ατμόσφαιρας.

Η Λιθανθρακοφόρος περίοδος των απέραντων ελωδών δασών.

Το γεγονός αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό καθώς η ζωή είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη νερού, ωστόσο η θερμοκρασία των ωκεανών ήταν ακόμα πολύ υψηλή (80-90°C). Η ατμόσφαιρα περιείχε ελάχιστο οξυγόνο (λιγότερο από 0,001%) σε σύγκριση με το 21% που υπάρχει σήμερα, ενώ αντίστοιχα το διοξείδιο του άνθρακα ήταν 5%, πολύ πάνω από το σημερινό 0,036%, προκαλώντας ένα τεράστιας κλίμακας φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Πριν από 3,7 δισεκατομμύρια έτη η Γη έχοντας καταφέρει να διατηρήσει την ατμόσφαιρά της, περνάει σε μια περίοδο ηρεμίας όπου οι επιθέσεις αστεροειδών μειώνονται καθοριστικά, επιτρέποντας την σταδιακή ψύξη του πλανήτη σε θερμοκρασίες που ευνοούσαν την εμφάνιση ζωής. Η ζωή εμφανίστηκε πριν από 3,8 έως 3,6 δισεκατομμύρια έτη στη θάλασσα, όπου και παρέμεινε για περίπου 3,2 δισεκατομμύρια χρόνια.

Ο λόγος γι αυτό ήταν γιατί δεν υπήρχε ακόμη το στρατοσφαιρικό στρώμα του όζοντος το οποίο απορροφά την βλαβερή υπεριώδη ακτινοβολία. Το στρώμα αυτό δημιουργήθηκε σταδιακά από την δραστηριότητα της φωτοσύνθεσης που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του οξυγόνου, τη δημιουργία του προστατευτικού στρώματος του όζοντος και της μείωσης του διοξειδίου του άνθρακα με συνέπεια την άμβλυνση των θερμοκηπιακών φαινομένων και την επικράτηση πιο ήπιων θερμοκρασιών.

Οι πρώτοι οργανισμοί ήταν αναγκαστικά αναερόβιοι, προσαρμοσμένοι στην έλλειψη οξυγόνου, όμως αργότερα εμφανίστηκαν τα κυανοβακτήρια που παρήγαγαν οξυγόνο ως παραπροϊόν κατά τη φωτοσύνθεση. Σήμερα αιωρούνται ως πλαγκτονικά σε θάλασσες και λίμνες. Θεωρείται ότι το φράγμα του 0,1% στην συγκέντρωση του οξυγόνου στην ατμόσφαιρα ξεπεράστηκε πριν από 2,2 δισεκατομμύρια έτη, όταν και άρχισε να σχηματίζεται η στρατοσφαιρική στιβάδα του όζοντος.

Με τη δημιουργία της αερόβιας φωτοσύνθεσης η ζωή έπαψε να περιορίζεται τοπικά γύρω από θερμές πηγές και για πρώτη φορά στην ιστορία παγκοσμιοποιήθηκε. Ωστόσο ακόμα μόνο μέσα στη θάλασσα. Χρειάστηκε άλλο 1,5 δισεκατομμύρια χρόνια μέχρι τα πρώτα φυτά να βγουν στην ξηρά. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι το οξυγόνο αυτή την περίοδο έφτασε το 10% (21% σήμερα), ενώ το διοξείδιο του άνθρακα μειώθηκε στο 0,5% (0,036% σήμερα).

Ο αποικισμός της ξηράς από τα φυτά δεν ήταν εύκολος, συνέβη όμως πριν από 450 εκατομμύρια χρόνια. Το άγονο σεληνιακό τοπίο της Γης δίνει τη θέση του σε έναν πράσινο κόσμο, καλυμμένο από κάθε μορφή βλάστησης, συμπεριλαμβανομένου τους δάσους. Η ρύθμιση οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα είναι πλέον αποκλειστική ευθύνη των χερσαίων φυτών, που αυξάνουν το μεν οξυγόνο στα επικίνδυνα επίπεδα του 25-30% και μειώνουν το διοξειδίου του άνθρακα στο 0,05% κατά τη Λιθανθρακοφόρο περίοδο, των μεγάλων δασών.

Ενώ το οξυγόνο ήταν αποτέλεσμα της φωτοσύνθεσης, η μείωση του διοξειδίου του άνθρακα οφείλεται στην αποσάθρωση του εδάφους από τη δημιουργία ριζών. Οι υψηλές όμως συγκεντρώσεις οξυγόνου ήταν επικίνδυνες επειδή προκαλούσαν αυτόματες πυρκαγιές, οι οποίες κατέστρεψαν σημαντικό μέρος της βλάστησης, οδηγώντας τελικά σε μια ισορροπία, σταθεροποιώντας το οξυγόνο σε τιμές κοντά στο 20-22% κατά τα τελευταία 170 εκατομμύρια χρόνια.

Οι διακυμάνσεις αυτές επηρεάζονται από τη φωτοσύνθεση αλλά και από βίαια φυσικά φαινόμενα, όπως εκρήξεις ηφαιστείων και πτώσεις ουράνιων σωμάτων. Για παράδειγμα στο τέλος της Πέρμιας περιόδου, πριν από 250 εκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε από τεκτονικές κινήσεις του φλοιού της Γης η υπερ-ήπειρος Παγγαία. Η τεράστια ηφαιστειακή δραστηριότητα που τη συνόδευσε εξαπλασίασε τη συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα μέσα σε μόλις 10.000 χρόνια.

Αντίστοιχα η πτώση αστεροειδούς στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου, πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, όταν και εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι, αύξησε το διοξείδιο του άνθρακα στο 20%. Τα τελευταία 400.000 χρόνια έφτασε τις χαμηλότερες τιμές από τη δημιουργία της Γης, κυμαινόμενο μεταξύ 0,018 και 0,028%. Η ανθρωπογενής αύξηση όμως μετά τη βιομηχανική επανάσταση κατά 50% περίπου στα τελευταία 300 χρόνια, θεωρείται ταχύτερη από εκείνη που προκλήθηκε από τα ηφαίστεια κατά τη δημιουργία της Παγγαίας. Τότε οι κλιματικές αλλαγές οδήγησαν στην εξαφάνιση του 90% των ζωικών ειδών. Τώρα;

 

 

Αυτά και πολλά ακόμα ενδιαφέροντα θα βρείτε στο βιβλίο του Γιάννη Μανέτα: Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών.

Κάπως έτσι θα έμοιαζε η κόλαση του Δάντη

Η καταστροφή στη Βόρεια Εύβοια είναι ανείπωτη. Η καμμένη έκταση σύμφωνα με το Copernicus προσδιορίζεται στα 500.000 στρέμματα και εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 800.000. Είναι η μεγαλύτερη καταστροφή από φωτιά στην ιστορία της Ελλάδας καθώς ξεπέρασε αυτήν της Ηλείας το 2007 όταν είχαν καεί 443.280 στρέμματα.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Δημητρακόπουλο καθηγητή στο τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντή του Εργαστηρίου Δασικών Πυρκαγιών και Κλιματικής αλλαγής, αυτό που χάθηκε ήταν το 10-12% των δασών ολόκληρης της χώρας!

Αρκετοί κάτοικοι έχασαν τα σπίτια τους αλλά και τις καλλιέργειες τους, τουριστικές επιχειρήσεις καταστράφηκαν, οι ρητινοσυλλέκτες δηλώνουν ζωντανοί-νεκροί για τα επόμενα 30-40 χρόνια, ενώ σοβαρές είναι οι συνέπειες και για την ελληνική παραγωγή μελιού καθώς εκεί παράγονταν περίπου το 20% της ετήσιας παραγωγής ολόκληρης της χώρας.

Σύμφωνα με τον Βασίλη Ντούρα πρόεδρο της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδος, 500 χιλιάδες κυψέλες πήγαιναν κάθε χρόνο στη Βόρεια Εύβοια για να συλλέξουν πευκόμελο. Ακόμα δεν έχει γνωστό το μέγεθος της καταστροφής των κυψελών καθώς αρκετοί μελισσοκόμοι ζουν σε άλλες περιοχές και δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν στα μελίσσια τους ώστε να δουν σε τι κατάσταση βρίσκονται.

Το κράτος προσπαθεί να καθησυχάσει τους πολίτες ανακοινώνοντας μέτρα για την ανακούφιση των πυρόπληκτων, βεβαιώνοντας ότι θα δοθούν αποζημιώσεις, όμως εδώ ανοίγει το τεράστιο θέμα της ασφάλισης. Τα μελίσσια ασφαλίζονται στον ΕΛΓΑ με ένα ποσό γύρω στα 0,50€ ανά κυψέλη. Σε περίπτωση απώλειας από πυρκαγιά για να έρθει ο ανταποκριτής και να πραγματοποιήσει έλεγχο θα πρέπει ο μελισσοκόμος να καταβάλει το ποσό των 2€ ανά κυψέλη που χάθηκε, με μέγιστο ποσό αυτό των 300€.

Όμως αν ο εισαγγελέας αποδώσει την αιτία της πυρκαγιάς σε εμπρησμό ή αμέλεια τότε ο μελισσοκόμος δεν δικαιούται αποζημίωση. Επίσης σε μεγάλες πυρκαγιές όπως αυτή της Εύβοιας τα μελίσσια καίγονται ολοσχερώς και επειδή είναι αδύνατον να προσδιοριστεί ο αριθμός τους, το κλιμάκιο του ΕΛΓΑ δεσμεύεται ότι θα τα ελέγξει από δορυφόρο, κάτι το οποίο καθυστερεί πολύ την διαδικασία και συχνά δεν έχει αποτέλεσμα.

Παράλληλα σύμφωνα με το σύστημα EFFIS, η καμένη έκταση στα όρια Ηλείας-Αρκαδίας προσδιορίζεται σε 150.000 στρέμματα. Η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Τσακαλίδη με την 81χρονη γυναίκα που εγκαταλείπει συντετριμμένη το φλεγόμενο σπίτι της, στις Γούβες Εύβοιας έγινε σύμβολο μιας καταστροφής και δημοσιεύτηκε στα διεθνή μέσα.

Φωτιές στην Εύβοια: τεράστια η καταστροφή για την ελληνική μελισσοκομία

Το 20% του ελληνικού μελιού παράγονταν στη Βόρεια Εύβοια. Η καταστροφή είναι τεράστια για την ελληνική μελισσοκομία. Μάλιστα εκφράζονται αμφιβολίες από ειδικούς για το αν το δάσος θα ξαναδώσει μέλι όταν επανέλθει σε 15-20 χρόνια.

Το 60-65% όλης της ελληνικής παραγωγής μελιού είναι πευκόμελο. Αυτό παράγεται κυρίως σε τρεις περιοχές. Β. Εύβοια, Χαλκιδική και Θάσο. Στη Β. Εύβοια παράγεται περίπου το 1/3 του πευκόμελου όλης της Ελλάδας. Δεδομένου ότι το πεύκο είναι η πιο σταθερή νομή, καθώς όλα τα υπόλοιπα μέλια παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις στις αποδόσεις χρόνο με το χρόνο, γίνεται εύκολα αντιληπτό το μέγεθος της καταστροφής για την ελληνική μελισσοκομία. Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους ντόπιους παραγωγούς καθώς πολλοί μελισσοκόμοι της Στερεάς, της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας ζούσαν από το πευκόμελο της Β. Εύβοιας.

Το δάσος εφόσον αφεθεί ανενόχλητο και αν δεν αλλάξει η χρήση γης θα επανέλθει σε ένα διάστημα 20 ετών. Όμως το πευκόμελο παράγεται από τις μελιτώδεις εκκρίσεις του εντόμου Marchalina hellenica, το οποίο κάηκε μαζί με τα δέντρα και δεν είναι σίγουρο ότι θα επανέλθει μαζί τους. Αξίζει να τονιστεί εδώ ότι όσοι μελισσοκόμοι χάσουν τα μελίσσια τους στις φωτιές δεν δικαιούνται αποζημίωση αν η πυρκαγιά αποδοθεί σε εμπρησμό.

Πευκοδάση και φωτιές: Οι βολικοί μύθοι

Συνέντευξη με τον Μαρτίνο Γκαίτλιχ, βιολόγο-περιβαλλοντολόγο και συγγραφέα πολλών βιβλίων για το ελληνικό τοπίο και το φυσικό περιβάλλον.

Στην Ελλάδα, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, η δασική βλάστηση έχει αυξηθεί, παρά τις πυρκαγιές. Υπήρξαν βεβαίως και τοπικές μειώσεις, με εντονότερη την αποδάσωση σε παράκτιες, τουριστικές και πεδινές περιοχές. Οι δασικές πυρκαγιές υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του ανθρώπου. Αλλά και στη σημερινή εποχή, βάσει όλων των δεδομένων, οι εμπρησμοί αποτελούν ένα δευτερεύον υποσύνολο. Ο ανθρώπινος παράγοντας, εκούσιος ή ακούσιος, είναι μεν υπαρκτός, αλλά το πραγματικό πρόβλημα είναι η γειτνίαση και η διείσδυση των οικισμών μέσα σε αυτά. Οι ζώνες ανάμειξης και διεπαφής δασών και οικισμών, αυξάνουν τον κατακερματισμό του δάσους, τον κίνδυνο για καταστροφικές πυρκαγιές, και την πιθανότητα για ανθρώπινες απώλειες.

Κύριε Γκαίτλιχ, ποιοί φταίνε για τις φωτιές στα δάση; οι εμπρηστές, οι οικοπεδοφάγοι, οι εχθροί μας;
Υπάρχουν σίγουρα αρκετοί αστικοί μύθοι γύρω από το θέμα αυτό. Ας αρχίσουμε απομυθοποιώντας τον τελευταίο που αναφέρατε, με τη βοήθεια της απλής λογικής: Συχνά ακούμε ότι οι Τούρκοι ή κάποιοι «ξένοι πράκτορες» βάζουν τις φωτιές στα δάση της χώρας μας, όμως ας θυμηθούμε ότι οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι ένα αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, είναι ένα συχνότατο φαινόμενο στις χώρες της Μεσογείου, καθώς και σε άλλες περιοχές που έχουν παρόμοιο κλίμα, όπως η Καλιφόρνια και η Αυστραλία. Αν ίσχυε λοιπόν η θεωρία των «ξένων πρακτόρων», τότε ποιοι βάζουν τις φωτιές στην Ισπανία; Μήπως οι Πορτογάλοι; Ας προσεγγίσουμε λοιπόν το θέμα βασιζόμενοι στα δεδομένα και όχι σε θεωρίες συνωμοσίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, οι περισσότερες δασικές πυρκαγιές οφείλονται αποδεδειγμένα σε αμέλεια. Βέβαια και η αμέλεια αποτελεί κι αυτή μια μορφή εμπρησμού, απλώς χωρίς πρόθεση και κίνητρο. Θυμάμαι έναν γνωστό καθηγητή Οικολογίας που συνήθιζε να λέει ότι ένας από τους κυριότερους εμπρηστές στην Ελλάδα είναι η ΔΕΗ, εννοώντας τους σπινθήρες από τους προβληματικούς μετασχηματιστές και τα υπέργεια καλώδια του δικτύου. Ασφαλώς και δεν αρνούμαι την ύπαρξη των εσκεμμένων πυρκαγιών και μάλιστα πάντα με ενδιέφερε η ιστορική και κοινωνική διερεύνησή τους, καθώς και η διαχρονική επίδραση ειδικά των κτηνοτροφικών πυρκαγιών στο τοπίο, αν και αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο. Στη σημερινή εποχή όμως, βάσει όλων των δεδομένων, είναι σαφές ότι οι εκούσιοι εμπρησμοί αποτελούν ένα δευτερεύον υποσύνολο. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο ανθρώπινος παράγοντας, εκούσιος ή ακούσιος, είναι μεν υπαρκτός, όμως ας μην ξεχνάμε ότι οι δασικές πυρκαγιές υπήρχαν στον μεσογειακό χώρο και πριν από την παρουσία του ανθρώπου. Όποια κι αν είναι τα αίτια, ανθρωπογενή ή φυσικά, έχουν μικρή σημασία στην εξέλιξη των πυρκαγιών, στις ζημίες και στην καταστροφικότητά τους. Όσοι λοιπόν διατείνονται ότι πίσω από τις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα βρίσκονται πάντα κάποιοι εμπρηστές, κάνουν μία εσφαλμένη απλούστευση και αστοχούν στην προσέγγιση της ουσίας του προβλήματος. Και, ακόμα χειρότερα, απομακρύνουν τη συζήτηση από τη βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου των πυρκαγιών στα μεσογειακά δάση.

Έχετε υποστηρίξει με διάφορες ευκαιρίες, ότι παρά τις εκτεταμένες πυρκαγιές, το συνολικό δάσος στην Ελλάδα …αυξάνεται. Μαγική εικόνα; Ζούμε σε μια δασωμένη χώρα και δεν το ξέρουμε;
Η αύξηση της δασοκάλυψης της Ελλάδας δεν είναι μία άποψη ή ένας ισχυρισμός κάποιων. Είναι μια αντικειμενική διαπίστωση που βασίζεται σε συγκρίσεις αεροφωτογραφιών, ιστορικών φωτογραφιών, καθώς και δορυφορικών λήψεων. Όλες οι σχετικές μελέτες που έχουν γίνει και όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, δείχνουν μία ξεκάθαρη αύξηση. Το ποσοστό των δασών στη χώρα μας ξεπερνά το 25%. Αντιλαμβάνεστε ότι αν συμπεριλάβουμε τους θαμνώνες, τότε το ποσοστό αυτό προφανώς είναι ακόμα μεγαλύτερο. Η σημαντικότερη αύξηση της δασοκάλυψης στην Ελλάδα ξεκίνησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της μείωσης του πληθυσμού της υπαίθρου και ιδίως λόγω της σταδιακής εγκατάλειψης των ορεινών και ημιορεινών περιοχών. Ένας άλλος, δευτερεύων, παράγοντας ήταν η σταδιακή μείωση της χρήσης των καυσόξυλων στη θέρμανση και στο μαγείρεμα. Σε μια γενική θεώρηση λοιπόν, ναι, έχει συνολικά σημειωθεί αύξηση των εκτάσεων με δασική βλάστηση, παρά τις πυρκαγιές. Υπήρξαν βεβαίως και τοπικές μειώσεις, με εντονότερη την αποδάσωση κυρίως σε παράκτιες και πεδινές περιοχές. Η απάντηση ωστόσο στο ερώτημά σας αν «ζούμε σε μια δασωμένη χώρα» είναι κάτι διαφορετικό που αφορά μάλλον σε μία εντύπωση, η οποία εξαρτάται από το πού βρίσκεται κανείς και ποιον ρωτάει: Εάν ρωτήσετε έναν τουρίστα, θα λάβετε διαφορετική απάντηση αν η συζήτησή σας γίνεται σε ένα τυπικό Κυκλαδονήσι, και διαφορετική στην Ευρυτανία. Επίσης, άλλη απάντηση θα σας δώσει ένας Άραβας και άλλη ένας Σκανδιναβός.

Δάσος χαλεπίου πεύκης στην Κεφαλλονιά.

Το σοβαρότερο πρόβλημα είναι προφανώς οι πυρκαγιές στα πευκοδάση. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Αρχικά να διευκρινίσουμε ότι όταν ο κόσμος αναφέρεται στα «πευκοδάση» εννοεί τα δάση της χαλεπίου και της τραχείας πεύκης. Έχει σημασία η διάκριση αυτή διότι στην Ελλάδα υπάρχουν συνολικά 7 διαφορετικά είδη πεύκων, τα οποία όμως εμφανίζουν ποικίλα οικολογικά χαρακτηριστικά και απαντώνται σε διαφορετικά ενδιαιτήματα, όπως για παράδειγμα το μαυρόπευκο και το ρόμπολο που είναι τυπικά ορεινά είδη πεύκης. Αντίθετα, η χαλέπιος και η τραχεία πεύκη βρίσκονται σε χαμηλά συνήθως υψόμετρα, καθώς και σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές. Όσο και αν ξενίσει κάποιους αυτό που θα πω, τα πευκοδάση αυτά καίγονται τουλάχιστον μία ή δύο φορές μέσα σε κάθε αιώνα. Αυτό ήταν και παραμένει ένα φυσιολογικό φαινόμενο, άρρηκτα συνδεδεμένο με τα μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα. Γι’ αυτό και οι καλοκαιρινές πυρκαγιές στη χώρα μας, σε μεγάλο βαθμό, ταυτίζονται με τα δάση χαλεπίου και τραχείας πεύκης, καθώς και με τους μεσογειακούς θαμνότοπους. Οι ανθρωπογενείς παράγοντες έχουν αναμφίβολα πυκνώσει τις φωτιές στα οικοσυστήματα αυτά, ωστόσο η φυσική σύνδεση των δασών με τη φωτιά, παραμένει. Για να επανέλθω όμως στο ερώτημά σας, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η φωτιά στα πευκοδάση αλλά η γειτνίαση με τους οικισμούς και η διείσδυση των οικισμών μέσα σε αυτά. Δηλαδή δημιουργείται μία ζώνη διεπαφής δασών και κατοικημένων περιοχών, η οποία αυξάνει τον κατακερματισμό του δάσους, τον κίνδυνο για καταστροφές σπιτιών και την πιθανότητα για ανθρώπινες απώλειες.

Δάσος μαύρης πεύκης. Αναπτύσσεται σε υψόμετρο από 400 μέχρι 1800μ.

Το δάσος καίγεται. Αυτό είναι αναπόφευκτο και μοιραίο; Πότε είναι «οικολογική καταστροφή» και πότε όχι;
Πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ότι οι οικολογικές επιπτώσεις μιας πυρκαγιάς και οι επιπτώσεις στους ανθρώπους, είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Επίσης να τονίσω ότι -αντίθετα με τα όσα ακούγονται κατά καιρούς στα δελτία ειδήσεων – δεν υπάρχουν παρθένα δάση χαλεπίου ή τραχείας πεύκης. Όπως προανέφερα, τα δάση αυτά έχουν εξελιχθεί σε άμεση σχέση με τη φωτιά και είναι απόλυτα προσαρμοσμένα σε αυτήν. Ως εκ τούτου δεν μιλάμε για μία οικολογική καταστροφή αλλά για ένα στιγμιότυπο στη διαδοχή των μεσογειακών δασικών οικοσυστημάτων, το οποίο κάποια στιγμή θα συμβεί. Αντιλαμβάνομαι τα συνταρακτικά συναισθήματα που προκαλεί η εικόνα μιας δασικής πυρκαγιάς, όμως αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως με οικολογική καταστροφή. Εκείνο που είναι πραγματικά καταστροφικό, ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, είναι όταν καίγονται δάση τα οποία δεν είναι προσαρμοσμένα στον κύκλο των συχνών περιοδικών πυρκαγιών, όπως τα ελατοδάση και ορισμένα δάση αρκεύθων. Ας δούμε με προσοχή τα πρώτα διδάγματα από το, σχετικά πρόσφατο, τραγικό παράδειγμα στην Πάρνηθα, μετά τη φωτιά που είχαμε το καλοκαίρι του 2007: Το καμένο πευκοδάσος που υπήρχε στα χαμηλότερα μέρη, έχει αναγεννηθεί, σε αρκετά σημαντικό βαθμό, και μάλιστα επεκτείνεται. Αντίθετα, το ελατοδάσος δεν δείχνει κανένα απολύτως σημάδι αναγέννησης. Ο λόγος για τη διαφορά αυτή είναι ότι το έλατο έχει ανάγκη από την ύπαρξη μιας «πρόδρομης βλάστησης», από κάποια συγκεκριμένα δασικά είδη, η οποία θα εξασφαλίσει τις απαραίτητες συνθήκες υγρασίας, σκιάς και προστασίας, μέσα στις οποίες θα μπορέσουν να αναπτυχθούν οι σπόροι και κατόπιν τα μικρά έλατα. Ως εκ τούτου, η φυσική αποκατάσταση του ελατοδάσους, εφόσον δεν παρεμποδιστεί από ανθρωπογενείς παράγοντες, θα χρειαστεί πάρα πολλές δεκαετίες. Σε κάποιες περιπτώσεις, ενδέχεται να μην γίνει ποτέ. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να κατανοηθεί η αξία και η μοναδικότητα των δασών αυτών. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν είναι όλα τα δάση ίδια. Δηλαδή, πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε την οικολογική διάσταση των δασών, ως οικοσυστήματα, και να μην τα βλέπουμε μόνον ως παραγωγούς οξυγόνου.

Το θρυλικό Μικρό Χωριό Ευρυτανίας είναι χτισμένο μέσα σε πυκνό ελατοδάσος σε υψόμετρο 950μ.

Χρειαζόμαστε πράγματι αναδασώσεις, ή η αναγέννηση θα έρθει από μόνη της;
Ο γενικός κανόνας είναι ότι η καλύτερη αναδάσωση είναι η φυσική αναδάσωση. Αυτό βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι θα αφήσουμε τη φύση ανενόχλητη και εφόσον δεν αλλάξει η χρήση γης μετά τη φωτιά. Στα πευκοδάση, η μεσολάβηση ενός χρονικού διαστήματος δεκαπενταετίας ή εικοσαετίας ανάμεσα σε δύο διαδοχικές πυρκαγιές, δεν εμποδίζει την αναγέννηση και διατήρηση των πευκοδασών. Πρέπει λοιπόν να γίνει από όλους κατανοητό, ότι ένα πευκοδάσος που έχει καεί, θα ξαναγίνει δάσος, μετά από δυο δεκαετίες περίπου, μέσω της φυσικής αναδάσωσης. Εάν όμως οι φωτιές επαναληφθούν σε μικρότερα χρονικά διαστήματα, τότε τα πεύκα δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στην ηλικία παραγωγής κουκουναριών, άρα και σπερμάτων, οπότε το πευκοδάσος δεν μπορεί να αναγεννηθεί. Αντιστοίχως, για τους λόγους που προανέφερα, αυτή η αδυναμία αναγέννησης ισχύει και στις κατηγορίες των δασών που δεν είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές. Κατά συνέπεια, οι τεχνητές αναδασώσεις είναι μερικές φορές αναγκαίες. Ωστόσο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν απαιτούνται, και, σίγουρα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πανάκεια. Επίσης, δεν μπορούν να γίνουν από τον οποιονδήποτε φορέα, καλοπροαίρετο έστω, χωρίς επιστημονικό σχεδιασμό. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα χαρακτηριστικά λάθη που γίνονται στις αναδασώσεις, όπως για παράδειγμα να γίνονται οι φυτεύσεις από ανεκπαίδευτους εθελοντές, συχνά σε λάθος εποχή ή με λάθος είδη δέντρων. Επίσης, ακόμα συχνότερα, δεν λαμβάνεται υπόψη η διαδικασία της φυσικής αποκατάστασης που μπορεί να έχει ήδη ξεκινήσει σε μια καμένη έκταση, ούτε η ευπαθής άγρια χλωρίδα που αναπτύσσεται στις περιοχές αυτές, όπως για παράδειγμα κάποια ενδημικά αγριολούλουδα τα οποία μπορεί να απειληθούν από τις, κατά τα άλλα καλοπροαίρετες, δενδροφυτεύσεις. Δυστυχώς βλέπουμε αρκετά τέτοια παραδείγματα, όπου γίνεται περισσότερο κακό παρά καλό. Η αποκατάσταση ενός καμένου δάσους είναι μια πολυσύνθετη και σίγουρα όχι άμεση διαδικασία, ενώ ο κόσμος θέλει γρήγορες λύσεις και εύπεπτες απαντήσεις.

Δάσος βελανιδιάς στην Αιτωλοακαρνανία.

Μήπως θα βοηθούσε αν στις πυρόπληκτες περιοχές φυτεύαμε άλλα είδη: βελανιδιές, κυπαρίσσια ή ευκαλύπτους;
Θα ξεκινήσω απαντώντας για τους ευκαλύπτους: Η απάντηση είναι κατηγορηματικά, όχι! Ως προς τα άλλα είδη, θα έλεγα, κατά περίπτωση, και ναι και όχι. Εξηγούμαι: Οι ευκάλυπτοι, αν και έχουν ένα ελληνοπρεπέστατο όνομα, είναι δέντρα που κατάγονται από την Αυστραλία. Μπορούμε να συνεχίσουμε να τους φυτεύουμε σε κήπους και σε δενδροστοιχίες, ωστόσο δεν έχουν θέση στις αναδασώσεις, για πολλούς λόγους. Πρωτίστως βέβαια, διότι δεν ανήκουν στα ελληνικά δασικά οικοσυστήματα και, επιπλέον, είναι και εύφλεκτα φυτά. Όπως ανέφερα και πριν, οι τεχνητές αναδασώσεις χρειάζονται επιστημονικό σχεδιασμό. Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα επιστημονικά δεδομένα, που προκύπτουν από τις νεότερες έρευνες, είναι εντελώς εσφαλμένη πρακτική η χρήση ξενικών ειδών στην αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων. Ορισμένα τέτοια ξενικά είδη μάλιστα έχουν γίνει επίμονα ζιζάνια, όπως για παράδειγμα ο Αείλανθος, που είχε φυτευτεί ευρύτατα ως ταχυαυξές είδος. Οι βελανιδιές, τα κυπαρίσσια, καθώς και άλλα ιθαγενή δασικά είδη, μπορούν ασφαλώς να χρησιμοποιηθούν σε αναδασώσεις, στα κατάλληλα για αυτά ενδιαιτήματα (θέσεις) και έπειτα από σχετική ειδική μελέτη. Εν αντιθέσει με τα πεύκα, οι βελανιδιές είναι λιγότερο εύφλεκτα δέντρα και «επενδύουν» στον χρόνο. Είναι μακρόβια και βραδυαυξή φυτά και, κάποια είδη όπως η ήμερη βελανιδιά και η χνοώδης δρυς, μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν σε πολλές περιοχές χαμηλού και μέσου υψομέτρου. Ας μην σπεύσουμε όμως να προτείνουμε την πλήρη αντικατάσταση των πευκοδασών με άλλα είδη. Ας θυμηθούμε ότι τα πευκοδάση έχουν και οικονομική σημασία, καθώς φιλοξενούν παραγωγικές δραστηριότητες, με πρώτη και καλύτερη τη μελισσοκομία για την παραγωγή του πευκόμελου από τη μαρσαλίνα των πεύκων. Η «δαιμονοποίηση» του πεύκου όπως συνέβη και μετά από την πρόσφατη κακοκαιρία «Μήδεια», τον περασμένο χειμώνα, παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε είδος δέντρου και κάθε δασικό οικοσύστημα, έχει τη δική του σημασία και αξία.

Πευκοδάσος στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας.

Σύμφωνα με αυτά που επισημάνατε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στα θέματα αυτά υπάρχει έλλειμμα οικολογικής γνώσης;
Δεν πρόκειται απλώς για ένα έλλειμμα γνώσης. Είναι τόσο μεγάλες οι ελλείψεις των γνώσεων του κοινού στον κλάδο της Οικολογίας, όπως άλλωστε και στη Βιολογία γενικότερα, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι υπάρχει πραγματικά ένας οικολογικός αναλφαβητισμός! Τα περισσότερα παιδιά που τελειώνουν στη σημερινή εποχή το σχολείο, δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν τα βασικά είδη δέντρων και θάμνων της ελληνικής δασικής βλάστησης, ούτε καν τα είδη των δέντρων που απαντώνται μέσα στην πόλη, στη γειτονιά τους. Επιτρέψτε μου εδώ να αναφέρω ότι, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια συστηματική υποβάθμιση της διδασκαλίας της Βιολογίας, στη σχολική εκπαίδευση. Ένα από τα πιο σκανδαλώδη παραδείγματα είναι το ότι ποτέ δεν διδάσκεται η Εξέλιξη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γεγονός που δημιουργεί – μεταξύ των άλλων – και σοβαρότατες αδυναμίες κατανόησης βασικών καθημερινών ζητημάτων, όπως διαπιστώσαμε και στην πανδημία του covid-19. Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα των δασικών πυρκαγιών, το έλλειμμα της γνώσης δεν αφορά μόνο την ελλιπή σχολική εκπαίδευση. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έχουν επίσης μεγάλη ευθύνη σε αυτό. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι, δυστυχώς, έχουν πολύ λίγες γνώσεις για το θέμα. Στην καλύτερη περίπτωση, οι γνώσεις αυτές φτάνουν το πολύ μέχρι το λεγόμενο «τρίγωνο της φωτιάς», θερμότητα-οξυγόνο-καύσιμο, δηλαδή τους τρεις βασικούς παράγοντες που συντελούν σε μια πυρκαγιά. Στη χειρότερη περίπτωση, απλώς επαναλαμβάνουν διάφορα κλισέ, για την «πύρινη λαίλαπα που κατακαίει το πράσινο και τις ανθρώπινες περιουσίες».

Η πρόσφατη φωτιά στο πευκοδάσος της Βαρυμπόμπης.

Για το ρόλο της κτηνοτροφίας και της βόσκησης, υπάρχουν συγκρουόμενες απόψεις. Που βρίσκεται η οικολογική αλήθεια;
Η βόσκηση στα δασικά οικοσυστήματα έχει μεγάλη σημασία, είτε πρόκειται για αποτέλεσμα της παρουσίας άγριων φυτοφάγων ζώων, όπως τα ελάφια και τα ζαρκάδια, είτε για την εκτροφή αιγοπροβάτων. Η βόσκηση που γίνεται στο πλαίσιο της παραδοσιακής εκτατικής κτηνοτροφίας μπορεί να αποτελεί μέρος της αειφορικής διαχείρισης του δάσους. Προσοχή: αναφέρομαι στη βόσκηση, όχι στην υπερβόσκηση. Η υπερβόσκηση, δηλαδή η υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας, είναι πρόβλημα και παράγοντας υποβάθμισης των δασών. Ενταγμένη όμως στο κατάλληλο διαχειριστικό σχέδιο και τηρώντας τις προδιαγραφές που ορίζει η βοσκοϊκανότητα του κάθε δάσους, η εκτατική κτηνοτροφία συμβάλλει στη διατήρηση των διάκενων, των ξέφωτων και των λιβαδιών, και κατ’ επέκταση στην ποικιλότητα του δασικού περιβάλλοντος.

Νέγρι Ηπείρου. Καταυλισμός Βλάχων (1975), φωτό: Τάκης Τλούπας

Πόσα και ποια μέτρα πυροπροστασίας και πυρόσβεσης χρειαζόμαστε τελικά; Και ποιες είναι οι νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή;
Θα σας απαντήσω, στο πλαίσιο του δικού μου γνωστικού αντικειμένου, για τα μέτρα διαχείρισης που συμβάλλουν στην πρόληψη και αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Αρχικώς θεωρώ ότι πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητή η σχέση του πευκοδάσους, και γενικότερα των μεσογειακής δασικής βλάστησης, με τη φωτιά. Η φωτιά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κύκλου της διαδοχής των οικοσυστημάτων αυτών και προϋπήρχε της ανθρώπινης παρουσίας σε αυτά. Ασφαλώς, η συνειδητοποίηση του φαινομένου αυτού δεν μας απαλλάσσει από τις ευθύνες μας. Είναι όμως μία οικολογική παράμετρος, την οποία πρέπει οπωσδήποτε να λάβουμε υπόψη μας, έτσι ώστε να γίνουμε αποτελεσματικότεροι στο σχεδιασμό της πυρόσβεσης και της δασοπροστασίας. Οι υπηρεσίες, καθώς και όσοι ζουν κοντά σε πευκοδάση, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι σίγουρα μια πυρκαγιά θα εκδηλωθεί σε αυτά, μέσα στη διάρκεια ενός κύκλου μερικών δεκαετιών. Επιπλέον, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι όσο περισσότερος χρόνος έχει περάσει από την τελευταία πυρκαγιά τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος για να συμβεί μια νέα μεγάλη πυρκαγιά, καθώς συσσωρεύεται καύσιμη ύλη και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για συνοδές καταστροφές. Ο κίνδυνος αυτός όμως μπορεί να μειωθεί με την κατάλληλη διαχείριση της βιομάζας. Και, γενικά, ένα διαχειριζόμενο πευκοδάσος είναι λιγότερο ευάλωτο στις πυρκαγιές από ένα μη-διαχειριζόμενο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι τα πευκοδάση είχαν πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες στο παρελθόν. Είναι πολύ λυπηρό το γεγονός ότι σήμερα αντιμετωπίζονται, σχεδόν αποκλειστικά, ως εν δυνάμει χώρος παραθεριστικής κατοικίας. Στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής πυροπροστασίας, μπορούν και πρέπει να ενταχθούν και μέτρα διαχείρισης που θα περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τόσο την επιλεκτική υλοτομία όσο και τη βόσκηση. Η εφαρμογή τέτοιων διαχειριστικών πρακτικών, έχει επιπροσθέτως και οφέλη για την τοπική οικονομία και απασχόληση, καθώς οι συγκεκριμένες δραστηριότητες παρουσιάζουν και παραγωγικό ενδιαφέρον. Άλλα μέτρα που σίγουρα θα συμβάλλουν στην προστασία των δασών, είναι η υπογειοποίηση του ηλεκτρικού δικτύου, η ολοκλήρωση των δασικών χαρτών και η διασφάλιση του δασικού χαρακτήρα της χρήσης γης και μετά τη φωτιά. Ως προς την κλιματική αλλαγή, είναι σαφές ότι οι καύσωνες θα γίνουν συχνότεροι και ότι θα σημειώνονται και εκτός των θερινών μηνών, οπότε πρέπει αρχικά να διευρυνθεί η θεσμοθετημένη αντιπυρική περίοδος. Υπό το πρίσμα αυτών των μελλοντικών συνθηκών, θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία πυροπροστασίας και πυρόσβεσης, τα οποία έχουν ήδη δείξει θετικά αποτελέσματα, στην Ελλάδα ή και σε άλλες χώρες. Προς αυτήν την κατεύθυνση, μπορούμε να μάθουμε να δουλεύουμε μαζί με τη φωτιά, είτε με ελεγχόμενη καύση σε επίφοβες περιοχές κατά τους χειμερινούς μήνες, είτε με το λεγόμενο «αντιπύρ», δηλαδή τη χρήση φωτιάς μικρής έντασης και ελεγχόμενης συμπεριφοράς η οποία θα ανακόψει την πυρκαγιά. Αντιθέτως, ξεπερασμένες πρακτικές και εσφαλμένες παρεμβάσεις, όπως η πρόσφατη αποψίλωση της αναγέννησης του δάσους Κουκουναριάς στον Σχινιά, τον περασμένο Ιούνιο, για αντιπυρικούς λόγους υποτίθεται, αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή. Μας δείχνουν, δυστυχώς, ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε μέχρι να μάθουμε να προστατεύουμε τα δάση μας με γνώση και αποτελεσματικότητα.

Του Ηλία Ευθυμιόπουλου – Athens Voice

Η «αποκάλυψη των εντόμων» μέρος ‘Γ

Η εποχή της μοναξιάς

Για να διαβάσετε το προηγούμενα μέρη πατήστε εδώ: ‘Α μέρος , ‘Β μέρος .

Η τρέχουσα απώλεια της βιοποικιλότητας είναι ευρέως γνωστή ως η έκτη εξαφάνιση. Η έκτη φορά στην παγκόσμια ιστορία που ένας μεγάλος αριθμός ειδών εξαφανίζεται. Η διαφορά απ’ τις προηγούμενες είναι ότι αυτή τη φορά λόγω της ανθρώπινης δραστηριότητας ο ρυθμός εξαφάνισης έχει επιταχυνθεί ασυνήθιστα. Η πρώτη υπολογίζεται ότι συνέβη πριν από περίπου 440 εκατ. χρόνια, στο μεταίχμιο της Ορδοβίκιας και της Σιλούριας περιόδου, όταν εξαφανίστηκε το 85% όλων των ειδών. Αργότερα, προς το τέλος της Δεβόνιας περιόδου, πριν από περίπου 360 εκατ. χρόνια, εξαφανίστηκε το 70% όλων των ειδών.

Ακολούθησε η μεγαλύτερη μαζική εξαφάνιση που έχει καταγραφεί ποτέ στον πλανήτη, όταν κατά την Πέρμια περίοδο, πριν από 252 εκατ. χρόνια, εξαλείφθηκαν πάνω από το 90% των ειδών (ανάμεσα στα οποία και οι περίφημοι τριλοβίτες), στο λυκόφως της Παλαιοζωικής εποχής. Μετά από 50 εκατ. περίπου χρόνια, στο τέλος της Τριασικής περιόδου, εξαφανίστηκε το 70% των τότε ειδών, γεγονός που σήμανε την αρχή της κυριαρχίας των δεινοσαύρων, οι οποίοι γνώρισαν και αυτοί με τη σειρά τους την εξαφάνιση πριν από 65 εκατ. χρόνια, στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου.

Η εξαφάνιση είναι μια τραγωδία. Δεν υπάρχει επιστροφή από αυτήν. Αλλά η εξαφάνιση δεν είναι η μόνη τραγωδία την οποία βιώνουμε. Υπάρχουν είδη που εξακολουθούν να υπάρχουν, αλλά ως σκιά του εαυτού τους. Στο βιβλίο του «The Once and Future World» ο Καναδός δημοσιογράφος Τζ. Β. Μακίνον παρουσιάζει καταγραφές των τελευταίων αιώνων που μας αποκαλύπτουν αυτό που μόλις χάθηκε. «Στο Βόρειο Ατλαντικό ένα κοπάδι μπακαλιάροι σταματά ένα μεγάλο πλοίο, στην Μεσο-Ατλαντική υφαλορράχη. Έξω από το Σίδνεϊ της Αυστραλίας ο καπετάνιος του πλοίου από το μεσημέρι μέχρι το απόγευμα πλέει συνεχώς ανάμεσα σε φάλαινες. Οι πρωτοπόροι του Ειρηνικού αναφέρουν συχνά στις Αρχές ότι τα κανό τους κινδυνεύουν να ανατραπούν εξαιτίας των σολομών που πηδούν. Υπήρχαν αναφορές για λιοντάρια στη νότια Γαλλία και θαλάσσιων ίππων στον Τάμεση. Για κοπάδια πουλιών τόσο μεγάλα που χρειάστηκαν τρεις μέρες μέχρι να φανεί και πάλι ο ουρανός, αλλά και για 100 γαλάζιες φάλαινες στον Νότιο Ωκεανό για κάθε μία που βλέπουμε σήμερα.» Αυτά δεν είναι αξιοθέατα κάποιας προϊστορικής εποχής γράφει ο Μακίνον. «Μιλάμε για πράγματα που είδαν ανθρώπινα μάτια. Πράγματα που υπάρχουν στην ανθρώπινη μνήμη».

Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Τζ. Β. Μακίνον, ο οποίος συνεργάζεται με τα New Yorker και National Geographic.

Ενώ γράφονταν αυτό το άρθρο οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η μεγαλύτερη αποικία βασιλικών πιγκουίνων στον κόσμο συρρικνώθηκε κατά 88% σε 35 χρόνια. Και ότι το 97% του ερυθρού τόνου του Ατλαντικού, ενός από τα μεγαλύτερα ψάρια με οστέινο σκελετό, έχει χαθεί. Ο αριθμός του μασητικού παιχνιδιού για μωρά «Σόφι η καμηλοπάρδαλη» που πουλήθηκε στη Γαλλία σε ένα χρόνο είναι εννέα φορές μεγαλύτερος από αυτό των καμηλοπαρδάλεων που εξακολουθούν να ζουν στην Αφρική. 

Οι τίγρεις συνεχίζουν να υπάρχουν αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι το 93% της γης στην οποία ζούσαν κάποτε, σήμερα είναι χωρίς τίγρεις. Αυτό δεν είναι απλώς νοσταλγία. Τα μεγάλα ζώα και ειδικά τα κορυφαία αρπακτικά, όπως οι τίγρεις, συνδέουν τα οικοσυστήματα μεταξύ τους και μεταφέρουν ενέργεια και πόρους απλά περπατώντας, τρώγοντας, αφοδεύοντας και πεθαίνοντας. Στα βάθη των ωκεανών, σε μέρη φτωχά σε θρεπτικά συστατικά, τα κουφάρια των φαλαινών αποτελούν τη βάση ολόκληρων οικοσυστημάτων. Η απουσία ενός και μόνο είδους και συγκεκριμένα ενός κορυφαίου θηρευτή μπορεί να επηρεάζει τη δομή ολόκληρου του οικοσυστήματος, ένα φαινόμενο που ονομάζεται τροφικός καταρράκτης.

Οι επιστήμονες έχουν αρχίσει πλέον να χρησιμοποιούν τον όρο «λειτουργική εξαφάνιση» αντί του «αριθμητική εξαφάνιση». Το ανησυχητικό με αυτό τον όρο είναι ότι υποδηλώνει πως ο πληθυσμός ενός είδους έχει περάσει το σημείο πέρα από το οποίο δεν υπάρχει επιστροφή. Τα είδη αυτά εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά δεν είναι σε θέση να επηρεάσουν τον τρόπο λειτουργίας ενός οικοσυστήματος και δε θα καταφέρουν ποτέ να ανακάμψουν. Κάποιοι δεν το χαρακτηρίζουν ως εξαφάνιση ενός είδους, αλλά όλων των αλληλεπιδράσεών του με το περιβάλλον. Μια μελέτη του 2013 που δημοσιεύτηκε στο Nature, ανέφερε ότι η απώλεια ακόμη και του 30% του πληθυσμού ενός είδους αρκεί για να αποσταθεροποιήσει τους πληθυσμούς άλλων ειδών σε τέτοιο βαθμό που να οδηγήσει ακόμα και στην ολοκληρωτική εξαφάνισή τους.

Κατά ένα ειρωνικό τρόπο ο φυσιοδίφης εξερευνητής Γκέοργκ Στέλλερ, ο άνθρωπος που ανακάλυψε σ’ ένα ταξίδι του τη γιγάντια θαλάσσια αγελάδα, που πήρε και το όνομά του, ήταν αυτός που μας έδειξε και πως να την πιάσουμε και να την φάμε.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του φαινομένου του τροφικού καταρράκτη είναι οι θαλάσσιες ενυδρίδες. Όταν σχεδόν εξαφανίστηκαν από τον Βόρειο Ειρηνικό, τα θήραμά τους, οι αχινοί αυξήθηκαν τόσο πολύ που αποδεκάτισαν τα υποθαλάσσια δάση, μετατρέποντας τον βυθό σε ένα άγονο περιβάλλον, συμβάλλοντας τελικά στην εξαφάνιση των θαλάσσιων αγελάδων του Στέλλερ, οι οποίες ήδη κινδύνευαν από την υπεραλίευση.

Εκτιμάται ότι από το 1970 οι πληθυσμοί των άγριων ζώων της Γης έχουν μειωθεί κατά 60%. Μια έρευνα που δημοσιεύθηκε στα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών ανέφερε ότι αν μελετήσουμε τα θηλαστικά κατά βάρος θα διαπιστώσουμε ότι το 96% αυτής της βιομάζας είναι άνθρωποι και εκτρεφόμενα ζώα. Μόλις το 4% είναι άγρια ζώα. Ζούμε σε μια περίοδο η οποία χαρακτηρίστηκε Ανθρωπόκαινος, δηλαδή μια γεωλογική εποχή κατά την οποία ο κόσμος διαμορφώνεται από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Αλλά ο Ε.Ο. Γουίλσον, φυσιοδίφης βιολόγος και ερευνητής στην κοινωνιοβιολογία, την ονόμασε «Ερημόκαινο – Η εποχή της μοναξιάς». Ο Γουίλσον ξεκίνησε την καριέρα του με την ταξινομική των μυρμηγκιών και συνήθιζε να λέει «Είναι τα μικρά πράγματα που διαμορφώνουν τον φυσικό κόσμο».

Η αποσύνθεση των εντόμων είναι ζωτικής σημασίας καθώς μέσω αυτής ανακυκλώνονται θρεπτικές ουσίες στο έδαφος, αναπτύσσονται τα φυτά και το οικοσύστημα παραμένει υγιές. Αυτός ο ρόλος των εντόμων δεν είναι εμφανής, μέχρι ξαφνικά να γίνει.

Όταν εισήγαγαν τα βοοειδή στην Αυστραλία στις αρχές του 19ου αιώνα, ήρθαν αντιμέτωποι με το πρόβλημα των περιττωμάτων τους. Για κάποιο λόγο η κοπριά των αγελάδων χρειάζονταν μήνες ή και χρόνια για να αποσυντεθεί. Οι αγελάδες αρνούνταν να φάνε κοντά στην κοπριά, απαιτώντας όλο και περισσότερη γη για βόσκηση. Υπήρχαν τόσο πολλές μύγες εξαιτίας της κοπριάς, που η χώρα έγινε διάσημη για τα αστεία καπέλα (Cork Hat) που φορούσαν οι κτηνοτρόφοι για να τις διώχνουν, καθώς ήταν αδύνατο να σταθείς χωρίς προστασία. Από τα καπέλα κρέμονταν κορδόνια στις άκρες των οποίων υπήρχαν φελλοί και με την κίνηση του κεφαλιού έδιωχναν τα έντομα. Μόλις το 1951 ένας επισκέπτης εντομολόγος εντόπισε που οφείλονταν το πρόβλημα. Τα τοπικά έντομα είχαν εξελιχθεί να τρέφονται με τα πιο ινώδη απορρίμματα των μαρσιποειδών. Δε μπορούσαν να χωνέψουν τα περιττώματα των αγελάδων. Για τα επόμενα 25 χρόνια, η εισαγωγή, η καραντίνα και η απελευθέρωση δεκάδων ειδών σκαθαριών κοπριάς έγινε εθνική προτεραιότητα.

Απλώς δεν γνωρίζουμε όλα όσα κάνουν τα έντομα. Μόλις το το 2% των ασπόνδυλων ειδών έχει μελετηθεί αρκετά ώστε να είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε εάν κινδυνεύουν να εξαφανιστούν και τι είδους επιπτώσεις θα είχε μια πιθανή απώλειά τους. Οι επιστήμονες περιγράφουν έναν κόσμο χωρίς έντομα με λέξεις όπως χάος, κατάρρευση, Αρμαγεδδών.  Ο Γουίλσον έχει περιγράψει τον κόσμο χωρίς έντομα, ως έναν κόσμο όπου τα περισσότερα χερσαία ζώα και φυτά θα έχουν εξαφανιστεί. Έναν κόσμο όπου για μια περίοδο θα ευδοκιμούν οι μύκητες και θα ακμάζει η σήψη και ο θάνατος. Το ανθρώπινο είδος θα επιβιώνει μέσω των ανεμόφυλλων καλλιεργειών, όπως τα δημητριακά και της θαλάσσιας αλιείας, παρά τη μαζική πείνα και τους πολέμους για τους πόρους. «Ο άνθρωπος θα παλεύει να επιβιώσει σε έναν κατεστραμμένο κόσμο, παγιδευμένος σε μια σκοτεινή εποχή».

Ο βιολόγος Μπραντ Λίστερ

Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο το φαινόμενο του παρμπρίζ είναι τόσο ανησυχητικό δεν είναι βεβαίως η νοσταλγία. Τον Οκτώβριο, ένας εντομολόγος μου έστειλε ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με τον χαρακτηριστικό τίτλο στο θέμα «Holy Fuck!» και ένα συνημμένο στο οποίο υπήρχε μια μελέτη από τα Πρακτικά της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών με τον τίτλο «Μετά το Κρέφελντ, το Πουέρτο Ρίκο». Η μελέτη περιελάμβανε δεδομένα από τη δεκαετία του 1970 και από τις αρχές του 2010, καθώς ο βιολόγος Μπραντ Λίστερ επέστρεψε στο προστατευόμενο τροπικό δάσος Λουκίλιο, στο βορειοανατολικό Πουέρτο Ρίκο, όπου είχε μελετήσει σαύρες και κυρίως τα θήραμά τους, 40 χρόνια πριν. Ο Λίστερ μαζί με τον συνεργάτη του Αντρές Γκαρσία τοποθέτησαν παγίδες με κόλλα και δίχτυα στο δάσος, στα ίδια ακριβώς μέρη με αυτά της δεκαετίας του 1970. Αυτή τη φορά όμως έπιασαν πολύ, πολύ λιγότερα έντομα. Για την ακρίβεια 10 έως 60 φορές λιγότερη βιομάζα αρθροπόδων από πριν. Είναι εύκολο να διαβάσετε αυτόν τον αριθμό ως 60% λιγότερο, αλλά στην πραγματικότητα είναι εξήντα φορές λιγότερο! Δηλαδή εκεί που είχαν πιάσει 473 χιλιόγραμμα τώρα βρήκαν μόλις 8…

«Αντιλαμβάνεστε ότι αυτό είναι καταστροφικό» είχε πει τότε ο Λίστερ. Αλλά ακόμη πιο τρομακτική ήταν η επίπτωση της απώλειας στο οικοσύστημα καθώς ήταν εμφανείς οι σοβαρές μειώσεις και στον αριθμό των σαυρών, των πουλιών και των βατράχων. Η μελέτη έκανε λόγο για έναν τροφικό καταρράκτη που λάμβανε χώρα από κάτω προς τα πάνω και είχε ως συνέπεια την κατάρρευση της τροφικής αλυσίδας στο συγκεκριμένο δάσος. Τα εισερχόμενα του Λίστερ γέμισαν γρήγορα με μηνύματα άλλων επιστημόνων και ειδικά από άτομα που μελετούσαν τα ασπόνδυλα και του έγραφαν ότι έβλεπαν παρόμοια τρομακτική πτώση. Ακόμα και ο Λίστερ βρήκε κάποιες απ’ αυτές τις απώλειες συγκλονιστικές λέγοντας χαρακτηριστικά «Δεν είχα ιδέα για την κρίση του γαιοσκώληκα!»

Το πιο παράξενο σύμφωνα με τον Λίστερ είναι ότι παρά τις τεράστιες απώλειες, οι περισσότερες παραμένουν αόρατες για έναν απλό άνθρωπο που περπατά π.χ. στο τροπικό δάσος του Λουκίλιο στο Πουέρτο Ρίκο. Ακόμα και για τον ίδιο, το δάσος έδειχνε ακόμα φαντασμαγορικό με τους καταρράκτες και την πυκνή του βλάστηση. Πρέπει να είσαι ειδικός για να παρατηρήσεις ότι κάτι λείπει. Οι αλλαγές όμως θα γίνουν σύντομα εμφανείς.

Μέλη της Εντομολογικής Ένωσης του Κρέφελντ. Η μελέτη τους σχετικά με τη μείωση των εντόμων προκάλεσε έντονη ανησυχία παγκοσμίως.

Τα έντομα του δάσους που μελέτησε ο Λίστερ δεν αντιμετώπιζαν προβλήματα από τα φυτοφάρμακα ή κάποιου είδους απώλεια των ενδιαιτημάτων τους, δύο καθοριστικούς παράγοντες στη μελέτη του Κρέφελντ. Αντ’ αυτού σύμφωνα με τον βιολόγο η κυριότερη αιτία εδώ, είναι η κλιματική αλλαγή εξαιτίας της οποίας έχουν αυξηθεί οι θερμοκρασίες κατά δύο βαθμούς Κελσίου σε σχέση με την έρευνα του 1970. Είναι γνωστό από άλλες έρευνες ότι τα έντομα που ζουν στα τροπικά δάση είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις θερμοκρασιακές μεταβολές. Για παράδειγμα υπάρχουν αναφορές από επιστήμονες για σκαθάρια τα οποία εκτέθηκαν εργαστηριακά σε υψηλότερες θερμοκρασίες και παρουσίασαν μείωση της γονιμότητας τους.

Ο Χανς ντε Κρόον χαρακτηρίζει τη ζωή των εντόμων σήμερα ως έναν αγώνα επιβίωσης, όπου «από μια όαση που σιγοσβήνει προσπαθούν να φτάσουν σε μια άλλη, όταν στο ενδιάμεσο βρίσκεται μια έρημος ή στη χειρότερη περίπτωση μια δηλητηριώδης έρημος». Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν τα νεονικοτινοειδή, που ως νευροτοξίνες επιτίθενται στο κεντρικό νευρικό σύστημα των εντόμων, έχουν συνδεθεί με την Διαταραχή Κατάρρευσης Αποικιών (CCD) των μελισσών και επηρεάζουν το περιβάλλον καθώς συσσωρεύονται μιας και διασπώνται αργά. Μελισσοκόμοι απ’ όλο τον κόσμο ανέφεραν ότι τα μελίσσια τους κατέρρεαν αλλά δεν έβρισκαν νεκρές μέλισσες. Οι κυψέλες άδειαζαν μυστηριωδώς. Σύμφωνα με μια θεωρία οι νευροτοξίνες κατέστρεφαν το σύστημα προσανατολισμού των μελισσών με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν τον δρόμο της επιστροφής.

Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η μελέτη του Κρέφελντ, ερευνητές σε όλο τον κόσμο άρχισαν να αναζητούν άλλες ξεχασμένες αποθήκες πληροφοριών που ενδέχεται να μας δώσουν ακόμα καλύτερη εικόνα. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Ράντμπουντ του Ναϊμέχεν ανέλυσαν δεδομένα που ανήκαν σε ολλανδικές εντομολογικές εταιρείες, σχετικά με τα σκαθάρια και τους σκόρους και διαπίστωσαν σημαντικές πτώσεις (72% και 54% αντίστοιχα), κάτι που επιβεβαιώνει το Κρέφελντ. Ο Ρουλ Φαν Κλιντ, ερευνητής από το Γερμανικό Κέντρο Ολοκληρωμένης Έρευνας για τη Βιοποικιλότητα, παραδέχτηκε ότι όπως και οι περισσότεροι εντομολόγοι πριν από τον Κρέφελντ, δεν ενδιαφερόταν για τη βιομάζα. Τώρα ψάχνει για ιστορικά σύνολα δεδομένων, πολλά από τα οποία ξεκίνησαν ως μελέτες γεωργικών παρασίτων, όπως μια μελέτη δεκαετιών για ακρίδες στο Κάνσας, που θα μπορούσε να βοηθήσει στη δημιουργία μιας πιο εμπεριστατωμένης εικόνας για το τι συμβαίνει.

Ο διακεκριμένος καθηγητής Άρθουρ Σαπίρο μελετά τις διακυμάνσεις του πληθυσμού των πεταλούδων στην Καλιφόρνια τα τελευταία 46 χρόνια.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα από τα λίγα πολυετή σύνολα δεδομένων σχετικά με την αφθονία των εντόμων προέρχεται από το έργο του Άρθουρ Σαπίρο, ενός  παθιασμένου εντομολόγου από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια. Το 1972 ο Σαπίρο ξεκίνησε να περπατά στην κεντρική κοιλάδα της Καλιφόρνιας, μετρώντας πεταλούδες και έκανε μια μελέτη για το πώς οι βραχυπρόθεσμες καιρικές διακυμάνσεις επηρέαζαν τους πληθυσμούς τους. Όσο περισσότερο συνέλεγε δείγματα, τόσο πιο πολύτιμα έγιναν τα δεδομένα του. «Και να ‘μαι λοιπόν, στο 46ο έτος!» λέει. Σχεδόν μισός αιώνας κατά τον οποίο περνούσε πέντε ημέρες την εβδομάδα, από τα τέλη της άνοιξης έως το τέλος του φθινοπώρου, παρατηρώντας τις πεταλούδες. Ο Σαπίρο είχε διαπιστώσει την συνολική μείωση του αριθμού των εντόμων και θεωρεί ότι αυτά που φέρνει στο φως η έρευνα του Κρέφελντ είναι πιθανό να συμβαίνουν και στον υπόλοιπο κόσμο. «Αλλά, φυσικά, δεν μελετάω ολόκληρο τον κόσμο», πρόσθεσε «Εγώ μελετάω τον I-80» (αυτοκινητόδρομος που συνδέει το Σαν Φρανσίσκο της Καλιφόρνια με το Τίνεκ στο Νιου Τζέρσι).

Σήμερα γίνονται συνεχώς νέες προσπάθειες για τη δημιουργία περισσότερων προγραμμάτων παρακολούθησης εντόμων σε σχέση με το παρελθόν. Για παράδειγμα σε ένα πιλοτικό πρόγραμμα στη Γερμανία οι ερευνητές στράφηκαν σε εθελοντές, χομπίστες και φυσιοδίφες, όπως έγινε και στο Κρέφελντ, ώστε να κατέχουν τις απαραίτητες γνώσεις. «Δεν είναι εύκολο να εντοπιστούν αυτά τα είδη», λέει η Αλέτα Μπον, του Γερμανικού Κέντρου Ολοκληρωμένης Έρευνας για τη Βιοποικιλότητα, η οποία επιβλέπει το έργο. Απαιτούνται εξαιρετικές δεξιότητες για μια τέτοια εργασία. «Αυτοί οι άνθρωποι εκπαιδεύονται για δεκαετίες μαζί με άλλους ερασιτέχνες ώστε να μπορούν να αναγνωρίζουν για παράδειγμα, σκαθάρια με βάση τα γεννητικά τους όργανα».

Το αυτοκίνητο του Άντερς Τούτροπ, ειδικά διαμορφωμένο ώστε να συλλέγει έντομα.

Αυτή η παράδοση που έχει η Ευρώπη στους ερασιτέχνες φυσιολάτρες μας αποκαλύπτει γιατί τόσες πολλές από τις ενδείξεις σχετικά με την πτώση της βιοποικιλότητας των εντόμων προέρχονται από αυτήν. Ο καθηγητής Άντερς Τούτροπ για παράδειγμα πήρε την ιδέα για το λευκό δίχτυ στην οροφή του αυτοκινήτου από έναν χομπίστα που συνέλεγε σκαθάρια με αυτό τον τρόπο. Αν δεν υπήρχαν οι ερασιτέχνες θα γνωρίζαμε ελάχιστα. Υπό μια έννοια το ότι φτάσαμε ως εδώ οφείλεται κατά κύριο λόγο στο φαινόμενο του παρμπρίζ. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που η Ευρώπη δρα πολύ γρηγορότερα απ’ τον υπόλοιπο κόσμο. Το ενδιαφέρον οδηγεί στην παρακολούθηση, έπειτα στην ευαισθητοποίηση, έπειτα στην ανησυχία και τέλος στην δράση.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη εφαρμόσει ορισμένα μέτρα για να βοηθήσει τους επικονιαστές, συμπεριλαμβανομένης της αυστηρότερης ρύθμισης για τα φυτοφάρμακα σε σχέση π.χ. με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η ανατροπή της κατάστασης απαιτεί πολύ περισσότερα από αυτό. Πάντως διάφορες δημιουργικές προσεγγίσεις όπως η ενσωμάτωση οικοτόπων εντόμων σε αστικούς δρόμους κ.α. δείχνουν την ευαισθητοποίηση του κόσμου. Πρέπει όμως να βρούμε τις αιτίες, οι οποίες είναι πολύ βαθιές. Γιατί όπως λέει ο Λίστερ «Η φύση είναι ανθεκτική, αλλά την πιέζουμε σε τέτοια άκρα που τελικά θα προκαλέσουμε την κατάρρευση του συστήματος».

Πρωτοβουλίες ώστε να δημιουργηθούν περιοχές φιλικές προς τα έντομα είναι ελπιδοφόρες αλλά έχουν κυρίως συμβολικό χαρακτήρα. Χρειάζονται ριζοσπαστικές αλλαγές ώστε να ξεπεραστεί η κρίση.

Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τελικά τα έντομα θα καταφέρουν να προσαρμοστούν. Ενώ οι τίγρεις τείνουν να γεννούν τρία ή τέσσερα μικρά κάθε φορά, ένας σκόρος φάντασμα (Hepialus humuli) στην Αυστραλία καταγράφηκε κάποτε να γεννά 29.100 αυγά ενώ είχε ακόμα 15.000 στις ωοθήκες του. Αυτό είναι ένα μοναδικό χαρακτηριστικό των εντόμων που θα τους επιτρέψει να ανακάμψουν, αλλά μόνο εάν τους δοθεί ο χώρος και η ευκαιρία να το κάνουν. Κάποιο μέσο έγραψε ότι «η κατάσταση μπορεί να αντιστραφεί, αρκεί κυρίως να ξανασχεδιαστεί με πιο «βιολογικό» τρόπο η γεωργία και να γίνονται αυστηρότεροι έλεγχοι στα φυτοφάρμακα». Είναι όμως αυτό αρκετό;

Τα φυτοφάρμακα είναι απλώς ένας απ’ τους παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση. Όπως είδαμε από την έρευνα του Λίστερ παρατηρήθηκε μείωση του αριθμού των εντόμων σε απομακρυσμένο, προστατευόμενο τροπικό δάσος όπου δεν υπάρχουν φυτοφάρμακα. Δεν αρκεί λοιπόν απλώς μια στροφή προς τη βιολογική γεωργία, τη στιγμή που τα κρουαζιερόπλοια για παράδειγμα, χρησιμοποιούν μαζούτ, λόγω του χαμηλότερου κόστους του, συμβάλλοντας σημαντικά στην ατμοσφαιρική ρύπανση, ή όταν η ταχύτατα αναπτυσσόμενη βιομηχανία του φοινικέλαιου απαιτεί συνεχώς νέα τροπικά δάση για αποψίλωση. Σύμφωνα με το EurActiv η ναυτιλία αντιπροσωπεύει σήμερα το 2-3% των παγκόσμιων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και αν ήταν χώρα θα ήταν η έβδομη μεγαλύτερη πηγή εκπομπών στον πλανήτη, ενώ το 49% του συνόλου της πρόσφατης αποψίλωσης των τροπικών δασών είναι αποτέλεσμα παράνομων εργασιών εκκαθάρισης για σκοπούς εμπορικής γεωργίας, συμβάλλοντας κατά 25% στις ετήσιες εκπομπές ορυκτών καυσίμων της ΕΕ.

Ο Αμερικανός φιλόσοφος Μάρεϋ Μπούκτσιν στο βορειοδυτικό Ειρηνικό το 1988, φωτογραφημένος από την Τζάνετ Μπιλ.

Η εποχή που η οικολογία μπορούσε να σταθεί ως μονοδιάστατο κίνημα, αγνοώντας τα ταξικά ζητήματα έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ένα σύστημα παραγωγής που σκοπό έχει την κυριαρχία πάνω στη φύση, αντιμετωπίζοντας τη βιόσφαιρα ως κάτι δίχως εγγενή αξία, ως έναν πόρο που πρέπει να αξιοποιηθεί από το κεφάλαιο, θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην καταστροφή. Όπως πολύ εύστοχα το είχε θέσει ο Μάρεϋ Μπούκτσιν «οι αιτίες της σημερινής οικολογικής κρίσης βρίσκονται στις ιεραρχικές δομές κυριαρχίας και εκμετάλλευσης που χαρακτηρίζουν την καπιταλιστική κοινωνία». Οικολογία και καπιταλισμός είναι έννοιες αντίθετες μεταξύ τους. Η φύση δεν είναι εμπόρευμα και οποιαδήποτε απόπειρα να θεωρηθεί ως τέτοιο και να ενταχθεί στους νόμους της αυτορυθμιζόμενης αγοράς είναι παράλογη. Ο πλανήτης δε μπορεί να αντέξει για πολύ ακόμα μια κοινωνία που βασίζεται στο κέρδος, την υπερκατανάλωση και τη λογική τοις «πάσι θυσία» οικονομικής ανάπτυξης. Γι αυτό κάθε προσπάθεια σταδιακής και εκ των έσω αναμόρφωσης του σημερινού συστήματος είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Ο διαστημικός επιστήμονας Δρ. Σταμάτης Κριμιζής δήλωσε πρόσφατα σε μία συνέντευξη του, ότι «η ανθρωπότητα δεν πρέπει να εναποθέσει τις ελπίδες της στον εποικισμό άλλων πλανητών αλλά στην διατήρηση της ζωής στη Γη». Αν δούμε το ζήτημα ρεαλιστικά η αποίκιση κάποιου απ’ τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος αναμένεται σε 100 με 200 χρόνια και μιλάμε για υπόγειες αποικίες. Όχι κάτι ιδιαίτερα ελκυστικό. Πολύ δύσκολα θα καταφέρουμε να γίνουμε διαστημικός πολιτισμός και να προσεγγίσουμε κάποιον άλλο κατοικήσιμο πλανήτη, σε λιγότερο από μία χιλιετία. Θα καταφέρουμε όμως να επιβιώσουμε τόσο; Ενώ τίθεται και το ερώτημα: έχουμε το δικαίωμα να εισβάλουμε σε αυτούς τους κόσμους; Ό,τι έχουμε αυτή στη στιγμή είναι αυτός ο βράχος πάνω στον οποίο στεκόμαστε. Κατά κάποιο τρόπο είμαστε φυλακισμένοι εδώ. Όσο δύσκολο κι αν φαντάζει αυτή τη στιγμή, είναι ώρα για ριζοσπαστικές αλλαγές γιατί όπως έλεγε ο Μπούκτσιν «εάν δεν κάνουμε το αδύνατο, θα βρεθούμε αντιμέτωποι με το αδιανόητο».

 

 

Βασισμένο στην έρευνα της Μπρουκ Τζάρβις δημοσιογράφου των New York Times

Επιμέλεια: Στράτος Σαραντουλάκης – Ορεινό Μέλι

Βιβλιογραφία:

Η Γερμανική μελέτη του Κρέφελντ:
More than 75 percent decline over 27 years in total flying insect biomass in protected areas
Caspar A. Hallmann, Martin Sorg, Eelke Jongejans, Henk Siepel, Nick Hofland, Heinz Schwan, Werner Stenmans, Andreas Müller, Hubert Sumser, Thomas Hörren, Dave Goulson, Hans de Kroon

Η μελέτη του βιολόγου Μπραντ Λίστερ:
Climate-driven declines in arthropod abundance restructure a rainforest food web
Bradford C. Lister and Andres Garcia

Η μελέτη του 1995 για τα παιδιά στο Χιούστον:
Environmental Views and Values of Children in an Inner-City Black Community
Peter H. Kahn Jr., Batya Friedman

The shifting baselines syndrome
Masashi Soga

Historical marine ecology
Loren McClenachan

Παγίδα Μαλαίζ – Malaise trap

Entomologischer Verein Krefeld  (Εντομολογική Ένωση του Κρέφελντ)

Τροφικός καταρράκτης – Trophic cascade

Λειτουργική εξαφάνιση – Functional extinction

Διαταραχή Κατάρρευσης Αποικιών:
Colony Collapse Disorder: A Descriptive Study
Dennis vanEngelsdorp, Jay D. Evans, Claude Saegerman, Chris Mullin, Eric Haubruge, Bach Kim Nguyen, Maryann Frazier, Jim Frazier, Diana Cox-Foster, Yanping Chen, Robyn Underwood, David R. Tarpy, Jeffery S. Pettis

Art Shapiro’s Butterfly Project

Η «αποκάλυψη των εντόμων» μέρος ‘Β

Η μελέτη του Κρέφελντ.

Για να διαβάσετε το πρώτο μέρος του άρθρου πατήστε εδώ.

Οι αριθμοί που αποκαλύπτονταν από την Γερμανική μελέτη ήταν αμείλικτοι, υποδηλώνοντας τον αποδεκατισμό ολόκληρου του κόσμου των εντόμων, ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές όπου τα έντομα θα έπρεπε να βρίσκονται σε λιγότερο στρεσογόνες καταστάσεις. Η ταχύτητα και η κλίμακα της μείωσης ήταν συγκλονιστική ακόμη και για εντομολόγους που μελετούσαν τις μέλισσες, γνώριζαν το πρόβλημα και ήδη ανησυχούσαν. Τα αποτελέσματα όμως ήταν εκπληκτικά και για έναν άλλο λόγο. Τα πολυετή σύνολα δεδομένων σχετικά με την αφθονία των εντόμων δεν προήλθαν από πανεπιστημιακούς κύκλους, αλλά από μια μικρή κοινότητα ενθουσιωδών εντομολόγων, ερασιτεχνών κατά κύριο λόγο, στην επαρχιακή Γερμανική πόλη του Κρέφελντ.

Τα μέλη της Εντομολογικής Κοινότητας του Κρέφελντ επί το έργον.

Το Κρέφελντ βρίσκεται μισή ώρα με το αυτοκίνητο έξω από το Ντίσελντορφ, κοντά στη δυτική όχθη του Ρήνου. Είναι μια πόλη με τούβλινα σπιτάκια, ανθισμένους κήπους και ένα γραφικό δημοτικό πάρκο. Κοντά στο κέντρο της παλιάς πόλης, μια χάρτινη πινακίδα, όχι πολύ μεγαλύτερη από μια επαγγελματική κάρτα, μας ενημερώνει για την έδρα της Εντομολογικής Ένωσης Entomologischer Verein Krefeld (EVK), της οποίας η έρευνα προκάλεσε τόση αναταραχή. Όταν ιδρύθηκε, το 1905, λειτουργούσε σε ένα κτήριο το οποίο καταστράφηκε μετά το βομβαρδισμό της πόλης από τους Βρετανούς κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Πριν πέσουν οι βόμβες μέλη της Ένωσης είχαν προλάβει να μεταφέρουν σχολαστικά τα πολύτιμα αρχεία, που περιείχαν καταχωρήσεις ερευνών αλλά και συλλογές εντόμων, πολλές απ’ τα οποίες χρονολογούνταν από τη δεκαετία του 1860, σε μια υπόγεια αποθήκη.

Σήμερα, η EVK χρησιμοποιεί ένα παλιό τριώροφο σχολείο ως αποθηκευτικό χώρο και αριθμεί γύρω στα 60 μέλη, αρκετοί εκ των οποίων είναι χομπίστες. Μάλιστα το 1979 σε έναν εξ’ αυτών, τον Ζίγκφριντ Σίμορεκ ο οποίος δεν είχε καταφέρει να μπει στο πανεπιστήμιο, απονεμήθηκε επίτιμο διδακτορικό από το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Ζυρίχης για την έρευνά του σχετικά με τα ξυλοφάγα έντομα.

Ο εντομολόγος Τόμας Χόρεν στα αρχεία της Εντομολογικής Ένωσης του Κρέφελντ.

Αν τύχει ποτέ να ξεναγηθείτε εκεί και να δείτε τις συλλογές θα παρατηρήσετε ότι υπάρχουν δωμάτια που περιέχουν για παράδειγμα αποκλειστικά Λεπιδόπτερα! Θα δείτε πως οι παλιές σχολικές αίθουσες έχουν μετατραπεί σε κάτι που θυμίζει βιβλιοθήκη με ράφια γεμάτα βιβλία, αλλά στην πραγματικότητα είναι αναρίθμητα ξύλινα κουτιά που περιέχουν καρφιτσωμένες πεταλούδες και μέλισσες που μαζεύτηκαν πολύ πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο! Κατά την περίοδο από το 1880 έως το 1930! Ενώ υπάρχουν συρτάρια μέσα στα οποία βρίσκονται μέλισσες από νέες συλλογές… μόλις 30 ετών.

Υπάρχουν όμως και ράφια που κρατούν πραγματικά βιβλία. Σε ένα απ’ αυτά μέτρησα 31 τόμους από μια σειρά με τον τίτλο «Σκαθάρια της Κεντρικής Ευρώπης». Υπήρχε ένα βιβλίο 395 σελίδων στο οποίο ήταν καταχωρημένα και κατηγοριοποιημένα δείγματα της σφήκας αραχνών (σφήκες της οικογένειας Pompilidae), τα οποία συλλέχθηκαν από τη δυτική Παλεαρκτική Ζώνη από το 1948 έως το 2008. Ρώτησα τον Μάρτιν Σονγκ ο οποίος εκτελεί καθήκοντα επιμελητή στην EVK από το 1987 και ήταν ένας από τους συγγραφείς της Γερμανικής μελέτης αν αυτό το διάστημα των 50 ετών, που αναφέρονταν στο εξώφυλλο του βιβλίου, ήταν το διάστημα κατά το οποίο συλλέγονταν τα δείγματα. «Όχι» μου απάντησε. «Αυτό ήταν το διάστημα που χρειάστηκε ο συγγραφέας για τη μελέτη του».

Ο Σονγκ είναι μια βιβλική μορφή, που σε προκαλεί να του κάνεις ερωτήσεις. Όμως τα έντομα είναι το μόνο για το οποίο δείχνει πρόθυμος να μιλήσει. «Αυτό που είναι σημαντικό είναι η μείωση του πληθυσμού των εντόμων και όχι οι λεπτομέρειες σχετικά με τη ζωή των εντομολόγων» μου εξηγεί με κάπως αυστηρό ύφος. Το δικό του όνομα μαζί με αυτό του συνεργάτη του Βέρνερ Στένμαν ήταν αυτά μεταξύ άλλων αυτά που υπέγραφαν την περίφημη πλέον μελέτη που δημοσιεύτηκε το 2017 στο περιοδικό PLOS One. Κανένας τους δεν δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις σχετικά με τις καθημερινές τους δουλειές. Ο Σονγκ θεωρεί ότι είναι λάθος να επικεντρώνεται η προσοχή του κόσμου σε αυτόν ως άτομο και όχι στην έρευνα. Έτσι δεν θέλησε να μιλήσει ούτε για το τι τον ώθησε να αφιερώσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής του για τη μελέτη των σφηκών. «Συνήθως ασχολούμαστε με τη ζωή κάποιου όταν αυτός πεθαίνει» είπε χαρακτηριστικά.

Ο Μάρτιν Σονγκ εκτελεί καθήκοντα επιμελητή στην Ένωση από το 1987, όταν αντικατέστησε τον θρυλικό Ζίγκφριντ Σίμορεκ.

Υπήρχε ένας λόγος για αυτή την επιφυλακτικότητα. Τα ειδησεογραφικά πρακτορεία τους χαρακτηρίζουν ξανά και ξανά ως «ερασιτέχνες» και αυτό είναι κάτι που δεν αρέσει στα μέλη της Ένωσης. Είναι κάτι που αντικατοπτρίζει τα πιστεύω τους. Έχουν διαφορετική αντίληψη σχετικά με το τι σημαίνει να είσαι ειδικός ή ακόμα και επιστήμονας – τι σημαίνει να είσαι μαθητής του φυσικού κόσμου. Οι ερασιτέχνες παρέχουν εδώ και πολύ καιρό μεγάλο μέρος των γνώσεων που έχουμε σχετικά με τη φύση. Όλες αυτές οι μελέτες για τις μέλισσες ή τις πεταλούδες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την κινητοποίηση εθελοντών. Οι αριθμοί που αποκάλυψαν την τρομακτική μείωση των πτηνών συγκεντρώθηκαν επίσης με αυτόν τον τρόπο και επειδή τα πουλιά μπορεί να είναι δύσκολο να εντοπιστούν, οι εθελοντές συχνά χρειάστηκε να μάθουν να τα αναγνωρίζουν από τους ήχους τους. Η Βρετανία που είναι η καλύτερα μελετημένη περιοχή στον πλανήτη έχει σπουδαία παράδοση στους φυσιολάτρες.

Όσο τεχνολογικά εξελιγμένοι και να είμαστε, ο φυσικός κόσμος εξακολουθεί να είναι πολύ μεγάλος και περίπλοκος και ο καλύτερος τρόπος για να μάθουμε τι συμβαίνει είναι να αφιερώσουν πολύ χρόνο, πολλοί άνθρωποι. Εξάλλου η ετυμολογική προέλευση του όρου «ερασιτέχνης» είναι εραστής της τέχνης. Αρκετοί ερασιτέχνες φυσιοδίφες καθοδηγούνται από το πάθος τους και ακολουθούν μια μακρά παράδοση. Σκεφτείτε για παράδειγμα κατά τη βικτωριανή εποχή πόσοι άνθρωποι έψαχναν πεταλούδες εξοπλισμένοι με απόχες, τις οποίες στη συνέχεια τοποθετούσαν στους Θαλάμους Αξιοπερίεργων Αντικειμένων, αλλά και τον γνωστό συγγραφέα Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ του οποίου οι θεωρίες σχετικά με την εξέλιξη των κοινών μπλε πεταλούδων, ενώ αρχικά αγνοήθηκαν, τελικά επιβεβαιώθηκαν με τη μέθοδο του DNA, 30 χρόνια μετά το θάνατό του. Αλλά ακόμα και το νεαρό Κάρολο Δαρβίνο που παράτησε τα μαθήματά του στο Καίμπριτζ για να μαζέψει σκαθάρια στο Wicken Fen και κάποτε έβαλε ένα ζωντανό σκαθάρι στο στόμα του, επειδή τα χέρια του ήταν ήδη γεμάτα.

Ο συγγραφέας Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ ήταν ένας παθιασμένος εντομολόγος με εξειδίκευση στις πεταλούδες. Για έξι χρόνια υπήρξε επιμελητής στο Μουσείο Συγκριτικής Ζωολογίας του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, ενώ δημοσίευσε και δώδεκα εργασίες σχετικά με την ταξινόμηση.

Η Εντομολογική Ένωση του Κρέφελντ (EVK) είναι εθελοντική και τα περισσότερα μέλη της, ζουν κάνοντας άλλες δουλειές. Η γνώση τους όμως σχετικά με τα έντομα είναι βαθύτατη και την απέκτησαν έπειτα από πολλά χρόνια ενασχόλησης κάτι που άλλοι άνθρωποι θεωρούν εμμονή. Κάποιοι μελετούν την οικολογία ή την εξελικτική ταξινομία των αγαπημένων τους ειδών ή απλώς χαρτογραφούν τους πληθυσμούς τους. Σύμφωνα με τον Σονγκ από τα 63 μέλη το ένα τρίτο έχει πανεπιστημιακή εκπαίδευση σε τομείς όπως η βιολογία ή οι γεωπιστήμες. Κάποιοι άλλοι είναι «εξαιρετικά εξειδικευμένοι και με υψηλά προσόντα, αλλά δεν επισκέφτηκαν ποτέ το πανεπιστήμιο», ενώ οι υπόλοιποι είναι ερασιτέχνες που βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία του να γίνουν εντομολόγοι, «Κάποιοι από αυτούς μπορεί επίσης να έχουν πτυχίο από το πανεπιστήμιο, αλλά κατά την άποψή μας, είναι αρχάριοι».

Ο Σουηδός εντομολόγος Ρενέ Μαλαίζ, εφευρέτης της παγίδας Μαλαίζ, μέσα σε ένα άλλο δημιούργημά του, τον ατομικό υπνόσακο τον οποίο κατασκεύασε κατά την στρατιωτική του θητεία στο Βάξχολμ το 1914.

Μια απ’ τις βασικές τους εργασίες τους είναι η δημιουργία και τοποθέτηση των παγίδων Μαλαίζ, μια παγίδα εντόμων που μοιάζει με σκηνή και εφευρέθηκε από τον Σουηδό εντομολόγο Ρενέ Μαλαίζ το 1934. Καθώς τα έντομα εισέρχονται συναντούν τη μαύρη σήτα που βρίσκεται περιμετρικά και τα περισσότερα ανεβαίνουν προς τη λευκή οροφή σε μια προσπάθεια να ξεφύγουν. Εκεί συναντούν ένα μπουκάλι συλλογής όπου παγιδεύονται μόνιμα. Το μπουκάλι περιέχει αιθανόλη για τη διατήρηση των οργανισμών και του DNA τους. Η παγίδα θεωρητικά μπορεί να λειτουργεί επ’ αόριστον καθώς μόνο το μπουκάλι αντικαθίσταται περιοδικά (συνήθως μία φορά την εβδομάδα), καθιστώντας αυτή την τεχνική δειγματοληψίας πολύ χαμηλού κόστους.

Ο Μάρτιν Σονγκ σε νεότερη ηλικία καθώς ελέγχει το μπουκάλι συλλογής μιας παγίδας Μαλαίζ.

Λόγω των αυστηρών επιστημονικών προτύπων της Ένωσης χρησιμοποιούνται πανομοιότυπες παγίδες, ραμμένες από ένα πρότυπο που χρησιμοποίησαν για πρώτη φορά το 1982 και τοποθετούνται πάντα στα ίδια ακριβώς σημεία. Ο Σονγκ μου έδειξε το πρωτότυπο με μεγάλη υπευθυνότητα. Κάποια στιγμή αγόρασαν τόσο μεγάλη ποσότητα αιθανόλης που προσέλκυσαν την προσοχή της Δίωξης Ναρκωτικών. Τα μέλη της Ένωσης άρχισαν να παρατηρούν τη μείωση του πληθυσμού των εντόμων, παράλληλα με τους εντομολόγους στον υπόλοιπο κόσμο, όμως εδώ υπήρχε ένα μέτρο σύγκρισης. «Δεν πετάμε τίποτα, αποθηκεύουμε τα πάντα» μου εξηγεί ο Σονγκ. «Αυτό μας δίνει σήμερα τη δυνατότητα να επιστρέψουμε στο παρελθόν».

Οι εντομολόγοι του Κρέφελντ επιβεβαίωσαν ότι ο συνολικός αριθμός των εντόμων που συλλέχθηκαν το 2016 ήταν 75% χαμηλότερος από το ίδιο σημείο το 1989. Επίσης πριν από 30 χρόνια ένα μπουκάλι 1 λίτρου αρκούσε για μια εβδομάδα, ενώ σήμερα ένα μπουκάλι μισού λίτρου είναι υπέρ-αρκετό. Όμως θα χρειαζόταν χρόνια επίπονης εργασίας για την αναγνώριση όλων των εντόμων στα μπουκάλια. Έτσι η ομάδα χρησιμοποίησε μια τυποποιημένη μέθοδο για τη ζύγιση των εντόμων στο αλκοόλ, η οποία μας έφερε στο φως μια τρομακτική ιστορία δείχνοντας μας απλά πόσο μειώθηκε η συνολική μάζα εντόμων με την πάροδο του χρόνου. «Η μείωση του βάρους αυτού του μείγματος έχει τελείως διαφορετικό νόημα από την εξαφάνιση κάποιων ειδών» λέει χαρακτηριστικά ο Σονγκ.

Αυτό που χάθηκε. Οι εντομολόγοι του Κρέφελντ συνέλεξαν έντομα για δύο εβδομάδες τον Αύγουστο του 1994 (αριστερά) και στην ίδια τοποθεσία Αύγουστο του 2016 (δεξιά). Παρόμοια δεδομένα συλλέχθηκαν από 63 προστατευόμενες περιοχές στη Γερμανία και έδωσαν συγκλονιστικά αποτελέσματα: μείωση 75% στη βιομάζα εντόμων μεταξύ 1989 και 2016.

Η ομάδα του Κρέφελντ συνεργάστηκε με τον Χανς ντε Κρόον αλλά και άλλους επιστήμονες οι οποίοι πραγματοποίησαν μια ανάλυση των δεδομένων αυτών, ελέγχοντας παράλληλα πράγματα, όπως την χλωρίδα της περιοχής, τις καιρικές συνθήκες και τη δασική κάλυψη κατά τις διακυμάνσεις των πληθυσμών των εντόμων. Η τελική μελέτη εξέτασε 63 φυσικούς οικότοπους που αντιπροσωπεύουν σχεδόν 46 χρόνια δειγματοληψίας, διαπιστώνοντας σταθερές μειώσεις παντού. Αυτό ώθησε τους συγγραφείς να γράψουν ότι «Δεν είναι απλώς κάποια είδη υπό εξαφάνιση, αλλά όλα τα έντομα στο σύνολό τους έχουν αποδεκατιστεί τις τελευταίες δεκαετίες.»

«Για πολλούς επιστήμονες αυτά τα δεδομένα ήταν πολύ βαρετά» λέει ο Ρομπ Νταν «αλλά αυτοί οι άνθρωποι το βρήκαν όμορφο. Ήταν αυτοί που πρόσεχαν τη Γη για όλους εμάς.»

Για το τρίτο μέρος πατήστε εδώ

Η «αποκάλυψη των εντόμων» μέρος ‘Α

Κάτι από το παρελθόν λείπει στο παρόν…

Ο Σουν Ρίις μαζί με το μικρότερο γιο του, απολάμβαναν τη βόλτα τους με τα ποδήλατα κάτω απ’ τον απογευματινό ήλιο, στις δασικές εκτάσεις που βρίσκονται κοντά στο σπίτι τους, βόρεια της Κοπεγχάγης, όταν ο Ρίις παρατήρησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά στη φύση. Για την ακρίβεια, κάτι έλειπε.

Ήταν καλοκαίρι. Πήγαιναν αρκετά γρήγορα, αλλά περιέργως δεν «έτρωγαν» έντομα στο πρόσωπο. Για μια στιγμή, ο Ρίις αναπόλησε την παιδική του ηλικία στο Λόλαντ, ένα νησί της Δανίας στη Βαλτική Θάλασσα. Εκείνα τα χρόνια κατά τις καλοκαιρινές του βόλτες με το ποδήλατο, έπρεπε να κλείνει το στόμα του ώστε να αποφύγει τα έντομα· αναπόφευκτα όμως κατάπινε κάποια. Θυμήθηκε επίσης ότι ταξιδεύοντας με τους γονείς του, το παρμπρίζ του αυτοκινήτου τους λερώνονταν από έντομα που έπεφταν πάνω και συχνά έπρεπε να χρησιμοποιήσουν τους υαλοκαθαριστήρες καθώς δε μπορούσαν να δουν. Όλα αυτά όμως φαίνονταν πολύ μακρινά πια. Δε μπορούσε να θυμηθεί την τελευταία φορά που καθάρισε το παρμπρίζ του απ’ τα έντομα. Αναρωτήθηκε μάλιστα αν οι κατασκευαστές αυτοκινήτων είχαν εφεύρει κάποια νέα ειδική επίστρωση ώστε να τα αποφύγουν. Όχι. Η φύση είχε σημάνει κάποιου είδους συναγερμό. Πού είχαν πάει όλα αυτά τα έντομα; Και πότε; Και γιατί δεν το είχε παρατηρήσει ως τώρα;

Παρακολουθώντας το γιο του να κάνει ποδήλατο κυριεύτηκε από τη μελαγχολική σκέψη, ότι από την παιδική ηλικία του παιδιού έλειπε αυτή η εμπειρία που ο ίδιος ως παιδί είχε. Ήταν ένα είδος νοσταλγίας το οποίο όμως δε μπορούσε να κλονίσει το αίσθημα της απώλειας. «Υποθέτω ότι είναι ανθρώπινο να πιστεύεις ότι όλα ήταν καλύτερα όταν ήσουν παιδί», σκέφτηκε. «Ίσως δεν μου άρεσε όταν ήμουν στο ποδήλατό μου και έτρωγα όλα αυτά τα έντομα, αλλά κοιτάζοντας σήμερα πίσω, νομίζω ότι είναι κάτι που όλοι πρέπει να βιώσουν».

Γνώρισα τον Ρίις μια καυτή μέρα του Ιουνίου. Ήταν καθηγητής μαθηματικών σε ένα λύκειο της περιοχής. Ανησυχούσε για το ότι δεν είχε ολοκληρώσει κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες για την τελετή αποφοίτησης του σχολείου εκείνο το βράδυ, αλλά φαινόταν πως είχε μια σημαντική δουλειά να κάνει πρώτα. Από το γκαράζ του, πήρε ένα μεγάλο, περίεργο δίχτυ και το έδεσε στην οροφή του αυτοκινήτου του. Ήταν ένα λευκό δίχτυ το οποίο προσάρμοσε με κάποιους ιμάντες. «Αυτό δεν είναι 100% νόμιμο» είπε «αλλά υποθέτω ότι για χάρη της επιστήμης…». Η παρουσία των εντόμων είναι «ουσιώδης» για τη σωστή λειτουργία όλων των οικοσυστημάτων καθώς είναι πολύτιμοι επικονιαστές και ανακυκλωτές θρεπτικών ουσιών, ενώ αποτελούν τροφή για αρκετά πλάσματα.

Η πεταλούδα Μονάρχης κάνει ένα υπερατλαντικό μεταναστευτικό ταξίδι βασιζόμενη στη θέση του ήλιου. (© Sylvain CORDIER / Getty Images / Ideal Image)

Ο Ρίις δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε παρατηρήσει την παρακμή τους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι επιστήμονες διαπίστωσαν πρόσφατα ότι ο πληθυσμός των πεταλούδων μονάρχης μειώθηκε κατά 90% τα τελευταία 20 χρόνια. Μια απώλεια 900 εκατομμυρίων πεταλούδων! Ο βομβίνος με τις σκουριασμένες κηλίδες (Bombus affinis) που κάποτε ζούσε σε 28 πολιτείες των ΗΠΑ, παρουσίασε μείωση του πληθυσμού του, κατά 87% την ίδια περίοδο. Για τα λιγότερο μελετημένα είδη εντόμων ένας ερευνητής μου είπε «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σηκώσουμε τα χέρια μας και να πούμε -Δεν είναι πλέον εδώ!». Ωστόσο, το πιο ανησυχητικό πράγμα δεν ήταν η εξαφάνιση ορισμένων ειδών. Ήταν η βαθύτερη ανησυχία ότι ένας ολόκληρος κόσμος εντόμων έχει χαθεί αθόρυβα και πως αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τον πλανήτη με άγνωστο τρόπο.

Επειδή τα έντομα είναι δυσδιάκριτα και δύσκολο να εντοπιστούν, ο φόβος ότι μπορεί να υπάρχουν πολύ λιγότερα από ό,τι πριν ήταν αρκετά έντονος. Ο κόσμος το παρατήρησε στις αυλές του, στις καλλιέργειες, στα φώτα των στύλων τα βράδια. Η αίσθηση ανάμεσα στους ανθρώπους ήταν τόσο έντονη που οι εντομολόγοι έδωσαν ένα όνομα στο φαινόμενο αυτό. Το ονόμασαν το φαινόμενο του παρμπρίζ

Το φαινόμενο του παρμπρίζ εμφανίστηκε μετά το 2000 όταν έπειτα από μεγάλα ταξίδια οι οδηγοί παρατήρησαν ότι δεν χρειαζόταν να καθαρίσουν τα τζάμια από τα έντομα.

Για να δοκιμάσει αυτό που ήταν κατά κύριο λόγο μια απλή υποψία, με περιθώρια λάθους, ο Ρίις και 200 άλλοι Δανοί περιπλανήθηκαν καθ’ όλο τον Ιούνιο με τα εξοπλισμένα αυτοκίνητά τους στους δρόμους της χώρας τους. Ήταν μέρος μιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Δανίας, μια κοινή προσπάθεια του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης, του Πανεπιστημίου του Ώρχους και του Κρατικού Πανεπιστημίου της Βόρειας Καρολίνας. Τα δίχτυα θα έπαιζαν το ρόλο του παρμπρίζ καθώς ο Ρίις και οι υπόλοιποι διέσχιζαν διάφορους οικότοπους, αστικές περιοχές, δάση, γεωργικές εκτάσεις και υγρότοπους ελπίζοντας να ποσοτικοποιήσουν την αποπροσανατολιστική αίσθηση ότι, όπως το έθεσε ένας από τους μελετητές, «κάτι από το παρελθόν λείπει στο παρόν».

Όταν οι ερευνητές άρχισαν να σχεδιάζουν τη μελέτη αυτή, το 2016, δεν ήταν σίγουροι αν θα έβρισκαν εθελοντές να συμμετάσχουν. Μια άλλη μελέτη όμως από τη Γερμανία ήρθε για να φέρει για τα καλά το πρόβλημα της παρακμής των εντόμων στο προσκήνιο. Σύμφωνα με αυτή τη μελέτη μετρώντας απλώς κατά βάρος το σύνολο των ιπτάμενων εντόμων στα Γερμανικά φυσικά καταφύγια, διαπιστώνονταν μείωση κατά 75% σε μόλις 27 χρόνια! Μάλιστα κατά την περίοδο του καλοκαιριού η πτώση ήταν 82%.

Ο Ρίις έμαθε για τη μελέτη από μια ομάδα μαθητών του σε ένα από τα μαθήματά του. Πρέπει να έχουν κάνει κάποιο λάθος στην αναφορά τους, σκέφτηκε. Αλλά δεν είχαν. Η μελέτη σύντομα γίνεται, σύμφωνα με τον ιστότοπο Altmetric, το έκτο πιο συζητημένο επιστημονικό έγγραφο του 2017. Οι τίτλοι των ειδησιογραφικών πρακτορείων σε όλο τον κόσμο είναι βαρύγδουποι και προειδοποιούν για έναν «Αρμαγεδδών των εντόμων».

Λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση αυτής της Γερμανικής μελέτης, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Δανίας άρχισε να δέχεται δεκάδες αιτήσεις εθελοντών για συμμετοχή στη δική του έρευνα. Φαινόταν ότι υπήρχαν άνθρωποι σαν τον Ρίις παντού, άνθρωποι που είχαν παρατηρήσει μια αλλαγή, αλλά δεν ήξεραν τι να κάνουν. Πώς θα μπορούσε να εξαφανιστεί κάτι τόσο θεμελιώδες όσο τα έντομα απ’ τον ουρανό; Και τι θα γινόταν ο κόσμος χωρίς αυτά;

Όποιος έχει τύχει να επιστρέψει σε κάποιο παιδικό του στέκι θα έχει παρατηρήσει ότι όλα πλέον του φαίνονται κάπως μικρότερα. Αυτό δείχνει ότι οι άνθρωποι δεν είναι σπουδαίοι στο να θυμούνται το παρελθόν με ακρίβεια. Επίσης ο Καναδός φυσιοδίφης Τζον Άκορν έλεγε ότι «οι άνθρωποι είναι εξαιρετικά κακοί στο να εντοπίζουν μεταβολές μέσα στο χρόνο». Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για αλλαγές στον φυσικό κόσμο. Είναι αδύνατο να διατηρηθεί μια σταθερή προοπτική. Όπως παρατήρησε ο Ηράκλειτος πριν από 2.500 χρόνια: «Κανείς δεν μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δύο φορές».

Μια μελέτη του 1995 των Peter H. Kahn και Batya Friedman, για τον τρόπο με τον οποίο ορισμένα παιδιά στο Χιούστον αντιλαμβάνονταν την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, μας έδειξε κάτι πολύ σημαντικό: Με την πάροδο του χρόνου το μέγεθος της περιβαλλοντικής υποβάθμισης αυξάνεται. Κάθε γενιά όμως, μη έχοντας βιωματική αίσθηση του παρελθόντος, θεωρεί την εκάστοτε κατάσταση δεδομένη, αδυνατώντας να αντιληφθεί τις αλλαγές που πραγματικά έχουν συντελεστεί. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του φαινομένου είναι οι ψαράδες στα Φλόριντα Κις, οι οποίοι για χρόνια φωτογραφίζονταν καμαρωτοί κρατώντας τα ψάρια που μόλις είχαν πιάσει. Η Λόρεν Μακλένακαν, θαλάσσιος βιολόγος, εντόπισε και ανέδειξε αυτό το φαινόμενο, το οποίο ονομάζεται «The shifting baselines syndrome». Τα ψάρια στις φωτογραφίες γίνονταν ολοένα και μικρότερα, σε σημείο που οι ψαράδες πλέον φωτογραφίζονταν με ψάρια που παλαιότερα αγνοούσαν, ρίχνοντάς τα πίσω στη θάλασσα. Τα χαμόγελα στα πρόσωπα τους όμως, παρέμεναν στο ίδιο μέγεθος. Δεν είχαν αίσθηση της αλλαγής που είχε συντελεστεί.

Τα έντομα είναι το κομμάτι της άγριας φύσης με το οποίο έχουμε περισσότερο επαφή. Μια αράχνη στο μπάνιο, ένα μυρμήγκι που προσπαθεί να τρυπώσει στο βάζο με το μέλι, μια ενοχλητική μύγα, ένα κουνούπι που δεν μας αφήνει να κοιμηθούμε κτλ. Απ’ την άλλη πλευρά όμως τα έντομα αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του πλανήτη μας, μια υπενθύμιση του πόσο λίγα γνωρίζουμε για το τι συμβαίνει στον κόσμο γύρω μας.

Έχουμε ταυτοποιήσει ένα εκατομμύριο είδη εντόμων, θρίπες, ψαράκια, μυρμηλεοντίδες, τριχόπτερα, κερκοποειδή και άλλες τεράστιες οικογένειες εντόμων που οι περισσότεροι από εμάς δεν μπορούν καν να αναγνωρίσουν. Πιστεύουμε ότι τα γνωρίζουμε καλά, αλλά αυτό δεν ισχύει. Υπάρχουν 12.000 είδη μυρμηγκιών, σχεδόν 20.000 είδη μελισσών και περίπου 400.000 είδη σκαθαριών. Μόλις 5 κυβικά εκατοστά χώμα μπορεί να φιλοξενούν 200 ​​μοναδικά είδη ακάρεων. Και όμως οι εντομολόγοι εκτιμούν ότι όλη αυτή η καταπληκτική και απίστευτη ποικιλία αντιπροσωπεύει ίσως μόνο το 20% της πραγματικής, ότι υπάρχουν εκατομμύρια είδη που είναι εντελώς άγνωστα στην επιστήμη. 

Το 70% όλων των ειδών του πλανήτη είναι έντομα. Ποτέ δεν πέρασε απ’ το μυαλό των εντομολόγων του παρελθόντος ότι θα μπορούσαν να εξαφανιστούν. Έτσι αφοσιώθηκαν στις μελέτες για τους κύκλους ζωής τους και στην ταξινόμηση των ειδών, κάτι που τους γοήτευε, με αποτέλεσμα ελάχιστοι να σκεφτούν να τα μετρήσουν ή να καταγράψουν κάτι τόσο βαρετό όσο ο αριθμός τους. Εκτός αυτού η μέθοδος παρακολούθησης είναι πολύ αργή, κουραστική και ασυνήθιστη δουλειά. Για να αποκτήσουν κάποιο νόημα τα δεδομένα μπορεί να χρειαστεί να περιμένουν ακόμα και δεκαετίες. Εκτός αυτού ποιος θα χρηματοδοτούσε τέτοιου είδους έρευνα; Το μεγαλύτερο μέρος των ακαδημαϊκών χρηματοδοτήσεων αφορά βραχυπρόθεσμες έρευνες.

Όταν οι εντομολόγοι άρχισαν να παρατηρούν και να ερευνούν τη μείωση του πληθυσμού των εντόμων, ήρθαν αυτομάτως αντιμέτωποι με την απουσία πληροφοριών από το παρελθόν, που θα τους έδινε τη δυνατότητα να συγκρίνουν τα τωρινά δεδομένα. Μετράμε εκατοντάδες σκαθάρια αυτή τη στιγμή, για παράδειγμα, αλλά τι γίνεται αν υπήρχαν 100.000 πριν από δύο γενιές; Ο Ρομπ Νταν βιολόγος στο πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας έψαξε πρόσφατα μελέτες που δείχνουν την επίδραση των φυτοφαρμάκων στον πληθυσμό των εντόμων που ζουν στα κοντινά δάση. Έκπληκτος διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν τέτοιες μελέτες. «Αγνοήσαμε πραγματικά βασικές ερωτήσεις», είπε.

Μπορεί οι εντομολόγοι να μη διέθεταν δεδομένα, είχαν όμως μερικές πολύ ανησυχητικές ενδείξεις. Ταυτόχρονα με την αίσθηση ότι έβλεπαν λιγότερα έντομα στις παγίδες που χρησιμοποιούσαν στα πειράματά τους, έρχονταν νέα δεδομένα από τη Βρετανία, από καλά μελετημένα έντομα όπως οι μέλισσες, οι πεταλούδες και τα σκαθάρια, όπου διαπιστώνονταν μείωση κατά μέσο όρο κατά 45%.

Οι εντομολόγοι γνωρίζουν επίσης ότι η κλιματική αλλαγή και η συνολική υποβάθμιση των οικοτόπων παγκοσμίως είναι κακά νέα για τη βιοποικιλότητα εν γένει και ότι τα έντομα αντιμετωπίζουν τις ιδιαίτερες προκλήσεις που θέτονται από τα ζιζανιοκτόνα και τα φυτοφάρμακα, μαζί με τις επιπτώσεις της απώλειας των ενδιαιτημάτων τους αλλά και της αστικοποίησης. Ερευνητές ανακάλυψαν ότι τα ψάρια έβρισκαν όλο και λιγότερα εφημερόπτερα για να τραφούν. Ορνιθολόγοι διαπίστωσαν επίσης ότι τα πουλιά που βασίζονται στα έντομα για φαγητό αντιμετώπιζαν προβλήματα: 8 στις 10 πέρδικες έχουν εξαφανιστεί από τα γαλλικά αγροτικά εδάφη. 50% και 80% η μείωση στα αηδόνια και τα τρυγόνια. Τα μισά από όλα τα πτηνά στις καλλιεργήσιμες περιοχές της Ευρώπης εξαφανίστηκαν σε μόλις τρεις δεκαετίες. Στη Δανία ο ορνιθολόγος Άντερς Τούτροπ, ήταν αυτός που είχε την ιδέα της μετατροπής των αυτοκινήτων σε ανιχνευτές εντόμων για τη μελέτη του φαινομένου του παρμπρίζ, καθώς παρατήρησε ότι οι κουκουβάγιες, τα δεντρογέρακα και οι μελισσοφάγοι που βασίζουν τη διατροφή τους στα έντομα, είχαν εξαφανιστεί ξαφνικά από το τοπίο. 

Χρειάζονται μόλις 2 λεπτά για να προσαρμοστεί το δίχτυ στην οροφή του αυτοκινήτου. Ο καιρός πρέπει να είναι καλός και η μέγιστη ταχύτητα τα 50χλμ την ώρα.

Τα σημάδια ήταν σίγουρα ανησυχητικά, αλλά δεν έπαυαν να παραμένουν απλά σημάδια που δεν αρκούν ώστε να γίνουν σημαντικές ανακοινώσεις σχετικά με την υγεία των εντόμων στο σύνολό της ή να τεκμηριωθεί μια ευρεία μείωση των ειδών. «Δεν υπάρχουν ποσοτικά δεδομένα για τα έντομα, οπότε αυτή είναι απλώς μια υπόθεση», μου εξήγησε ο Χανς ντε Κρόον, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ράντμπουντ της Ολλανδίας. Σίγουρα όχι η δήλωση που θα στείλει τον κόσμο στα οδοφράγματα.

Και ύστερα ήρθε η Γερμανική μελέτη…

 

Για το δεύτερο μέρος πατήστε εδώ.

Ο πληθυσμός των μελισσών στις ολλανδικές πόλεις παραμένει σταθερός χάρη στη στρατηγική επικονίασης

Τα «ξενοδοχεία μελισσών», οι «στάσεις μελισσών» και οι «αυτοκινητόδρομοι μελιού» είναι μερικές από τις τεχνικές που οι Ολλανδοί πιστεύουν ότι συμβάλουν ώστε να παραμείνουν σταθεροί οι πλυθησμοί των μελισσών που ζουν στις πόλεις τα τελευταία χρόνια, έπειτα από μια περίοδο ανησυχητικής μείωσης.

Την περασμένη εβδομάδα, περισσότερα από 11.000 άτομα από όλη την Ολλανδία συμμετείχαν σε μια καταμέτρηση μελισσών στο πλαίσιο της τέταρτης εθνικής απογραφής μελισσών. Οι ενθουσιώδεις εθελοντές, εξοπλισμένοι με μια λίστα που απεικονίζει τις πιο συνηθισμένες μέλισσες αυτή την εποχή του χρόνου πέρασαν 30 λεπτά στους κήπους τους καταγράφοντας τους επισκέπτες των φυτών τους. Στο τέλος της απογραφής, την Κυριακή 18 Απριλίου, είχαν καταγραφεί περισσότερες από 200.000 μέλισσες, συρφίδες και πεταλούδες.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι πληθυσμοί, τουλάχιστον των αστικών μελισσών, παρέμειναν σταθεροί. Ο Vincent Kalkman, εντομολόγος του ερευνητικού κέντρου για τη βιοποικιλότητα, Naturalis Biodiversity Center, στο Λέιντεν της Ολλανδίας είπε «Καταγράφηκαν 18 με 20 μέλισσες, κατά μέσο όρο, σε κάθε κήπο κατά τη διάρκεια της καταμέτρησης. Αυτοί οι αριθμοί παρέμειναν σταθεροί με την πάροδο των ετών, υποδηλώνοντας ότι δεν υπάρχει σημαντική πτώση στους αστικούς κήπους».

Η μέλισσα (Apis mellifera) ήταν η πιο συνηθισμένη, με περισσότερες από 55.000 παρατηρήσεις, ενώ η κόκκινη μέλισσα (Osmia bicornis) και ο βομβίνος (Bombus terrestris) ακολούθησαν με περίπου 13.000 και 12.800 καταγραφές αντίστοιχα. «Η απογραφή των μελισσών αφορά τη συλλογή δεδομένων, αλλά έχει στόχο να ευαισθητοποιήσει τους ανθρώπους σχετικά με τα διάφορα είδη μελισσών που επισκέπτονται τους κήπους τους», δήλωσε ο Kalkman.

Με περισσότερο από το ένα τέταρτο των μελισσών που καταγράφηκαν στην απογραφή του 2021 να είναι μελιτοφόρες μέλισσες, δηλαδή μέλισσες που εκτρέφονται από μελισσοκόμους και χρησιμοποιούνται στην μελισσοκομία, ο Kalkman ανησυχεί ότι θα μπορούσαν να ανταγωνίζονται με τις άγριες μέλισσες για την τροφή. «Η αύξηση του αριθμού των αστικών μελισσοκόμων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του ανταγωνισμού για την τροφή μεταξύ των εκτρεφομένων μελισσών και των άγριων. Πρέπει να συνεργαστούμε με τους μελισσοκόμους ώστε να αυξήσουμε τις πηγές τροφίμων (λουλούδια) για όλες τις μέλισσες».

Ο γηγενής πληθυσμός άγριων μελισσών στις Κάτω Χώρες έχει μειωθεί από τη δεκαετία του 1940, με το πρόβλημα να εντοπίζεται κυρίως στις γεωργικές περιοχές της χώρας. Μέχρι πριν από 50 χρόνια, αυτές οι περιοχές παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλία άγριων λουλουδιών που συντηρούσαν υγιείς τους πληθυσμούς των μελισσών. Όμως, η πίεση στους αγρότες για αυξημένη παραγωγή, οδήγησε σε χωράφια στα οποία δεν υπάρχει πια χώρος για τη φύση. Μεγάλα τμήματα γεωργικής γης στερούνται σχεδόν εξολοκλήρου αγριολούλουδων, με αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των μελισσών, ένα φαινόμενο που επιδεινώνεται περαιτέρω από τη χρήση επιβλαβών φυτοφαρμάκων στη γεωργία.

«Η οικονομική σημασία των γεωργικών περιοχών καθιστά δύσκολη την αλλαγή των πραγμάτων εκεί», μας λέει ο Kalkman. Περισσότερα από τα μισά είδη μελισσών των Κάτω Χωρών βρίσκονται σε κίνδυνο. Οι Κάτω Χώρες είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας γεωργικών προϊόντων στον κόσμο, μετά τις ΗΠΑ. Αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζουν οι άγριες μέλισσες στη γονιμοποίηση των καλλιεργειών τροφίμων, ιδίως των οπωροκηπευτικών, μια εθνική στρατηγική επικονίασης ανακοινώθηκε το 2018. Η στρατηγική η οποία υπογράφτηκε 43 κυβερνητικούς και μη κυβερνητικούς εταίρους, περιλαμβάνει 70 πρωτοβουλίες που στοχεύουν στη δημιουργία περισσότερων τόπων ωοτοκίας για τις μέλισσες και ενίσχυση των περιοχών που μπορούν να τραφούν.

Στο Άμστερνταμ για παράδειγμα έλαβαν χώρα διάφορες πρωτοβουλίες, φιλικές για τις μέλισσες, όπως τα «ξενοδοχεία μελισσών» (ένα σύνολο από οπές και κοιλότητες ώστε να βρίσκουν καταφύγιο μοναχικές μέλισσες), αντικαθιστώντας το γρασίδι στους δημόσιους χώρους, σε συνδυασμό με γηγενή ανθοφόρα φυτά και απαγόρευση χημικών. Στην Ουτρέχτη κατασκευάστηκαν «στάσεις μελισσών», δηλαδή στάσεις λεωφορείων, οι στέγες των οποίων καλύφθηκαν με φυτά που σκοπό έχουν να προσελκύσουν μέλισσες, ενώ απορροφούν σωματίδια σκόνης και νερό βροχής. Από το 2018, έχουν εγκατασταθεί 316 τέτοιες «στάσεις μελισσών».

Απ’ την άλλη η Deborah Post ξεκίνησε τους «αυτοκινητόδρομους μελιού» μια επιχείρηση που συνεργάζεται με τους δήμους και φυτεύει αγριολούλουδα στον διαθέσιμο χώρο στις πλευρές των αυτοκινητοδρόμων, των σιδηροδρόμων και των πλωτών οδών, εξασφαλίζοντας έτσι τροφή και καταφύγιο στις μέλισσες. Ενόψει μιας ταχείας αστικοποίησης η οποία συντελείται στις Κάτω Χώρες ο Kalkman είπε: «Η ολλανδική κυβέρνηση στοχεύει να κατασκευάσει εκατοντάδες χιλιάδες νέα σπίτια τα επόμενα χρόνια. Πρέπει λοιπόν να σκεφτούμε τρόπους με τους οποίους μπορούμε να διατηρήσουμε τη φύση παράλληλα με τον αύξηση των πόλεων». 

πηγή: The Guardian

Η ποικιλία ανθοφόρων φυτών αντισταθμίζει τις δυσμενείς επιπτώσεις των εντομοκτόνων στις άγριες μέλισσες.

Η μεγάλη ποικιλία ανθισμένων φυτών αυξάνει την επιτυχία αναπαραγωγής των άγριων μελισσών και θα μπορούσε να συμβάλει στην αντιστάθμιση των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από τα εντομοκτόνα.

Η πειραματική εγκατάσταση που χρησιμοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα του Πανεπιστημίου.

Αυτό τουλάχιστον έδειξε η έρευνα των Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν, του Χοχενχάιμ και του Ινστιτούτου Τζούλιους Κουν σε ένα πείραμα μεγάλης κλίμακας. Τα αποτελέσματα έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Ecology Letters.

Μείγμα αγριολούλουδων με καλλιεργούμενα φυτά και η εγκατάσταση όπου φωλιάζουν οι αγριομέλισσες στο κλουβί εσωτερικά.

Για την έρευνά τους οι επιστήμονες μελέτησαν την αναπαραγωγή της πολύ σημαντικής οικολογικά άγριας μέλισσας Osmia bicornis (κόκκινη μέλισσα). Την τοποθέτησαν μέσα σε κλουβιά όπου συγκέντρωσαν σε διάφορες αναλογίες αγριολούλουδα αλλά και φυτά που είχαν δεχτεί εντομοκτόνα. Διαπιστώθηκε ότι οι άγριες μέλισσες που τράφηκαν από αγριολούλουδα, έπειτα από μια περίοδο αρκετών μηνών διπλασίασαν τους πληθυσμούς τους σε σύγκριση με εκείνες που τράφηκαν αποκλειστικά από ελαιοκράμβη.

Η μοναχική αγριομέλισσα Osmia bicornis (κόκκινη μέλισσα) που πήρε το όνομά της εξαιτίας του πυκνού κόκκινου τριχώματος που διαθέτει.

Η αναπαραγωγική επιτυχία των άγριων μελισσών μειώνεται εξαιτίας των νεονικοτινοειδών που περιέχεται στη γύρη και το νέκταρ με τα οποία ταΐζουν τους απογόνους τους. Ωστόσο, το αρνητικό αυτό αποτέλεσμα εμφανίστηκε στα κλουβιά τα οποία περιείχαν αποκλειστικά μονοκαλλιέργειες στις οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί εντομοκτόνα και πολύ λιγότερο όπου υπήρχαν διαθέσιμα και αγριολούλουδα, γεγονός που υποδηλώνει ότι το πρόβλημα μπορεί να αντισταθμιστεί όταν οι μέλισσες έχουν και εναλλακτικούς πόρους τροφίμων.

Η κόκκινη μέλισσα φωλιάζει σε κοιλότητες. Έχει τριχρωματική όραση, δεν είναι επιθετική και θεωρείται σημαντικότατος επικονιαστής.

Η μελέτη δείχνει ότι τόσο η ποικιλομορφία των ανθοφόρων φυτών όσο και τα εντομοκτόνα έχουν σημαντική επίδραση στην αναπαραγωγή των άγριων μελισσών. «Αν υπάρχουν αρκετές εναλλακτικές επιλογές τροφής θα μπορούσαν να αντισταθμιστούν οι αρνητικές επιπτώσεις των μονοκαλλιεργειών και των εντομοκτόνων» λέει ο καθηγητής Δρ. Τίγια Τσάνκε. Αφήνοντας τα αγριολούλουδα στους φυτοφράχτες να κάνουν τη δουλειά τους είναι μια καλή αρχή για ένα υγιές οικοσύστημα.

πηγή: Πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν

Ιταλία: η σκοτεινή πλευρά των φουντουκιών

Οι ιταλικές φυτείες φουντουκιού επεκτείνονται συνεχώς για να καλύψουν την αυξανόμενη ζήτηση για πραλίνα ή σοκολάτα. Αλλά οι καταστροφικές συνέπειες που έχουν για το περιβάλλον αφήνουν πικρή γεύση στο τέλος.

Όταν η πρωινή ομίχλη σιγά-σιγά διαλύεται γύρω από το κάστρο του Σαν Κίρικο ξεπροβάλλει ένα ειδυλλιακό τοπίο: αγροτόσπιτα, καταπράσινη φύση, τζιτζίκια, μέλισσες, κοασμοί βατράχων. Όμως αν περπατήσει κανείς λίγο παρακάτω και φτάσει στις περίφημες ιταλικές φυτείες φουντουκιού, επικρατεί σιωπή. Τα πουλιά και τα έντομα έχουν φύγει προ πολλού από τις μονοκαλλιέργειες. Οι ατελείωτες γραμμές καρποφόρων δενδρυλλίων είναι το χαρακτηριστικό τοπίο που συναντά κανείς στο οροπέδιο Αλφίνα, μερικές εκατοντάδες μέτρα πάνω από τη στάθμη της θάλασσας. Μέχρι πρόσφατα όμως η περιοχή είχε άλλη όψη. Κατακλυζόταν από αγριολούλουδα και ένα συνονθύλευμα πολλών και διαφορετικών καλλιεργειών.

«Πριν από πέντε με έξι χρόνια η περιοχή ήταν εντελώς διαφορετική» αναφέρει ο Γκαμπριέλε Αντονιέλα, ερευνητής και ακτιβιστής στην οργάνωση Comitato Quattro Strade, η οποία εστιάζει στην προστασία της φύσης στο οροπέδιο Αλφίνα. Σύμφωνα με τον Αντονιέλα περίπου 300 εκτάρια νέων φυτειών στην περιοχή ανήκουν σε μόλις λίγους μεγάλους επενδυτές. Το οροπέδιο βρίσκεται στην Τούσκια, στην περιοχή του Βιτέρμπο, η οποία παραδοσιακά παράγει φουντούκια. Περίπου το 43% της καλλιεργήσιμης γης εδώ προορίζεται για τις φουντουκιές. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής προορίζεται με τη σειρά του για τη βιομηχανία ζαχαροπλαστικής για προϊόντα όπως η σοκολάτα, η πραλίνα ή το μαντολάτo.

Το ειδυλλιακό κάστρο του Σαν Κίρικο στο Βιτέρμπο

Σημαντικά προβλήματα από τις μονοκαλλιέργειες

Η παραγωγή ξηρών καρπών έχει μακραίωνη παράδοση στην περιοχή. Έχει αυξηθεί όμως από τη δεκαετία του 60 και έκτοτε αποτελεί βασικό τομέα της γεωργικής παραγωγής. Τα τελευταία χρόνια η εντατικοποίηση των πρακτικών μονοκαλλιέργειας και η επέκτασή τους σε νέες περιοχές, όπως το οροπέδιο Αλφίνα προβληματίζουν τους περιβαλλοντολόγους. Αρκετές ποικιλίες έχουν αντικατασταθεί πλέον από μονοκαλλιέργειες φουντουκιού με αποτέλεσμα να έχουν εξαφανιστεί τα έντομα. «Το φουντούκι αποτελεί για εμάς σημαντικό πόρο αλλά καλλιεργείται με μη βιώσιμο τρόπο» αναφέρει ο Φαμιάνο Κρουτσιαρέλλι, πρόεδρος της περιβαλλοντικής οργάνωσης Biodistretto della Via Amerina e delle Forre. Όπως επισημαίνει, οι μονοκαλλιέργειες έχουν προκαλέσει προβλήματα στο έδαφος, το νερό και τον αέρα. Η χρήση λιπασμάτων καθιστά το έδαφος πιο ξηρό με έντονη διάβρωση. Επίσης την περίοδο της συγκομιδής σύννεφα σκόνης που περιέχουν επιβλαβείς χημικές ουσίες καλύπτουν την ατμόσφαιρα.

Ένα όμως από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος στην περιοχή είναι η ηφαιστειακή λίμνη Βίκο. Εκεί καταλήγουν μεγάλες ποσότητες λιπασμάτων και χημικών, εξηγεί ο καθηγητής Τζουζέπε Νασκέτι από το Πανεπιστήμιο της Τούσκιας, ο οποίος μελετά τη λίμνη εδώ και 25 χρόνια. Εκεί εντόπισε τα λεγόμενα «κόκκινα φύκια», τα οποία εκκρίνουν καρκινογόνες χημικές ουσίες, επιβλαβείς για τη φύση και τον άνθρωπο.

Αεροφωτογραφία φυτείας φουντουκιού στην Τούσκια

Μεγάλοι επενδυτές και κολοσσοί της βιομηχανίας τροφίμων

Σύμφωνα με περιβαλλοντολόγους το πρόβλημα δεν είναι η ίδια η παραγωγή φουντουκιού αλλά η μετατόπιση στις εκτεταμένες μονοκαλλιέργειες για να καλυφθεί η ζήτηση εταιρειών τροφίμων. Για παράδειγμα ο όμιλος Ferrero, που παρασκευάζει τη Nutella, δεν διαθέτει μεν δικές του εκτάσεις, είναι όμως ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ξηρών καρπών από την περιοχή. Το 2018 η εταιρεία ξεκίνησε το σχέδιο Progetto Nocciola Italia με στόχο να αυξήσει τις φυτείες φουντουκιών σε όλη την Ιταλία κατά 20.000 εκτάρια έως το 2026 σε συνεργασία με τοπικές αγροτικές ενώσεις. Σύμφωνα με εκπροσώπους της, η Ferrero συνεργάζεται με ερευνητές από διάφορα Πανεπιστήμια ώστε να κατανοήσει «τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις» και να «βελτιώσει τη βιωσιμότητα στην παραγωγή φουντουκιών».

Εντούτοις, όπως αναφέρει ο αγρότης Ανσέλμο Φιλέσι η στροφή σε βιώσιμες καλλιέργειες δεν είναι εύκολη. Ο ίδιος είχε υιοθετήσει πριν λίγα χρόνια βιώσιμες μεθόδους καλλιέργειας φοβούμενος τις περιβαλλοντικές συνέπειες. Όμως δεν μπορούσε να πουλήσει τα φουντούκια του σε μεγάλους αγοραστές, διότι οι μεγάλες βιομηχανίες ζητούν φουντούκια με ελάχιστη ζημιά από παράσιτα, τα οποία προκαλούν μια ελαφρώς πικρή γεύση. «Αυτό είναι πολύ δύσκολο να επιτευχθεί μόνο με οργανικές μεθόδους» λέει χαρακτηριστικά. «Αν τα φουντούκια δεν είναι τέλεια, δεν τα δέχεται η αγορά». Στο μεταξύ ο Φιλέσι πουλά τα προϊόντα του σε τοπικά καταστήματα ή σούπερ μάρκετ. Όπως λέει, οι πιο μεγάλοι αγρότες όμως είναι δύσκολο να κάνουν 100% αυτή τη μετάβαση. Επίσης η μεγάλη ζήτηση σε φουντούκια αυξάνει και τις τιμές της γης στην περιοχή, κι έτσι είναι δύσκολο μικροί αγρότες να ξεκινήσουν κάτι εδώ.

Η βιομηχανία ζαχαροπλαστικής αναζητά τα τέλεια φουντούκια…

Για τον καθηγητή Νασκέτι όσο το κέρδος μπαίνει πάνω από τη βιωσιμότητα, είναι δύσκολο να επιτευχθεί η πλήρης μετάβαση σε βιολογικές φυτείες. «Οι άνθρωποι δεν φαντάζονται ότι πίσω από ένα βάζο πραλίνας φουντουκιού συντελείται μια περιβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική καταστροφή» αναφέρει ο Αντονιέλα, ο οποίος δεν σταματά τις διαμαρτυρίες αλλά και την ενημέρωση νέων αγροτών. «Θέλουμε να δείξουμε ότι τα πράγματα μπορούν να γίνουν διαφορετικά, ότι η γεωργία μπορεί να βασίζεται στον σεβασμό του περιβάλλοντος».»

πηγή: Deutsche Welle
Κείμενο: Μέγκαν Λακομπίνι ντε Φάζιο (Επιμέλεια: Δήμητρα Κυρανούδη)