Απειλούνται με εξαφάνιση οι ορχιδέες στην Πίνδο

Απαραίτητο συστατικό για την παρασκευή του σαλεπιού και του παγωτού ντουντουρμά, η ορχιδέα, που σχηματίζει πολύχρωμα «χαλιά» στην Πίνδο, απειλείται από την ανεξέλεγκτη συλλογή, λόγω της τεράστιας ζήτησής της από την Τουρκία. Η τιμή της στο παράτυπο εμπόριο έχει εκτοξευθεί φτάνοντας τα 90 με 120 ευρώ/κιλό σε ξερή μορφή!

Μελέτη για την κατάσταση των πληθυσμών και την ιστορία των ορχιδεών, που συλλέγονται και καταναλώνονται ως σαλέπι στην Πίνδο, υλοποιούν οι Κ. Στάρα, Μ. Χαριτωνίδου, Α. Τζωρτζάκη Α. και J. M. Halley από το Εργαστήριο Οικολογίας, Τμήμα Βιολογικών Εφαρμογών και Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στο πλαίσιο του έργου «Εκτίμηση των επιπτώσεων της συλλογής ορχεοειδών (σαλέπι) στην αφθονία και τη δυναμική αυτοφυών πληθυσμών στη Βόρεια Πίνδο».

«Όλες οι αυτοφυείς ορχιδέες προστατεύονται αυστηρά από την ελληνική νομοθεσία, αλλά ο περισσότερος κόσμος δεν το ξέρει. Αν και τα ως τώρα αποτελέσματά μας, δείχνουν ότι η τοπική παραδοσιακή συλλογή είναι σχετικά περιορισμένης έκτασης και κλίμακας, ωστόσο, τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται όλο και συχνότερα φαινόμενα ληστρικής συλλογής που αφορούν εκτός από τις ορχιδέες και άλλα φαρμακευτικά φυτά, βότανα, εδώδιμα μανιτάρια και τρούφες, ως αποτέλεσμα μιας παγκόσμια πίεσης για “άγρια”, “παραδοσιακά” προϊόντα» εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η κ. Στάρα προσθέτοντας ότι το «φαΐ που άλλοτε ήταν του φτωχού, τείνει να γίνει το φαΐ του πλούσιου».

Στην Ελλάδα, η ποικιλότητα των ορχιδεών είναι μεγάλη, με περιοχές όπως αυτή της ΒΔ Ελλάδας να χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα ποικιλομορφίας και ενδημισμού. «Παρά το γεγονός όμως», λέει η κ. Στάρα, «ότι η προστασία των ορχιδέων από διεθνείς συνθήκες και ευρωπαϊκές οδηγίες έχει κυρωθεί στην ελληνική νομοθεσία, η συλλογή ορχεοειδών για την παραγωγή σαλεπιού εικάζεται πως είναι ένας από τους παράγοντες για την αύξηση της τρωτότητας των ειδών αυτών προς εξαφάνιση».

Τα είδη που μελετούνται στην έρευνα είναι τα Dactylorhiza sambucina και Orchis mascula ssp. mascula, δύο από τα συνηθέστερα συλλεγόμενα για παραγωγή σαλεπιού είδη στην Ελλάδα.

Η Dactylorhiza sambucina είναι είδος σχετικά κοινό ακόμη στη Βόρεια Ελλάδα και απαντάται κατά κύριο λόγο σε φωτεινές θέσεις σε ορεινά λιβάδια ή σπανιότερα σε ανοίγματα δασών. Στην εργασία μελετήθηκε ως τώρα η παρουσία της σε 5 περιοχές στην Ήπειρο, όπου εκτιμήθηκε ότι η αφθονία επηρεάζεται από τα συμφύοντα είδη και τη διαθέσιμη εδαφική επιφάνεια αλλά και από ανθρωπογενείς παράγοντες, όπως η προσβασιμότητα λόγω εγγύτητας του οδικού δικτύου, η βόσκηση και η υπερσυλλογή για σαλέπι.

Συλλογή με σκεπαρνάκι κατά παραγγελία!

«Τη δεκαετία του ’60, κάτοικοι της Πίνδου γυρνούσαν στα βουνά της περιοχής τους και μάζευαν “σαλέπι”, όπως έλεγαν το φυτό, είτε για ιδιωτική τους χρήση είτε το πουλούσαν σε ζαχαροπλάστες. Ήταν μια συλλογή που απαιτούσε πολύ κόπο και την έκαναν λίγοι. Μάζευαν δε τους κονδύλους, με ειδικά σκεπαρνάκια, κατασκευασμένα με παραγγελία από σιδερά, για να μην τους “πληγώνουν”. Η συλλογή ξεκινούσε τον Ιούνιο όταν το άνθος είχε μαραθεί, έβγαζαν τον φρέσκο κόνδυλο και ξανατοποθετούσαν τον παλιό στην γη «για να το βρουν και του χρόνου», όπως λένε οι ίδιοι. Στη συνέχεια, έπλεναν και άπλωναν τους κονδύλους για να ξεραθούν σε μεγάλα άσπρα σεντόνια. Μετά, ή τον έκαναν σκόνη σε πέτρινο γουδί που λεγόταν “τουμπέκι” ή με μια βελόνα περνούσαν τους βολβούς σε μια κλωστή», αναφέρει η κ. Στάρα.

Εντούτοις, συμπληρώνει, «μπορεί η καλλωπιστική ορχιδέα να καλλιεργείται αλλά δεν συμβαίνει το ίδιο και με τις άγριες ορχιδέες καθώς έχουν ιδιαίτερη βιολογία αναπαραγωγής».

«Οι ορχιδέες έχουν άμεση ανάγκη από τη συμβίωσή τους με μύκητες που ζουν κάτω από το έδαφος και υποστηρίζουν την ανάπτυξή τους στα πρώτα στάδια της ζωής τους, κάτι που δυσχεραίνει την καλλιέργειά τους. Ωστόσο αν και είναι δύσκολο να καλλιεργηθούν, γίνονται πολλές ερευνητικές προσπάθειες σε Τουρκία και Ελλάδα και αλλού στην Ευρώπη», καταλήγει η κ. Στάρα, η οποία πιστεύει ότι στην κατεύθυνση της προστασίας της ορχιδέας, μοναδική λύση αποτελεί η επίτευξη της καλλιέργειάς της ενώ γενικότερα, υπάρχει επιτακτική ανάγκη εύρεσης λύσεων αειφορικής διαχείρισης για άγρια είδη της ελληνικής χλωρίδας μεγάλου εμπορικού ενδιαφέροντος.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Advertisements

Πέθανε από σοβαρή τοξική πολυπνευμονοπάθεια ο άντρας – σύμβολο του αγώνα κατά της γλυφοσάτης

Ο Φαμπιάν Τομάσι, σύμβολο του αγώνα κατά της γλυφοσάτης στην Αργεντινή πέθανε σε ηλικία 53 ετών έπειτα από σοβαρή τοξική πολυπνευμονοπάθεια. Ο Τομάσι εργάστηκε για χρόνια γεμίζοντας με το αμφιλεγόμενο ζιζανιοκτόνο τις δεξαμενές ψεκαστικών αεροπλάνων.

«Την Παρασκευή κατάφεραν να τον σκοτώσουν. Ο Φαμπιάν ήταν άρρωστος για περισσότερο από δέκα χρόνια. Προσπαθούσε να κρατηθεί στη ζωή για να καταγγέλλει την γενοκτονική αγροτική πολιτική που τον κατέστρεψε», δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Μεντάρντο Αβίλα, μέλος του Δικτύου γιατρών των θειαφισμένων χωριών. Πατέρας μιας κόρης, ο Φαμπιάν Τομάσι, που δεν είχε πλέον δέρμα στα κόκκαλα, αφιέρωσε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην αφύπνιση των συνειδήσεων για τους κινδύνους των ζιζαντιοκτόνων, είχε μάλιστα δεχθεί να φωτογραφηθεί για τις ανάγκες του αγώνα, θυμάται ο Μεντάρντο Αβίλα.

Το 2005, είχε αρχίσει να εργάζεται σε μια επιχείρηση της επαρχίας Έντρε Ρίος (κεντροανατολικά), όπου του είχε ανατεθεί να γεμίζει με ζιζανιοκτόνα τις δεξαμενές των ψεκαστικών αεροπλάνων. Είχε εξηγήσει ότι χειριζόταν μπιτόνια τοξικών προϊόντων χωρίς προστασία, καθώς κανείς δεν τον είχε προειδοποιήσει για τους κινδύνους της γλυφοσάτης, η οποία κατατάσσεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας στην κατηγορία των «πιθανώς καρκινογόνων». «Ο θάνατός του μας λυπεί και μας θυμώνει πολύ. Έχουμε ένα σύστημα παραγωγής που μολύνει τη μισή χώρα», πρόσθεσε ο ακτιβιστής γιατρός.

Μερικούς μήνες προτού πεθάνει, ο Φαμπιάν Τομάσι είχε μιλήσει στο AFP. Για εκείνον, η γλυφοσάτη ήταν «μια τρομερή απάτη, μια παγίδα που μας έστησαν πολύ ισχυροί άνθρωποι». «Δεν θα απομείνει κανείς. Όλα τα εδάφη που έχουμε δεν θα φθάσουν για να θάψουμε τους νεκρούς», είχε προσθέσει. Λόγω της ασθένειάς του δεν μπορούσε πλέον να τρώει στερεά τροφή, περπατούσε με δυσκολία γιατί είχε χάσει όλη τη μυική του μάζα, ακόμα και οι κινήσεις των χεριών του ήταν περιορισμένες.

Καθώς δεν ήταν σε θέση να αυτοεξυπηρετηθεί, τον φρόντιζε η 80χρονη μητέρα του. Στην Αργεντινή, η γενετικά τροποποιημένη σόγια διαδόθηκε σημαντικά κατά τη δεκαετία του 1990 κερδίζοντας έδαφος έναντι της παραδοσιακής εκτροφής των βοοειδών, καθιστώντας μεγαλύτερη την απόδοση ανά στρέμμα.

Με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ/ afp

Οι Κέδροι του Θεού, που επέζησαν από εκστρατείες και πολέμους, τώρα απειλούνται από την κλιματική αλλαγή.

Περπατώντας κανείς ανάμεσα στους κέδρους του Λιβάνου, αισθάνεται ότι βρίσκεται στη συντροφιά αρχέγονων οντοτήτων της Γης. Αμέτρητα δέντρα ηλικίας άνω των 1.000 ετών, απλώνουν τα οριζόντια κλαδιά τους πάνω από τα κεφάλια των επισκεπτών, με τις ρίζες τους βαθιά μέσα στο ασβεστολιθικό έδαφος.

Ένας κέδρος στο δάσος του Τανουρίν που πέθανε έπειτα από προσβολή εντόμων (Josh Haner/The New York Times)

Οι κέδροι ευδοκιμούν λόγω της υγρασίας και των ασυνήθιστα χαμηλών θερμοκρασίώνς της περιοχής, που δημιουργούν ένα σπάνιο οικοσύστημα για τη Μέση Ανατολή. Καθώς όμως το κλίμα αλλάζει απότομα, τα δάση του Λιβάνου κινδυνεύουν για πρώτη φορά στην ιστορία τους με εξαφάνιση. Οι ολοένα υψηλότερες θερμοκρασίες στη χώρα περιορίζουν τις βιώσιμες ζώνες των κέδρων σε μεγαλύτερα υψόμετρα.

Νέοι κέδροι ξεπετάγονται από το έδαφος στο δάσος του Μπαρούκ.

Το πιο διάσημο δάσος κέδρων του Λιβάνου είναι το Δάσος των Κέδρων του Θεού (αραβικά: Horsh Arz el-Rab, Χορς Αρζ ελ-Ραμπ) που βρίσκεται στο κεδροδάσος του όρους Μαχμάλ σε ύψος 1.920 μέτρων, με κέδρους που ξεπερνούν σε ηλικία και τα 1.500 χρόνια. Η πιο ονομαστή συστάδα κέδρων βρίσκεται στην περιοχή που είναι γνωστή ως «Κέδροι του Θεού», κοντά στην πόλη Μπσαρί στο βόρειο Λίβανο, όπου υπάρχουν 375 υπεραιωνόβιοι κέδροι.

Δεξιά ένας νεκρός κέδρος δίπλα σε έναν υγιή στο δάσος του Τανουρίν.

Στους κέδρους του Λιβάνου υπάρχουν αναφορές τόσο στο «Έπος του Γκιγκαλμές» όσο και στην Παλαιά Διαθήκη. Τα δάση από κέδρους του Λιβάνου προμήθευσαν το περιζήτητο ξύλο τους (cedrus libani), με το οποίο οικοδομήθηκε ο Ναός του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ. Οι Φοίνικες και οι Αιγύπτιοι χρησιμοποιούσαν το ξύλο των κέδρων του Λιβάνου για τη ναυπήγηση των πλοίων τους και ο Ναβουχοδονόσωρ Β’, βασιλιάς της Βαβυλώνας τον 6ο π. Χ. αιώνα, υλοτομούσε τους κέδρους για να χρησιμοποιηθούν ως δομικό υλικό σε κατασκευές. Επίσης, η ρητίνη (resina cedir) και το έλαιο (oleum cedri) του κέδρου χρησιμοποιούνταν στην ιατρική, αλλά και για τη μουμιοποίηση των φαραώ της Αιγύπτου.

Αυτοί οι κέδροι φυτεύτηκαν πριν από 90 χρόνια για να δημιουργήσουν σκιά σε μια αυλή ενός σπιτιού νοτιοανατολικά της Βηρυτού.

Τα δέντρα αυτά χρειάζονται πολύ χαμηλές θερμοκρασίες για να πολλαπλασιαστούν και έτσι η επιβίωσή τους στις χαμηλότερες πλαγιές, που οι θερμοκρασίες είναι υψηλότερες, γίνεται όλο και πιο δύσκολη. Το ιδανικό υψόμετρο για τους κέδρους είναι μεταξύ 1.400 και 1.800 μέτρων αλλά σε πειράματά τους οι γεωπόνοι ανακάλυψαν πως τα δέντρα αυτά μπορούν να επιβιώσουν μέχρι και στα 2.100 μέτρα. Σε δάση όπως το Μπαρούκ όμως, δεν υπάρχει περιθώριο για τους κέδρους να «στείλουν» τους σπόρους τους σε ψηλότερα υψόμετρα. Τα πρώτα 40 με 50 χρόνια της ζωής τους, τα δέντρα αυτά μεγαλώνουν πάρα πολύ αργά.

Πολιτικές αφίσες στη Βηρυτό.

Οι κλιματολόγοι προειδοποιούν πως, αν οι θερμοκρασίες συνεχίσουν να ανεβαίνουν (όπως αναμένεται), μέχρι το 2100 οι κέδροι θα μπορούν να ευδοκιμήσουν μόνο στο βορειότερο άκρο του Λιβάνου. Ωστόσο ούτε εκεί η εικόνα είναι ιδανική αφού στο πυκνότερο δάσος κέδρων, στο Φυσικό Καταφύγιο του Τανουρίν, το 7% των δέντρων ξεράθηκε στις αρχές του 2000, από έντομα που έκαναν την εμφάνισή τους μετά το 1997.

Η Λιλιάν Κεϊρούζ είναι μια καλλιτέχνης που σχεδιάζει πάνω σε ξύλο κέδρου, το οποίο συλλέχθηκε νομίμως από το δάσος των Κέδρων του Θεού.

Από τα δεκάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα δασών στα υψίπεδα του Λιβάνου όμως, μόνο 17 τ.χλμ απομένουν σε διάσπαρτα άλση. Οι κέδροι χρειάζονται το χιόνι για την επιτυχημένη επικονίαση τους. Όμως και ο φετινός χειμώνας ήταν «απογοητευτικά ήπιος», όπως εξηγούν οι ειδικοί. Ο συντονιστής οικοτουρισμού στο καταφύγιο βιόσφαιρας του Σουφ, Ομάρ Αμπού Άλι, επισημαίνει τα ανησυχητικά σημάδια. «Οι πρώτοι βλαστοί δεν εμφανίζονταν πριν τις αρχές του Μαΐου αλλά φέτος βγήκαν από τον Απρίλιο.»

Νομίσματα που απεικονίζουν κέδρους στο μουσείο της Τράπεζας του Λιβάνου στη Βηρυτό.

«Όσο πιο νωρίς φυτρώνουν τόσο πιο ευάλωτοι είναι, αυτή η πρόωρη βλάστηση μπορεί να τους οδηγήσει στον θάνατο». Τις προηγούμενες δεκαετίες, έβρεχε ή χιόνιζε 105 ημέρες τον χρόνο. Το χιόνι στα μεγαλύτερα υψόμετρα κάλυπτε το έδαφος ακόμα και για 4 μήνες. Τον περασμένο χειμώνα όμως έβρεξε μόλις 40 ημέρες και το χιόνι κράτησε για έναν μήνα. «Η κλιματική αλλαγή είναι γεγονός εδώ», λέει ο διευθυντής της Βιόσφαιρας του Σουφ, Νιζάρ Χανί. «Το δάσος των κέδρων “μεταναστεύει” σε μεγαλύτερα υψόμετρα αλλά δεν είναι σίγουρο πως θα καταφέρουν να το ακολουθήσουν και τα υπόλοιπα είδη με τα οποία συμβιώνει», τονίζει ο Χανί, που φοβάται ακόμα πιο σοβαρές εκτροπές του οικοσυστήματος στο άμεσο μέλλον.

Νεαροί κέδροι σε ένα φυτώριο του Λιβάνου.

Μία έρευνα του 2010 προειδοποιούσε ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη στον υφιστάμενο ρυθμό θα οδηγήσει στην πλήρη εξαφάνιση των κέδρων από το Σουφ. Μετά τη φετινή, περιορισμένη χιονόπτωση οι υπεύθυνοι του καταφυγίου στο Τανουρίν, είχαν προετοιμαστεί ψυχολογικά για μία δύσκολη σεζόν. Η κατάσταση επιδεινώθηκε από το Cephalcia tannourinensis, ένα έντομο που τρέφεται από τις μικρές βελόνες των κέδρων. Το έντομο ήταν άγνωστο στους επιστήμονες μέχρι το 1998, που ο Λιβανέζος εντομολόγος Ναμπίλ Νεμέρ το συνέδεσε με την εκτεταμένη καταστροφή κέδρων της προηγούμενης χρονιάς.

Κέδροι φυτεμένοι σε σειρές σε μια πλαγιά πάνω από το δάσος των Κέδρων του Θεού.

Παλιότερα, το έντομο δεν βασιζόταν στους κέδρους για την επιβίωσή του καθώς ξεχειμώνιαζε κάτω από το χώμα. Καθώς όμως τα χιόνια άρχισαν να λιώνουν νωρίτερα, τα έντομα αυτά άρχισαν να αφήνουν τα αυγά τους στις νέες ρίζες των κέδρων, καταστρέφοντας τα μικρά δέντρα. «Είμαστε σε έναν αγώνα δρόμου», παραδέχεται ο Χανί. «Και δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο».

πηγή: New York Times / Φωτογραφίες Josh Haner.

Η μελισσοκομία ανακουφίζει την υποβαθμισμένη απ’ την υπερβόσκηση, γη της Κιργιζίας

Για αιώνες, οι άνθρωποι που ζούσαν στα ψηλά απομακρυσμένα χωριά της τεράστιας οροσειράς του Παμίρ, στην Κιργιζία, στην κεντρική Ασία, βασίζονταν κυρίως στη βοσκή των ζώων. Το όνομα Παμίρ σημαίνει ορεινός λειμώνας και σε αυτό συναντώνται τα μεγαλύτερα ορεινά συγκροτήματα της Γης, του Τιεν-Σαν, του Καρακορούμ και Κουέν-Λουν προς ανατολάς, τα Ιμαλάια προς νότο και η οροσειρά του Χίντου Κους προς δυσμάς.

Εδώ υψώνονται βουνά που υπερβαίνουν τα 6000 μ. των οποίων μεγαλύτερες κορυφές είναι η του Ισμαήλ Σαμανί (7.500 μ.) και η κορυφή Λένιν (7.140 μ.). Η χλωρίδα στη περιοχή αυτή είναι πολύ φτωχή και γενικά χαρακτηρίζεται άδενδρος. Μικρή βλάστηση παρατηρείται μόνο στα δυτικά και σε χαμηλό ύψος. Αντίθετα στις κοιλάδες των ποταμών παρατηρείται πυκνή βλάστηση από ιτιές και λεύκες. Κυριότερα ζώα της περιοχής είναι το “Αρχάρ”, πρόβατο βουνού, και το “Κίικ” είδος αγριοκάτσικου.

Δεδομένου του έντονου κλίματος και των παγετώνων που υφίστανται στη περιοχή, το Παμίρ έχει αρκετά συχνά σεισμούς που προκαλούν κατολισθήσεις, κάνοντας τις ήδη δύσκολες συνθήκες διαβίωσης ακόμα δυσκολότερες. Η επί γενιές κακή διαχείριση των βοσκοτόπων έχει επιταχύνει την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. «Το οικοσύστημα της ορεινής περιοχής του Παμίρ είναι αρκετά ευαίσθητο. Γι αυτό σε κάθε ανθρώπινη ή φυσική παρέμβαση το περιβάλλον αντιδρά άμεσα» σημειώνει ο Maksat Anarbaev, από το Εθνικό Κέντρο Ανάπτυξης Ορεινής Κιργιζίας. Για τον Anarbaev η υποβάθμιση της γης είναι συνυφασμένη με την φτώχεια και γι αυτό εργάζεται για μια αειφόρο διαχείριση των πόρων.

Στο χωριό Murdash της Κιργιζίας, ο Ulanbek Kasymov βίωσε από πρώτο χέρι τις επιπτώσεις της υποβάθμισης της γης στην περιοχή. Το σπίτι του, το οποίο βρισκόταν σε μια βουνοπλαγιά, καταστράφηκε από μια κατολίσθηση. Οι θείοι του είχαν προτείνει στους γείτονες τους να φυτέψουν δέντρα, καθώς αυτά προστατεύουν το έδαφος. Θα μπορούσαν να γεύονται και τους καρπούς τους, όμως οι γαιοκτήμονες της περιοχής αρνήθηκαν. Προτίμησαν την παραγωγή σανού και τα ζώα. Πλέον η περιοχή δε μπορεί να καλλιεργηθεί αλλά ούτε και να θρέψει τα ζώα.

Ο Anarbaev σήμερα, προσπαθεί να συμβάλει στην ανάκαμψη του περιβάλλοντος και ταυτόχρονα στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των κατοίκων. Πως; Ο ίδιος λέει «Με τις μέλισσες αλλά και τα ζώα.» Ως δάσκαλος χημείας και έπειτα από την καταστροφή του σπιτιού του, ο Kasymov μπορεί να κατανοήσει καλύτερα το μέγεθος της υποβάθμισης και προσπαθεί να βρει λύσεις για να βελτιώσει το βιοτικό του επίπεδο αλλά και το περιβάλλον του χωριού του.

Όταν άκουσε λοιπόν για ένα μικρό πρόγραμμα επιχορηγήσεων ξεκίνησε να οργανώνει μια ομάδα χωρικών ώστε να αναβιώσει μια παράδοση που αργοπέθαινε· την μελισσοκομία. «Έμαθα την τέχνη της μελισσοκομίας όταν βρισκόμουν στην όγδοη τάξη, από τον θείο και τον πατέρα μου, παρακολουθώντας πώς το έκαναν. Τους ακολουθούσαμε ως παιδιά και μεταφέραμε τα καπνιστήρια αλλά και τα ξύλινα πλαίσια.» θυμάται ο Kasymov.

Αλλά από την παιδική του ηλικία μέχρι σήμερα αυτή η τέχνη έχει σχεδόν χαθεί, ενώ παράλληλα τα νοικοκυριά στράφηκαν αποκλειστικά στην διαχείριση μεγάλων ζωικών κεφαλαίων. Ειδικά μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, το 1991, το κλείσιμο των συλλογικών εκμεταλλεύσεων και τον φόβο της ανεργίας. Ο ίδιος, ο Kasymov, όμως έγινε παράδειγμα στην κοινότητα, μειώνοντας το ζωικό του κεφάλαιο και αυξάνοντας τις κυψέλες του, αποδεικνύοντας ότι κάτι τέτοιο είναι βιώσιμο ως λύση. Έπειτα αρκετοί τον ακολούθησαν. Πλέον εργάζονται συλλογικά. Τα κέρδη από την πώληση του μελιού κατανέμονται μεταξύ των μελών της ομάδας.

Οι μέλισσες επικονιάζουν τα φυτά συμβάλλοντας στην ανάκαμψη του περιβάλλοντος. Βέβαια αυτή η περιοχή είναι τόσο σκληρή και απομακρυσμένη και λόγω της περιορισμένης εμβέλειας των σύγχρονων επικοινωνιών, η μεταφορά των γνώσεων του έργου στις κοινότητες αποτελεί πρόκληση. Οι άνθρωποι εδώ έχουν ραδιόφωνο και τηλεόραση αλλά όχι πρόσβαση στο διαδίκτυο. Η γνώση μεταφέρεται μέσω συγγενών, αγροτών και φίλων. Απ’ την άλλη αυτό βοηθάει την κοινότητα να έρθει πιο κοντά και να δρα περισσότερο συλλογικά.

Όπως και οι μέλισσες δρουν συλλογικά έτσι και ο Kasymov και η ομάδα του ίσως αποδειχτούν το κλειδί για τη διατήρηση αυτού του απομακρυσμένου αλλά και μοναδικού οικοσυστήματος.

Γάλλοι μελισσοκόμοι διοργάνωσαν συμβολική κηδεία για τις μέλισσες!

Γάλλοι μελισσοκόμοι διοργάνωσαν συμβολική κηδεία για τις μέλισσες, στο Παρίσι, διαμαρτυρόμενοι για την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων. Οι ακτιβιστές, που φορούσαν μελισσοκομικές στολές υποστηρίζουν ότι τα φυτοφάρμακα σκοτώνουν εκτός από τις μέλισσες και έντομα ζωτικής σημασίας για το οικοσύστημα.

Οι μελισσοκόμοι της Γαλλίας ζητούν εδώ και 20 χρόνια από τις κυβερνήσεις τους, να πάρουν αυστηρότερα μέτρα, αλλά δεν έχει γίνει τίποτα όπως υποστηρίζουν. Η συμβολική αυτή κηδεία διοργανώθηκε λίγες μέρες μετά την αποτυχία να προστεθεί και η γλυφοσάτη στις τρεις ουσίες που απαγορεύτηκαν (ιµιδακλοπρίδη, κλοθειανιδίνη και θειαμεθοξάμη). Αξίζει να σημειωθεί ότι έπειτα πραγματοποίησαν πορεία προς το προεδρικό μέγαρο, απαιτώντας να συναντηθούν με τον πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, αλλά απωθήθηκαν από τους αστυνομικούς.

Βρέθηκε το αρχαιότερο ζωντανό δέντρο της Ευρώπης

Ένα πεύκο (Pinus heldreichii) που αναπτύσσεται στη νότια Ιταλία είναι 1.230 ετών, κερδίζοντας έτσι τον τίτλο του επιστημονικά χρονολογημένου πιο μεγάλου σε ηλικία δέντρου στην Ευρώπη. Επιπλέον, το αρχαίο πεύκο φαίνεται πως βιώνει μια ώθηση στην ανάπτυξη κατά τις τελευταίες δεκαετίες, όπου προστέθηκαν μεγαλύτεροι δακτύλιοι στον κορμό του, παρόλο που πολλά δέντρα στην περιοχή της Μεσογείου βιώνουν μείωση της ανάπτυξης.

Η ανακάλυψη δείχνει ότι ορισμένα δέντρα μπορούν να επιβιώσουν για αιώνες ακόμη και όταν είναι αντιμέτωπα με ακραίες αλλαγές στο κλίμα. Αυτό το αρχαίο πεύκο, για παράδειγμα, έχει επιβιώσει από μια κρύα περίοδο κατά τη διάρκεια των μεσαιωνικών χρόνων και έπειτα έζησε σε πολύ πιο υψηλές θερμοκρασίες, συμπεριλαμβανομένων περιόδων ξηρασίας. Αν αναλυθεί η ανάπτυξή του μέσα από τόσα χρόνια μεταβαλλόμενων συνθηκών, αυτό θα βοηθήσει τους επιστήμονες να καταλάβουν καλύτερα πώς τα δάση θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες κλιματικές αλλαγές, λέει η ομάδα μελέτης.

«Η μελέτη τόσο μεγάλων σε ηλικία δέντρων είναι πολύτιμη για να προβλέψουμε καλύτερα τις μελλοντικές επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος στα δασικά οικοσυστήματα», λέει ο Maxime Cailleret από το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Ινστιτούτο Δασών που μελετά τη θνησιμότητα των δένδρων. Ο Gianluca Piovesan από το Πανεπιστήμιο της Τοscia και οι συνάδελφοί του εντόπισαν το πεύκο σε μια απότομη, βραχώδη πλαγιά, ψηλά στα βουνά του Εθνικού Πάρκου Pollino.

Ενώ το δέντρο φαινόταν πολύ μεγάλο σε ηλικία, η ομάδα συνειδητοποίησε σύντομα ότι ο καθορισμός της πραγματικής ηλικίας του δεν θα ήταν τόσο απλός καθώς δεν μπορούσε να γίνει με χρονολόγηση των δακτυλίων του. Το κεντρικό τμήμα του δέντρου, το οποίο θα περιείχε τους αρχαιότερους δακτυλίους, έλειπε. «Το εσωτερικό του ξύλου ήταν σαν σκόνη – δεν το είδαμε ποτέ», λέει ο Alfredo Di Filippo, μέλος της ομάδας. «Έλειπαν τουλάχιστον 20 εκατοστά ξύλου, πράγμα που αντιπροσωπεύει πολλά χρόνια».

Οι ρίζες του δέντρου ήταν σε καλύτερη κατάσταση, οπότε η ομάδα αποφάσισε να ερευνήσει αν θα μπορούσε να αποκαλύψει την ηλικία του χρησιμοποιώντας μια νέα μέθοδο που συνδυάζει μερικές υπάρχουσες τεχνικές. Αν και τόσο ο κορμός και οι ρίζες ενός δέντρου παράγουν ετήσια δακτυλίους, μπορούν να αναπτυχθούν με διαφορετικούς ρυθμούς, κάτι που δεν κάνει εύκολο να συσχετιστεί η ανάπτυξή τους. Ωστόσο, τα δείγματα που χρονολογούνται από τις εκτεθειμένες ρίζες του επέτρεψαν στους ερευνητές να προσδιορίσουν πότε βλάστησε το δέντρο.

Η ομάδα ήταν στη συνέχεια σε θέση να διασταυρώσει την ανάπτυξη δακτύλων σε δείγματα ρίζας και κορμού για να αποκαλύψει τα χρόνια που λείπουν από τον κορμό. «Συνδυάζοντας αυτές τις δύο μεθόδους, κατορθώσαμε να καθορίσουμε το χρονοδιάγραμμα με μεγαλύτερη ακρίβεια», λέει ο Piovesan.

Η ηλικία του δέντρου είναι εντυπωσιακή, λαμβάνοντας υπόψη τον πυκνό ανθρώπινο πληθυσμό που αναπτύχθηκε στην περιοχή κατά τη διάρκεια των τελευταίων χιλιετιών, λέει ο Oliver Konter από το Πανεπιστήμιο του Mainz στη Γερμανία. Αυτός ο επιστήμονας είναι που εντόπισε ένα πεύκο 1.075 ετών στη βόρεια Ελλάδα και που έως τώρα θεωρούνταν το μεγαλύτερο σε ηλικία δέντρο στην Ευρώπη.

Οι δασικές εκτάσεις έχουν αξιοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό από τους ανθρώπους σε αυτό το χρονικό πλαίσιο, καθώς η γη έχει χρησιμοποιηθεί για τη γεωργία και οι πόλεις έχουν εξαπλωθεί. Ωστόσο, απομακρυσμένες περιοχές, όπως αυτή η γη των αρχαίων πεύκων, γλίτωσαν λόγω της δυσκολίας στην πρόσβαση. Παρόλο που το πάρκο φιλοξενεί χιλιάδες πεύκα του είδους Pinus heldreichii, τα περισσότερα είναι ηλικίας μεταξύ 500 και 600 ετών. Η ομάδα διαπίστωσε μόνο τρία ακόμη που είναι πιθανό να είναι ηλικίας άνω των χιλίων ετών.

Οι λόγοι για την ευνοϊκή ανάπτυξη που παρουσιάζει το πεύκο είναι πιθανόν να είναι πολύπλοκοι. Εν μέρει, τα ψηλά βουνά έχουν το δικό τους μικροκλίμα, όπου οι θερμοκρασίες παραμένουν πιο δροσερές. Ο Piovesan και η ομάδα του πιστεύουν επίσης ότι έχει συμβάλει και η μείωση της ρύπανσης λόγω των πρόσφατων ευρωπαϊκών νόμων και των προσπαθειών επανόρθωσης.

Επιπλέον, η μοναδική βιολογία των δένδρων μπορεί να βοηθήσει το παλιό πεύκο να επιβιώσει. Σε αντίθεση με τα ζώα, η γήρανση δεν είναι προγραμματισμένη φυσικά, επομένως είναι θεωρητικά αθάνατα. Οι σεκόγιες που αναπτύσσονται σε ανέγγιχτα τοπία στις Η.Π.Α., μπορεί μερικές φορές να είναι χιλιάδες ετών. Τα κωνοφόρα, τα οποία αναπτύσσονται αργά, είναι γνωστό ότι ζουν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, εν μέρει επειδή παραμένουν μικρότερα για μεγαλύτερα τμήματα της ζωής τους, καθιστώντας τα λιγότερο ευάλωτα σε ακραία γεγονότα όπως η ξηρασία και οι καταιγίδες.

Επιπλέον, τα παλιά δένδρα μπορεί να θεωρηθούν ζωντανοί οργανισμοί όταν στην πραγματικότητα ζουν μόνο μικρά μέρη αυτών. Στην περίπτωση του αρχαίου πεύκου, το μεγαλύτερο μέρος του στέμματος του πέθανε, αλλά θα μπορούσε ενδεχομένως να συνεχίσει να ζει σε αυτήν την κατάσταση για αιώνες περισσότερο.

Πηγή: www.lifo.gr με πληροφορίες από National Geogrpahic 

Η Pinus heldreichii (κοινές ονομασίες: Ρόμπολο, Bosnian pine, whitebark pine, Heldreich pine) εμφανίζεται σποραδικά σε όρη της Βαλκανικής χερσονήσου και σε ένα απομονωμένο σταθμό στη νότια Ιταλία (Καλαβρία). Η σημερινή της εξάπλωση θεωρείται υπολειμματική, σε σχέση με ευρύτερη της προπαγετωνικής περιόδου. Είναι είδος βραδυαυξές, προσαρμοσμένο στις συνθήκες της υπαλπικής ζώνης των υψηλών βουνών της Βαλκανικής. Υπάρχουν διάσπαρτοι μικροί πληθυσμοί P. heldreichii που επιβιώνουν σε βραχώδεις ασβεστο λιθικές πλαγιές σε υψόμετρα 2.200-2.650 m.

Στην Ελλάδα εμφανίζεται στη Β. Πίνδο, το Βούρινο, το Βέρμιο, τον Όρβηλο και τον Όλυμπο, σε υψόμετρα από 1.300 έως 2.600 m. Είναι το πλέον ψυχρόβιο από τα αυτοφυή είδη πεύκης. Αναπτύσσεται σε αβαθή πετρώδη εδάφη που εδράζονται σε ασβεστολιθικά ή υπερβασικά πετρώματα και σπανιότερα σε γρανίτες. Συχνά, σε χαμηλότερα υψόμετρα απαντά σε μικτά δάση με τη μαύρη πεύκη, ενώ σε μεγάλα υψόμετρα σχηματίζει αμιγές δάσος μέχρι τα δασοόρια.

Κοράκης, Γ., 2015. Δασική βοτανική. [ηλεκτρ. βιβλ.] Αθήνα: Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών.

Ποια είναι τα τρία επικίνδυνα εντομοκτόνα που απαγόρευσε η ΕΕ;

Τρία νεονικοτινοειδή εντομοκτόνα που θεωρούνται επικίνδυνα για τις μέλισσες, η χρήση των οποίων είχε τεθεί υπό περιορισμό ήδη από το 2013, απαγορεύονται τελικά ολοκληρωτικά μετά από σχετική ψηφοφορία.

Πρόκειται για τις ουσίες: ιµιδακλοπρίδη (Imidacloprid) της Bayer CropScience, κλοθειανιδίνη (Clothianidin) των Takeda Chemical Industries και Bayer CropScience, καθώς και θειαμεθοξάμη (Thiamethoxam) της Syngenta. Η απαγόρευση αφορά πλέον όλες τις εξωτερικές καλλιέργειες, με μόνη εξαίρεση τη χρήση των εντομοκτόνων αυτών σε κλειστά θερμοκήπια, υπό τον όρο ότι τα φυτά που καλλιεργούνται σε αυτά δεν βγαίνουν από τον κλειστό χώρο του θερμοκηπίου.

Ποιες είναι όμως αυτές οι ουσίες; Η ιµιδακλοπρίδη είναι ένα νευροτοξικό εντομοκτόνο το οποίο δρα παρεμποδίζοντας τους νικοτινικούς υποδοχείς ακετυλοχολίνης με αποτέλεσμα την παράλυση του εντόμου και τελικά τον θάνατο. Είναι περισσότερο τοξικό για τα έντομα απ’ ότι για τα θηλαστικά. Συγκεκριμένα για την μέλισσα Apis mellifera θεωρείται μία από τις πιο τοξικές χημικές ουσίες που δημιουργήθηκαν ποτέ.

Χρησιμοποιήθηκε ευρέως στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1996, καθώς αντικατέστησε τρεις ευρείες κατηγορίες εντομοκτόνων. Το 2006 οι νομάδες μελισσοκόμοι των ΗΠΑ ανέφεραν μια περίεργα απότομη πτώση στις αποικίες μελισσών τους. Ανάλογες είχαν υπάρξει και στο παρελθόν, όμως αυτή τη φορά οι ενήλικες μέλισσες εγκατέλειπαν τις κυψέλες τους, μια συμπεριφορά που δεν είχε παρατηρηθεί ξανά στο παρελθόν. Το φαινόμενο ονομάστηκε Διαταραχή Κατάρρευσης Αποικίας (CCD) και παρά το γεγονός ότι η αιτία που το προκαλούσε είχε πολλούς παράγοντες που λειτουργούσαν συνδυαστικά, η ιµιδακλοπρίδη, επειδή αύξανε κατά πολύ την ευαισθησία των μελισσών στο παθογόνο Nosema, μια ενδημική ασθένεια του εντέρου τους, θεωρήθηκε ως η κυριότερη αιτία.

Η κλοθειανιδίνη είναι νεονικοτινοειδές εντομοκτόνο που δρα και αυτό στο κεντρικό νευρικό σύστημα των εντόμων. Είναι μια από αυτές τις χημικές ουσίες που δημιουργήθηκαν για να διαρκούν περισσότερο και να μη διασπώνται γρήγορα στο περιβάλλον. Μελέτες που έγιναν μετά το 2012 έδειξαν ότι μπορεί να αφήσει υπολείμματα στο έδαφος μέχρι και για 6930 ημέρες. Δηλαδή σχεδόν 19 χρόνια!

Η κλοθειανιδίνη δρα και μέσω της επαφής αλλά και μέσω της κατάποσης. Δεδομένου ότι η ουσία αυτή παραμένει για τόσο πολύ στο περιβάλλον και απορροφάται από τα φυτά, υποβάλει τα έντομα σε χρόνια έκθεση έχοντας ως αποτέλεσμα μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, όπως τον εκφυλισμό των προνυμφών τους αλλά και επιδράσεις στη γονιμότητα της βασίλισσας.

Η θειαμεθοξάμη είναι και αυτή ένα πολύ επικίνδυνο νεονικοτινοειδές εντομοκτόνο. Η Διεθνής Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας την χαρακτήρισε ως μέτρια επικίνδυνη για τον άνθρωπο, τα θηλαστικά και τα πουλιά, πολύ τοξική για την υδρόβια ζωή με μακροχρόνιες επιπτώσεις και εξαιρετικά τοξική για τις μέλισσες. Σε μια μελέτη που δημοσιεύτηκε στο PLoS One το 2012 παρατηρήθηκε ότι σε συγκεκριμένες δόσεις οι μέλισσες παρουσίασαν μείωση της δραστηριότητας συλλογής τροφής αλλά και μακρύτερες πτήσεις.

Από την πλευρά τους οι φαρμακευτικές εταιρίες χαρακτήρισαν την απόφαση θλιβερή. Συνεχίζουν να ισχυρίζονται ότι οι ουσίες αυτές, εφόσον χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες της  ετικέτας, δεν βλάπτουν τις μέλισσες και τους άλλους επικονιαστές. Επίσης αρκετοί αγρότες είναι σκεπτικοί για το κατά πόσον θα επηρεαστούν οι καλλιέργειες τους και πιστεύουν ότι αν αυτό συμβεί ίσως χρησιμοποιηθούν ακόμα πιο τοξικά φάρμακα. Κάποιοι άλλοι πάλι είναι επιφυλακτικοί και πιστεύουν ότι οι τρεις αυτές ουσίες απλώς θα αλλάξουν και την θέση τους θα πάρουν κάποιες άλλες. Ο χρόνος θα δείξει.