Τα φυτά ανθίζουν ένα μήνα νωρίτερα λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας. Τι σημαίνει αυτό για το περιβάλλον;

Μια Βρετανική έρευνα που δημοσιεύτηκε φέτος επιβεβαιώνει αυτό που έχουν επισημάνει αρκετοί μελισσοκόμοι ανά τον κόσμο την τελευταία δεκαετία. Τα φυτά ανθίζουν ένα μήνα νωρίτερα λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας, που οφείλεται στην κλιματική αλλαγή.

Μια μέλισσα πάνω σε μια ονοβρυχίδα, ένα αγριολούλουδο της οικογένειας των μπιζελιών.

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ ανέλυσαν τις ανθοφορίες 406 ειδών και βρήκαν μια μετατόπιση 26 ημερών κατά μέσο όρο, νωρίτερα, σε σχέση με τη δεκαετία του 1980, η οποία οφείλεται στις υψηλότερες θερμοκρασίες της άνοιξης. Τα βότανα παρουσίασαν τη μεγαλύτερη μετατόπιση (32 ημέρες) σε σύγκριση με τους θάμνους και τα δέντρα, γεγονός που μπορεί να υποδηλώνει ότι επηρεάζονται περισσότερο από την κλιματική αλλαγή λόγω του μικρότερου χρόνου μεταξύ των γενεών τους.

Μια άλλη μελέτη Αμερικανών επιστημόνων του 2020, διαπίστωσε ότι η δραστηριότητα των μελισσών ήταν λιγότερο ευαίσθητη στις θερμοκρασιακές μεταβολές σε σχέση με τα φυτά. Αυτό έχει σοβαρό αντίκτυπο στο οικοσύστημα καθώς φυτά και επικονιαστές δεν συγχρονίζονται, ένα φαινόμενο γνωστό στην εξελικτική βιολογία ως «Χρονική Αναντιστοιχία».

Το φυτό Corydalis ambigua. Οι μέλισσες δεν συγχρονίζονται μαζί του πλέον.

Αυτό επιβεβαιώνει άλλα προηγούμενα ευρήματα όπως μια έρευνα σε ορεινές περιοχές της Ιαπωνίας σύμφωνα με την οποία το φυτό Corydalis ambigua, της οικογένειας της παπαρούνας, άνθιζε νωρίτερα μέσα στο έτος λόγω του ότι έλιωναν και τα χιόνια νωρίτερα, αλλά οι επικονιαστές του δεν είχαν κάνει παρόμοια προσαρμογή. Αυτό με τη σειρά του σημαίνει λιγότερη επικονίαση και τελικά λιγότερους σπόρους.

Στη Βρετανία περίπου το ένα πέμπτο των καλλιεργειών γονιμοποιείται από έντομα, με αποτέλεσμα μια πρώιμη ανθοφορία να βλάπτει τις αποδόσεις. Αλλά και οι ίδιοι οι επικονιαστές κινδυνεύουν καθώς αυτό το φαινόμενο οδηγεί σε διατροφικό κενό. Το μεγαλύτερο πρόβλημα το έχουν τα έντομα που τρέφονται αποκλειστικά από ένα είδος φυτού, όπως για παράδειγμα η μέλισσα Melitta dimidiata η οποία συλλέγει γύρη αποκλειστικά από ένα αγριολούλουδο της οικογένειας των μπιζελιών, την ονοβρυχίδα.

Πάντως μακροπρόθεσμα σύνολα δεδομένων μπορούν να γίνουν ένα πολύτιμο εργαλείο για τον εντοπισμό αυτών των αναντιστοιχιών. Υπάρχουν επίσης συστήματα παρακολούθησης της επιστήμης των πολιτών όπως αυτά που συλλέγονται από την Εταιρεία Καταγραφής Μελισσών, Σφηκών και Μυρμηγκιών, η οποία έχει αρχεία από τον 19ο αιώνα που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τις χρονικές αναντιστοιχίες.

Βιβλιογραφία

Plants in the UK flower a month earlier under recent warming
Rapid Changes in Flowering Time in British Plants
A 250-year index of first flowering dates and its response to temperature changes
Climate change and ecosystem services
Pollination services in the UK: How important are honeybees?
Climate change impacts on pollination
How does climate warming affect plant-pollinator interactions?
The potential impact of global warming on the efficacy of field margins sown for the conservation of bumble-bees
Bee phenology is predicted by climatic variation and functional traits
Early onset of spring increases the phenological mismatch between plants and pollinators
Using ecological and field survey data to establish a national list of the wild bee pollinators of crops

Τα δάση μελιού της Τουρκίας

Το 2008 στην Τουρκία, τέθηκε σε εφαρμογή από τη Γενική Διεύθυνση Δασών το πρόγραμμα «Σχέδιο Δράσης για Δάση Μελιού». Έως σήμερα έχουν δημιουργηθεί 600 μελισσοκομικά δάση με σκοπό να γίνουν 720 ως το 2023, με την Τουρκία να ανεβαίνει στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού, πίσω μόνο από την Κίνα.

Μελισσοκομικά δάση ονομάζονται οι δασικές εκτάσεις που είτε προϋπήρχαν είτε δημιουργήθηκαν με τη φύτευση των κατάλληλων, ανάλογα την περιοχή, μελισσοκομικών φυτών, στις οποίες πραγματοποιούνται έργα που διευκολύνουν την πρόσβαση και εγκατάσταση μελισσοσμηνών. Η μεγάλη μείωση των επικονιαστών παγκοσμίως λόγω της αλόγιστης χρήσης φυτοφαρμάκων, της κλιματικής αλλαγής της αστικοποίησης κ.α. έχει κάνει την ανάγκη ύπαρξης τέτοιων δασών επιτακτική.

Το 2017 ρυθμίστηκαν από Γενική Διεύθυνση Δασών της Τουρκίας, όλες οι λεπτομέρειες σχετικά με τους μόνιμους αλλά και τους νομάδες μελισσοκόμους, δίνοντας τους τη δυνατότητα να επωφεληθούν από αυτούς τους τομείς πιο αποτελεσματικά. Όπως δήλωσε ο μελισσουργός Hüseyin Baş «Αντιμετωπίζαμε δυσκολίες για να φτάσουμε εδώ. Από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το δάσος μελιού, η πρόσβαση έγινε πιο εύκολη. Εκμεταλλευτήκαμε αυτή την ευκολία που μας παρέχει το κράτος».

Η Τουρκία ανέβηκε στη δεύτερη θέση παγκοσμίως στην παραγωγή μελιού. Από 81.000 τόνους το 2010, έφτασε τους 110.000 το 2019, με τις κυψέλες να παρουσιάζουν επίσης άνοδο από τα 5,6εκ στα 8εκ.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα το δάσος μελιού της Αδριανούπολης, το οποίο είχε υποβαθμιστεί. Εκεί από το 2016 φυτεύτηκαν 130.000 δέντρα και αρωματικά φυτά σε μια έκταση περίπου 3.000 στρεμμάτων. Η περιοχή εμπλουτίστηκε με φυτά όπως η ακακία, η καστανιά, η φλαμουριά, η λεβάντα και το θυμάρι. Έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μπορεί φιλοξενήσει περίπου 1500 κυψέλες.

Η απενοχοποίηση του τζανκ φουντ

Σύμφωνα με τη νέα Στρατηγική της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Farm to Fork», μέχρι το τέλος του 2022, όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν υιοθετήσει μία εναρμονισμένη και υποχρεωτική διατροφική σήμανση στο μπροστινό μέρος της ετικέτας των προϊόντων τους.

Η επικρατέστερη σήμανση προς το παρόν, είναι το «Nutri-Score» το οποίο έχει πάρει ήδη έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για προαιρετική χρήση. Πρόκειται για ένα σύστημα επισήμανσης που αποτυπώνει χρωματικά πόσο θρεπτικό είναι ένα τρόφιμο σε σχέση με άλλα αντίστοιχα. Πρακτικά βέβαια ο άξονας αυτός έχει δημιουργήσει λανθασμένες εντυπώσεις στους καταναλωτές καθώς έχει ήδη μετατραπεί σε δείκτη αξιολόγησης όχι του πόσο θρεπτικό αλλά του πόσο ανθυγιεινό ή όχι είναι ένα προϊόν σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα (όχι μόνο του ίδιου είδους).

Αποτελείται από 5 χρώματα με τα ανάλογα γράμματα (A, B, C, D, E), ώστε ο καταναλωτής να μπορεί εύκολα και γρήγορα να δει ποια τρόφιμα να προτιμά και ποια να αποφεύγει. Από το Πράσινο (καλό για την υγεία) μέχρι το Κόκκινο (το τρως με δική σου ευθύνη). Επικεφαλής της εκστρατείας για την υιοθέτηση από την ΕΕ αυτού του συστήματος κατάταξης και αξιολόγησης των τροφίμων είναι η ελβετική πολυεθνική επεξεργασμένων τροφίμων Nestlé.

Μια Cola είναι πιο υγιεινή από το μέλι

Ο αλγόριθμος δίνει αρνητικούς πόντους στις επιβλαβείς θρεπτικές ουσίες ανά 100gr ή 100ml (ενέργεια, ζάχαρη, κορεσμένα λιπαρά οξέα, αλάτι). Θετικούς πόντους στις καλές θρεπτικές ουσίες (πρωτεΐνη, φυτικές ίνες, ποσοστό φρούτων, λαχανικών). Μέσω αλγόριθμου υπολογίζεται ένα σκορ από -15 έως +50 για την τελική κατάταξη. Το αποτέλεσμα που προκύπτει ορίζει το σκορ του προϊόντος.

Με βάση λοιπόν αυτό το αμφιλεγόμενο σύστημα βαθμολόγησης, μια Cola είναι πιο υγιεινή από το μέλι, το εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο αλλά και τη φέτα! Τα αναψυκτικά διαίτης όπως η Coca Cola Zero φέρουν σήμανση Β, τη στιγμή που το μέλι και το ελαιόλαδο κατατάσσονται με το γράμμα D και πορτοκαλί χρώμα, το οποίο είναι ένδειξη ανθυγιεινού προϊόντος. Ο λόγος είναι γιατί το μέλι περιέχει πολλά σάκχαρα και το λάδι πολλά λιπαρά! Έπειτα από έντονες πιέσεις (της Ιταλίας) η ομάδα του Nutri-Score τοποθέτησε τελικά το ελαιόλαδο στην κατάταξη C. Αρκεί όμως αυτό;

Καταρχάς τίθενται ορισμένα ζητήματα. Η συμπερίληψη της ενέργειας (θερμίδες ανά 100γρ) στον αλγόριθμο, με αποκλειστικά αρνητικό πρόσημο, δείχνει ότι πάσχει μεθοδολογικά. Επίσης δεν υπολογίζεται πουθενά η συνιστώμενη ημερήσια ποσότητα θερμίδων ενός ενήλικα, ούτε λαμβάνεται υπόψη μια προσλαμβανόμενη ποσότητα αναφοράς ανά τρόφιμο. Δε θα καταναλώσει κανείς 1 κιλό μέλι ή ελαιόλαδο σε μια μέρα. Αντίθετα θα καταναλώσουν αρκετοί 1 λίτρο Cola. Επίσης στα τρόφιμα μονοσυστατικής σύνθεσης, όπως το μέλι και το ελαιόλαδο, δε λαμβάνεται υπόψη η περιεκτικότητα σε ωφέλιμα συστατικά, όπως βιταμίνες, ιχνοστοιχεία, αντιοξειδωτικά κλπ.

Η μεθοδολογία του αλγορίθμου όμως πάσχει και σε άλλα σημεία και ίσως εδώ κρύβεται και όλη η ουσία. Αυτή η εμμονή στο ισοζύγιο, ουσιαστικά βοηθά τις πολυεθνικές των επεξεργασμένων τροφίμων να χειραγωγήσουν το σκορ ενός τροφίμου αποκρύπτοντας κάποιο αρνητικό συστατικό του. Για παράδειγμα μια υπερβολική ποσότητα αλατιού μπορεί αντισταθμιστεί με την προσθήκη πρωτεϊνών ή φυτικών ινών.

Το μέλι είναι θανατηφόρο

Είναι φανερό πλέον ότι γίνεται προσπάθεια από επιχειρηματικά καρτέλ της κεντρικής Ευρώπης να υποβαθμιστεί η μεσογειακή διατροφή και αν όχι να φανεί ως ανθυγιεινή, τουλάχιστον να αμφισβητηθεί η αξία της. Στόχος μια σταδιακή απενοχοποίηση των τυποποιημένων τροφίμων. Τα φυσικά τρόφιμα είναι επικίνδυνα. Τα συνθετικά είναι τα μόνα πραγματικά ασφαλή. Δεν είναι τυχαίο ότι για καιρό αναπαράγονταν μέσω ίντερνετ ένα αντιεπιστημονικό άρθρο με τον τίτλο «Εχθροί στο Τραπέζι Σας: Τα πιο Θανατηφόρα Φαγητά»¹ το οποίο κατέτασσε το ακατέργαστο μέλι στο νούμερο έξι αυτής της λίστας, ακριβώς επειδή δεν είχε υποστεί επεξεργασία, γράφοντας χαρακτηριστικά:

«Το ακατέργαστο μέλι δεν περνάει από τη διαδικασία παστερίωσης στην οποία σκοτώνονται οι επιβλαβείς τοξίνες. Ως αποτέλεσμα, αυτό το “έτοιμο-για-φάγωμα” προϊόν συχνά περιέχει μια νευροτοξίνη που λέγεται grayanotoxin, η οποία μπορεί να προκαλέσει ζάλη, αδυναμία, υπερβολική εφίδρωση και ναυτία για τις επόμενες 24 ώρες

Η γκρεϊγιανοτοξίνη (grayanotoxin) είναι ένα τοξικό διτερπένιο που υπάρχει σε διάφορα είδη φυτών των οικογενειών Rhododendron, Kalmia, Agarista κ.α., στα φύλλα αλλά και στα άνθη μέσω των οποίων μπορεί πράγματι να περάσει στο μέλι. Όμως αμιγές μέλι από αυτό το φυτό παράγεται στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και σε ελάχιστες ακόμα περιοχές του πλανήτη, όπου φύεται σε αφθονία το συγκεκριμένο φυτό (Rhododendron Ponticum), κάτι που είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Περισσότερα για το περίφημο «τρελό» μέλι εδώ.

Δεν παράγεται μέλι με γκρεϊγιανοτοξίνη στην Ελλάδα. Το ελληνικό μέλι δεν περιέχει γκρεϊγιανοτοξίνες καθώς δεν υπάρχουν εδώ αυτά τα φυτά. Μάλιστα το συγκεκριμένο μέλι πουλιέται σε πολύ υψηλές τιμές καθώς είναι εξαιρετικά σπάνιο. Επίσης το μέλι δεν παστεριώνεται. Κανένας μελισσοκόμος ή σοβαρός συσκευαστής μελιού δεν παστεριώνει το μέλι καθώς κάτι τέτοιο θα το υποβαθμίσει καταστρέφοντας τις πολυφαινόλες και άλλα ωφέλιμα συστατικά του, που είναι ευαίσθητα στη θέρμανση. Περισσότερα γιατί δεν πρέπει να θερμαίνεται και να παστεριώνεται το μέλι εδώ. Το ελληνικό μέλι είναι ένα ασφαλές και υγιεινό προϊόν με σπουδαίες βιολογικές² ιδιότητες και φυσικά δεν είναι θανατηφόρο…

Βήγκαν σιρόπια που δεν σκοτώνουν μέλισσες

Παράλληλα βήγκαν σιρόπια έχουν αρχίσει να κατακλύζουν την Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή αγορά. Εδώ έχουμε να κάνουμε με κλασικά σιρόπια στα οποία μέσω στοχευμένου μάρκετινγκ δόθηκε υπεραξία. Όλο αυτό το θέμα με τα σιρόπια πηγάζει από το γεγονός ότι η Ευρώπη ήταν πάντοτε ελλειμματική σε μέλι (γι αυτό και η μελισσοκομία δεν είναι στην Κ.Α.Π.) και με την κλιματική αλλαγή να μειώνει συνεχώς τις παραγωγές αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει. Τα σιρόπια θα μας απασχολήσουν αρκετά στο μέλλον.

Τα βήγκαν σιρόπια έρχονται με μια επιθετική εμπορική πολιτική στα όρια του αθέμιτου ανταγωνισμού. Πωλούνται ως υποκατάστατα μελιού (προσέξτε τον τίτλο Honee αντί Honey για να παραπλανήσουν τον καταναλωτή αποφεύγοντας αγωγές και μηνύσεις) και με πολλές αντιεπιστημονικές φιοριτούρες. «Αυτό το βάζο έσωσε 7500 μέλισσες» γράφει στην ετικέτα του αυτό το σιρόπι μήλου, υπονοώντας ότι για να παραχθεί το μέλι σκοτώνονται μέλισσες. Μάλιστα υπολόγισε και πόσες ανά βάζο! Βέβαια αν σκοτώνονται οι μέλισσες τότε πως πηγαίνουμε στην επόμενη νομή θα ρώταγε κάποιος κακεντρεχής; Ενώ παρακάτω ξεπερνάει τα όρια του αθέμιτου ανταγωνισμού γράφοντας ότι είναι ασφαλές για παιδιά, υπονοώντας ότι το μέλι δεν είναι και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος βοτουλισμού. Περισσότερα για την αλλαντίαση την οποία υπονοούν εδώ.

Η μελισσοκομία επιβαρύνει το περιβάλλον

Και ενώ όλα τα παραπάνω αμφισβητούν το μέλι ως τρόφιμο έρχονται τώρα με νέες έρευνες να αμφισβητήσουν και το κατά πόσον η μελισσοκομία είναι αειφορική! Η μέλισσα που είναι πρότυπο αειφορικής παραγωγής καθώς όχι μόνο δεν εξαντλεί τους πόρους (άνθη), αλλά εξασφαλίζει τη διαιώνισή τους μέσω της επικονίασης, πλέον αμφισβητείται. Πρόσφατες έρευνες³ από ΗΠΑ, Αργεντινή, Ισπανία και Ιταλία δίνουν ένα ισοδύναμο εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα που αγγίζει τα:

1,6kg CO / Kg μελιού, στην Ισπανία,
2,5kg CO / Kg μελιού, στην Αργεντινή και
2,2kg CO / Kg μελιού, στην Ιταλία.

Από που προέρχεται αυτή η μόλυνση; Μα φυσικά γιατί οι μελισσοκόμοι μετακινούν τα μελίσσια τους με φορτηγά ώστε να βρουν νέες ανθοφορίες! Και δεν είναι μόνο οι 4-5 μετακινήσεις τον χρόνο για το μέλι, πολλές εκ των οποίων αποτυχημένες, ανεβάζοντας το ποσοστό εκπομπών ανά κιλό μελιού. Σύμφωνα με την έρευνα στην Ισπανία για παράδειγμα ακόμα και οι χομπίστες αναγκάζονται να μετακινούνται συχνά γιατί τα μελίσσια τους δέχονται επιθέσεις από σφήκες, δημιουργώντας καυσαέρια. Φυσικά αυτά τα νούμερα είναι εξαιρετικά μεγάλα για να είναι αληθινά.

Η ζάχαρη έχει μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα απ’ το μέλι

Και όταν αυτά αντιπαραβάλλονται με τις αντίστοιχα πολύ μικρότερες εκπομπές της βιομηχανίας ζάχαρης τότε αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά. Σύμφωνα με μια μελέτη της Ελβετικής εταιρείας Climatop⁴, οι τιμές ισοδύναμου εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα για τη ζάχαρη κυμαίνονται από 0,2 έως 0,7 CO / Kg ζάχαρης. Δηλαδή πολύ λιγότερο από το μέλι! Η ζάχαρη όμως είναι ένα επεξεργασμένο βιομηχανικό προϊόν που απαιτεί χρήση γεωργικών μηχανημάτων για όργωμα, φύτεμα, λίπανση, φυτοπροστασία και συγκομιδή πριν καν φτάσει στο εργοστάσιο για επεξεργασία, ενώ συχνά μεταφέρεται από ήπειρο σε ήπειρο.

Στην Ελλάδα για παράδειγμα έπειτα από την κατάρρευση της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, για να φτάσει η ζάχαρη στο ράφι του σούπερ μάρκετ, χρειάζεται να έρθουν φορτηγά από τη Γερμανία. Πως είναι δυνατόν λοιπόν ένα ακατέργαστο μέλι να έχει μεγαλύτερη συνεισφορά στα αέρια του θερμοκηπίου;

Εννοείται βέβαια πως σε όλες αυτές τις μελέτες δεν έχει ληφθεί υπόψη η αφαίρεση διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα που επιτυγχάνεται χάρη στην αναπαραγωγή φυτών που επικονιάζει η μέλισσα. Για να παραχθεί ένα κιλό μέλι, οι μέλισσες πρέπει να επισκεφτούν 4 εκατομμύρια άνθη⁵! Τα άνθη γίνονται καρποί που περιέχουν τους σπόρους που θα φυτρώσουν και θα γίνουν φυτά και θα απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα.

Επίσης οι μελισσοκόμοι δεν παράγουν μόνο μέλι. Γύρη, βασιλικός πολτός, πρόπολη, κερί παράγονται χωρίς επιπλέον μετακινήσεις, αλλά αυτά δεν υπολογίζονται στο σύνολο της παραγωγής, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η βιωσιμότητα της μελισσοκομίας. Η βιωσιμότητα, όρος της νεοφιλελεύθερης πράσινης οικονομίας, που βασίζεται κι αυτός σε ένα ισοζύγιο (οικονομική ανάπτυξη αλλά και προστασία του περιβάλλοντος) θα μας απασχολήσει επίσης στο μέλλον.

Υπάρχει μάλιστα Φινλανδική μελέτη του Πανεπιστημίου LUT (2020)⁶, η οποία συνυπολογίζει και την παραγωγή γύρης αλλά και την επικονίαση και δίνει αρνητικό πρόσημο στην παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα ανά κιλό μελιού (-0.33 kgCO2-eq kg−1). Δηλαδή ότι η μελισσοκομία όχι μόνο δεν επιβαρύνει το περιβάλλον αλλά αφαιρεί διοξείδιο από την ατμόσφαιρα!

Προέχουν τα κέρδη όχι η ποιότητα

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ουδέποτε ενδιαφέρθηκε πραγματικά για την ποιότητα των τροφίμων και την προστασία του καταναλωτή. Το πρώτο της μέλημα ήταν πάντοτε η διευκόλυνση του εμπορίου με κάθε κόστος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι παρά τις πιέσεις που ασκήθηκαν αρνήθηκε πεισματικά την υποχρεωτική αναγραφή της χώρας προέλευσης στο μέλι. Περισσότερα γι αυτό δείτε εδώ. Η παραγωγή μελιού έχει μεγαλύτερο κόστος και μικρότερο κέρδος απ’ ό,τι η εισαγωγή και διακίνηση.

Κάθε Ευρωπαίος υπολογίζεται ότι δαπανά κατά μέσο όρο 1.700 ευρώ τον χρόνο σε διατροφή, στο σπίτι ή εκτός αυτού. Η ευρωπαϊκή αγορά τροφίμων είναι η μεγαλύτερη στον κόσμο, μεγαλύτερη και από αυτή της Κίνας και γι αυτό το διακύβευμα είναι μεγάλο. Για την ακρίβεια 1,3 τρισ. ευρώ είναι η ετήσια δαπάνη για τρόφιμα και ποτά στην Ε.Ε. Μαζί με τη Nestlé για τη σήμανση «Nutri-Score», τάσσονται οι Danone και Mars αλλά και μεγάλες ευρωπαϊκές αλυσίδες όπως Lidl, Carrefour, Delhaize, Albert Heijn και Kaufland.

Η μελισσοκομία στην Ελλάδα συνεισφέρει μόλις το 0,55% του 4-5% που είναι η γεωργία στο ΑΕΠ. Αντίστοιχα είναι τα νούμερα και στην Ευρώπη. Σε αντίθεση με το λόμπι των ελαιοπαραγωγών που έχει τη δύναμη να ασκήσει πιέσεις, η μελισσοκομία αντιμετωπίζεται στην καλύτερη ως πάρεργο. Όμως δεν πρέπει να εστιάζουμε μόνο στο κέρδος. Δεν είναι όλα κέρδος. Η συνεισφορά της μέλισσας στην επικονίαση των καλλιεργειών και όχι μόνο, είναι τεράστιας σημασίας για ολόκληρο το οικοσύστημα. Και το μέλι είναι ένα εκπληκτικό φυσικό προϊόν, με αντιοξειδωτικές ιδιότητες και αντιβακτηριδιακή δράση, ένα απ’ τα τελευταία τρόφιμα που φτάνει στο τραπέζι μας χωρίς καμία επεξεργασία.

* Έπειτα από έντονες ενστάσεις των χωρών του Νότου, για τον αλγόριθμο αξιολόγησης, ακούγεται ότι θα υπάρξει νέα διαβούλευση για ένα δικαιότερο σύστημα αξιολόγησης τροφίμων. Εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος του έτους τα κράτη μέλη θα έχουν καταλήξει σε οριστική συμφωνία.

 

Βιβλιογραφία:
¹ Εχθροί στο Τραπέζι Σας: τα πιο Θανατηφόρα Φαγητά
² Dissecting the Antimicrobial Composition of Honey
³ Carbon footprint of honey produced in Argentina
  Carbon footprint and air emissions inventories for US honey production: case studies
  Carbon Footprint of U.S. Honey Production and Packing
  Carbon Footprint of Honey in Different Beekeeping Systems
  Environmental implications of honey production in the natural parks of northwestern Spain
CO2 Balance: Sugar
Bees do 4 million flower visits to produce 1 kilogram honey
Contribution of honeybees towards the net environmental benefits of food

Η Nestlé, τα υγιεινά δημητριακά και το… επικίνδυνο μασκαρπόνε
Η Γαλλία κατηγορείται ότι προωθεί το Nutri-Score για να ευνοήσει τους κολοσσούς της βιομηχανίας τροφίμων της
Βιωσιμότητα και Μελισσοκομία: η αρχή της συζήτησης (Μελισσοκομικό Βήμα)
Μέλι Μαινόμενον
Τι είναι το άθερμο μέλι και γιατί πρέπει να αποφεύγονται τα χαρμάνια
Αλλαντίαση: Αλήθειες και μύθοι
Honeygate: How Europe is being flooded with fake honey

Και ενώ η συζήτηση για τη γλυφοσάτη μαίνεται, οι αγρότες συνεχίζουν να ψεκάζουν

Η γλυφοσάτη είναι ένα ευρέως φάσματος συστηματικό ζιζανιοκτόνο και ξηραντικό καλλιεργειών που χρησιμοποιείται για να εξοντώσει ζιζάνια, κυρίως μονοετών πλατύφυλλων και αγρωστωδών που ανταγωνίζονται τις καλλιέργειες. Η ζιζανιοκτόνα δράση του ανακαλύφθηκε από τον χημικό της Monsanto, Τζον Ε. Φρανζ το 1970 και τέσσερα χρόνια αργότερα διατέθηκε στην αγορά για γεωργική χρήση με την εμπορική ονομασία Roundup.


Σύντομα η Monsanto διέθεσε στην αγορά και τις γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες με αντοχή στη γλυφοσάτη, που επέτρεψε στους αγρότες να εξοντώνουν τα ζιζάνια χωρίς να βλάπτονται οι καλλιέργειές τους. Το 2007 η γλυφοσάτη ήταν το πιο ευρέως χρησιμοποιούμενο ζιζανιοκτόνο στον αμερικάνικο γεωργικό τομέα, και το δεύτερο πιο χρησιμοποιούμενο (μετά από το 2,4-D) στους οικιακούς κήπους.

Το ζιζανιοκτόνο αυτό είναι διασυστηματικό, μη εκλεκτικό, δηλαδή μετακινείται ελεύθερα στους ιστούς των φυτών και καταστρέφει ανεξέλεγκτα. Λόγω των υπολειμμάτων που αφήνει στα φυτικά προϊόντα, των επιβλαβών τους επιδράσεων στην ανθρώπινη υγεία (ο ΠΟΥ το έχει ταξινομήσει ως “πιθανώς καρκινογόνο για τον άνθρωπο“, κατηγορία 2Α) και τις δυσμενείς επιπτώσεις που προκαλεί στο οικοσύστημα, απαγορεύτηκε η χρήση του σε αρκετές χώρες όπως η Αργεντινή, Αυστραλία, Αυστρία, Βέλγιο, Βραζιλία, Καναδάς, Δανία, Τσεχία, Γαλλία, Ιταλία, Ινδία κ.ά. Δυστυχώς στην Ελλάδα το Υπουργείο Γεωργικής Ανάπτυξης ενέκρινε τη χρήση της γλυφοσάτης και χορήγησε πενταετή άδεια διάθεσης στην αγορά μέχρι το τέλος του 2023.

Σχετικά με τις μέλισσες. Οι πρώτες μελέτες έδειξαν ότι η γλυφοσάτη ήταν σχετικά ακίνδυνη για τις μέλισσες, το γόνο και την ανάπτυξη τους. Πρόσφατες όμως μελέτες που δημοσιεύτηκαν το 2021 έδειξαν ότι είναι τοξική για τις μέλισσες. Συσσωρεύεται σε μικρές συγκεντρώσεις στη γύρη και το νέκταρ οι οποίες δεν θανατώνουν άμεσα τις μέλισσες. Η κατανάλωση όμως έστω και μικρών ποσοτήτων αλλοιώνει τη φυσική χλωρίδα του εντέρου των μελισσών δηλαδή θανατώνει τους λακτοβάκιλους, τα ωφέλιμα βακτήρια, τους ζυμομύκητες και άλλους χρήσιμους μικροοργανισμούς με αποτέλεσμα οι μέλισσες να γίνονται περισσότερο επιρρεπείς σε παθογόνες ασθένειες και να μειώνεται σημαντικά η διάρκεια ζωής τους.

Παράλληλα οι υψηλές συγκεντρώσεις γλυφοσάτης στο Roundup που φτάνουν τα 480 g/L βρέθηκαν τοξικές για τους βομβίνους και τις αγριομέλισσες που φωλιάζουν στο έδαφος καθώς το ζιζανιοκτόνο αυτό προσροφάται έντονα από το έδαφος. Λόγω της υψηλής αυτής τοξικότητάς του, επηρεάζεται σημαντικά η επικονίαση με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις στον περιβάλλον.

πηγές: wikipedia, Ανδρέας Θρασυβούλου Ομότιμος Καθηγητής Μελισσοκομίας

Συμπλοκές μελισσοκόμων με την αστυνομία στη Χιλή!

Μελισσοκόμοι της Χιλής διαδήλωσαν έξω από το Προεδρικό Μέγαρο στο Σαντιάγκο, για την κλιματική αλλαγή και την εκτεταμένη ξηρασία που αυτή έχει προκαλέσει με αποτέλεσμα να πληγεί η παραγωγή τους.

Κατά τη διάρκεια συμπλοκών με την αστυνομία, οι μελισσοκόμοι απελευθέρωσαν μελίσσια μέσα στην πόλη με αποτέλεσμα 7 αστυνομικοί να μεταφερθούν στο νοσοκομείο, μετά από τσιμπήματα. Τέσσερις μελισσοκόμοι συνελήφθησαν.

Οι μελισσοκόμοι είχαν συγκεντρωθεί για να διαμαρτυρηθούν για την κακή οικονομική τους κατάσταση και να ζητήσουν στήριξη από το κράτος. Όπως δήλωσαν στους δημοσιογράφους “Η ξηρασία που συνεχίζεται εδώ και μια δεκαετία οδηγεί τις μέλισσες στο να πεθαίνουν. Και χωρίς μέλισσες δεν υπάρχει ζωή...”

Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, ζήτησαν μεταρρυθμίσεις ώστε να βελτιωθεί η τιμή του μελιού, η οποία παραμένει χαμηλή παρά τις δυσκολίες στην παραγωγή, ή παροχή επιδοτήσεων. Αξιωματούχοι του Υπουργείου Γεωργίας λένε ότι συμμερίζονται την ανησυχία των διαδηλωτών για τις επιπτώσεις της ξηρασίας, προσθέτοντας ότι παρέχουν βοήθεια εδώ και μήνες σε 20 κοινότητες που αντιμετωπίζουν σοβαρή έλλειψη νερού

πηγή: Reuters, BBC

Τα φυτά όχι μόνο βλέπουν αλλά υπολογίζουν και το χρόνο!

Όραση ονομάζεται η αντίληψη των φωτεινών ερεθισμάτων του περιβάλλοντος μέσω ενός αισθητήριου οργάνου, του οφθαλμού και η μετέπειτα επεξεργασία και μορφοποίηση του σήματος αυτού από τον εγκέφαλο. Αν θέταμε λοιπόν το ερώτημα «βλέπουν τα φυτά;» τι θα απαντούσατε; Μάλλον όχι θα έλεγαν οι περισσότεροι μιας και τα φυτά δε διαθέτουν ούτε αισθητήρια όργανα ούτε εγκέφαλο. Είναι όμως έτσι;

Κι όμως τα φυτά όχι μόνο αντιλαμβάνονται το φως αλλά μπορούν και υπολογίζουν το χρόνο μέσω αυτού! Άλλωστε η επιβίωση οποιουδήποτε οργανισμού, όσο απλός κι αν είναι (ή φαίνεται ότι είναι), θα ήταν αδύνατη αν δεν είχε αντίληψη του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο βρίσκεται. Στα φυτά, τα φωτεινά ερεθίσματα είναι αυτά που θέτουν σε κίνηση μια σειρά από δευτερογενείς βιοχημικές αλλαγές που έχουν ως αποτέλεσμα την αναπτυξιακή απόκριση του φυτού. Το φυτό αντιλαμβάνεται το φως.

Το φως όμως δεν το αντιλαμβάνονται μόνο τα φυτά αλλά και τα σπέρματα (σπόροι). Κάποια φυτά για να φυτρώσουν δεν αρκεί μόνο η διαβροχή αλλά απαιτείται και φως. Είναι γεγονός ότι από τη στιγμή που το φως ασκεί επίδραση στον οργανισμό (είτε φυτό, είτε σπέρμα), πρέπει να υπάρχει κάποιος φωτοδέκτης, διότι είναι προφανές ότι για να επιδράσει το φως πρέπει να απορροφηθεί.

Έπειτα από μία δεκαετία πειραμάτων γύρω στα 1960, εντοπίστηκε αυτός ο φωτοδέκτης και ονομάστηκε φυτόχρωμα. Το πείραμα είχε ως εξής: ένα σπέρμα εκτίθεται σε μονοχρωματικό φως, δηλαδή σε φως από το οποίο έχουν αφαιρεθεί όλα τα μήκη κύματος (δηλαδή όλα τα χρώματα) εκτός από ένα. Μπορεί να φυτρώσει ή όχι, ανάλογα με την ικανότητα του φωτοδέκτη να απορροφά ή όχι το συγκεκριμένο φως. Βρέθηκε ότι το φυτόχρωμα διεγείρεται στο μέγιστο βαθμό με ερυθρό φως στα 660nm και επανέρχεται σε μη ενεργό μορφή στα 730nm.

Το φυτόχρωμα ουσιαστικά λειτουργεί σα βαλβίδα που ανοίγει, επιτρέποντας τη φύτρωση ή κλείνει ευνοώντας το λήθαργο ανάλογα με τον αριθμό φωτονίων στην ερυθρή (γύρω στα 660nm) ή την εγγύς υπέρυθρη, που δε βλέπει το ανθρώπινο μάτι, (γύρω στα 730nm) περιοχή του φάσματος. Όταν υπερισχύουν τα ερυθρά, το σπέρμα φυτρώνει, όταν υπερισχύουν τα υπέρυθρα ή απουσιάζουν και οι δύο τύποι φωτονίων, δηλαδή στο σκοτάδι, το σπέρμα παραμένει σε λήθαργο.

Η πληροφορία για την θέση του σπέρματος είναι ζωτικής σημασίας. Ένα μικρό σπέρμα για παράδειγμα πρέπει να γνωρίζει αν βρίσκεται στην επιφάνεια του εδάφους ή κάτω από αυτό και πόσο πριν αποπειραθεί να φυτρώσει, καθώς αν βρίσκεται βαθιά είναι καταδικασμένο να αποτύχει λόγω του φτωχού ενδοσπερμίου που διαθέτει. Η πληροφορία αυτή έρχεται από το φως. Γιατί όμως ο φωτοδέκτης λειτουργεί στα όρια μεταξύ της ορατής και εγγύς υπέρυθρης περιοχής του φάσματος;

Υπάρχουν φυτά που αναπτύσσονται στη σκιά και άλλα που επιδιώκουν να βλέπουν το φως του ήλιου. Το σπέρμα λοιπόν ενός ηλιόφιλου φυτού θα αποτύχει αν η θέση που βρίσκεται σκιάζεται από άλλα φυτά. Πρέπει να γνωρίζει αν υπάρχουν ή όχι άλλα φυτά από πάνω του. Τα φύλλα απορροφούν έντονα στην ιώδη/μπλε περιοχή (400-500nm) και στην πορτοκαλί/ερυθρή περιοχή (600-700nm) του ορατού φάσματος. Το εγγύς υπέρυθρο όμως (700-800nm) δεν απορροφάται και διαπερνά το φύλλωμα. Μπορεί να είναι αόρατο στο ανθρώπινο μάτι, αλλά είναι ορατό από το σπέρμα, το οποίο με αυτή την πληροφορία μπορεί να ανιχνεύσει αν υπάρχουν φυτά από πάνω του ή όχι.

Ο φωτοϋποδοχέας δεν περιορίζεται μόνο στην ανίχνευση της θέσης του σπέρματος, αλλά επηρεάζει και τις αναπτυξιακές διαδικασίες, αν για παράδειγμα η ανάπτυξη θα είναι ταχύτερη ή βραδύτερη. Όπως όμως και τα σπέρματα έτσι και τα φυτά οφείλουν να γνωρίζουν τους γείτονες τους. Ισοϋψής γείτονας σημαίνει και επίδοξος ανταγωνιστής για το φως, ειδικά αν διαθέτει μεγαλύτερη ταχύτητα ανάπτυξης. Σε αυτή την περίπτωση ανιχνεύουν το φως που αντανακλάται από τα φύλλα, δηλαδή το πράσινο και όχι το διερχόμενο από αυτά, όπως στην προηγούμενη περίπτωση.

Ο ανταγωνισμός βέβαια για το φως μεταξύ γειτονικών φυτών που οδηγεί στην ανάπτυξη, από ένα ύψος και μετά σταματά. Ίσως η δυσκολία να τραβήξει νερό μέχρι εκεί πάνω, ίσως η δυσκολία αντιμετώπισης των ανέμων και η αδυναμία συγκράτησης του βάρους, ο περαιτέρω ανταγωνισμός δεν ευνοεί κανέναν και έτσι επέρχεται συμβιβασμός, που στην περίπτωση του δάσους εκφράζεται με έναν μέσο με μικρές αποκλίσεις ύψος των δέντρων.

Τα φυτά λοιπόν μπορεί να μη διαθέτουν οφθαλμούς, βλέπουν όμως και μάλιστα σχεδόν από κάθε τους κύτταρο. Και παρά την απουσία κεντρικού συντονιστικού συστήματος (εγκεφάλου), επεξεργάζονται αυτά τα μηνύματα με τρόπο διάχυτο με σχετική ανεξαρτησία των συστατικών μερών κάθε φυτού. Κάθε κλαδί πρέπει να εντοπίσει μόνο του το περιβάλλον στο οποίο βρέθηκε. Και αυτό είναι το πιο εντυπωσιακό. Κανένα κεντρικό όργανο δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τόσο καλά το φως σε κάθε γωνιά ενός τόσο περίπλοκου αρχιτεκτονικά οργανισμού.

Ο χρόνος

Για έναν ακίνητο οργανισμό όπως τα φυτά είναι καίριας σημασίας η μέτρηση του χρόνου, καθώς τους δίνει τη δυνατότητα να προβλέψουν τις επερχόμενες αλλαγές των εποχών και να προετοιμαστούν κατάλληλα. Η προγραμματισμένη πτώση των φύλλων για παράδειγμα πριν την έλευση του χειμώνα είναι μια εξαιρετικά «ευφυής» διαδικασία, που θέτει σε λήθαργο το σώμα του φυτού, εφοδιάζοντας παράλληλα το χώμα με θρεπτικά στοιχεία. Δεδομένου ότι η διαδικασία της γήρανσης των φύλλων ξεκινάει νωρίτερα από την έλευση του χειμώνα, το φυτό ανιχνεύει έγκαιρα κάποια σήματα από το περιβάλλον και μπαίνει σ’ αυτή την αναπτυξιακή απόκριση.

Ποια όμως σήματα είναι τόσο αξιόπιστα ώστε να μην πέσουν τα φύλλα νωρίτερα ή αργότερα; Το αν κάνει κρύο ή ζέστη θα μπορούσε να μας δώσει την πληροφορία για το αν είναι καλοκαίρι ή χειμώνας. Αν όμως ήταν μια κρύα νύχτα της άνοιξης ή του φθινοπώρου; Η θερμοκρασία θα μπορούσε να παραπλανήσει το φυτό, δε μπορεί να βασιστεί σε αυτή. Κάθε φυλλοβόλο είδος έχει ένα δικό του «παράθυρο» 2-3 εβδομάδων κατά το οποίο ρίχνει τα φύλλα κάθε χρόνο και το τηρεί αυστηρά χωρίς να ξεγελιέται από διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Πως το κάνει αυτό;

Ο πιο αξιόπιστος τρόπος είναι να υπολογίσεις το χρόνο. Πως μπορείς όμως χωρίς ρολόι και ημερολόγιο να βρεις την ημερομηνία; Μια αξιόπιστη μέθοδος είναι η μέτρηση της διάρκειας της ημέρας και της νύχτας. Όμως και πάλι υπάρχουν δύο ημέρες μέσα στο χρόνο που έχουν ίδια διάρκεια ημέρας και νύχτας. Ο καλύτερος τρόπος είναι να υπολογίζεις τη διάρκεια της ημέρας καθημερινά ώστε να μπορείς να καταλάβεις αν η ημέρα μικραίνει ή μεγαλώνει. Αυτό ακριβώς κάνουν τα περισσότερα φυτά. Μετρούν καθημερινά τη διάρκεια της ημέρας (μέσω του φωτός) και αντιλαμβάνονται το χρόνο που περνά.

Η μέτρηση αυτή γίνεται μέσω του φυτοχρώματος. Αυτός ο φωτοδέκτης είναι που περνά από την ενεργό μορφή στη μη ενεργό, ανάλογα με το φως που δέχεται και άρα και στο σκοτάδι της νύχτας. Όταν η περίοδος της νύχτας υπερβεί μια κρίσιμη τιμή, το φυτό μπαίνει σε διαδικασία γήρανσης των φύλλων. Το βιολογικό ρολόι των φυτών υπολογίζει με μεγάλη ακρίβεια τη φωτοπερίοδο. Ακόμα και εκεί όμως υπάρχει μια απόκλιση πχ στην άνθιση σε φυτά του ίδιου είδους που βρίσκονται σε διαφορετικά υψόμετρα. Εκεί η θερμοκρασία επιταχύνει ή καθυστερεί τη διαδικασία, σε καμία περίπτωση όμως δεν επηρεάζει το αρχικό σήμα αλλά μόνο εντός του «παραθύρου» που ορίζεται από τη φωτοπερίοδο.

Έπειτα απ’ όλα αυτά θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι τα φυτά δεν είναι τόσο απλοί οργανισμοί όσο νομίζαμε. Διαθέτουν κάποια μορφή ευφυΐας, αντιλαμβάνονται το περιβάλλον γύρω τους και μεταβάλουν τη συμπεριφορά τους ανάλογα. Σε κάθε περίπτωση έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Βιβλιογραφία:
Γενική Βοτανική (Γιώργος Αϊβαλάκις, Γεώργιος Καραμπουρνιώτης, Κώστας Φασσέας)
Γενική Οικολογία (Δέσποινα Βώκου)
Φυσιολογία Φυτών (Ridge Irene)
Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών (Γιάννης Μανέτας)

Μια σύντομη χημική ιστορία της ατμόσφαιρας

Η Γη έχει ηλικία 4,6 δισεκατομμύρια έτη. Το γήινο περιβάλλον κατά τη νεότητα της Γης ήταν ιδιαίτερα αφιλόξενο. Έπειτα από 400 με 600 εκατομμύρια χρόνια από την δημιουργία του πλανήτη και τη σταδιακή μείωση της θερμοκρασίας του, σχηματίστηκαν οι πρώτοι ωκεανοί, από συμπύκνωση των υδρατμών της ατμόσφαιρας.

Η Λιθανθρακοφόρος περίοδος των απέραντων ελωδών δασών.

Το γεγονός αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό καθώς η ζωή είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη νερού, ωστόσο η θερμοκρασία των ωκεανών ήταν ακόμα πολύ υψηλή (80-90°C). Η ατμόσφαιρα περιείχε ελάχιστο οξυγόνο (λιγότερο από 0,001%) σε σύγκριση με το 21% που υπάρχει σήμερα, ενώ αντίστοιχα το διοξείδιο του άνθρακα ήταν 5%, πολύ πάνω από το σημερινό 0,036%, προκαλώντας ένα τεράστιας κλίμακας φαινόμενο του θερμοκηπίου.

Πριν από 3,7 δισεκατομμύρια έτη η Γη έχοντας καταφέρει να διατηρήσει την ατμόσφαιρά της, περνάει σε μια περίοδο ηρεμίας όπου οι επιθέσεις αστεροειδών μειώνονται καθοριστικά, επιτρέποντας την σταδιακή ψύξη του πλανήτη σε θερμοκρασίες που ευνοούσαν την εμφάνιση ζωής. Η ζωή εμφανίστηκε πριν από 3,8 έως 3,6 δισεκατομμύρια έτη στη θάλασσα, όπου και παρέμεινε για περίπου 3,2 δισεκατομμύρια χρόνια.

Ο λόγος γι αυτό ήταν γιατί δεν υπήρχε ακόμη το στρατοσφαιρικό στρώμα του όζοντος το οποίο απορροφά την βλαβερή υπεριώδη ακτινοβολία. Το στρώμα αυτό δημιουργήθηκε σταδιακά από την δραστηριότητα της φωτοσύνθεσης που είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση του οξυγόνου, τη δημιουργία του προστατευτικού στρώματος του όζοντος και της μείωσης του διοξειδίου του άνθρακα με συνέπεια την άμβλυνση των θερμοκηπιακών φαινομένων και την επικράτηση πιο ήπιων θερμοκρασιών.

Οι πρώτοι οργανισμοί ήταν αναγκαστικά αναερόβιοι, προσαρμοσμένοι στην έλλειψη οξυγόνου, όμως αργότερα εμφανίστηκαν τα κυανοβακτήρια που παρήγαγαν οξυγόνο ως παραπροϊόν κατά τη φωτοσύνθεση. Σήμερα αιωρούνται ως πλαγκτονικά σε θάλασσες και λίμνες. Θεωρείται ότι το φράγμα του 0,1% στην συγκέντρωση του οξυγόνου στην ατμόσφαιρα ξεπεράστηκε πριν από 2,2 δισεκατομμύρια έτη, όταν και άρχισε να σχηματίζεται η στρατοσφαιρική στιβάδα του όζοντος.

Με τη δημιουργία της αερόβιας φωτοσύνθεσης η ζωή έπαψε να περιορίζεται τοπικά γύρω από θερμές πηγές και για πρώτη φορά στην ιστορία παγκοσμιοποιήθηκε. Ωστόσο ακόμα μόνο μέσα στη θάλασσα. Χρειάστηκε άλλο 1,5 δισεκατομμύρια χρόνια μέχρι τα πρώτα φυτά να βγουν στην ξηρά. Αυτό που είναι σημαντικό είναι ότι το οξυγόνο αυτή την περίοδο έφτασε το 10% (21% σήμερα), ενώ το διοξείδιο του άνθρακα μειώθηκε στο 0,5% (0,036% σήμερα).

Ο αποικισμός της ξηράς από τα φυτά δεν ήταν εύκολος, συνέβη όμως πριν από 450 εκατομμύρια χρόνια. Το άγονο σεληνιακό τοπίο της Γης δίνει τη θέση του σε έναν πράσινο κόσμο, καλυμμένο από κάθε μορφή βλάστησης, συμπεριλαμβανομένου τους δάσους. Η ρύθμιση οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα είναι πλέον αποκλειστική ευθύνη των χερσαίων φυτών, που αυξάνουν το μεν οξυγόνο στα επικίνδυνα επίπεδα του 25-30% και μειώνουν το διοξειδίου του άνθρακα στο 0,05% κατά τη Λιθανθρακοφόρο περίοδο, των μεγάλων δασών.

Ενώ το οξυγόνο ήταν αποτέλεσμα της φωτοσύνθεσης, η μείωση του διοξειδίου του άνθρακα οφείλεται στην αποσάθρωση του εδάφους από τη δημιουργία ριζών. Οι υψηλές όμως συγκεντρώσεις οξυγόνου ήταν επικίνδυνες επειδή προκαλούσαν αυτόματες πυρκαγιές, οι οποίες κατέστρεψαν σημαντικό μέρος της βλάστησης, οδηγώντας τελικά σε μια ισορροπία, σταθεροποιώντας το οξυγόνο σε τιμές κοντά στο 20-22% κατά τα τελευταία 170 εκατομμύρια χρόνια.

Οι διακυμάνσεις αυτές επηρεάζονται από τη φωτοσύνθεση αλλά και από βίαια φυσικά φαινόμενα, όπως εκρήξεις ηφαιστείων και πτώσεις ουράνιων σωμάτων. Για παράδειγμα στο τέλος της Πέρμιας περιόδου, πριν από 250 εκατομμύρια χρόνια δημιουργήθηκε από τεκτονικές κινήσεις του φλοιού της Γης η υπερ-ήπειρος Παγγαία. Η τεράστια ηφαιστειακή δραστηριότητα που τη συνόδευσε εξαπλασίασε τη συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα μέσα σε μόλις 10.000 χρόνια.

Αντίστοιχα η πτώση αστεροειδούς στο τέλος της Κρητιδικής περιόδου, πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, όταν και εξαφανίστηκαν οι δεινόσαυροι, αύξησε το διοξείδιο του άνθρακα στο 20%. Τα τελευταία 400.000 χρόνια έφτασε τις χαμηλότερες τιμές από τη δημιουργία της Γης, κυμαινόμενο μεταξύ 0,018 και 0,028%. Η ανθρωπογενής αύξηση όμως μετά τη βιομηχανική επανάσταση κατά 50% περίπου στα τελευταία 300 χρόνια, θεωρείται ταχύτερη από εκείνη που προκλήθηκε από τα ηφαίστεια κατά τη δημιουργία της Παγγαίας. Τότε οι κλιματικές αλλαγές οδήγησαν στην εξαφάνιση του 90% των ζωικών ειδών. Τώρα;

 

 

Αυτά και πολλά ακόμα ενδιαφέροντα θα βρείτε στο βιβλίο του Γιάννη Μανέτα: Τι θα έβλεπε η Αλίκη στη χώρα των φυτών.

Κάπως έτσι θα έμοιαζε η κόλαση του Δάντη

Η καταστροφή στη Βόρεια Εύβοια είναι ανείπωτη. Η καμμένη έκταση σύμφωνα με το Copernicus προσδιορίζεται στα 500.000 στρέμματα και εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 800.000. Είναι η μεγαλύτερη καταστροφή από φωτιά στην ιστορία της Ελλάδας καθώς ξεπέρασε αυτήν της Ηλείας το 2007 όταν είχαν καεί 443.280 στρέμματα.

Σύμφωνα με τον Αλέξανδρο Δημητρακόπουλο καθηγητή στο τμήμα Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και διευθυντή του Εργαστηρίου Δασικών Πυρκαγιών και Κλιματικής αλλαγής, αυτό που χάθηκε ήταν το 10-12% των δασών ολόκληρης της χώρας!

Αρκετοί κάτοικοι έχασαν τα σπίτια τους αλλά και τις καλλιέργειες τους, τουριστικές επιχειρήσεις καταστράφηκαν, οι ρητινοσυλλέκτες δηλώνουν ζωντανοί-νεκροί για τα επόμενα 30-40 χρόνια, ενώ σοβαρές είναι οι συνέπειες και για την ελληνική παραγωγή μελιού καθώς εκεί παράγονταν περίπου το 20% της ετήσιας παραγωγής ολόκληρης της χώρας.

Σύμφωνα με τον Βασίλη Ντούρα πρόεδρο της Ομοσπονδίας Μελισσοκομικών Συλλόγων Ελλάδος, 500 χιλιάδες κυψέλες πήγαιναν κάθε χρόνο στη Βόρεια Εύβοια για να συλλέξουν πευκόμελο. Ακόμα δεν έχει γνωστό το μέγεθος της καταστροφής των κυψελών καθώς αρκετοί μελισσοκόμοι ζουν σε άλλες περιοχές και δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν στα μελίσσια τους ώστε να δουν σε τι κατάσταση βρίσκονται.

Το κράτος προσπαθεί να καθησυχάσει τους πολίτες ανακοινώνοντας μέτρα για την ανακούφιση των πυρόπληκτων, βεβαιώνοντας ότι θα δοθούν αποζημιώσεις, όμως εδώ ανοίγει το τεράστιο θέμα της ασφάλισης. Τα μελίσσια ασφαλίζονται στον ΕΛΓΑ με ένα ποσό γύρω στα 0,50€ ανά κυψέλη. Σε περίπτωση απώλειας από πυρκαγιά για να έρθει ο ανταποκριτής και να πραγματοποιήσει έλεγχο θα πρέπει ο μελισσοκόμος να καταβάλει το ποσό των 2€ ανά κυψέλη που χάθηκε, με μέγιστο ποσό αυτό των 300€.

Όμως αν ο εισαγγελέας αποδώσει την αιτία της πυρκαγιάς σε εμπρησμό ή αμέλεια τότε ο μελισσοκόμος δεν δικαιούται αποζημίωση. Επίσης σε μεγάλες πυρκαγιές όπως αυτή της Εύβοιας τα μελίσσια καίγονται ολοσχερώς και επειδή είναι αδύνατον να προσδιοριστεί ο αριθμός τους, το κλιμάκιο του ΕΛΓΑ δεσμεύεται ότι θα τα ελέγξει από δορυφόρο, κάτι το οποίο καθυστερεί πολύ την διαδικασία και συχνά δεν έχει αποτέλεσμα.

Παράλληλα σύμφωνα με το σύστημα EFFIS, η καμένη έκταση στα όρια Ηλείας-Αρκαδίας προσδιορίζεται σε 150.000 στρέμματα. Η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Τσακαλίδη με την 81χρονη γυναίκα που εγκαταλείπει συντετριμμένη το φλεγόμενο σπίτι της, στις Γούβες Εύβοιας έγινε σύμβολο μιας καταστροφής και δημοσιεύτηκε στα διεθνή μέσα.

Φωτιές στην Εύβοια: τεράστια η καταστροφή για την ελληνική μελισσοκομία

Το 20% του ελληνικού μελιού παράγονταν στη Βόρεια Εύβοια. Η καταστροφή είναι τεράστια για την ελληνική μελισσοκομία. Μάλιστα εκφράζονται αμφιβολίες από ειδικούς για το αν το δάσος θα ξαναδώσει μέλι όταν επανέλθει σε 15-20 χρόνια.

Το 60-65% όλης της ελληνικής παραγωγής μελιού είναι πευκόμελο. Αυτό παράγεται κυρίως σε τρεις περιοχές. Β. Εύβοια, Χαλκιδική και Θάσο. Στη Β. Εύβοια παράγεται περίπου το 1/3 του πευκόμελου όλης της Ελλάδας. Δεδομένου ότι το πεύκο είναι η πιο σταθερή νομή, καθώς όλα τα υπόλοιπα μέλια παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις στις αποδόσεις χρόνο με το χρόνο, γίνεται εύκολα αντιληπτό το μέγεθος της καταστροφής για την ελληνική μελισσοκομία. Και το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους ντόπιους παραγωγούς καθώς πολλοί μελισσοκόμοι της Στερεάς, της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας ζούσαν από το πευκόμελο της Β. Εύβοιας.

Το δάσος εφόσον αφεθεί ανενόχλητο και αν δεν αλλάξει η χρήση γης θα επανέλθει σε ένα διάστημα 20 ετών. Όμως το πευκόμελο παράγεται από τις μελιτώδεις εκκρίσεις του εντόμου Marchalina hellenica, το οποίο κάηκε μαζί με τα δέντρα και δεν είναι σίγουρο ότι θα επανέλθει μαζί τους. Αξίζει να τονιστεί εδώ ότι όσοι μελισσοκόμοι χάσουν τα μελίσσια τους στις φωτιές δεν δικαιούνται αποζημίωση αν η πυρκαγιά αποδοθεί σε εμπρησμό.

Πευκοδάση και φωτιές: Οι βολικοί μύθοι

Συνέντευξη με τον Μαρτίνο Γκαίτλιχ, βιολόγο-περιβαλλοντολόγο και συγγραφέα πολλών βιβλίων για το ελληνικό τοπίο και το φυσικό περιβάλλον.

Στην Ελλάδα, όσο κι αν ακούγεται παράξενο, η δασική βλάστηση έχει αυξηθεί, παρά τις πυρκαγιές. Υπήρξαν βεβαίως και τοπικές μειώσεις, με εντονότερη την αποδάσωση σε παράκτιες, τουριστικές και πεδινές περιοχές. Οι δασικές πυρκαγιές υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του ανθρώπου. Αλλά και στη σημερινή εποχή, βάσει όλων των δεδομένων, οι εμπρησμοί αποτελούν ένα δευτερεύον υποσύνολο. Ο ανθρώπινος παράγοντας, εκούσιος ή ακούσιος, είναι μεν υπαρκτός, αλλά το πραγματικό πρόβλημα είναι η γειτνίαση και η διείσδυση των οικισμών μέσα σε αυτά. Οι ζώνες ανάμειξης και διεπαφής δασών και οικισμών, αυξάνουν τον κατακερματισμό του δάσους, τον κίνδυνο για καταστροφικές πυρκαγιές, και την πιθανότητα για ανθρώπινες απώλειες.

Κύριε Γκαίτλιχ, ποιοί φταίνε για τις φωτιές στα δάση; οι εμπρηστές, οι οικοπεδοφάγοι, οι εχθροί μας;
Υπάρχουν σίγουρα αρκετοί αστικοί μύθοι γύρω από το θέμα αυτό. Ας αρχίσουμε απομυθοποιώντας τον τελευταίο που αναφέρατε, με τη βοήθεια της απλής λογικής: Συχνά ακούμε ότι οι Τούρκοι ή κάποιοι «ξένοι πράκτορες» βάζουν τις φωτιές στα δάση της χώρας μας, όμως ας θυμηθούμε ότι οι δασικές πυρκαγιές δεν είναι ένα αποκλειστικά ελληνικό πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, είναι ένα συχνότατο φαινόμενο στις χώρες της Μεσογείου, καθώς και σε άλλες περιοχές που έχουν παρόμοιο κλίμα, όπως η Καλιφόρνια και η Αυστραλία. Αν ίσχυε λοιπόν η θεωρία των «ξένων πρακτόρων», τότε ποιοι βάζουν τις φωτιές στην Ισπανία; Μήπως οι Πορτογάλοι; Ας προσεγγίσουμε λοιπόν το θέμα βασιζόμενοι στα δεδομένα και όχι σε θεωρίες συνωμοσίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών, οι περισσότερες δασικές πυρκαγιές οφείλονται αποδεδειγμένα σε αμέλεια. Βέβαια και η αμέλεια αποτελεί κι αυτή μια μορφή εμπρησμού, απλώς χωρίς πρόθεση και κίνητρο. Θυμάμαι έναν γνωστό καθηγητή Οικολογίας που συνήθιζε να λέει ότι ένας από τους κυριότερους εμπρηστές στην Ελλάδα είναι η ΔΕΗ, εννοώντας τους σπινθήρες από τους προβληματικούς μετασχηματιστές και τα υπέργεια καλώδια του δικτύου. Ασφαλώς και δεν αρνούμαι την ύπαρξη των εσκεμμένων πυρκαγιών και μάλιστα πάντα με ενδιέφερε η ιστορική και κοινωνική διερεύνησή τους, καθώς και η διαχρονική επίδραση ειδικά των κτηνοτροφικών πυρκαγιών στο τοπίο, αν και αυτό είναι ένα εντελώς διαφορετικό κεφάλαιο. Στη σημερινή εποχή όμως, βάσει όλων των δεδομένων, είναι σαφές ότι οι εκούσιοι εμπρησμοί αποτελούν ένα δευτερεύον υποσύνολο. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο ανθρώπινος παράγοντας, εκούσιος ή ακούσιος, είναι μεν υπαρκτός, όμως ας μην ξεχνάμε ότι οι δασικές πυρκαγιές υπήρχαν στον μεσογειακό χώρο και πριν από την παρουσία του ανθρώπου. Όποια κι αν είναι τα αίτια, ανθρωπογενή ή φυσικά, έχουν μικρή σημασία στην εξέλιξη των πυρκαγιών, στις ζημίες και στην καταστροφικότητά τους. Όσοι λοιπόν διατείνονται ότι πίσω από τις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα βρίσκονται πάντα κάποιοι εμπρηστές, κάνουν μία εσφαλμένη απλούστευση και αστοχούν στην προσέγγιση της ουσίας του προβλήματος. Και, ακόμα χειρότερα, απομακρύνουν τη συζήτηση από τη βαθύτερη κατανόηση του φαινομένου των πυρκαγιών στα μεσογειακά δάση.

Έχετε υποστηρίξει με διάφορες ευκαιρίες, ότι παρά τις εκτεταμένες πυρκαγιές, το συνολικό δάσος στην Ελλάδα …αυξάνεται. Μαγική εικόνα; Ζούμε σε μια δασωμένη χώρα και δεν το ξέρουμε;
Η αύξηση της δασοκάλυψης της Ελλάδας δεν είναι μία άποψη ή ένας ισχυρισμός κάποιων. Είναι μια αντικειμενική διαπίστωση που βασίζεται σε συγκρίσεις αεροφωτογραφιών, ιστορικών φωτογραφιών, καθώς και δορυφορικών λήψεων. Όλες οι σχετικές μελέτες που έχουν γίνει και όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, δείχνουν μία ξεκάθαρη αύξηση. Το ποσοστό των δασών στη χώρα μας ξεπερνά το 25%. Αντιλαμβάνεστε ότι αν συμπεριλάβουμε τους θαμνώνες, τότε το ποσοστό αυτό προφανώς είναι ακόμα μεγαλύτερο. Η σημαντικότερη αύξηση της δασοκάλυψης στην Ελλάδα ξεκίνησε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λόγω της μείωσης του πληθυσμού της υπαίθρου και ιδίως λόγω της σταδιακής εγκατάλειψης των ορεινών και ημιορεινών περιοχών. Ένας άλλος, δευτερεύων, παράγοντας ήταν η σταδιακή μείωση της χρήσης των καυσόξυλων στη θέρμανση και στο μαγείρεμα. Σε μια γενική θεώρηση λοιπόν, ναι, έχει συνολικά σημειωθεί αύξηση των εκτάσεων με δασική βλάστηση, παρά τις πυρκαγιές. Υπήρξαν βεβαίως και τοπικές μειώσεις, με εντονότερη την αποδάσωση κυρίως σε παράκτιες και πεδινές περιοχές. Η απάντηση ωστόσο στο ερώτημά σας αν «ζούμε σε μια δασωμένη χώρα» είναι κάτι διαφορετικό που αφορά μάλλον σε μία εντύπωση, η οποία εξαρτάται από το πού βρίσκεται κανείς και ποιον ρωτάει: Εάν ρωτήσετε έναν τουρίστα, θα λάβετε διαφορετική απάντηση αν η συζήτησή σας γίνεται σε ένα τυπικό Κυκλαδονήσι, και διαφορετική στην Ευρυτανία. Επίσης, άλλη απάντηση θα σας δώσει ένας Άραβας και άλλη ένας Σκανδιναβός.

Δάσος χαλεπίου πεύκης στην Κεφαλλονιά.

Το σοβαρότερο πρόβλημα είναι προφανώς οι πυρκαγιές στα πευκοδάση. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Αρχικά να διευκρινίσουμε ότι όταν ο κόσμος αναφέρεται στα «πευκοδάση» εννοεί τα δάση της χαλεπίου και της τραχείας πεύκης. Έχει σημασία η διάκριση αυτή διότι στην Ελλάδα υπάρχουν συνολικά 7 διαφορετικά είδη πεύκων, τα οποία όμως εμφανίζουν ποικίλα οικολογικά χαρακτηριστικά και απαντώνται σε διαφορετικά ενδιαιτήματα, όπως για παράδειγμα το μαυρόπευκο και το ρόμπολο που είναι τυπικά ορεινά είδη πεύκης. Αντίθετα, η χαλέπιος και η τραχεία πεύκη βρίσκονται σε χαμηλά συνήθως υψόμετρα, καθώς και σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές. Όσο και αν ξενίσει κάποιους αυτό που θα πω, τα πευκοδάση αυτά καίγονται τουλάχιστον μία ή δύο φορές μέσα σε κάθε αιώνα. Αυτό ήταν και παραμένει ένα φυσιολογικό φαινόμενο, άρρηκτα συνδεδεμένο με τα μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα. Γι’ αυτό και οι καλοκαιρινές πυρκαγιές στη χώρα μας, σε μεγάλο βαθμό, ταυτίζονται με τα δάση χαλεπίου και τραχείας πεύκης, καθώς και με τους μεσογειακούς θαμνότοπους. Οι ανθρωπογενείς παράγοντες έχουν αναμφίβολα πυκνώσει τις φωτιές στα οικοσυστήματα αυτά, ωστόσο η φυσική σύνδεση των δασών με τη φωτιά, παραμένει. Για να επανέλθω όμως στο ερώτημά σας, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η φωτιά στα πευκοδάση αλλά η γειτνίαση με τους οικισμούς και η διείσδυση των οικισμών μέσα σε αυτά. Δηλαδή δημιουργείται μία ζώνη διεπαφής δασών και κατοικημένων περιοχών, η οποία αυξάνει τον κατακερματισμό του δάσους, τον κίνδυνο για καταστροφές σπιτιών και την πιθανότητα για ανθρώπινες απώλειες.

Δάσος μαύρης πεύκης. Αναπτύσσεται σε υψόμετρο από 400 μέχρι 1800μ.

Το δάσος καίγεται. Αυτό είναι αναπόφευκτο και μοιραίο; Πότε είναι «οικολογική καταστροφή» και πότε όχι;
Πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίσουμε ότι οι οικολογικές επιπτώσεις μιας πυρκαγιάς και οι επιπτώσεις στους ανθρώπους, είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Επίσης να τονίσω ότι -αντίθετα με τα όσα ακούγονται κατά καιρούς στα δελτία ειδήσεων – δεν υπάρχουν παρθένα δάση χαλεπίου ή τραχείας πεύκης. Όπως προανέφερα, τα δάση αυτά έχουν εξελιχθεί σε άμεση σχέση με τη φωτιά και είναι απόλυτα προσαρμοσμένα σε αυτήν. Ως εκ τούτου δεν μιλάμε για μία οικολογική καταστροφή αλλά για ένα στιγμιότυπο στη διαδοχή των μεσογειακών δασικών οικοσυστημάτων, το οποίο κάποια στιγμή θα συμβεί. Αντιλαμβάνομαι τα συνταρακτικά συναισθήματα που προκαλεί η εικόνα μιας δασικής πυρκαγιάς, όμως αυτό δεν συνεπάγεται αυτομάτως με οικολογική καταστροφή. Εκείνο που είναι πραγματικά καταστροφικό, ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, είναι όταν καίγονται δάση τα οποία δεν είναι προσαρμοσμένα στον κύκλο των συχνών περιοδικών πυρκαγιών, όπως τα ελατοδάση και ορισμένα δάση αρκεύθων. Ας δούμε με προσοχή τα πρώτα διδάγματα από το, σχετικά πρόσφατο, τραγικό παράδειγμα στην Πάρνηθα, μετά τη φωτιά που είχαμε το καλοκαίρι του 2007: Το καμένο πευκοδάσος που υπήρχε στα χαμηλότερα μέρη, έχει αναγεννηθεί, σε αρκετά σημαντικό βαθμό, και μάλιστα επεκτείνεται. Αντίθετα, το ελατοδάσος δεν δείχνει κανένα απολύτως σημάδι αναγέννησης. Ο λόγος για τη διαφορά αυτή είναι ότι το έλατο έχει ανάγκη από την ύπαρξη μιας «πρόδρομης βλάστησης», από κάποια συγκεκριμένα δασικά είδη, η οποία θα εξασφαλίσει τις απαραίτητες συνθήκες υγρασίας, σκιάς και προστασίας, μέσα στις οποίες θα μπορέσουν να αναπτυχθούν οι σπόροι και κατόπιν τα μικρά έλατα. Ως εκ τούτου, η φυσική αποκατάσταση του ελατοδάσους, εφόσον δεν παρεμποδιστεί από ανθρωπογενείς παράγοντες, θα χρειαστεί πάρα πολλές δεκαετίες. Σε κάποιες περιπτώσεις, ενδέχεται να μην γίνει ποτέ. Είναι λοιπόν επιτακτική ανάγκη να κατανοηθεί η αξία και η μοναδικότητα των δασών αυτών. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι δεν είναι όλα τα δάση ίδια. Δηλαδή, πρέπει να μπορούμε να διακρίνουμε την οικολογική διάσταση των δασών, ως οικοσυστήματα, και να μην τα βλέπουμε μόνον ως παραγωγούς οξυγόνου.

Το θρυλικό Μικρό Χωριό Ευρυτανίας είναι χτισμένο μέσα σε πυκνό ελατοδάσος σε υψόμετρο 950μ.

Χρειαζόμαστε πράγματι αναδασώσεις, ή η αναγέννηση θα έρθει από μόνη της;
Ο γενικός κανόνας είναι ότι η καλύτερη αναδάσωση είναι η φυσική αναδάσωση. Αυτό βέβαια υπό την προϋπόθεση ότι θα αφήσουμε τη φύση ανενόχλητη και εφόσον δεν αλλάξει η χρήση γης μετά τη φωτιά. Στα πευκοδάση, η μεσολάβηση ενός χρονικού διαστήματος δεκαπενταετίας ή εικοσαετίας ανάμεσα σε δύο διαδοχικές πυρκαγιές, δεν εμποδίζει την αναγέννηση και διατήρηση των πευκοδασών. Πρέπει λοιπόν να γίνει από όλους κατανοητό, ότι ένα πευκοδάσος που έχει καεί, θα ξαναγίνει δάσος, μετά από δυο δεκαετίες περίπου, μέσω της φυσικής αναδάσωσης. Εάν όμως οι φωτιές επαναληφθούν σε μικρότερα χρονικά διαστήματα, τότε τα πεύκα δεν προλαβαίνουν να φτάσουν στην ηλικία παραγωγής κουκουναριών, άρα και σπερμάτων, οπότε το πευκοδάσος δεν μπορεί να αναγεννηθεί. Αντιστοίχως, για τους λόγους που προανέφερα, αυτή η αδυναμία αναγέννησης ισχύει και στις κατηγορίες των δασών που δεν είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές. Κατά συνέπεια, οι τεχνητές αναδασώσεις είναι μερικές φορές αναγκαίες. Ωστόσο, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν απαιτούνται, και, σίγουρα, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως πανάκεια. Επίσης, δεν μπορούν να γίνουν από τον οποιονδήποτε φορέα, καλοπροαίρετο έστω, χωρίς επιστημονικό σχεδιασμό. Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένα χαρακτηριστικά λάθη που γίνονται στις αναδασώσεις, όπως για παράδειγμα να γίνονται οι φυτεύσεις από ανεκπαίδευτους εθελοντές, συχνά σε λάθος εποχή ή με λάθος είδη δέντρων. Επίσης, ακόμα συχνότερα, δεν λαμβάνεται υπόψη η διαδικασία της φυσικής αποκατάστασης που μπορεί να έχει ήδη ξεκινήσει σε μια καμένη έκταση, ούτε η ευπαθής άγρια χλωρίδα που αναπτύσσεται στις περιοχές αυτές, όπως για παράδειγμα κάποια ενδημικά αγριολούλουδα τα οποία μπορεί να απειληθούν από τις, κατά τα άλλα καλοπροαίρετες, δενδροφυτεύσεις. Δυστυχώς βλέπουμε αρκετά τέτοια παραδείγματα, όπου γίνεται περισσότερο κακό παρά καλό. Η αποκατάσταση ενός καμένου δάσους είναι μια πολυσύνθετη και σίγουρα όχι άμεση διαδικασία, ενώ ο κόσμος θέλει γρήγορες λύσεις και εύπεπτες απαντήσεις.

Δάσος βελανιδιάς στην Αιτωλοακαρνανία.

Μήπως θα βοηθούσε αν στις πυρόπληκτες περιοχές φυτεύαμε άλλα είδη: βελανιδιές, κυπαρίσσια ή ευκαλύπτους;
Θα ξεκινήσω απαντώντας για τους ευκαλύπτους: Η απάντηση είναι κατηγορηματικά, όχι! Ως προς τα άλλα είδη, θα έλεγα, κατά περίπτωση, και ναι και όχι. Εξηγούμαι: Οι ευκάλυπτοι, αν και έχουν ένα ελληνοπρεπέστατο όνομα, είναι δέντρα που κατάγονται από την Αυστραλία. Μπορούμε να συνεχίσουμε να τους φυτεύουμε σε κήπους και σε δενδροστοιχίες, ωστόσο δεν έχουν θέση στις αναδασώσεις, για πολλούς λόγους. Πρωτίστως βέβαια, διότι δεν ανήκουν στα ελληνικά δασικά οικοσυστήματα και, επιπλέον, είναι και εύφλεκτα φυτά. Όπως ανέφερα και πριν, οι τεχνητές αναδασώσεις χρειάζονται επιστημονικό σχεδιασμό. Σύμφωνα λοιπόν με όλα τα επιστημονικά δεδομένα, που προκύπτουν από τις νεότερες έρευνες, είναι εντελώς εσφαλμένη πρακτική η χρήση ξενικών ειδών στην αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων. Ορισμένα τέτοια ξενικά είδη μάλιστα έχουν γίνει επίμονα ζιζάνια, όπως για παράδειγμα ο Αείλανθος, που είχε φυτευτεί ευρύτατα ως ταχυαυξές είδος. Οι βελανιδιές, τα κυπαρίσσια, καθώς και άλλα ιθαγενή δασικά είδη, μπορούν ασφαλώς να χρησιμοποιηθούν σε αναδασώσεις, στα κατάλληλα για αυτά ενδιαιτήματα (θέσεις) και έπειτα από σχετική ειδική μελέτη. Εν αντιθέσει με τα πεύκα, οι βελανιδιές είναι λιγότερο εύφλεκτα δέντρα και «επενδύουν» στον χρόνο. Είναι μακρόβια και βραδυαυξή φυτά και, κάποια είδη όπως η ήμερη βελανιδιά και η χνοώδης δρυς, μπορούν κάλλιστα να χρησιμοποιηθούν σε πολλές περιοχές χαμηλού και μέσου υψομέτρου. Ας μην σπεύσουμε όμως να προτείνουμε την πλήρη αντικατάσταση των πευκοδασών με άλλα είδη. Ας θυμηθούμε ότι τα πευκοδάση έχουν και οικονομική σημασία, καθώς φιλοξενούν παραγωγικές δραστηριότητες, με πρώτη και καλύτερη τη μελισσοκομία για την παραγωγή του πευκόμελου από τη μαρσαλίνα των πεύκων. Η «δαιμονοποίηση» του πεύκου όπως συνέβη και μετά από την πρόσφατη κακοκαιρία «Μήδεια», τον περασμένο χειμώνα, παραβλέπει το γεγονός ότι κάθε είδος δέντρου και κάθε δασικό οικοσύστημα, έχει τη δική του σημασία και αξία.

Πευκοδάσος στην Παραμυθιά Θεσπρωτίας.

Σύμφωνα με αυτά που επισημάνατε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι και στα θέματα αυτά υπάρχει έλλειμμα οικολογικής γνώσης;
Δεν πρόκειται απλώς για ένα έλλειμμα γνώσης. Είναι τόσο μεγάλες οι ελλείψεις των γνώσεων του κοινού στον κλάδο της Οικολογίας, όπως άλλωστε και στη Βιολογία γενικότερα, ώστε δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι υπάρχει πραγματικά ένας οικολογικός αναλφαβητισμός! Τα περισσότερα παιδιά που τελειώνουν στη σημερινή εποχή το σχολείο, δεν ξέρουν να ξεχωρίσουν τα βασικά είδη δέντρων και θάμνων της ελληνικής δασικής βλάστησης, ούτε καν τα είδη των δέντρων που απαντώνται μέσα στην πόλη, στη γειτονιά τους. Επιτρέψτε μου εδώ να αναφέρω ότι, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει μια συστηματική υποβάθμιση της διδασκαλίας της Βιολογίας, στη σχολική εκπαίδευση. Ένα από τα πιο σκανδαλώδη παραδείγματα είναι το ότι ποτέ δεν διδάσκεται η Εξέλιξη στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γεγονός που δημιουργεί – μεταξύ των άλλων – και σοβαρότατες αδυναμίες κατανόησης βασικών καθημερινών ζητημάτων, όπως διαπιστώσαμε και στην πανδημία του covid-19. Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα των δασικών πυρκαγιών, το έλλειμμα της γνώσης δεν αφορά μόνο την ελλιπή σχολική εκπαίδευση. Τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης έχουν επίσης μεγάλη ευθύνη σε αυτό. Οι περισσότεροι δημοσιογράφοι, δυστυχώς, έχουν πολύ λίγες γνώσεις για το θέμα. Στην καλύτερη περίπτωση, οι γνώσεις αυτές φτάνουν το πολύ μέχρι το λεγόμενο «τρίγωνο της φωτιάς», θερμότητα-οξυγόνο-καύσιμο, δηλαδή τους τρεις βασικούς παράγοντες που συντελούν σε μια πυρκαγιά. Στη χειρότερη περίπτωση, απλώς επαναλαμβάνουν διάφορα κλισέ, για την «πύρινη λαίλαπα που κατακαίει το πράσινο και τις ανθρώπινες περιουσίες».

Η πρόσφατη φωτιά στο πευκοδάσος της Βαρυμπόμπης.

Για το ρόλο της κτηνοτροφίας και της βόσκησης, υπάρχουν συγκρουόμενες απόψεις. Που βρίσκεται η οικολογική αλήθεια;
Η βόσκηση στα δασικά οικοσυστήματα έχει μεγάλη σημασία, είτε πρόκειται για αποτέλεσμα της παρουσίας άγριων φυτοφάγων ζώων, όπως τα ελάφια και τα ζαρκάδια, είτε για την εκτροφή αιγοπροβάτων. Η βόσκηση που γίνεται στο πλαίσιο της παραδοσιακής εκτατικής κτηνοτροφίας μπορεί να αποτελεί μέρος της αειφορικής διαχείρισης του δάσους. Προσοχή: αναφέρομαι στη βόσκηση, όχι στην υπερβόσκηση. Η υπερβόσκηση, δηλαδή η υπέρβαση της φέρουσας ικανότητας, είναι πρόβλημα και παράγοντας υποβάθμισης των δασών. Ενταγμένη όμως στο κατάλληλο διαχειριστικό σχέδιο και τηρώντας τις προδιαγραφές που ορίζει η βοσκοϊκανότητα του κάθε δάσους, η εκτατική κτηνοτροφία συμβάλλει στη διατήρηση των διάκενων, των ξέφωτων και των λιβαδιών, και κατ’ επέκταση στην ποικιλότητα του δασικού περιβάλλοντος.

Νέγρι Ηπείρου. Καταυλισμός Βλάχων (1975), φωτό: Τάκης Τλούπας

Πόσα και ποια μέτρα πυροπροστασίας και πυρόσβεσης χρειαζόμαστε τελικά; Και ποιες είναι οι νέες συνθήκες που δημιουργεί η κλιματική αλλαγή;
Θα σας απαντήσω, στο πλαίσιο του δικού μου γνωστικού αντικειμένου, για τα μέτρα διαχείρισης που συμβάλλουν στην πρόληψη και αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Αρχικώς θεωρώ ότι πρέπει να γίνει απολύτως κατανοητή η σχέση του πευκοδάσους, και γενικότερα των μεσογειακής δασικής βλάστησης, με τη φωτιά. Η φωτιά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του κύκλου της διαδοχής των οικοσυστημάτων αυτών και προϋπήρχε της ανθρώπινης παρουσίας σε αυτά. Ασφαλώς, η συνειδητοποίηση του φαινομένου αυτού δεν μας απαλλάσσει από τις ευθύνες μας. Είναι όμως μία οικολογική παράμετρος, την οποία πρέπει οπωσδήποτε να λάβουμε υπόψη μας, έτσι ώστε να γίνουμε αποτελεσματικότεροι στο σχεδιασμό της πυρόσβεσης και της δασοπροστασίας. Οι υπηρεσίες, καθώς και όσοι ζουν κοντά σε πευκοδάση, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι σίγουρα μια πυρκαγιά θα εκδηλωθεί σε αυτά, μέσα στη διάρκεια ενός κύκλου μερικών δεκαετιών. Επιπλέον, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι όσο περισσότερος χρόνος έχει περάσει από την τελευταία πυρκαγιά τόσο περισσότερο αυξάνεται ο κίνδυνος για να συμβεί μια νέα μεγάλη πυρκαγιά, καθώς συσσωρεύεται καύσιμη ύλη και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για συνοδές καταστροφές. Ο κίνδυνος αυτός όμως μπορεί να μειωθεί με την κατάλληλη διαχείριση της βιομάζας. Και, γενικά, ένα διαχειριζόμενο πευκοδάσος είναι λιγότερο ευάλωτο στις πυρκαγιές από ένα μη-διαχειριζόμενο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε άλλωστε ότι τα πευκοδάση είχαν πολλές ανθρώπινες δραστηριότητες στο παρελθόν. Είναι πολύ λυπηρό το γεγονός ότι σήμερα αντιμετωπίζονται, σχεδόν αποκλειστικά, ως εν δυνάμει χώρος παραθεριστικής κατοικίας. Στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής πυροπροστασίας, μπορούν και πρέπει να ενταχθούν και μέτρα διαχείρισης που θα περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τόσο την επιλεκτική υλοτομία όσο και τη βόσκηση. Η εφαρμογή τέτοιων διαχειριστικών πρακτικών, έχει επιπροσθέτως και οφέλη για την τοπική οικονομία και απασχόληση, καθώς οι συγκεκριμένες δραστηριότητες παρουσιάζουν και παραγωγικό ενδιαφέρον. Άλλα μέτρα που σίγουρα θα συμβάλλουν στην προστασία των δασών, είναι η υπογειοποίηση του ηλεκτρικού δικτύου, η ολοκλήρωση των δασικών χαρτών και η διασφάλιση του δασικού χαρακτήρα της χρήσης γης και μετά τη φωτιά. Ως προς την κλιματική αλλαγή, είναι σαφές ότι οι καύσωνες θα γίνουν συχνότεροι και ότι θα σημειώνονται και εκτός των θερινών μηνών, οπότε πρέπει αρχικά να διευρυνθεί η θεσμοθετημένη αντιπυρική περίοδος. Υπό το πρίσμα αυτών των μελλοντικών συνθηκών, θα πρέπει να αξιοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία πυροπροστασίας και πυρόσβεσης, τα οποία έχουν ήδη δείξει θετικά αποτελέσματα, στην Ελλάδα ή και σε άλλες χώρες. Προς αυτήν την κατεύθυνση, μπορούμε να μάθουμε να δουλεύουμε μαζί με τη φωτιά, είτε με ελεγχόμενη καύση σε επίφοβες περιοχές κατά τους χειμερινούς μήνες, είτε με το λεγόμενο «αντιπύρ», δηλαδή τη χρήση φωτιάς μικρής έντασης και ελεγχόμενης συμπεριφοράς η οποία θα ανακόψει την πυρκαγιά. Αντιθέτως, ξεπερασμένες πρακτικές και εσφαλμένες παρεμβάσεις, όπως η πρόσφατη αποψίλωση της αναγέννησης του δάσους Κουκουναριάς στον Σχινιά, τον περασμένο Ιούνιο, για αντιπυρικούς λόγους υποτίθεται, αποτελούν παράδειγμα προς αποφυγή. Μας δείχνουν, δυστυχώς, ότι έχουμε ακόμα πολύ δρόμο να διανύσουμε μέχρι να μάθουμε να προστατεύουμε τα δάση μας με γνώση και αποτελεσματικότητα.

Του Ηλία Ευθυμιόπουλου – Athens Voice