Άνοιξη στο βουνό

Η φετινή άνοιξη ήταν (και συνεχίζει) πολύ δυνατή. Τα φυτά ποτίστηκαν παραπάνω από ικανοποιητικά και έτσι άρχισαν από νωρίς να δίνουν απλόχερα την γύρη τους. Από ένα σημείο και μετά τα μελίσσια δεν κρατιόνταν και έτσι είχαμε και πολλές σμηνουργίες. Γι αυτό έχουμε και καιρό να γράψουμε…

Στο μελισσοκομείο του κάμπου, οι θερμοκρασίες ήταν υψηλότερες και τα μελίσσια ξεκίνησαν νωρίτερα την ανάπτυξη τους. Δούλεψαν κυρίως χορτονομή, ζοχαδόχορτα, ανεμώνες αλλά και σε καρποφόρα, όπως αμυγδαλιές, κυδωνιές κ.α. με αποκορύφωμα φυσικά την πορτοκαλιά.

Αφεσμός που μάζεψα και είχε κάτσει πάνω σε δεντράκι πορτοκαλιάς

Η πορτοκαλιά πήγε σχετικά καλά, παρά το γεγονός ότι είχαμε αρκετές βροχές κατά την διάρκεια της ανθοφορίας. όμως για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά παρατήρησα προβλήματα στην ανάπτυξη από τα μέσα του Απρίλη και μετά, τα οποία δεν ξέρω που οφείλονται και με ανάγκασαν να μετακινήσω όλα τα μελίσσια στο μελισσοκομείο του βουνού.

Άγριες κουτσουπιές στις πλαγιές της λίμνης Πουρναρίου στην Πίνδο.

Εκεί τα πράγματα είναι πιο ασφαλή. Δεν υπάρχουν ψεκασμοί και οι μέλισσες έχουν πρόσβαση σε πολύ καλύτερη ποιότητα τροφής. Τα μελίσσια που ξεχειμώνιασαν στο βουνό ξεκίνησαν να δουλεύουν στις γκορτσιές (αγριοαχλαδιές), στις κορομηλιές, στις κρανιές και συνέχισαν εντατικά στα ρείκια και τις κουτσουπιές. Τα ρείκια άργησαν πολύ φέτος και η ανθοφορία τους δεν ήταν πλούσια, ήταν όμως αρκετή για να μοσχοβολήσουν τα μέλια στις κυψέλες. Απ’ την άλλη οι κουτσουπιές πήγαν εξαιρετικά.

Ανοιξιάτικο ρείκι μαζί με κουτσουπιές.

Αυτό όμως που λατρεύω στο βουνό είναι ότι οι μέλισσες έχουν πρόσβαση σε καθαρή γύρη. Γύρη που δεν προέρχεται από καλλιέργειες. Τα πουρνάρια και οι λαδανιές είχαν την τιμητική τους. Έτσι τα μελίσσια του βουνού δεν παρουσίασαν προβλήματα στην ανάπτυξη παρά το γεγονός ότι κάποια ταλαιπωρήθηκαν πολύ απ’ το χιόνι του χειμώνα. Λένε επίσης ότι τα μελίσσια που έχουν εκτραφεί με γύρη ερείκης παραμένουν δυνατά όλο τον χρόνο.

Πλαίσιο που έχει φρακάρει από την γύρη και η βασίλισσα δεν βρίσκει χώρο για να γεννήσει.

Έτσι τα μελίσσια φράκαραν από τις γύρες και οι βασίλισσες δεν έβρισκαν χώρο για να γεννήσουν, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν τάσεις σμηνουργίας. Πιάσαμε αρκετά μελίσσια φέτος μιας και αρκετοί δεν περίμεναν τόσο έντονη άνοιξη, με αποτέλεσμα να τους φύγουν αρκετά μελίσσια. Μάλιστα ένα ήρθε και μπήκε μόνο του μέσα σε μια παλιά κυψέλη που είχα ξεχάσει έξω από την αποθήκη.

Λαδανιά (κουνούκλα), ροζ και λευκή.

Αυτή τη στιγμή περιμένουμε να σφραγίσουν τα μέλια ώστε να τρυγήσουμε το ανθόμελο της άνοιξης, ενώ ετοιμαζόμαστε για την πρώτη εκτροφή βασιλισσών. Άλλες χρονιές τέτοια εποχή είχαμε ξεμπερδέψει με αυτά και ετοιμαζόμασταν για τα έλατα, όμως φέτος όλα έχουν πάει πίσω. Ακόμη και ο Μάης ήρθε με έντονες βροχές, ενώ στα ορεινά υπάρχει ακόμα χιόνι.

Advertisements

Στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα

Το φετινό φθινόπωρο κύλησε το ίδιο απογοητευτικά όπως και το περσινό. Η ανομβρία των δύο πρώτων μηνών μετά το καλοκαίρι έκαψε το ρείκι που είναι το σημαντικότερο φυτό για την φθινοπωρινή ανάπτυξη και την ανανέωση του πληθυσμού, με αποτέλεσμα τα μελίσσια να μπουν στο χειμώνα με γερασμένες μέλισσες και λιγοστές προμήθειες.

Το μελισσοκομείο του κάμπου κατά το ξεχειμώνιασμα. Στο βάθος χιονισμένο το όρος Ξηροβούνι.

Σαν να μην έφτανε αυτό, ήρθαν και τα χιόνια. Ο φετινός χειμώνας, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, αποδεικνύεται αρκετά σκληρός και αν το φθινόπωρο ήταν πιο ευνοϊκό, ίσως να μην αποτελούσε τόσο μεγάλο πρόβλημα, όμως με τις λιγοστές προμήθειες που συνέλεξαν οι μέλισσες είναι παραπάνω από εμφανές ότι θα έχουμε αρκετές απώλειες φέτος…

Το μελισσοκομείο του βουνού. Τα μελίσσια σκεπάστηκαν από το χιόνι.

Σε αντίθεση με το μελισσοκομείο του βουνού, στον κάμπο δεν χιόνισε, όμως δεν έλειψε ο παγετός και οι πολύ χαμηλές θερμοκρασίες την νύχτα. Οι μέλισσες εκτελούν ελάχιστες πτήσεις, οι οποίες είναι κυρίως πτήσεις καθαρισμού. Σε αντίθεση με προηγούμενες χρονιές δεν δουλεύουν στις μουσμουλιές ενώ λόγω του κρύου έχουν καθυστερήσει και τα ζοχαδόχορτα με τις ανεμώνες.

Πανοραμική φωτογραφία του μελισσοκομείου στον κάμπο.

Από εδώ και πέρα ελπίζουμε σε πρώτη φάση τα μελίσσια να βγάλουν τον χειμώνα με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες και έπειτα να έχουμε μια, όσο γίνεται πιο φυσιολογική άνοιξη. Χωρίς μεγάλες περιόδους ανομβρίας αλλά και έντονες και συνεχόμενες βροχοπτώσεις.

Τρύγος στην κουμαριά

Έπειτα από ένα ακόμα δύσκολο φθινόπωρο, με μεγάλες περιόδους ανομβρίας, τελικά καταφέραμε να τρυγήσουμε στο τέλος λίγο μέλι κουμαριάς. Δυστυχώς όμως το μέλι δεν είχε την πικράδα περασμένων ετών, αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο…

Το μελισσοκομείο στις όχθες της λίμνης Πουρναρίου, στην Πίνδο για την ανθοφορία της κουμαριάς (φθινόπωρο 2018), στο βάθος χιονισμένα τα Τζουμέρκα.

Οι βροχές άργησαν πολύ (ήρθαν κατά τα μέσα του Νοέμβρη) και καμία απ’ τις φθινοπωρινές ανθοφορίες δεν απέδωσε. Το ρείκι κάηκε απ’ την ξυρασία, ο κισσός ήταν στεγνός, ο αρκουδόβατος δεν άνθισε καν και μόνο η ακονιζιά έδωσε λίγη γύρη στα μελίσσια. Η κουμαριά άνθισε αλλά μέχρι να έρθουν οι βροχές δεν έδινε νέκταρ και οι μέλισσες δεν έβγαιναν έξω να συλλέξουν.

Μετά τις βροχές άρχισε να ακούγεται το γνώριμο βουητό των μελισσών που εργάζονται, όμως το φυτό είχε επηρεαστεί σημαντικά από την ανομβρία που προηγήθηκε και έτσι το μέλι που προέκυψε δεν έχει την ένταση στη γεύση που έχουμε συνηθίσει. Τις επόμενες ημέρες τα μελίσσια θα μεταφερθούν στον κάμπο για το ξεχειμώνιασμα. Ελπίζουμε η επόμενη χρονιά να είναι καλύτερη!

Ο Άραχθος μετά τις βροχές

Επιτέλους έβρεξε στη Δυτική Ελλάδα! Αυτή πρέπει να ήταν μόλις η τρίτη ή τέταρτη βροχή από τον περασμένο Αύγουστο. Το φετινό φθινόπωρο εξελίσσεται πιο άσχημα ακόμα κι απ’ το περσινό. Άλλες χρονιές το φθινόπωρο αναπτύσσαμε παραφυάδες και χτίζαμε πλαίσια, όμως τώρα αγωνιούμε για το αν θα καταφέρουν να μαζέψουν οι μέλισσες προμήθειες αρκετές ώστε να βγάλουν το χειμώνα.

Ο Άραχθος μετά τις τελευταίες βροχές. Στο βάθος διακρίνεται το πρώτο χιόνι που έπεσε στα Τζουμέρκα για φέτος.

Τους προηγούμενους μήνες, το μελισσοκομείο έμοιαζε περισσότερο με νεκροταφείο. Ελάχιστες μέλισσες έβγαιναν έξω, κι αυτό για καμιά αναγνωριστική πτήση και έπειτα πάλι μέσα. Συντήρηση δυνάμεων. Ευτυχώς τα λίγα μέλια που είχαν μαζέψει, απροσδόκητα, τον Αύγουστο δεν τα τρυγήσαμε και έτσι κατάφεραν να επιβιώσουν, αυτό το διάστημα.

Οι μέλισσες πετούν και πάλι μετά τη βροχή. Αυτό ίσως σημαίνει ότι η κουμαριά ανεβεβάζει χυμούς.

Όμως μετά την βροχή το μελισσοκομείο απέκτησε και πάλι ζωή. Ίσως είναι αργά πια για τρύγο, αλλά έστω κι αυτό είναι ελπιδοφόρο. Η μόνη ανθοφορία που έχει απομείνει πια είναι της κουμαριάς. Λίγα ρείκια που ξεγελάστηκαν δεν προσφέρουν κάτι. Σε λίγες μέρες θα έχουμε καλύτερη εικόνα.

Το μέλι ελάτης

Το μέλι ελάτης αποτελεί μια απ’ τις σημαντικότερες ποικιλίες μελιού της Ελλάδας, μιας και αποτελεί το 5%-10% της συνολικής παραγωγής. Θεωρείται από τις κατηγορίες ελληνικού μελιού με ιδιαίτερα καλή γεύση και χαρακτηριστική εμφάνιση, παράμετροι που το κάνουν να ξεχωρίζει.

Ορεινό Μέλι ελάτης από τα ορεινά της Πίνδου.

Στην Ελλάδα απαντώνται τρία είδη ελάτης: η ελάτη η κεφαλληνιακή (Abies cephalonica), που καλύπτει μεγάλες εκτάσεις στις ορεινές περιοχές νότια του Ολύμπου, στην Ευρυτανία, στο Περτούλι, στον Ταΰγετο, στην Αρκαδία, στην Πάρνηθα κ.α. σε υψόμετρα μεταξύ 800-1.600 μ.

Δάσος Κεφαλληνιακής ελάτης στο Περτούλι.

Η ευρωπαϊκή ελάτη (Abies alba ή Abies pectinata), που φύεται σε όλη την Ευρώπη μέχρι τον Καύκασο και συναντάται μόνο σε μεμονωμένα σημεία των βορείων ελληνικών συνόρων (βορείως της οροσειράς του Ολύμπου). Ενώ τέλος, στην οροσειρά της Πίνδου συναντάται η υβριδογενής ελάτη (Abies hidrida ή Abies borisii), η οποία είναι διασταύρωση της ευρωπαϊκής ελάτης με την ελληνική.

Μικτό δάσος υβριδογενούς ελάτης – μαύρης πεύκης στην Πίνδο.

Στα ελληνικά δάση ελάτης παρασιτούν τα κοκκοειδή Physokermes hemicryphus (κόμπος) και Eulecanium sericeum (φούσκα) αλλά και οι αφίδες Mindarus abietinus (φούντα), Cinara confinis και Cinara pectinatae (κοριός) που παράγουν μελιτώδεις εκκρίσεις εκμεταλλεύσιμες από τις μέλισσες. Το σημαντικότερο από τα έντομα αυτά, είναι το Physokermes hemicryphus του οποίου οι αποδόσεις μπορεί να φτάσουν ως 30 κιλά μελιού ανά μελίσσι.

Από επάνω αριστερά: Physokermes hemicryphus (κόμπος), Cinara (κοριός), Mindarus abietinus (φούντα) και Eulecanium sericeum (φούσκα).

Το χρώμα και η εμφάνιση του μελιού ελάτης ποικίλουν ανάλογα με τον τόπο προέλευσής του. Για παράδειγμα, το μέλι ελάτης που παράγεται στην περιοχή της Βυτίνας στην Αρκαδία, έχει ιδιαίτερη, χαρακτηριστική εμφάνιση λόγω των μεταλλικών ανταυγειών που δημιουργούνται στο εσωτερικό του, είναι ιδιαίτερα πυκνόρρευστο και φέρει την ονομασία «έλατο βανίλιας». Στην Πίνδο απ’ την άλλη παράγεται το περίφημο κόκκινο μέλι ελάτης που θυμίζει αρκετά εκείνο που συλλέγεται στην οροσειρά του Ιούρα στις Ελβετικές Άλπεις.

Το μελισσοκομείο μας στο πυκνό ελατοδάσος του όρους Χελώνα (Αϊλίντας) στην Πίνδο.

Το μέλι ελάτης παρουσιάζει χαμηλό ποσοστό υγρασίας με μέσο όρο 15,2%. Έχουν βρεθεί δείγματα με υγρασία χαμηλότερη του 14%, γεγονός που ευνοεί την γρήγορη κρυστάλλωση του μελιού, όμως στο μέλι ελάτης η κρυστάλλωση αποτρέπεται λόγω της χαμηλής περιεκτικότητας σε γλυκόζη.

Ελατοδάσος στα Όρη του Βάλτου στη νότια Πίνδο.

Το pH του είναι υψηλότερο από όλες τις άλλες κατηγορίες μελιού. Όσο υψηλότερο είναι το pH ενός μελιού, με τόσο βραδύτερο ρυθμό αυξάνεται η συγκέντρωση της HMF. Έτσι, το μέλι ελάτης αλλοιώνεται με βραδύτερο ρυθμό, συγκριτικά με τις άλλες κατηγορίες μελιού και ιδιαίτερα με τα ανθόμελα, που παρουσιάζουν χαμηλό pH.

Το μελισσοκομείο μας στο πυκνό ελατοδάσος του όρους Χελώνα (Αϊλίντας) στην Πίνδο.

Μπορείτε να δοκιμάσετε το κόκκινο μέλι ελάτης που συλλέγουμε στην Πίνδο από εδώ.

Φθινόπωρο στη λίμνη Πουρναρίου για την ανθοφορία της κουμαριάς

Μετά το τέλος του καλοκαιριού και κατά τις πρώτες μέρες του φθινοπώρου, ξεκινήσαμε να μεταφέρουμε τα μελίσσια στις πλαγιές γύρω απ’ τις όχθες της λίμνης Πουρναρίου. Οι ανθοφορίες της εποχής αυτής είναι πολύ σημαντικές καθώς προετοιμάζουν τα μελίσσια για τον χειμώνα που έρχεται.

Η τεχνητή λίμνη του Πουρναρίου δημιουργήθηκε από την κατασκευή του ομώνυμου υδροηλεκτρικού φράγματος στην Άρτα, που ξεκίνησε να φτιάχνεται το 1981. Κάτω απ’ τα νερά της λίμνης χάθηκε ο οικισμός «Φάγκος» της Κάτω Καλεντίνης. Κάποιες φορές όταν το φράγμα είναι ανοιχτό και η στάθμη της λίμνης χαμηλά, έρχονται στην επιφάνεια τα παλιά σπίτια, το παλιό δημοτικό σχολείο και δεντροστοιχίες.

Τα χωριά γύρω απ’ τη λίμνη είναι ουσιαστικά εγκαταλειμμένα. Χαρακτηριστικά το Κορφοβούνι, το 2001, αριθμούσε 1.006 κατοίκους ενώ 10 χρόνια αργότερα περίπου τους μισούς. Σε κάποιους μικρότερους οικισμούς πλέον, μετράς τους κατοίκους στα δάχτυλά του ενός χεριού. Οι δρόμοι, ειδικά όσο πλησιάζεις προς τη λίμνη, είναι δύσβατοι και κακοτράχαλοι.

Η πρόσβαση με το φορτηγό είναι δύσκολη, και τα σημεία που μπορείς να τοποθετήσεις μελίσσια, λίγα, μιας και οι πλαγιές είναι απότομες, σ’ αντίθεση για παράδειγμα με άλλες περιοχές νοτιότερα. Όμως εδώ το μέρος έχει κάτι το μαγικό, που με τραβάει και έτσι κάθε χρόνο κάνω λίγο κόπο παραπάνω, μόνο και μόνο για να αντικρίζω τη λίμνη και πίσω της τα Τζουμέρκα να χάνονται στον ορίζοντα.

Στην περιοχή φύονται ρείκια (ανοιξιάτικα αλλά και φθινοπωρινά), κουμαριές, κισσοί, αρκουδόβατοι, ακονιζιές κ.α. Οι βροχές που περιμέναμε όμως, δεν ήρθαν και έτσι η σουσούρα έμεινε ξερή, ο αρκουδόβατος, το μεθυστικό άρωμα του οποίου κατέκλυζε κάθε χρόνο την περιοχή, δεν φάνηκε και οι μέλισσες βρήκαν τροφή μόνο στα κισσούδια και στις ακονιζιές. Σιγά σιγά ανοίγει και η κουμαριά η οποία όταν πάει καλά δίνει και μέλι για τρύγο.

Ο τρύγος στη βελανιδιά

Τα μελίσσια στα έλατα πήγαν αρκετά καλά μετά από αρκετά χρόνια, όμως λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων είχα καθυστερήσει να μεταφέρω ένα μέρος του κοπαδιού έγκαιρα και έτσι αυτά τα μελίσσια δούλεψαν λίγο εκεί. Αφού τρυγήσαμε λοιπόν το μέλι ελάτης κατά τα τέλη του Ιούνη, αποφασίσαμε να μεταφέρουμε αυτά τα μελίσσια προς το πυκνό βελανιδόδασος των Ορέων του Βάλτου στη νότια Πίνδο.

Εκεί ήλπιζα ότι τα μελίσσια θα συμπλήρωναν το μέλι που δεν πρόλαβαν. Η περσινή χρονιά που είχε πάει εξαιρετικά σ’ αυτό το δάσος με γέμιζε αισιοδοξία. Όμως σύντομα διαπιστώσαμε ότι ο δέντρος δεν είχε το βελάνι που είχε τα περασμένη χρονιά. Αρχικά και με τη βοήθεια των βροχών η βελανιδιά άρχισε να δίνει λίγο μελίτωμα από τα φύλλα και οι μέλισσες δούλευαν. Το μέλι που προκύπτει από εκεί είναι πιο ανοιχτόχρωμο σε σχέση με το σκούρο που προέρχεται από το βελάνι.

Το υψόμετρο όπου στήθηκε το μελισσοκομείο ήταν περίπου στα 700 μέτρα. Το δάσος πολύ πυκνό παρείχε σκιά στα μελίσσια, σημαντικό για τους ζεστούς καλοκαιρινούς μήνες. Η χλωρίδα της περιοχής είναι πλούσια σε είδη και ευτυχώς πολλά από αυτά είναι γυρεοδοτικά, πράγμα που μας έδωσε την δυνατότητα να μείνουμε μέχρι τέλους. Είναι πολύ σημαντικό για την ποιότητα του μελιού να τρυγάς αργά και όχι με βιασύνη.

Οι μέλισσες, μετά το τέλος των ανθοφοριών / μελιτοφοριών συγκεντρώνουν και ωριμάζουν τα μέλια. Όσο περισσότερο τις αφήσουμε να τα δουλέψουν τόσο ποιοτικότερα θα βγουν. Εξάλλου την εποχή αυτή δεν υπάρχει ο κίνδυνος να τα φάνε καθώς δεν εκτρέφουν πολύ γόνο, οπότε χρειάζεται απλώς υπομονή.

Πραγματοποιώντας λοιπόν τον τρύγο αρχές Αυγούστου, συνειδητοποίησα ότι το μέλι ήταν ιδιαίτερο και αρκετά διαφορετικό από την περασμένη χρονιά. Στείλαμε ένα δείγμα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για ανάλυση και μέτρηση της αγωγιμότητας. Το μέλι ήταν σαφώς πιο ανοιχτόχρωμο από την περσινή χρονιά. Βρέθηκε ότι περιείχε ένα ποσοστό που είχε προέλθει από εκκρίσεις της ελάτης, γεγονός που του έδωσε αυτό το χαρακτηριστικό απαλό άρωμα αλλά και εκπληκτική υφή.

Αμέσως μετά τον τρύγο τα μελίσσια μεταφέρθηκαν στον κάμπο για λίγες μέρες, ώστε να συλλέξουν γύρες, να γίνουν οι απαραίτητες αντικαταστάσεις παλαιών βασιλισσών και κατά τα τέλη Αυγούστου φορτώθηκαν ξανά για το βουνό. Αυτή τη φορά για το ρείκι και την κουμαριά.