Τα μελίσσια είναι καλά, αλλά πρέπει να φύγουν σύντομα…

Όταν αποφάσισα να στήσω το μελισσοκομείο του νότου στα σύνορα της Άρτας με την Αιτωλοακαρνανία, είχα βρει μια τοποθεσία που έμοιαζε ιδανική για το φθινόπωρο. Χαμηλό υψόμετρο ώστε να έχει λιγότερο κρύο και πολύ ηλιόλουστο που είναι σημαντικό θέμα αυτή την εποχή στο βουνό. Το μόνο που με ανησυχούσε ήταν ότι κοντά βρισκόταν το ποτάμι.

Όργωσα όλη την γύρω περιοχή για να βρω κάποιο σημείο λίγο ψηλότερα ώστε να νοιώθω ασφάλεια, αλλά μάταια. Τα μελίσσια ήταν αρκετά και δεν μπορούσαν να χωρέσουν πουθενά. Με το ποτάμι ελοχεύει πάντα ο κίνδυνος μετά από έντονες βροχοπτώσεις να φουσκώσει και να υπερχειλίσει, παρασύροντας τα μελίσσια. Έτσι μόλις κόπασαν τα έντονα καιρικά φαινόμενα των τελευταίων ημερών, ξεκίνησα για να επισκεφτώ το μελισσοκομείο.

Η πρώτη προσπάθεια αποδείχτηκε άκαρπη όμως καθώς στον δρόμο είχαν γίνει κατολισθήσεις. Μεγάλοι βράχοι είχαν αποκολληθεί και είχαν κλείσει τον δρόμο. Έτσι γύρισα πίσω και αφού εφοδιάστηκα με κάποια εργαλεία που μπορούσαν να βοηθήσουν ξεκίνησα την επόμενη μέρα και πάλι. Αφού κατάφερα να μετακινήσω κάποιες μεγάλες πέτρες στην άκρη του δρόμου ώστε να καταστεί και πάλι ο δρόμος προσπελάσιμος, συνέχισα.

Το ποτάμι κατέβαζε πολύ λιγότερο όγκο νερού σε σχέση με την προηγούμενη μέρα και αυτό με είχε ανακουφίσει κάπως. Λίγα χιλιόμετρα αργότερα όμως βρέθηκα μπροστά σε ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα. Σε ένα στενό σημείο του δρόμου είχε πέσει μεγάλος όγκος λάσπης που είχε παρασύρει μαζί της πέτρες αλλά και δέντρα. Μάλιστα ο δρόμος είχε υποστεί καθίζηση τουλάχιστον στο 1/4 του πλάτους του.

Με τα μελίσσια να μην απέχουν πολύ απ’ το σημείο, αποφάσισα να αφήσω το αυτοκίνητο και να προσπαθήσω να προσεγγίσω το σημείο με τα πόδια. Ομολογώ πως είναι αρκετά τρομακτικό να περνάς κάτω από απότομους βράχους οι οποίοι στάζουν νερό και κατεβάζουν συνεχώς μικρές πέτρες.

Φτάνοντας στο μελισσοκομείο ένιωσα μεγάλη ανακούφιση βλέποντας τα μελίσσια στη θέση τους αλλά και τις μέλισσες δειλά δειλά να πετούν, προσπαθώντας να καθαρίσουν τις κυψέλες τους μετά από αρκετές μέρες που είχαν μείνει κλεισμένες λόγω της βροχής. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι η σουσούρα ήταν ακόμη ανοιχτή και μάλιστα την επισκέπτονταν και μέλισσες. Προσωπικά δεν την έχω ξαναδεί ανθισμένη Δεκέμβριο μήνα και να αντέχει μετά από τόση κακοκαιρία.

Ενημέρωσα τον Δήμο ώστε να ανοίξει τον δρόμο και πλέον αυτό που σκέφτομαι είναι αν πρέπει να μεταφέρω τα μελίσσια στην ασφάλεια του κάμπου ή να τα αφήσω να εκμεταλλευτούν όσο απομένει απ’ το ρείκι.

Advertisements

Φθινόπωρο στο βουνό

Πριν από μερικά χρόνια, όταν ξεκινούσαμε με τα πρώτα μας μελίσσια, τα πράγματα ήταν πολύ απλά. Όταν έρχονταν το φθινόπωρο, βρίσκαμε ένα μέρος στο βουνό και τα μεταφέραμε. Σήμερα όμως τα μελίσσια έχουν αυξηθεί αρκετά και στο βουνό δεν υπάρχουν χώροι για να τοποθετηθούν όλα. Άλλωστε όσο πιο λίγα τα μελισσοσμήνη σε μια περιοχή, τόσο περισσότερες και οι διαθέσιμες τροφές, πράγμα που σημαίνει ότι καλό είναι να δημιουργούνται μικρές ομάδες μελισσιών και να μεταφέρονται σε διαφορετικές περιοχές.

Έτσι αφού μεταφέραμε την πρώτη ομάδα στην λίμνη Πουρναρίου στην Άρτα, αποφασίσαμε να εξερευνήσουμε την Πίνδο νοτιότερα, προς την Αιτωλοακαρνανία. Η χλωρίδα ελάχιστα αλλάζει, τουλάχιστον από τα σύνορα του νομού Ιωαννίνων και Άρτας μέχρι τη λίμνη Τριχωνίδα. Από τους πρόποδες και μέχρι ύψους 500-600 μέτρων συναντά κανείς ρείκια, κουμαριές, ακονιζιές, κισσούς και αρκουδόβατους.

Προσωπικά θεωρώ ότι όλο αυτό το κομμάτι της Πίνδου είναι καλό για να φιλοξενήσει μελίσσια το φθινόπωρο καθώς όλα τα παραπάνω φυτά θα τα βοηθήσουν να ανανεώσουν τους πληθυσμούς και να ξεχειμωνιάσουν με νέες και πιο ανθεκτικές μέλισσες. Οπότε αυτό που έψαχνα ήταν να βρω ένα ηλιόλουστο μέρος και σε όσο γίνεται χαμηλότερο υψόμετρο. Και πράγματι η συγκεκριμένη περιοχή ήταν αυτό ακριβώς.

Το μελισσοκομείο στήθηκε σε ένα απάνεμο ξέφωτο ανάμεσα σε δύο κατάφυτες πλαγιές, σε πολύ χαμηλό υψόμετρο, ώστε να παραμένουν οι κυψέλες όσο το δυνατόν πιο ζεστές, τις κρύες νύχτες του φθινοπώρου. Επίσης οι μέλισσες θα δούλευαν ανεβαίνοντας άδειες και άρα ελαφρύτερες και θα κατέβαιναν γεμάτες. Νερό υπήρχε από το κοντινό ποτάμι και έτσι δεν χρειαζόταν και κάποιου είδους ποτίστρα.

Ο μόνος φόβος που είχα ήταν να μην φουσκώσει το ποτάμι, αλλά ο καιρός τους δύο πρώτους μήνες του φθινοπώρου ήταν τόσο άνομβρος που τα ρείκια ξεράθηκαν. Ουσιαστικά τα μελίσσια όλη αυτή την περίοδο έβρισκαν μόνο γύρη από την άφθονη στην περιοχή ακονιζιά. Χωρίς νέκταρ, δεν ανέπτυξαν πολλούς γόνους και έτσι ελπίζουμε πλέον οι βροχές του τελευταίου δεκαημέρου του Οκτώβρη να βοηθήσουν την κουμαριά, να δώσει στα μελίσσια την απαραίτητη τροφή για να βγάλουν το χειμώνα.

Ο κισσός κι αυτός ξεκίνησε σχεδόν με ένα μήνα καθυστέρηση με αποτέλεσμα να έχουμε ένα “περίεργο” φθινόπωρο, που δεν μας επιτρέπει να κάνουμε προβλέψεις, όχι μόνο για το τι είδους χειμώνα θα έχουμε, αλλά ούτε για το πως θα εξελιχθεί ο Νοέμβριος. Ελπίζουμε να υπάρξουν οι απαραίτητες βροχές ώστε να δώσουν χυμούς όσα λουλούδια έχουν απομείνει πλέον και κυρίως η κουμαριά, την οποία και πολύς κόσμος περιμένει.

Πίσω στο βουνό!

Αφού τρυγήσαμε το μέλι της βελανιδιάς στα Όρη του Βάλτου στην νότια Πίνδο τον Αύγουστο, μεταφέραμε τα μελίσσια μας στον κάμπο της Άρτας, ώστε να ξεκουραστούν και να βρουν τις απαραίτητες γυρούλες, που θα τα βοηθούσαν να ανανεωθούν για το φθινόπωρο.

Το φθινοπωρινό μελισσοκομείο στις πλαγιές του Κορφοβουνίου Άρτας, πάνω απ’ την λίμνη του Πουρναρίου.

Για τους περισσότερους μελισσοκόμους της Ηπείρου, ο Αύγουστος είναι μήνας ξεκούρασης. Πέρα απ’ αυτούς που θα επιχειρήσουν να μετακινηθούν στα πεύκα, οι υπόλοιποι δεν έχουν κάποια μεγάλη ανθοφορία να κυνηγήσουν και έτσι αρκούνται στο να προετοιμάσουν τα μελίσσια τους για το φθινόπωρο. Για εμάς όμως ήταν ένας δύσκολος μήνας. Κι αυτό γιατί τα μελίσσια τα οποία αγοράσαμε τον Φλεβάρη ήταν πολύ ταλαιπωρημένα και με μεγάλης ηλικίας βασίλισσες, ενώ και τα δικά μας ήταν καιρός πια να ανανεωθούν.

Η λίμνη Πουρναρίου το φθινόπωρο.

Έτσι αποφασίσαμε να αλλάξουμε όλες τις βασίλισσες μέσα στο καλοκαίρι, με στόχο να μπουν τα μελίσσια με νέες, δυνατές που θα κατάφερναν να ανανεώσουν καλύτερα τους πληθυσμούς και κατά συνέπεια να ξεχειμωνιάσουν χωρίς προβλήματα. Τα πράγματα πήγαν εξαιρετικά καλά και μέχρι το πρώτο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη σχεδόν όλα τα μελίσσια είχαν καταφέρει να έχουν νέες, γονιμοποιημένες βασίλισσες.

Ο μελισσόκηπος στο βουνό.

Ενώ όμως είχαμε φτάσει στα τέλη του Σεπτέμβρη, ο καιρός θύμιζε καλοκαίρι. Ξηρασία και υψηλές θερμοκρασίες δημιουργούσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον τα φυτά στο βουνό θα μπορούσαν να αποδώσουν και πράγματι σε μια διερευνητική βόλτα η κατάσταση ήταν απελπιστική. Το ρείκι σχεδόν ξερό, ο κισσός είχε ξεγελαστεί και δεν είχε ανοίξει ακόμη, ο αρκουδόβατος με κίτρινα μαραμένα φύλλα και μόνο η ακονιζιά έδειχνε σημάδια ζωής…

Φθινοπωρινή ερείκη (σουσούρα) σε τραγική κατάσταση λόγω της ξηρασίας.

Έχοντας κόψει πολλές παραφυάδες για να αυξήσουμε τον αριθμό των μελισσοσμηνών, ουσιαστικά είχαμε αποδυναμώσει τους πληθυσμούς και αν συνυπολογίσει κανείς σε αυτό και το κενό που υπήρξε στους γόνους λόγω της αλλαγής των βασιλισσών, εγείρονταν ερωτήματα για το αν θα καταφέρναμε να βγάλουμε το χειμώνα. Τελικά τις πρώτες μέρες του Οκτώβρη ξεκινήσαμε να φορτώνουμε μελίσσια για τις βουνοπλαγιές της Πίνδου.

Στο βάθος η λίμνη του Πουρναρίου, όπως φαίνεται απ’ το μελισσοκομείο.

Τα πρώτα μελίσσια μεταφέρθηκαν στις πλαγιές πάνω απ’ τη λίμνη Πουρναρίου, σε σχετικά χαμηλό υψόμετρο 360-380 μέτρων, ώστε να μην έχει πολύ κρύο. Τα φυτά, εκτός της ακονιζιάς, δεν είχαν ανοίξει ακόμα, κάτι πρωτόγνωρο για την εποχή. Με τον αριθμό των μελισσιών να έχει αυξηθεί πολύ και τις περιοχές στο βουνό όπου μπορούν να στηθούν μελισσοκομεία λίγες, έπρεπε να βρεθεί και δεύτερη τοποθεσία. Το γεγονός αυτό το είδα περισσότερο ως ευκαιρία να δοκιμάσω και άλλες περιοχές για το φθινόπωρο πέρα από τους πρόποδες των Τζουμέρκων.

Ο Άραχθος κάπου ανάμεσα στον κάμπο της Άρτας και τον ορεινό όγκο των Τζουμέρκων.

Έτσι μεταφέραμε αρκετά μελίσσια νοτιότερα στα σύνορα των νομών Άρτας και Αιτωλοακαρνανίας στις εκβολές του ποταμού Βωβού. Εκεί μας δόθηκε η ευκαιρία να δημιουργήσουμε ένα απάνεμο μελισσοκομείο σε πολύ χαμηλό υψόμετρο (120-130 μέτρα) δίνοντας την ευκαιρία στα μελίσσια να παραμείνουν ζεστά μέχρι αργά το φθινόπωρο, έχοντας παράλληλα πρόσβαση στα ίδια φυτά με το άλλο μελισσοκομείο στη λίμνη. Τα μελίσσια είναι ισοδύναμα και έτσι κατά το τέλος Νοέμβρη θα έχουμε μια εικόνα για το πια περιοχή απέδωσε καλύτερα.

Μέχρι στιγμής, δεν έχουμε τις αναμενόμενες βροχές και λίγο πολύ τα φυτά παραμένουν στην ίδια κατάσταση. Σε ενδεικτικές επιθεωρήσεις παρατηρήσαμε ότι τα μελίσσια βρίσκουν μεν αρκετή γύρη από την ακονιζιά, όμως το κρύο της τελευταίας εβδομάδας δεν τα αφήνει να αναπτυχθούν όπως θα θέλαμε. Θα δείξει. Έχουμε 50 μέρες ακόμα να δούμε πως θα εξελιχθεί αυτό το ξηρό φθινόπωρο.

Τρύγος στη βελανιδιά!

Κατά τα τέλη του Ιούνη, με τα μελίσσια στα έλατα να μην καταφέρνουν και πολλά λόγω του άστατου για την εποχή καιρού και των βροχών, αποφασίσαμε να μετακινηθούμε νοτιότερα στην Πίνδο για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχαμε προετοιμαστεί γι αυτή την μελιτοφορία και έτσι είχαμε κάποιες αμφιβολίες για το κατά πόσον οι μέλισσες θα άντεχαν σε τέτοιος εξοντωτικούς και για τόσο διάστημα χωρίς γύρη.

Χρειαστήκαμε συνολικά δύο ολόκληρες νύχτες για να μεταφέρουμε τα μελίσσια από την ορεινή Άρτα και τα Τζουμέρκα στα Όρη του Βάλτου στην Αιτωλοακαρνανία. Εκεί στα αχανή βελανιδοδάση στήσαμε το μελισσοκομείο μας. Και ενώ όλα ξεκίνησαν ιδανικά με τις μελιτώδεις εκκρίσεις των φύλλων, άλλωστε οι βροχές που είχαν προηγηθεί ήταν δώρο για τις βελανιδιές, ο καύσωνας του Ιουλίου το στέγνωσε με αποτέλεσμα να μειωθεί δραματικά το εισερχόμενο μέλι.

Τότε όμως και πάλι κάποιες βροχούλες βοήθησαν να αρχίσουν και πάλι οι μελιτοεκκρίσεις αυτή τη φορά από το βελανίδι και έτσι καταφέραμε να τρυγήσουμε. Το μέλι που παράγεται από τη βελανιδιά είναι σκούρο σκοτεινό, σχεδόν μαύρο και αρκετά παχύρρευστο ενώ έχει απαλή και διακριτική γεύση. Θεωρείται από τα θρεπτικότερα μέλια, μάλιστα το ΑΠΘ το έχει κατατάξει ως το ισχυρότερο μέλι σε αντιοξειδωτική δράση ανάμεσα σε 48 ποικιλίες παγκοσμίως. Είναι πολύ πλούσιο σε ιχνοστοιχεία, περιέχει σε μεγάλες ποσότητες κάλλιο, μαγνήσιο, φώσφορο, σίδηρο και νάτριο ενώ τα ένζυμα που περιέχει, ενισχύουν το μεταβολισμό και τις λειτουργίες των ζωτικών οργάνων.

Μπορείτε να το προμηθευτείτε απευθείας από εμάς, εδώ.

Στις βελανιδιές του ορεινού Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας

Έπειτα από την αποτυχία στον έλατο έπρεπε να μετακινηθούμε άμεσα σε χαμηλότερο υψόμετρο και τις βελανιδιές, ώστε να καταφέρουμε επιτέλους έναν καλό τρύγο. Τα μελίσσια δεν είχαν προετοιμαστεί για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς και μάλιστα μετά από έναν περίπου μήνα στα έλατα, με λιγοστές γύρες και αρκετό κρύο, δημιουργούσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον θα μπορούσαν να αντέξουν σε ένα δάσος όπου η έλλειψη γύρης θα ήταν εξίσου εμφανής.

Κάναμε συνολικά δύο δύσκολα ολονύχτια δρομολόγια από την ορεινή Άρτα και τα Τζουμέρκα στα Όρη του Βάλτου στην Αιτωλοακαρνανία και το βελανιδόδασος στα Ρέθα. Η βελανιδιά είχε ήδη αρχίσει να δίνει μελίτωμα από τα φύλλα όταν φτάσαμε, τις τελευταίες μέρες του Ιούνη. Λίγες μέρες αργότερα όμως, η φύση άρχισε και πάλι να παίζει μαζί μας. Ενώ επί έναν μήνα στα έλατα έβρεχε συνεχώς, μην επιτρέποντας στις μέλισσες να συλλέξουν, μόλις πατήσαμε το πόδι μας στη βελανιδιά έπιασε ένας απ’ τους μεγαλύτερους καύσωνες των τελευταίων ετών…

Και ενώ ο βροχερός καιρός του Ιουνίου μπορεί να μην άφησε το έλατο να δουλέψει, έφτιαχνε ένα ιδανικό σκηνικό για τη μελιτοφορία της βελανιδιάς που ακολουθούσε. Τα δέντρα γεμάτα χυμούς ξεκίνησαν να «στάζουν», όμως ο καύσωνας που ακολούθησε στέγνωσε το μελίτωμα, με αποτέλεσμα το μέλι που εισέρχονταν στην κυψέλη να μειώνεται καθημερινά.

Η βελανιδιά όμως θέλει υπομονή, γιατί μια βροχή μπορεί να αλλάξει άρδην την κατάσταση και να αρχίσει και πάλι να δίνει άφθονο μελίτωμα. Επίσης προς το τέλος του Ιουλίου ξεκινάει το δεύτερο «βάρεμα» καθώς αρχίζουν οι μελιτοεκκρίσεις από το βελανίδι. Το μέλι που προκύπτει τότε είναι πιο σκούρο και αρκετά παχύρρευστο. Ελπίζουμε τα μελίσσια να αντέξουν και να καταφέρουν να μας δώσουν έναν καλό τρύγο.

Στα ορεινά καστανοδάση της Ηπείρου

Λένε πως οι βασίλισσες που γεννιούνται κατά την ανθοφορία της καστανιάς είναι απ’ τις παραγωγικότερες, ενώ και οι παραφυάδες που θα εκμεταλλευτούν την σπουδαία γύρη της θα αναπτυχθούν ταχύτατα.

Με βάση αυτά λοιπόν αποφασίσαμε να μεταφέρουμε τις παραφυάδες που είχαμε δημιουργήσει κατά τον προηγούμενο μήνα, ώστε να τους δώσουμε την ευκαιρία να αναπτυχθούν πριν το φθινόπωρο. Αυτό δεν το είχαμε πράξει πέρσι και οι παραφυάδες μας είχαν παραμείνει στάσιμες μέχρι την ανθοφορία της ερείκης, τον Οκτώβριο, οπότε και ανέπτυξαν πληθυσμούς ίσα ίσα για να ξεχειμωνιάσουν.

Ταυτόχρονα είχαμε αποφασίσει να δημιουργήσουμε μερικές βασίλισσες στην καστανιά για να δούμε και στην πράξη πόσο καλές είναι. Όλες οι βασίλισσες που είχαμε φτιάξει μέχρι τώρα φέτος ήταν κατά την ανθοφορία της πορτοκαλιάς και θέλαμε να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης. Μάλιστα βασιζόμενοι στις σημειώσεις του μεγάλου δάσκαλου βασιλοτροφίας Roger A. Morse είχαμε σκοπό να αντικαταστήσουμε μέχρι το τέλος Ιουλίου όλες τις βασίλισσες των παραγωγικών μελισσιών, όταν αυτά θα γυρνούσαν απ’ τα έλατα, αλλά λίγο η κακή απόδοση της ελάτης που μας ανάγκασε να μεταφέρουμε τα μελίσσια στις βελανιδιές (όπου θα καθυστερούσαν) και λίγο ο καύσωνας που οδήγησε τις μέλισσες να πετάξουν έξω τους κηφήνες, μας έκαναν να το ξανασκεφτούμε.

Στα ορεινά της Πίνδου, στις πλαγιές του όρους Ξηροβούνι, από τα 400 έως τα 600 μέτρα υψόμετρο συναντά κανείς πυκνά καστανοδάση τα οποία καλλιεργούν οι ντόπιοι. Άλλωστε αυτά τα δέντρα ευδοκιμούν σ’ αυτό το υψόμετρο καθώς είναι πιο αποδοτικά. Αποδίδουν 30 με 50 κιλά κάστανα τον χρόνο και μπορούν να ξεπεράσουν τους 2 αιώνες ζωής. Το μέλι της καστανιάς είναι σκούρο, συχνά κοκκινωπό και πολύ θρεπτικό λόγω της πολύ υψηλής περιεκτικότητας σε γυρεόκοκκους. Από τις άγριες καστανιές προκύπτει ένα μέλι με μια ελαφρώς πικρή επίγευση, πράγμα που δεν συμβαίνει όμως στις ήμερες.

Το σημαντικότερο όμως δώρο της καστανιάς είναι η γύρη της. Πράγματι με το που βρέθηκαν εκεί οι μέλισσες, οι κηρήθρες άρχισαν να μπλοκάρουν με γύρη, πράγμα που μας χαροποίησε αρκετά, καθώς αυτή θα καταναλωθεί απ’ το σμήνος και αργότερα, κρατώντας το δυνατό για μεγάλο διάστημα. Για πολλούς μελισσοκόμους το «πέρασμα» απ’ την καστανιά επιβάλλεται, αν σκοπεύουν να μεταφέρουν τα μελίσσια τους τον Σεπτέμβριο στο πεύκο, όπου η γύρη είναι δυσεύρετη.

Το τοπίο είναι εντυπωσιακό, με τον Άραχθο πάντα στο φόντο και είναι μεγάλη χαρά και τύχη να εργάζεσαι εδώ. Είναι αδύνατον να μην αναπτυχθούν τα μελίσσια σ’ αυτό το περιβάλλον.

Στράτος Σαραντουλάκης

Στα έλατα!

Οι μέρες περνούσαν και εμείς περιμέναμε με ένα τηλέφωνο στο χέρι τα νέα απ’ τον έλατο. Μελίσσια δείκτες είχαν τοποθετηθεί σε διάφορες περιοχές της ορεινής Πίνδου και έστελναν δεδομένα σχετικά με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν εκεί αλλά και του βάρους τους. Αν ένα μελίσσι παρουσίαζε σημαντική αύξηση βάρους για συνεχόμενες ημέρες σήμαινε ότι η μελιτοφορία της ελάτης είχε ξεκινήσει. Οι μέλισσες έφερναν μέλι.

Ο έλατος είναι ένα πολύ σημαντικό μέλι. Κι αυτό γιατί εκτός απ’ το ότι είναι ένα απ’ τα ποιοτικότερα και πιο φίνα Ελληνικά μέλια, όταν πάει καλά δίνει πολύ μεγάλες ποσότητες. Τόσες ώστε να σου εξασφαλίσει το μέλι της χρονιάς σου και να μην χρειαστεί να αναζητήσεις άλλες νομές, τουλάχιστον μέχρι αυτές του φθινοπώρου. Έτσι είσαι ελεύθερος να ασχοληθείς σχεδόν αποκλειστικά με την πώληση. Όμως τα τελευταία χρόνια δεν πάει καλά κι αυτό μας έχει αναγκάσει να κάνουμε μέχρι και 2000 χλμ πήγαινε-έλα για άλλες ανθοφορίες-μελιτοφορίες ώστε να γεμίσουμε τα βαρέλια μας.

Επίσης ο έλατος έχει κάποιες ιδιαιτερότητες. Πρέπει να είσαι σίγουρος ότι δίνει μελίτωμα για να πας τα μελίσσια σου, καθώς το μεγάλο υψόμετρο και το κρύο δεν σου δίνουν τη δυνατότητα να μείνεις καιρό. Οι πληθυσμοί στα μελίσσια πέφτουν και η νόσος των δασών προσβάλει τις μέλισσες. Εκ των πραγμάτων βέβαια ποτέ όμως δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για την πορεία του έλατου, μιας και ο καιρός ακόμα αυτήν την εποχή είναι αρκετά άστατος και απρόβλεπτος στα ορεινά.

Η αλήθεια όμως είναι ότι όλες οι ενδείξεις ήταν μαζί μας. Ένας βαρύς χειμώνας με αρκετό χιόνι, που κράτησε μέχρι αργά, ευνοεί ιδιαίτερα το έλατο και όταν τα πρώτα θετικά μηνύματα άρχισαν να καταφτάνουν φορτώσαμε τα μελίσσια και ξεκινήσαμε για την Ελάτη Άρτας. Η Ελάτη είναι πανέμορφο χωριό μέσα σε ένα ελβετικό τοπίο, κοντά στα 750-800 μέτρα στο όρος Κοκκινόλακος σε μια, όπως την ονομάζουν «παραφυάδα» των Τζουμέρκων.

Η ώρα πρέπει να κόντευε 2 τα ξημερώματα όταν φτάναμε μετά από πολλές δυσκολίες με το φορτηγό. Η κίνηση στο βουνό απ’ τους μελισσοκόμους δεν περιγράφεται. Κάθε 100 μέτρα και ένα φορτηγό που ξεφόρτωνε. Άνθρωποι με φακούς κεφαλής να κουβαλάνε εδώ και εκεί στη μέση του πουθενά. Σαν ένα πανηγύρι που γίνεται κάθε χρόνο. Η κάκιστη περσινή χρονιά, οι ευνοϊκές, έως εκείνη τη στιγμή, συνθήκες και η ζήτηση του κόσμου για το συγκεκριμένο μέλι είχε δημιουργήσει μια παράκρουση στο μελισσοκομικό κόσμο.

Έπειτα όμως από 2-3 μέρες άρχισαν οι βροχές, οι οποίες μάλιστα κάνουν μεγάλη ζημιά, με αποκορύφωμα το χαλάζι της 11της Ιουνίου. Ευτυχώς στην περιοχή υπήρχαν και λίγες καστανιές, λαδανιές που σ’ αυτό το υψόμετρο κρατούσαν ακόμα αλλά και αυγουστόχορτα, για να τροφοδοτούν με λίγη γύρη. Ο χρόνος που έχει απομείνει πλέον δεν είναι πολύς, αλλά ελπίζουμε μέχρι τέλος να συλλέξουμε λίγο απ’ αυτό το πολύτιμο μέλι!