Ανθυλλίς η ερμάνειος (αλογοθύμαρο, σουρούπα)

Στους πρόποδες της Πίνδου, στα πετρώδη εδάφη των γκρεμών, συναντά κανείς την περίοδο του Μαΐου – Ιουνίου έναν χαμηλό θάμνο με έντονα κίτρινα άνθη που λατρεύουν οι μέλισσες. Το φυτό Anthyllis hermanniae γνωστό και ως αλογοθύμαρο, σουρούπα, σμυρνιά, καλοκαιρινό ρείκι, αγριοφρυγανιά, κοκκωνόχορτο κ.α. είναι κοινό σε όλη την Ελλάδα, σε άγονους ημιορεινούς αλλά και πεδινούς τόπους.

Θα το συναντήσει κανείς στους πρόποδες των βουνών κοντά στα ρείκια αλλά και στις πλαγιές των νησιών πλάι στα θυμάρια. Είναι ένα είδος που βόσκεται από φυτοφάγα ζώα, αρκετά ανθεκτικό στις καιρικές συνθήκες. Το ύψος του φτάνει το ένα μέτρο και αν προηγηθούν βροχές η ανθοφορία του είναι έντονη και μπορεί να φτάσει και τον ένα μήνα.

Θεωρείται σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό καθώς δίνει άφθονο και εκλεκτό νέκταρ απ’ το οποίο προκύπτει ένα ανοιχτόχρωμο κίτρινο μέλι με υπέροχο άρωμα. Δίνει και γύρη χρώματος μπεζ βοηθώντας τα μελίσσια να αναπτυχθούν πριν τη μελιτοφορία της ελάτης και του θυμαριού. Προκαλεί την τάση στις μέλισσες να χτίσουν νέες κηρήθρες, οι οποίες μάλιστα αποκτούν ένα έντονο κίτρινο χρώμα. Τα άνθη του προσελκύουν και άλλα έντομα όπως βομβίνους και πεταλούδες.

Μετά την ανθοφορία γίνεται ξυλώδες με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά ανθεκτικό στο ξηροθερμικό κλίμα του καλοκαιριού αλλά και στους ανέμους.

Ο Αρκουδόβατος

Το φθινόπωρο είχε μπει για τα καλά και εμείς ανεβαίναμε στα μελίσσια για την πρώτη επιθεώρηση στα ρείκια, όταν στη διαδρομή αντιληφθήκαμε ένα μεθυστικό, δυνατό άρωμα να αναδύεται απ’ το δάσος. Αυτά τα πράγματα δεν είναι τα αφήνεις έτσι. Το φορτηγό, κόντευε τα 25 πια και πάσχιζε στην ανηφόρα. Όταν σταθμεύσαμε στην άκρη του μικρού αλλά ολάνθιστου απ’ τις ακονιζιές δρόμου, έσβησε βγάζοντας έναν ήχο ανακούφισης.

ar1

Κοντοσταθήκαμε όπως πάντα για λίγο να θαυμάσουμε τη λίμνη του Πουρναρίου, αλλά αυτή η υπέροχη μυρωδιά μας προκαλούσε να την ανακαλύψουμε. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ακούγονταν οι μέλισσες να δουλεύουν. Καθώς ψάχναμε το βουητό μεγάλωνε ώσπου αντικρίσαμε αυτό το αναρριχώμενο φυτό, που δείχνει τόσο επεκτατικό που φαντάζομαι ότι οι ντόπιοι θα το μισούν. Το άρωμά του ήταν πράγματι εντυπωσιακό από κοντά, ενώ οι μέλισσες εργάζονταν εντατικά στα μικρά του άνθη.

ar2

Τα φύλλα του είναι χαρακτηριστικά δερματώδη, σε σχήμα καρδιάς και τα λευκά ρόδινα άνθη του πολύ μικρά. Αναρριχάται και πιάνεται με έλικες που έχει κάτω απ’ τους μίσχους και πλέκεται τόσο πυκνά που μπορεί να σκοτώσει και δέντρο. Είναι γεμάτο με αγκάθια και έτσι το να απαλλαγείς από το φυτό είναι ένα δύσκολο εγχείρημα. Ακριβώς αυτό όμως το κάνει ιδανικό καταφύγιο για μικρόσωμα ζώα που θέλουν να προστατευτούν από θηρευτές.

ar4

Ανθίζει, ανάλογα το υψόμετρο, από τα μέσα Αυγούστου ως και τα μέσα Νοεμβρίου και δίνει κυρίως γύρη αλλά και νέκταρ. Θα το συναντήσει κανείς μέχρι και στα 1200 μέτρα. Η γύρη του είναι πάρα πολύ σημαντική. Αρκεί για να προετοιμάσει παραφυάδες για το ξεχειμώνιασμα αλλά και να ανασυγκροτήσει ταλαιπωρημένα μελίσσια στο πεύκο. Ο αρκουδόβατος (Smilax aspera) συνυπάρχει με άλλα φυτά στον υπόροφο των πευκοδασών όπου η γύρη είναι υψίστης σημασίας και δυσεύρετη.

ar3

Έχει κόκκινους καρπούς οι οποίοι είναι μια καλή πηγή τροφής για τα πουλιά και συχνά καρποφορεί την ίδια περίοδο με την ανθοφορία. Από τη ρίζα του φτιάχνεται η σαρσαπαρίλλα και άλλες μπίρες, καθώς και τα φυτικά ροφήματα, όπως το δημοφιλές baba roots από την Τζαμάικα.

Με στοιχεία από: pyrgostrifylias

Ακονιζιά. Ένα σπουδαίο μελισσοκομικό φυτό του φθινοπώρου

Μόλις μπει το φθινόπωρο οι άκρες των δρόμων κιτρινίζουν και ένα υπέροχο άρωμα αναβλύζει. Αιτία ένα φυτό που οι μελισσοκόμοι (και ίσως μόνο αυτοί) λατρεύουν και εκτιμούν ιδιαίτερα.

ako1Ακονιζιά στις πλαγιές γύρω από τη λίμνη Πουρναρίου.

Η ακονιζιά, γνωστή και ως αψηφιά, ψίλιθρο, κόνυζα, ψιλόχορτο, ψιλίστρα έχει την επιστημονική ονομασία Διτριχία η ιξώδης (Dittrichia viscosa) προς τιμήν του Γερμανού Βοτανολόγου Manfred Dittrich. Θεωρείται φυτό πολύ μεγάλης μελισσοκομικής σημασίας όχι τόσο για το μέλι του αλλά για την γύρη που δίνει στα μελίσσια από τον Αύγουστο μέχρι και τις αρχές Νοεμβρίου. Σε μια εποχή που η γύρη σπανίζει, η ακονιζιά βοηθά στην εκτροφή του γόνου και την ανανέωση του πληθυσμού των μελισσιών πριν το ξεχειμώνιασμα. Η ανθοφορία της παρουσιάζει μεγάλη σταθερότητα. Η ένταση της επισκεψιμότητας των ανθέων είναι μέτρια προς μεγάλη, δίνει άφθονη γύρη χρώματος κιτρινο-πορτοκαλί και λίγο μέλι το οποίο έχει υποκίτρινο χρώμα.

ako2Μέλισσα συλλέγει σε άνθος ακονιζιάς στην Πίνδο.

Επίσης λέγεται ότι δρα στην καταπολέμηση της βαρρόα. Παλαιότερα μάλιστα την βάζανε στις φωλιές των κλωσσών για να μην πιάνουν ψείρες. Αιτία η ισχυρή μυρωδιά καμφοράς που έχει. Πολλοί μελισσοκόμοι την τοποθετούν χλωρή πάνω στους κηρηθροφορείς η βάζουν μικρά κλαράκια στην είσοδο της κυψέλης ώστε καθώς εισέρχονται οι μέλισσες να τρίβονται και να καθαρίζονται. Αφού ξεραθεί το καίνε στο καπνιστήρι. Μπορεί να περιορίζει τη βαρρόα με βιολογικό τρόπο σε ποσοστό 10-15%.

7Ένας τυπικός ορεινός δρόμος το φθινόπωρο. Ακονιζιές στις άκρες και ρείκια από πάνω.

Η ακονιζιά είναι ιθαγενές φυτό που απαντάται στην ευρύτερη Μεσόγειο σε ξηρές όχθες ποταμών ,σε εγκαταλελειμμένα αγροτεμάχια, στις άκρες των δρόμων μέχρι και 1500 μέτρα υψόμετρο. Την συναντάς ακόμα και στα πιο άγονα και ξηρά εδάφη. Προτιμά γυμνά εδάφη και άκρες δρόμων. Είναι πολυετής πόα  με πράσινα κολλώδη φύλλα και κίτρινες ταξιανθίες, φθάνει τα 60-100εκ ύψος. Είναι πολύ ανθεκτικό φυτό σε ακραίες κλιματικές συνθήκες. Αντέχει στον παγετό (-30° C), στην ξηρασία και στον ήλιο. Παρά το φρέσκο πράσινο χρώμα των φύλλων της και το ελκυστικό των λουλουδιών της, η ακονιζιά ‘’κολλάει’’ στα χέρια εάν την πιάσεις  και μυρίζει πολύ έντονα.

ako3Μέλισσα συλλέγει γύρη ακονιζιάς.

Τον χειμώνα το πάνω μέρος του φυτού «οι μίσχοι» ξηραίνονται. Πολλαπλασιάζετε με σπόρους που παρασύρονται από τον αέρα και δεν προσβάλλετε από ασθένειες. Προσφέρει τροφή σε πλήθος εντόμων και πουλιών. Σε πολλές Αραβικές χώρες την καλλιεργούν ενώ έχει μελετηθεί για το πλήθος των φαρμακευτικών ιδιοτήτων που παρουσιάζει. Χαρακτηρίζεται από υψηλή βιολογική δραστηριότητα όσον αφορά τους μύκητες και τα βακτήρια. Στο Ισραήλ παρασκευάζεται με συμπίεση των φύλλων της, ειδικό βάμμα, που αντικαθιστά το ιώδιο.
πηγές: beeclubpellas

Ζίννια, ένα σπουδαίο καλλωπιστικό φυτό για όλους τους επικονιαστές.

Οι ζίννιες (Zinnia elegans) είναι ετήσια ποώδη καλλωπιστικά φυτά, που ανθίζουν από το Μάιο μέχρι τα μέσα του φθινοπώρου. Η καταγωγή του φυτού είναι από την Κεντρική Αμερική και πιο συγκεκριμένα από το Μεξικό.

img1

Οι ζίννιες είναι φυτά υψηλής καλλωπιστικής αξίας καθώς φυτεύοντας τα, κυρίως ομαδικά, δημιουργούν όμορφες χρωματικές συνθέσεις στον κήπο, με βασική όμως προϋπόθεση να βρίσκονται στο κατάλληλο σημείο και να δέχονται τις σωστές φροντίδες. Παρουσιάζουν εξαιρετική αντοχή στις υψηλές θερμοκρασίες, αλλά δεν αντιδρούν καλά στην ξηρασία. Γενικά, επιθυμούν τα ηλιόλουστα σημεία και είναι ευαίσθητα στις χαμηλές θερμοκρασίες και στους ανέμους.

Τα άνθη της ζίννιας προσελκύουν πάρα πολλές πεταλούδες αλλά και μέλισσες. Τα φωτεινά χρώματα τους, τους τραβούν την προσοχή. Παρέχουν γύρη και νέκταρ. Ο εντομολόγος Chip Taylor από το Πανεπιστήμιο του Κάνσας προτείνει τη φύτευση ζίννιας στους κήπους για να δημιουργήσουμε “σταθμούς τροφής” κατά μήκος της διαδρομής μετανάστευσης των πεταλούδων. Σε αυτούς τους “σταθμούς” οι πεταλούδες μπορούν να πάρουν το νέκταρ που χρειάζονται για το μακρύ ταξίδι τους.

img2

Η μεγάλη διάρκεια άνθησης, η πλούσια ανθοφορία και ο μεγάλος αριθμός ποικιλιών που έχουν δημιουργηθεί καθιστά το φυτό αυτό ιδανικό για παρτέρια, ζαρντινιέρες και ανθώνες φυτεμένα μόνα τους ή σε συνδυασμό με άλλα ποώδη. Τα οφέλη για τον κήπο σας δεν θα είναι μόνο καλλωπιστικά… Θα εντυπωσιαστείτε από τα είδη των πεταλούδων που θα δείτε να προσελκύουν!

Θυμάρι. Ο βασιλιάς του μελιού!

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το θυμάρι είναι το σπουδαιότερο μελισσοκομικό φυτό της Ελλάδας. Η Ελλάδα θεωρείται προνομιούχος χώρα στη μελισσοκομία και αυτό το οφείλει αποκλειστικά στο Θυμάρι. Όλες οι άλλες ποιότητες που παράγονται στην Ελλάδα δεν διαφέρουν ιδιαίτερα απ’ αυτές στα υπόλοιπα μέρη του κόσμου ενώ μάλλον υστερούν σε πολλές από αυτές (Μελισσοκομία Ν. Νικολαΐδη 1947).

thum1

Το θυμάρι ή θύμιο (Θύμος ο κοινός, λατ. Thymus vulgaris) είναι ένας θάμνος μικρού ύψους (έως 30 εκατοστά), με όρθιους βλαστούς, εξαιρετικά ανθεκτικός που αναδύει ένα πολύ ευχάριστο άρωμα. Είναι φυτό πολυετές που αντέχει στην ξηρασία και φυτρώνει σε άγονα και πετρώδη εδάφη. Η ανθοφορία του θυμαριού που διαχωρίζεται σε όψιμα και πρώιμα, αρχίζει στα μεν πρώιμα (παραθαλάσσια μέρη) στα τέλη Μαΐου και στα δε όψιμα (ορεινά) κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο Ιουνίου με αρχές Ιουλίου και διαρκεί 1 μήνα με 40 ημέρες ανάλογα με την εποχή.

P1100123

Στην Ελλάδα υπάρχουν 23 αυτοφυή είδη θυμαριού και τα πιο σημαντικά από αυτά είναι:

1. Αγριοθυμάρι. Θύμος ο κεφαλωτός Thymus capitatus (Μικρός θάμνος με βλαστούς ξυλώδεις ξαπλωμένους. Βρίσκεται σε πολλές βραχώδεις, ορεινές, ξηρές περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας.)
2. Χαμοθρούμπι. Θύμος ο γραπτός Τhymus striatus. (Πολύ κοινό σε διάφορες πεδινές περιοχές και λιβάδια της Μακεδονίας και της Θράκης.)
3. Σμάρι.Θύμος η Ζυγίς ή Θύμος ο αττικός Thymus atticus (Βρίσκεται σε διάφορες βραχώδεις περιοχές της Αττικής, της Αχαΐας, Κορινθίας και Ολύμπου.)

P1100039

Ετυμολογικά το θυμάρι ή θύμος όπως το ονόμαζαν οι αρχαίοι, προέρχεται από την λέξη θύω, η οποία αρχικά είχε την σημασία του «βγάζω καπνούς» και αργότερα του «θυσιάζω». Από την ίδια ρίζα προέρχονται και οι λέξεις θυμίαμα και θυμιατίζω. Το θυμάρι περιέχει αιθέριο έλαιο που το κυριότερο συστατικό του είναι η θυμόλη (ποσοστά άνω του 25%) Η θυμόλη έχει αντισηπτική δράση και υπήρξε φυσικός προκάτοχος των σύγχρονων αντιβιοτικών.  Η θυμόλη έχει εφαρμογές και στη μελισσοκομία, αφού μπορεί κανείς να καταπολεμήσει με αυτή βιολογικά το μεγαλύτερο εχθρό της μέλισσας στην Ελλάδα (μετά τον άνθρωπο) τη βαρρόα.

Θυμάρι βρίσκεται σε όλο το νότιο τμήμα της Στερεάς Ελλάδας, σε όλη την Πελοπόννησο, στα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, τα Ιόνια νησιά αλλά και στα ορεινά της Πίνδου. Εντούτοις οι ποιότητες του θυμαρίσιου μελιού που παράγονται διαφέρουν μεταξύ τους. Αυτό οφείλεται εν μέρη στην διαφορετική σύσταση του εδάφους αλλά κυρίως στην ταυτόχρονη ύπαρξη και άλλων ανθοφοριών, εξαιτίας των οποίων επέρχεται μια φυσική ανάμειξη μελιού από τις ίδιες τις μέλισσες μέσα στις κηρήθρες.

P1100098

Σύμφωνα με την τρέχουσα νομοθεσία, το θυμαρίσιο μέλι πρέπει να περιέχει περισσότερους από 18% γυρεόκοκκους θυμαριού σε σύνολο γυρεοκόκκων. Έτσι για να ονομαστεί ένα μέλι θυμαρίσιο πρέπει έχει περισσότερους από 18% γυρεόκοκκους θυμαριού. Αν έχει από 12% έως 18% το ονομάζουμε μέλι με θυμάρι και αν έχει λιγότερο θεωρείται ανθόμελο.

Το θυμαρίσιο μέλι είναι άριστης ποιότητας, με εξαιρετικό χαρακτηριστικό έντονο άρωμα και κρυσταλλώνει στους 6-18 μήνες, ανάλογα με την περιεκτικότητα σε θυμάρι, όσο περισσότερο τόσο καθυστερεί. Έχει πολύ χαμηλή υγρασία σε σχέση με άλλα ανθόμελα (πχ πορτοκαλιά, παλιούρι κτλ) είναι πιο παχύρρευστο με ανοιχτό κεχριμπαρένιο χρώμα (αυτό της Κρήτης είναι λίγο πιο σκούρο). Αποτελεί περίπου το 10% της παραγωγής του ελληνικού μελιού και είναι το ακριβότερο. Το μοναδικό αρνητικό που έχει το θυμαρίσιο μέλι είναι ότι σε πολύ υψηλές συγκεντρώσεις γυρεόκοκκων που ξεπερνούν το 90% λόγω της μεγάλης περιεκτικότητας σε φρουκτόζη, αφήνει μια αίσθηση καψίματος στο στόμα.

P1100012

Για κάποιες περιοχές της Ελλάδας αποτελεί και τον μοναδικό τρύγο άρα και στόχο για τους μελισσοκόμους. Για παράδειγμα στα Κύθηρα ή στη γενέτειρά μου στα Φαλάσαρνα Χανίων, όλη η προετοιμασία της χρονιάς γίνεται για το θυμάρι. Σε αυτές τις περιοχές όπου δεν υπάρχουν άλλα φυτά για να γίνει πρόσμιξη στο νέκταρ, η περιεκτικότητα είναι πάρα πολύ υψηλή, το μέλι έχει μια ελαφρώς καυστική γεύση αλλά και πολύ πιο έντονο άρωμα. Την εποχή της πλήρης άνθισης μπορείς να αντιληφθείς το άρωμα του μελιού έξω απ’ την κυψέλη!

P1100038

Το πιο φημισμένο θυμαρίσιο μέλι και ίσως το ακριβότερο το βρίσκει κανείς στα Κύθηρα. Στην Κρήτη όμως και συγκεκριμένα στα Σφακιά θα συναντήσετε, το καλύτερο μέλι που έχω δοκιμάσει προσωπικά και είναι το λεγόμενο πευκοθύμαρο του Ομαλού. Παρ’ όλα αυτά όμως η περιοχή που έκανε το θυμάρι παγκοσμίως γνωστό είναι αναμφίβολα ο Υμηττός. Εδώ στην Ήπειρο παράγεται ένα εξαιρετικό μέλι στα ορεινά (στα 1000μ υψόμετρο) από θυμάρι, θρούμπι και ρίγανη το οποίο είναι απίστευτα αρωματικό.

P1090994

Το θυμαρίσιο μέλι είναι ένα προϊόν δύσκολο να παραχθεί, όχι τόσο γιατί τα μελίσσια θέλουν κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία πριν αλλά γιατί όσο ανθεκτικό είναι το θυμάρι ως φυτό, τόσο ευαίσθητο είναι το άνθος του. Το θυμάρι για να αποδώσει νέκταρ χρειάζεται μερικές βροχές κατά τον Απρίλιο ή και κατά το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαΐου, δηλαδή πριν ανθίσει. Η βροχή κατά τη διάρκεια της ανθοφορίας του, συνήθως σταματά τη νεκταροέκκριση για μερικές μέρες και κυρίως αν ακολουθήσει ψυχρός καιρός. Κάποιες φορές η βροχή το κάνει πιο υγρό, άρα όχι και τόσο ελκυστικό για τις μέλισσες. Οι ιδανικές συνθήκες είναι θερμοκρασία 25 με 32° C, δροσερές νύχτες και ζεστές ημέρες με νότιους υγρούς άνεμους. Οι ξηροί, ψυχροί ή ορμητικοί άνεμοι το καταστρέφουν.

P1100124

Επίσης ο ΝΔ άνεμος (λίβας) είναι ο φόβος και ο τρόμος των μελισσοκόμων καθώς αν επικρατήσει έστω και για 1 ημέρα, κατά την ανθοφορία του, σταματά οριστικά τη νεκταροέκκριση. Δυστυχώς αυτός ο καταστρεπτικός άνεμος είναι σύνηθες φαινόμενο την εποχή πλήρης άνθησης και γι αυτό η σοδειά είναι ασφαλέστερη στις πρώιμες τοποθεσίες. Για να δώσει έντονο άρωμα το θυμάρι θέλει θαλασσινή αύρα και ξηροθερμικό κλίμα. Όταν οι συνθήκες είναι ιδανικές οι μέλισσες θα συλλέξουν ικανοποιητικές ποσότητες. Δεν θα γίνουν ποτέ οι τρύγοι που θα γίνουν στο πεύκο ή στο έλατο αλλά το θυμαρίσιο μέλι είναι εμπορικότερο και ακριβότερο.

P1100084

Στα θυμάρια πηγαίνουν τα δυνατά μελίσσια. Εάν τα μελίσσια είναι μέτριας δυναμικότητας δεν προλαβαίνουν στο μικρό διάστημα της ανθοφορίας και να αναπτυχθούν και να παράξουν. Το φυτό δίνει μεν γύρη, χρώματος κρεμ, αλλά σε μικρές ποσότητες. Το θυμάρι είναι φυτό για τρύγο και όχι φυτό ανάπτυξης μελισσοσμηνών. Γι αυτό και οι μελισσοκόμοι πριν την ανθοφορία κάνουν όλες τις απαραίτητες ενέργειες, ούτως ώστε τα μελίσσια τους, να έχουν τον μεγαλύτερο αριθμό πληθυσμού.

Το θυμαρίσιο μέλι είναι περιζήτητο και απ’ τις μεγάλες εταιρείες τυποποίησης μελιού, καθώς αν αναμειχθεί με άλλους τύπους μελιών (ακόμα και σε μικρές ποσότητες), επηρεάζει καθοριστικά το άρωμά τους. Βέβαια καλό είναι να μένετε μακριά από τέτοια μέλια (χαρμάνια) γιατί είναι επεξεργασμένα (βρασμένα) και έχουν χάσει κάθε θρεπτική αξία.

πηγές: wikipedia, Μελισσοκομία Ν. Νικολαίδη, lexigram, bees.gr

Στάχυς ο γερμανικός

Γένος φυτών της οικογένειας των χειλανθών, της τάξης των σωληνανθών είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Είναι πολυετές φυτό, γνωστό και ως αγριοασφάκα, αγριοφασκομηλιά και γαϊδουροθύμαρο ενώ φέρει τη λατινική ονομασία Stachys germanica L. Το συνάντησα στο μελισσοκομείο, στις πλαγιές του όρους Ξηροβούνι στην Πίνδο και σε υψόμετρο 200 μέτρων.

st1

Ο στάχυς ο γερμανικός φυτρώνει σε ασβεστούχες ορεινές περιοχές (ξεκινάει από τα 200 και φτάνει έως τα 2000 μέτρα) και όταν τριφτεί με το χέρι βγάζει μία δυσάρεστη δυνατή μυρωδιά. Το είδος stachys affinis καλλιεργείται στη γαλλική κωμόπολη Κροζν ως λαχανικό, για τις θρεπτικές κονδυλώδεις ρίζες του, ενώ θεωρείται φαρμακευτικό και μελισσοτροφικό.

st2

Τα φύλλα του είναι επιμήκη ή λογχοειδή, λευκοπράσινα με βελούδινο τρίχωμα. Τα άνθη είναι ρόδινα και σχηματίζουν ταξιανθία σε βότρυ. Τα κατώτερα φέρουν μίσχο ενώ τα ανώτερα όχι.

st3

Η στεφάνη είναι ροδοπόρφυρη με πυκνό χνούδι εξωτερικά σχεδόν διπλάσια του κάλυκα. Ανθίζει Μάιο με Σεπτέμβριο.

st4

Τρέφει πολλά έντομα (αγριομέλισσες, βομβίνους κτλ). Δίνει νέκταρ αλλά και λίγη γύρη χρώματος κρεμ. Παρατήρησα ότι έλκει περισσότερο άγριες μέλισσες, παρά μελιτοφόρες. Δεν ξέρω αν οι τελευταίες δυσκολεύονται και πόσο στο να πάρουν το νέκταρ.

st5

Θα το συναντήσει κανείς στα ορεινά, σε ξέφωτα δασών, λιβάδια και πλαγιές βουνών.

πηγές από: Ελληνική Φύση – Βοτανολογία, αγριολούλουδα του Ολύμπου

Βατομουριά. Ένα ταπεινό και παρεξηγημένο μελισσοκομικό φυτό

Είναι γνωστή επίσης και ως Βάτος ή βατσινιά. Είναι αυτό το γνωστό φυτό απ’ το οποίο όλοι προσπαθούν να απαλλαχθούν… Δημιουργεί θαμνοφράχτες κυρίως ανάμεσα στις καλλιέργειες, σε δάση ή μέσα σε ρυάκια. Έχει πριονωτά φύλλα και πολλά αγκάθια ενώ πιάνει πολύ εύκολα σχεδόν παντού.

Vat1

Τα φύλλα της βατομουριάς χρησιμοποιούνται σε έγχυμα κατά της δυσεντερίας, των διαρροιών και των εσωτερικών αιμορραγιών. Η ανθοφορία της ξεκινάει από το Μάιο και κρατάει όλο το καλοκαίρι. Τα άνθη της έχουν λευκό προς το ροζ χρώμα και είναι πολύ εντυπωσιακά.

Το συναντά κανείς σε όλη την Ελλάδα, σε ορεινές αλλά και σε πεδινές περιοχές. Από τους καρπούς της βατομουριάς, παράγονται ξίδι, κρασί και με απόσταξη ρακή.

Vat2

Δίνει νέκταρ αλλά σε μικρές ποσότητες, οι οποίες όμως είναι σημαντικές γιατί ανθίζει σε μία περίοδο που ελάχιστα μελισσοκομικά φυτά υπάρχουν.

Εκτός από νέκταρ δίνει και γύρη. Λόγω της περιόδου ανθοφορίας αλλά και του γεγονότος ότι είναι και γυρεογόνο και νεκταρογόνο φυτό, θεωρείται πολύ καλό μελισσοκομικό φυτό.

Vat3

Οι καρποί της, τα άγρια βατόμουρα, είναι βρώσιμοι και στην αρχή έχουν κόκκινο χρώμα και ξινή γεύση, αλλά όταν ωριμάσουν γίνονται μαύροι και αποκτούν ευχάριστη γεύση και άρωμα. Τα βατόμουρα έχουν εξαιρετικές θεραπευτικές ιδιότητες. Το εξωτερικό τους είναι αποτελεσματικό σε δερματοπάθειες και σε αποστήματα. Οι καρποί της βατομουριάς περιέχουν πολλές βιταμίνες, κυρίως Α, Β, C, μία ουσία που περιέχουν πολλά σιρόπια για την καταπολέμηση του πονόλαιμου και του βήχα και ένα πτητικό αιθέριο έλαιο. Χρησιμοποιείται επίσης ως φάρμακο κατά της φαρυγγίτιδας, της αναιμίας, της λαρυγγίτιδας, της διάρροιας, της ουλίτιδας και βοηθά στις λοιμώξεις του αναπνευστικού.