Ποταμός Αχέροντας: Τα νερά που γέννησαν τους μύθους

Κρυμμένος καλά στους μίτους του μύθου και στα κάθετα φαράγγια που τον αγκαλιάζουν, ο μεγάλος ποταμός της Βορειοδυτικής Ελλάδας λικνίζεται μαιανδρικά πριν καταλήξει στο Ιόνιο, συμβολίζοντας με τους θρύλους του τις ανεξέλεγκτες δυνάμεις της φύσης.

Ο Αχέροντας

Γιος της Γης, ο μυθικός ποταμός Αχέροντας έκανε το μοιραίο λάθος ενώ εξελισσόταν η Τιτανομαχία να προσφέρει νερό στους Τιτάνες για να σβήσουν τη δίψα τους. Ο Δίας έγινε έξαλλος. Μαύρισε τα νερά του και τον καταδίκασε να γίνει για πάντα το όριο μεταξύ του κόσμου των ζωντανών και των νεκρών. Εκεί που ο Αχέροντας συναντούσε τον ποταμό των δακρύων, Κωκυτό, τοποθέτησε η λαϊκή φαντασία την είσοδο του υποχθόνιου κόσμου. Στην πύλη του στεκόταν ο φοβερός Κέρβερος, αδελφός της Λερναίας Υδρας και γιος της Εχιδνας.

Αυτός είναι ο μύθος που χάνεται στους αιώνες. Η σημερινή αλήθεια είναι ότι ο υπέροχος, δυνατός Αχέροντας, είναι ένα ποτάμι με σπάνιες ομορφιές και μοναδικά οικοσυστήματα στο Δέλτα, στις πηγές και στις απότομες χαράδρες του, που πηγάζει από τα όρη του Σουλίου και διανύοντας με διαδοχικούς μαιανδρισμούς μια υδάτινη διαδρομή 64 χιλιομέτρων εκβάλλει στο Ιόνιο πέλαγος, στον κόλπο του Γλυκέα.

Κατάβαση με κανό στις Πύλες του Αδη.

Ψυχοπομπός Ερμής και Χάροντας
Η απολαυστική περιήγηση στον Αχέροντα δεν μπορεί παρά να ξεκινήσει με μια ιχνηλασία στα απομεινάρια του αρχαίου παρελθόντος. Σε ανασκαφές που άρχισαν το 1958 στον λόφο πάνω από τη συμβολή του ποταμού με τον Κωκυτό ανακαλύφθηκε το αρχαιότερο ελληνικό νεκρομαντείο…

Εδώ οι ζωντανοί έρχονταν σε επαφή με τους νεκρούς με διάφορες τελετουργίες και παρακάλια προς τους θεούς του Κάτω Κόσμου, αλλά και τους ίδιους τους νεκρούς. Νεκρομαντεία στον ελλαδικό χώρο κατά την αρχαιότητα υπήρχαν πολλά όπως του Ταίναρου, της Ερμιόνης, της Φιγαλείας, της Ιεράπολης στη Φρυγία και της Κύμης στην Κάτω Ιταλία. Απ’ όλα όμως το πιο αρχαίο, φημισμένο κι ονομαστό ήταν αυτό της Εφύρας στη γη της Θεσπρωτίας.

Το ταξίδι προς το αιώνιο σκοτάδι δεν ήταν απλό. Ο ψυχοπομπός Ερμής, ως θεός της πορείας ήταν αυτός που μετέφερε τις ψυχές των θνητών μέχρι τις πύλες του Αδη, στην αρχή του φαραγγιού του Γκορίλα κοντά στο χωριό Σεριζιανά. Για να διαπλεύσουν οι ψυχές το ποτάμι έπρεπε να προσφύγουν στις υπηρεσίες του θλιβερού περαματάρη Χάροντα. Πρώτη του φροντίδα είναι να λάβει τον οβολό που κάθε «επιβάτης» όφειλε να έχει στο στόμα του. Οσοι νεκροί δεν είχαν το κόμιστρο των πορθμείων καταδικάζονταν σε αιώνια περιπλάνηση στις τραχιές χαράδρες και στα σκιερά φαράγγια του Αχέροντα.

Ο βαρκάρης κατέβαινε βιαστικά το ποτάμι κουβαλώντας τις ψυχές για να τις παραδώσει με τη σειρά του στον Αδη. Στη μακριά διαδρομή του στη χώρα των Θεσπρωτών ο Αχέροντας εξαφανιζόταν εδώ κι εκεί μέσα σε βαθιές αβύσσους και ξανάβγαινε στην επιφάνεια, φτάνοντας κοντά στην αρχαία πόλη Εφύρα, που σχηματιζόταν η Αχερουσία λίμνη.

Η μικρή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στο ηρωικό Κούγκι.

Τα αρχαία δρώμενα του Νεκρομαντείου της Εφύρας
Ανηφόρισα τον λόφο στο χωριό Μεσοπόταμος και πέρασα την πύλη του Νεκρομαντείου. Από εδώ ψηλά αποκαλύπτεται το πανόραμα της μυθικής χώρας του Αδη που περιβάλλεται από βουνά και ράχες και διαρρέεται από τρία ποτάμια που σμίγουν κι ενωμένα χύνονται στον κόλπο του Γλυκέα.

Ο Αχέροντας, ο Κωκυτός και ο βουβός Πυριφλεγέθοντας που στα παρόχθια λιβάδια του, τα γεμάτα ασφόδελους, έκαναν βόλτες οι ψυχές των νεκρών (οι φερτές φωσφορικές ύλες που κατεβάζει έχουν σαν αποτέλεσμα να λαμπυρίζει μέσα στη νύχτα).

Είναι συγκλονιστικό πόσο οι αρχαίες παραδόσεις για τον Αχέροντα συγχωνεύτηκαν με τις μετέπειτα χριστιανικές. Σύμφωνα με παλιούς θρύλους στη σπηλιά του βουνού Γκορίλα κοντά στο σημερινό χωριό Γλυκή, όπου βρίσκονται και πολλές πηγές του ποταμού, ζούσε ένας δράκος που έκανε το νερό πικρό και θανατηφόρο (ο Αχέροντας ονομάζεται και Μαυροπόταμος).

Για να τον καλοπιάσουν οι γύρω κάτοικοι του πρόσφεραν κάθε χρόνο μια κόρη για να την καταβροχθίσει. Ο άνθρωπος που σύμφωνα με την παράδοση μπόρεσε και σκότωσε τον δράκο που μόλυνε τα νερά του ποταμού λεγόταν Αηδονάτος και ήταν επίσκοπος Ευροίας, ο μετέπειτα Αϊ-Δονάτος που η γιορτή του στις 30 Απριλίου πανηγυρίζεται και σήμερα με μεγαλοπρέπεια σε όλα τα χωριά που βρίσκονται κοντά στον Αχέροντα. Το νερό έγινε πάλι γλυκό και το χωριό που βρισκόταν στην έξοδο του φαραγγιού του Αχέροντα ονομάστηκε Γλυκή. Από το όνομα του Αϊ-Δονάτου η πόλη της Παραμυθιάς και τα περίχωρά της ονομάζονταν Αϊδονάτι. Καζάς Αηδονάτου γραφόταν η επαρχία στα τούρκικα κατάστιχα.

Το Νεκρομαντείο της Εφύρας είναι κτίσμα του 3ου προχριστιανικού αιώνα. Μέχρι και έναν σεληνιακό μήνα παρέμεναν οι χρηστηριαζόμενοι για να μυηθούν στην πολύπλοκη διαδικασία επαφής με τους αγαπημένους τους νεκρούς. Μια διαδικασία σκοτεινή και απόλυτα σιωπηλή.

Προτού εισέλθουν στην ιερή αίθουσα μασούσαν σπόρους, φύλλα και κουκιά που προκαλούσαν ζάλη και οπτασίες, στα πλαίσια της στέρησης των αισθήσεων που επέβαλε η όλη διαδικασία. Με τέτοια κουκιά και σπόρους βρέθηκαν γεμάτα πιθάρια στο Νεκρομαντείο. Για τον εξαγνισμό του ιερού χώρου θυμιάτιζαν με καιόμενο θειάφι. Ο χρηστηριαζόμενος περνούσε από το ιερό της Περσεφόνης, όπου άφηνε το τάμα του, εισερχόταν στον περίβολο και δια της μεγάλης δυτικής πύλης στον βόρειο διάδρομο. Εχανε πια το φως της ημέρας και προετοιμαζόμενος για την επαφή με τους νεκρούς υποβαλλόταν σε μυστηριακές τελετές. Ετρωγε ορισμένο φαγητό (χοιρινό, θαλασσινά, οστρακοειδή), πλενόταν, μασούσε ναρκωτικούς καρπούς και φέροντας μαζί του το αγγείο με τα άλφιτα (χοντροαλεσμένα δημητριακά) και δύο λιθάρια προχωρούσε για τον ανατολικό διάδρομο.

Αποτροπιαστικά σύμβολα και ιερές σπονδές
Προτού εισέλθει στον δεύτερο διάδρομο έριχνε δεξιά του τη μία πέτρα για να αφήσει το κακό πίσω του (αποτρόπαια λίθος) και έπλενε συμβολικά τα χέρια του σε πιθάρι με νερό που ήταν τοποθετημένο στην είσοδο (η πρακτική επιβιώνει μέχρι και τις μέρες μας, καθώς στην Ηπειρο εξακολουθούν μετά τις κηδείες να ρίχνουν νερό πίσω τους). Ο οδηγός-μαντολόγος ψιθύριζε ευχές και ιερά, ακατάληπτα λόγια επικαλώντας και προτρέποντας τους χθόνιους θεούς να επιτρέψουν την επικοινωνία του χρηστηριαζομένου με τα φαντάσματα των νεκρών. Στον ανατολικό διάδρομο που ακούγονταν τα μακάβρια γαβγίσματα του Κέρβερου ο χρηστηριαζόμενος προχωρούσε σε έναν μαιανδρικό λαβύρινθο που συμβόλιζε την περιπλάνηση των ψυχών στον Αδη και το αδιέξοδο της ανθρώπινης ζωής και από εκεί εισερχόταν στο κυρίως ιερό.

Μπαίνοντας έριχνε και τον δεύτερο αποτρόπαιο λίθο για να εξορκιστεί το κακό από πάνω του και έκανε σπονδές με μέλι, κρασί, γάλα και λάδι θέλοντας να εξευμενίσει τη ζήλια των νεκρών για τους ζωντανούς και τον Επάνω Κόσμο. Την ίδια στιγμή που οι ιερείς έκαιγαν δάφνες και λιβάνια ο χρηστηριαζόμενος αντίκριζε στο βάθος της ιερής αίθουσας τη σκιά του ειδώλου του νεκρού. Εδώ προκύπτει και το μεγάλο ερώτημα. Ηταν οι ιερείς μύστες και πνευματιστές που νόμιζαν ότι πράγματι έρχονταν σε επαφή με την άλλη πλευρά ή μήπως έστηναν μια καλοστημένη παράσταση θεάτρου σκιών εκμεταλλευόμενοι τη συγκίνηση και τις παραισθήσεις των χρηστηριαζομένων;

Ειδυλλιακή βαρκάδα κοντά στις εκβολές του Αχέροντα.

Οι πρωταγωνιστές του μύθου
Κάποιοι πιο επώνυμοι, πάντως, είχαν την ευκαιρία να πραγματοποιήσουν απευθείας επίσκεψη στον Κάτω Κόσμο. Ο μουσικός Ορφέας μην αντέχοντας τον χωρισμό της πολυαγαπημένης του Ευρυδίκης κατέβηκε στον Αδη και με τη λύρα του συγκίνησε τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη που του επέτρεψαν να την πάρει μαζί του με την προϋπόθεση να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να ανέβει στη γη.

Ο ανυπόμονος Ορφέας αθέτησε την υπόσχεση και η Ευρυδίκη εξαφανίστηκε. Από κοντά και τα πρωτοπαλίκαρα του αρχαίου κόσμου. Ο Ηρακλής και ο Θησέας.

Συγκλονιστική, ίσως η συγκλονιστικότερη απ’ όλες, είναι και η κάθοδος του Οδυσσέα στον Αδη ύστερα από τη συμβουλή της Κίρκης να συναντήσει εκεί τον νεκρό μάντη Τειρεσία για να μάθει τι ακόμα του επιφυλάσσει η μοίρα στο ταξίδι του για την Ιθάκη.

«Εμπα στο καράβι σου και ο βοριάς θα σε οδηγήσει στον Αχέροντα. Μη φοβηθείς. Εμπα μέσα στον ωκεανό του ποταμού δέσε το καράβι σου και πεζός τράβα για τον Αδη. Θα δεις δάσος από λεύκες και ιτιές. Είναι το δάσος στο βασίλειο της Περσεφόνης. Εκεί που ο Πυριφλεγέθοντας πέφτει στον Αχέροντα και σμίγουν με τον Κωκυτό υπάρχει βράχος, κομμάτι της Στύγας. Ανέβα ψηλά και κάνε σπονδές και θα δεις να πετάγονται μέσα από το Ερεβος μιλιούνια οι ψυχές των νεκρών μαζί με την ψυχή του Τειρεσία.»

Εφτασε ο Οδυσσέας, ακολουθώντας κατά γράμμα τις συμβουλές της Κίρκης και εξιλέωσε την Περσεφόνη με παρακάλια, θυσιάζοντας στους νεκρούς, χύνοντας κρασί και μέλι. Πετάχτηκαν από τη χαράδρα του βράχου μελίσσι οι ψυχές. Ο Οδυσσέας μιλάει με τον Τειρεσία, συναντιέται με τον Αγαμέμνονα που κλαίει σαν παιδί για τη δολοφονία του, συναντά τον Αχιλλέα που επιστρέφει απ’ το λιβάδι με τους ασφόδελους, γεμάτος χαρά που άκουσε καλά λόγια για τον γιο του, Νεοπτόλεμο.

Ένας παλιός, πέτρινος νερόμυλος στο μονοπάτι για το Σούλι.

Βλέπει ακόμα τον Τάνταλο να σκύβει σκασμένος από τη δίψα να πιει νερό κι εκείνο να χάνεται και τον Σίσυφο να παιδεύεται στο απέναντι βουνό να ανεβάσει το θεόρατο λιθάρι και μόλις το φτάνει στην κορυφή, να του κατρακυλάει. Τέλος, συναντά και συνομιλεί με τη μητέρα του, Αντίκλεια, που είχε αφήσει ζωντανή φεύγοντας από την Ιθάκη, στη λυρικότερη και συγκινητικότερη ίσως στιγμή της Οδύσσειας.

-«Την είδα και τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, η ψυχή μου λύπη»

-«Γιε μου πώς ήλθες ζωντανός στο ζοφερό σκοτάδι

δύσκολο είναι όσοι ζουν να δουν τον κόσμο τούτο…»

Ιστορικές επιδρομές και αρχαιολογικές ανασκαφές
Το 167 π.Χ. το Νεκρομαντείο δέχεται σφοδρή επίθεση από τους Ρωμαίους του Αιμίλιου Παύλου. Οι μάντεις και το προσωπικό του ιερού μανταλώνουν τις πόρτες και αντιστέκονται. Ο εχθρός βάζει σε ενέργεια τις πολιορκητικές μηχανές και οι τοίχοι σπάζουν. Ο,τι γλιτώνει από τους καταπέλτες παραδίδεται στην πυρά.

Κι όμως, το κάψιμο του Νεκρομαντείου από τους Ρωμαίους και το θάψιμο των ερειπίων του ίσως και να έσωσε το μοναδικό αυτό μνημείο της αρχαιότητας από την ολοκληρωτική καταστροφή. Οι γεροντότεροι στο Μεσοπόταμο θυμούνται ότι σαν παιδιά κατρακυλούσαν λιθάρια από τον λόφο ενώ θυμούνται και κάποιους Ιταλούς που το 1914 ανέβηκαν στον λόφο φόρτωσαν δεκαπέντε άλογα και αναχώρησαν ανενόχλητοι για την πατρίδα τους. Το 1958 ύστερα από τις επίμονες προσπάθειες του Σπύρου Μουσελίμη, επιμελητή αρχαιοτήτων, λογοτέχνη και ακούραστου ερευνητή της θεσπρωτικής γης αρχίζουν ανασκαφές στον λόφο του Αγιου Γιάννη του Πρόδρομου από τον Σωτήρη Δάκαρη (1916-1996), πανεπιστημιακό καθηγητή και πρύτανη του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων που συνεχίζονται μέχρι και το 1964, που αποκαλύπτεται ολόκληρος ο χώρος του Νεκρομαντείου, των διαδρόμων, του δωματίου και του περιβόλου.

Οι πλούσιοι βιότοποι του άγριου ποταμού
Το οδοιπορικό στον Αχέροντα θα ακολουθήσει πορεία ανάποδη από τη ροή του ποταμού και το πλωτό ταξίδι του Χάροντα. Με αφετηρία το χωριό Γλυκή θα επιχειρούσα την «Αχέροντος ανάβαση» στις Πύλες του Αδη. Ο ποταμός, εγκαταλείποντας το, σχεδόν μονίμως σκιερό φαράγγι του μετά τη Γλυκή, κυλούσε προς τα δυτικά, τροφοδοτούσε τη βαλτώδη λίμνη Αχερουσία και από εκεί συνέχιζε την πορεία του έως τις κοντινές εκβολές του.

Στο Αλωνάκι της Αμμουδιάς με τα σμαραγδένια νερά.

Μετά την οριστική αποξήρανση της λίμνης Αχερουσίας τη δεκαετία του ’50 με σκοπό την δημιουργία της εύφορης πεδιάδας του Φαναρίου, ο μυθικός ποταμός συνεχίζει πλέον απευθείας τη ροή του προς το μεγάλης φυσικής αξίας οικοσύστημα του Δέλτα του. Δύο αξιοσημείωτοι ελώδεις υγρότοποι σχηματίζονται. Το μεγάλο έλος της Αμμουδιάς και το μικρότερο της Βελανιδοράχης καλύπτονται από χιλιάδες καλαμιές, βούρλα, σκλήθρα, φράξους και αλμυρίκια. Περισσότερα από 150 είδη πουλιών έχουν παρατηρηθεί στην περιοχή των εκβολών του Αχέροντα καθιστώντας ιδιαίτερα αξιόλογη την ορνιθοπανίδα της περιοχής.

Η χλωρίδα του Δέλτα περιλαμβάνει 415 είδη. Ανάμεσά τους και είδη με περιορισμένη εξάπλωση, όπως το ρακοβότανο, η λουίζα, η κραμπουτσάνα, αλλά και ο πανέμορφος λευκός κρίνος της θάλασσας που σχηματίζει μικρά λιβάδια στις αμμούδες των εκβολών. Η μαγεία της περιοχής των εκβολών του ποταμού συμπληρώνεται από την εντυπωσιακή παραλία της Αμμουδιάς, του Αμονιού, της Λούτσας και του κόλπου του Οδυσσέα. Ισως ο καλύτερος τρόπος για τη γνωριμία με την περιοχή του Δέλτα να είναι το μικρό ποταμόπλοιο που πραγματοποιεί εκδρομές από το ποτάμιο λιμάνι της Αμμουδιάς μέχρι και το χωριό Μεσοπόταμος. Πρόκειται μάλιστα για την ίδια διαδρομή που ακολούθησε κι ο Οδυσσέας αναζητώντας τον νεκρό μάντη Τειρεσία στο βασίλειο του Πλούτωνα…

Τα περίφημα πηγάδια του Σουλίου.

Το δυσπρόσιτο ανάγλυφο στα περίφημα Στενά
Από το χωριό Γλυκή (περίπου 20 χλμ. από τις εκβολές) ξεκινά το μονοπάτι που διασχίζει το περίφημο φαράγγι του Αχέροντα. Η Σκάλα της Τζαβέλαινας ανηφορίζει στα στενά και το αχολόγημα του ποταμού γίνεται όλο και εντονότερο. Το δυσπρόσιτο ανάγλυφο της περιοχής των Στενών του Αχέροντα, η τραχύτητα των γύρω βουνών, η πλούσια βλάστηση και τα καθαρά και ορμητικά νερά του ποταμού συνθέτουν ένα τοπίο ιδιαίτερης ομορφιάς. Σε αρκετά τμήματα εκεί που η ροή του το καλοκαίρι είναι ομαλή, σχηματίζονται νερόλακκοι και μικρές λίμνες, τόποι ιδανικοί για τη διαβίωση πολλών αμφιβίων και ψαριών. Σε άλλες πλευρές, ο ποταμός κυλά ορμητικά μέσα από κατακόρυφους και ψηλούς βράχους. Κάποιες φορές το ύψος τους ξεπερνά κατά πολύ τα 100 μέτρα, ενώ το πλάτος του ποταμού στα σημεία αυτά φτάνει τα δύο μέτρα.

Στις βραχώδεις πλαγιές των Στενών του Αχέροντα φωλιάζουν πολλά είδη αρπακτικών πουλιών, όπως γερακίνες, ξεφτέρια, βραχοκιρκίνεζα, ασπροπάρηδες και φιδαετοί. Μεγάλα θηλαστικά, όπως λύκοι και αγριογούρουνα, αναζητούν τροφή και καταφύγιο στις δασωμένες πλαγιές του φαραγγιού, ενώ άλλα θηλαστικά της περιοχής των Στενών είναι η αλεπού, ο ασβός, το πετροκούναβο, η νυφίτσα, η αγριόγατα και ο δασοποντικός. Στα νερά του ποταμού ζει η βίδρα, ένα σπάνιο υδρόβιο θηλαστικό που ζει μόνο σε καθαρά νερά με πλούσια παρόχθια βλάστηση. Τέλος, στα νερά του Αχέροντα αναπαράγονται περισσότερα από εννέα είδη ψαριών, ένα από τα οποία είναι ο περίφημος αχερωνογοβιός, ένα ενδημικό είδος που πήρε το όνομα του ποταμού.

Με πενήντα λεπτά πορεία φτάνω στη γέφυρα του Ντάλα. Ασπρα βράχια σκαλισμένα από τον χρόνο και το νερό. Το μονοπάτι διακόπτεται από το Τσαγγαριώτικο ρέμα. Από εδώ, μία ώρα ανηφορική διαδρομή οδηγεί στο ιστορικό χωριό Σαμονίβα, στο Μέσα Σούλι.

Το ιερό του Νεκρομαντείου Μεσοποτάμου, όπου οι αρχαίοι έπαιρναν τον χρησμό.

Τα ανυπότακτα Σουλιωτοχώρια αντιστάθηκαν για χρόνια σθεναρά στον Αλή Πασά και τελικά -όπως σε πολλές περιπτώσεις στην Ιστορία μας- βρέθηκε ο προδότης για να δώσει τη λύση. Ο Πήλιος Γούσης πρόδωσε το Σούλι και ο καλόγερος Σαμουήλ ανατίναξε το Κούγκι στέλνοντας στον άλλο κόσμο Τούρκους και Σουλιώτες.

Ηρωικοί τόποι γεμάτοι κάστρα, δάση και γεφύρια
Το εντυπωσιακό Κάστρο της Κιάφας (μαζί με τα χωριά Σαμονίβα, Αβαρίκο και Σούλι αποτελούσαν το περίφημο τετραχώρι, τον πυρήνα της αυτόνομης ομοσπονδίας των Σουλιωτών) με άφησε άφωνο με το μέγεθος και την οχύρωσή του πάνω στο απόκρημνο βουνό. Μετά την πτώση του Σουλίου, ο Αλή Πασάς επισκεύασε το κάστρο και εγκατέστησε μόνιμη φρουρά. Το φρούριο της Κιάφας -που σώζεται σχεδόν ακέραιο- αποτελεί και το ύστατο σημείο άμυνας των Σουλιωτών κατά τη δεύτερη και οριστική εκδίωξή τους το 1822.

Επιστροφή στη γέφυρα του Ντάλα και περπάτημα σε μονοπάτι με νοτιοανατολική κατεύθυνση και επίπονη πορεία που οδηγεί στις Πύλες του Αδη κοντά στο χωριό Σεριζιανά. Στη θέση Ταμπουράκια στη χαρακτηριστική στροφή του ποταμού προς την Ανατολή ένα δάσος με πυκνές ιτιές που αχνίζει από την πρωινή δροσιά. Μια εικόνα συναρπαστική και συνάμα απόκοσμη που ταιριάζει απόλυτα με την περιγραφή της Κίρκης για το δάσος της Περσεφόνης. Κυκλάμινα, ίριδες, ανεμώνες, νάρκισσοι αλλά και φτέρες, ασφάκες και σκυλοκρεμμύδες.

Περπατώντας στον περίβολο στο Κούγκι.

Το Κάστρο της Κιάφας κρέμεται στα βράχια του φαραγγιού. Η θέα και η βοή του ποταμού γίνονται πιο συγκλονιστικές. Το μονοπάτι παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες, ιδιαίτερα για όσους υποφέρουν από υψοφοβίες. Σκαλοπάτια και προστατευτικά κιγκλιδώματα έχουν τοποθετηθεί για το πέρασμα των δύσκολων σημείων. Αντικρίζω επιτέλους τις Πύλες του Αδη, το λιμάνι του θλιβερού βαρκάρη Χάροντα, τον τόπο όπου ο Ηρακλής πάλεψε με τον Κέρβερο. Τα λόγια τα δικά μου μάλλον περιττεύουν μπροστά στην εικόνα άγριας ομορφιάς και την τρομακτική βοή του μυθικού ποταμού που κυλά με ορμή ανάμεσα στα βράχια, οδηγώντας τις ψυχές στο βασίλειο του Πλούτωνα. Καλύτερα να μιλήσουν οι στίχοι από την ανεπανάληπτη δημοτική μας παράδοση.

Στο χαροπόταμο πλέει η κόρη
σκιά ωχρόλυπη με τ’ άξιο αγόρι
Στη μαύρη βάρκα του στέκετ’ ο Χάρος
και στον Αχέροντα πάει κουρσάρος.
Ακούει το μούγκρισμα το ερημάδι
του στοιχειού τ’ άγριου κάτου στον Αδη
και τρέμει σύγκορμη κατασκιασμένη
που παίνει η άμοιρη, τι την προσμένει;

Κείμενο – Φωτογραφίες: Αντώνης Δήμας. Πηγή: Έθνος

Το φαράγγι που ενώνει δύο γίγαντες

Στην καρδιά της Πίνδου δύο από τα ομορφότερα χωριά της Ελλάδας ενώνονται με δύο μονοπάτια και χωρίζονται από έναν ποταμό που αυτή την εποχή περιβάλλεται από ένα πυρρόξανθο δάσος.

pindos1Σε πολλά σημεία του φαραγγιού δημιουργούνται μικρές, ειδυλλιακές λίμνες.

Στα νοτιοανατολικά του Νομού Ιωαννίνων, εκεί όπου ο τεράστιος Λάκμος ενώνεται με τα Τζουμέρκα, δύο χωριά έχουν την τύχη να έχουν στα πόδια τους ένα φαράγγι εκπληκτικής ομορφιάς το οποίο διακρίνεται για την άγρια, ανέγγιχτη φύση του. Για πολλούς ταξιδιώτες το Συρράκο και οι Καλαρρύτες ανήκουν, απλά και χωρίς μεγάλο συναγωνισμό, στα ομορφότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας. Χτισμένα στις πλαγιές των μικρότερων βουνών που ενώνουν το όρος Περιστέρι (Λάκμος) με την Καλιακούδα (βορειότερη κορυφογραμμή των Τζουμέρκων), οι δύο παραδοσιακοί οικισμοί περιβάλλονται από πυκνά δάση που τα διατρέχουν δεκάδες ρέματα που γεννιούνται στις χιονάδες των μεγάλων κορυφών.

Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες διατηρούν στο απόλυτο την παραδοσιακή ηπειρώτικη αρχιτεκτονική με τα πετρόχτιστα σπίτια και τις χαρακτηριστικές στέγες από σχιστόλιθο και κατέχουν ξεχωριστή θέση στα βλαχοχώρια της περιοχής που περιλαμβάνουν ακόμα το Παλαιοχώρι, το Βαθύπεδο και το Ματσούκι. Η γύρω περιοχή είναι γεμάτη από τοπωνύμια με υπέροχες βλάχικες ονομασίες αλλά και απομακρυσμένα ξωκλήσια και μονές, με κυρίαρχη τη Μονή Κηπίνας, που αξίζει κανείς να επισκεφθεί.

pindos4Μικρά γεφύρια σάς μεταφέρουν από τη μία όχθη του Χρούσια στην άλλη.

Τα δύο χωριά έχουν ως ξεκάθαρο σύνορο ένα φαράγγι που είναι γνωστό με διάφορα ονόματα, από τα οποία έχει επικρατήσει η ονομασία Φαράγγι του Σταυραετού. Στην κοίτη του φαραγγιού κυλάει ο ποταμός Χρούσιας, που πήρε το όνομά του από τον μυθολογικό γενάρχη των βασιλιάδων της Ηπείρου Χρούσιο, γιο του Νεοπτόλεμου κι εγγονό του Αχιλλέα. Ο Χρούσιας γεννιέται στον Μέγα Τράπο, στην Πλάκα και την Κουρκούμπετα, τις νοτιότερες ψηλές κορυφές του Λάκμου, και με κατεύθυνση προς τα νότια ενώνεται μετά από τέσσερα χιλιόμετρα με το ρέμα Ξερολάγκαδο που έρχεται από το διάσελο της Γκρουμιλιάσας.

Στη συνέχεια ο ποταμός περνάει ανάμεσα από τα δύο χωριά, όπου σχηματίζεται το φαράγγι, και λίγο μετά στρέφεται προς τα δυτικά, όπου ενώνεται με τον Μελισσουργιώτικο και μαζί πλέον κυλάνε προς τον μεγάλο Αραχθο ποταμό.

Περπάτημα στο φαράγγι
Το συνολικό μήκος του φαραγγιού δεν ξεπερνάει, χονδρικά, τα 6 χλμ., και οι παλιές πλακόστρωτες στράτες που ένωναν τα δύο χωριά σάς κατεβάζουν εύκολα στην καρδιά του. Τα κύρια μονοπάτια τέμνουν κάθετα το φαράγγι στο βόρειο και το νότιο τμήμα του, δημιουργώντας έτσι μια κυκλική διαδρομή που περιλαμβάνει και αρκετό περπάτημα σε χωματόδρομους και άσφαλτο.

pindos2Οι πέτρινοι παλιοί νερόμυλοι ορίζουν το φθινοπωρινό τοπίο.

Ομως, αξίζει κανείς να κατέβει στην κοίτη και να περπατήσει παράλληλα με τον Χρούσια στα μικρότερα μονοπάτια που χρησιμοποιούσαν οι κάτοικοι για να κατέβουν στον ποταμό, στους νερόμυλους, στα μικρά τους μποστάνια κοντά στις όχθες. Το μόνο πρόβλημα που μπορεί να συναντήσετε είναι η πυκνή βλάστηση που σε λίγα σημεία μπορεί να σας μπερδέψει. Με αφετηρία λοιπόν το Συρράκο και τα 1.150 μέτρα υψόμετρο, το πλακόστρωτο μονοπάτι φτάνει στην κοίτη του ποταμού, όπου βρίσκονται διάσπαρτοι παλιοί πετρόκτιστοι μύλοι και γεφύρια. Από εδώ μικρές διαδρομές σάς οδηγούν πιο βόρεια σε μια παράλληλη πορεία που συναντάει κανείς καταρράκτες και λιμνούλες, ανάμεσα στα κάθετα βράχια του φαραγγιού.

Για όσους διαθέτουν πιο εξερευνητικό πνεύμα, αξίζει να ακολουθήσουν προς τα νότια την κοίτη και να περπατήσουν μέσα στο πυκνό δάσος σε μια πορεία περίπου 2,5 χιλιομέτρων η οποία ενώνει το βόρειο πλακόστρωτο μονοπάτι με το νότιο. Κοντά στο τέλος της διαδρομής υπάρχει και το περίφημο γεφύρι της Κουιάσας. Η βλάχικη ονομασία του σημαίνει «σκιερός τόπος» και το μονότοξο γεφύρι με ύψος 18 μέτρα και μήκος 20 μέτρα στέκεται ακόμα ακμαίο, ενώνοντας τις δύο όχθες του Χρούσια. Από εδώ διαλέξτε να ανεβείτε στους Καλαρρύτες από το μονοπάτι και όχι από την άσφαλτο, σε μια μικρή διαδρομή που κοιτάει το πέταλο του Μπάρου και την επιβλητική κορφή του Καταραχιά.

Παρθένα, άγρια φύση
Η ονομασία Σταυραετός του φαραγγιού δεν είναι τυχαία, καθώς στην περιοχή ζουν μεγάλα σπάνια αρπακτικά της ορνιθοπανίδας, μαζί με δεκάδες άλλα μεγάλα και θαυμαστά ζώα.

pindos3Το παραδοσιακό Συρράκο είναι η αφετηρία για τις πεζοπορίες σας.

Οι ντόπιοι συμβουλεύουν τους πεζοπόρους να τραγουδάνε και να φωνάζουν στα περπατήματά τους, και αυτό γιατί μέσα στην πυκνή βλάστηση μπορεί να κρύβεται κάποια αρκούδα που κατέβηκε για αναζήτηση τροφής στο ποτάμι. Στον ουρανό πετάνε μεγαλόπρεποι χρυσαετοί, φιδαετοί και πετρίτες, στα κρύα νερά του ποταμού οι βίδρες κυνηγάνε ψάρια και καβούρια και μπορεί από μακριά να δείτε κάποιο ζαρκάδι να χώνεται με σβελτάδα στα πυκνά βάτα.

Το ιδιαίτερο γνώρισμα του φαραγγιού είναι η μεγάλη ποικιλία από δέντρα, η οποία δημιουργεί ένα πλούσιο μεικτό δάσος. Αυτή την εποχή μάλιστα τα δέντρα χαρίζουν στον ταξιδιώτη ένα πολύχρωμο σκηνικό, καθώς οι βελανιδιές, οι φλαμουριές, τα πλατάνια, οι κουτσουπιές και ένα σωρό άλλα είδη γεμίζουν από καφετιά, κόκκινα και κίτρινα χρώματα.

Κείμενο: Δαυίδ Κουτσογιαννόπουλος
Φωτογραφίες: ΗΡΑΚΛΗΣ ΜΗΛΑΣ
πηγή: Έθνος

Αρτα: Γέφυρα στους αιώνες

Η διαχρονική συνέχεια της Αρτας είναι πραγματικά σπάνια: από την αρχαία Αμβρακία μέχρι το Δεσποτάτο της Ηπείρου και το σήμερα, η Αρτα πάντα βρισκόταν στην πρώτη γραμμή, κάτι που συνεχίζεται μέχρι και τις μέρες μας.

arta1Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ηπείρου, μετά τα Ιωάννινα, και μία από εκείνες τις πόλεις που έχουν συνδέσει άρρηκτα το όνομά τους με το πιο σπουδαίο τους αξιοθέατο: κι αν ακόμα δεν έχεις έρθει ποτέ, ξέρεις τι πρέπει να δεις οπωσδήποτε στην Αρτα. Ενα είναι το γεφύρι άλλωστε που ξέρεις από μικρός, το γεφύρι της Αρτας, το χιλιοτραγουδισμένο και πολυθρύλητο. Και δικαίως βέβαια: μπορεί να μην είναι το πιο περίπλοκο τεχνικά (εκτός κι αν έλεγε την αλήθεια ο θρύλος με τη γυναίκα του πρωτομάστορα…), όμως λίγο η λαϊκή δοξασία, λίγο το γεγονός πως για κάποιο διάστημα αποτελούσε το σύνορο ανάμεσα στην απελευθερωμένη και την ακόμη υπόδουλη Ελλάδα, το γεφύρι απέκτησε σχεδόν μυθικές διαστάσεις.

Το πέτρινο γεφύρι λοιπόν που ενώνει τις δύο όχθες του ποταμού Αραχθου, βρίσκεται στην είσοδο της σύγχρονης πόλης της Αρτας. Με μήκος 145 μ., 4 συνολικά καμάρες, το γεφύρι αυτό του 17ου αι. δικαιολογεί και επιβεβαιώνει τις προσδοκίες. Απέναντι ακριβώς, θα δεις το χαρακτηριστικό κόκκινο κτίσμα που φιλοξενεί το Λαογραφικό Μουσείο Αρτας, καθώς και τον Πλάτανο του Αλή, όπως λέγεται το γέρικο πλατάνι όπου λέγεται πως… κρεμούσε ο τρομερός πασάς τους εχθρούς του.

Πέρα από τους θρύλους και τις δοξασίες πάντως, η Αρτα έχει παρόν· και το ζει έντονα. Για να τη γνωρίσεις θα πρέπει να σεργιανίσεις τους κεντρικούς της πεζόδρομους, την Σκουφά, την Αγίου Κωνσταντίνου, τη Μάτσου και την Παντοκράτορος, καθώς και τις πλατείες Κιλκίς και Εθνικής Αντιστάσεως, όπου χτυπάει η καρδιά της σύγχρονης Αρτας. Σημείο αναφοράς είναι το περίφημο Ρολόι, ένας παλιός οθωμανικός πύργος του 19ου αι., και βέβαια το Κάστρο, ο σταθερός φρουρός της πόλης, που έχτισαν τον 13ο αι. οι Κομνηνοί του Βυζαντίου, όταν η πόλη ήταν η πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Μπροστά από το Κάστρο εκτείνεται μία από τις πιο χαρακτηριστικές συνοικίες της Αρτας, η γειτονιά των Ταμπακιάδων, με τα χαμηλά σπίτια και τις γραφικές αυλές. Για μια πανοραμική άποψη της πόλης μπορείς να ανέβεις στην Περάνθη, έναν πευκόφυτο λόφο με θέα σε όλη την πόλη και τον ποταμό Αραχθο.

arta10Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Το καύχημα των Κομνηνών

Από τον πρωτότυπο αρχιτεκτονικό της τύπο και μόνο αντιλαμβάνεσαι πως εδώ πρέπει να συμβαίνει κάτι σπουδαίο. Ο λόγος γίνεται βέβαια για τον εντυπωσιακό ναό της Παναγίας της Παρηγορήτισσας, στο κέντρο της πόλης, δίπλα στην πολυσύχναστη πλατεία Σκουφά. Ο πελώριος, κυβόσχημος ναός δεν μοιάζει με κανέναν άλλον που έχεις δει: αυτός ήταν άλλωστε και ο σκοπός των Κομνηνών, των βυζαντινών αρχόντων του Δεσποτάτου της Ηπείρου, που μέλημά τους ήταν να κατασκευάσουν κάτι καινοτόμο και εντελώς ασυνήθιστο για να στεγάσει τη Μητρόπολη της πολιτείας. Ο στόχος επετεύχθη, όπως θα διαπιστώσεις.

Ο ναός χτίστηκε την περίοδο 1285-1289 (κατά μία από τις επικρατέστερες εκδοχές) από τον Μιχαήλ Β’ Νικηφόρο Α’ Κομνηνό Δούκα, συνεχίζοντας στην ουσία μια παλαιότερη κατασκευή που μάλλον δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Αν και έχουν περάσει κοντά οκτακόσια χρόνια από τα εγκαίνια του ναού, πολλά είναι τα ιδιαίτερα στοιχεία του που ακόμη και σήμερα εντυπωσιάζουν, όπως η οροφή με τους πέντε πλίνθινους τρούλους ή η σπάνια μείξη διαφορετικών τεχνοτροπιών που εναρμονίζονται χωρίς χτυπητές αντιθέσεις: ανάγλυφες διακοσμήσεις με προφανή τη φράγκικη επιρροή δίπλα σε αρχαιοελληνικούς μαιάνδρους, ενώ παραδίπλα, στα τόξα, παρατηρείς γοτθική γλυπτή διακόσμηση, κατά πάσα πιθανότητα έργο Ιταλών μαστόρων που εργάζονταν στην κατασκευή του ναού.

arta11Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Ακόμη ένα εντυπωσιακό στοιχείο είναι ο κεντρικός τρούλος της Παρηγορήτισσας. Από τη μια, βλέπεις να στολίζει τον τρούλο ένα πελώριων διαστάσεων περίτεχνο ψηφιδωτό που απεικονίζει τον Παντοκράτορα, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο στους ελληνορθόδοξους ναούς· και από την άλλη, παρατηρείς πως ο τρούλος αυτός στηρίζεται σε πανύψηλους κίονες, κάτι που επίσης δεν απαντάται συχνά. Αξίζει μάλιστα να παρατηρήσεις πως όσο ορθώνονται προς την οροφή, οι κίονες σμικραίνουν, έτσι ώστε όταν πια συναντούν τον τρούλο να δίνουν μια αίσθηση «πυραμίδας».

Η Παναγιά η Παρηγορήτισσα μπορεί να είναι ο πιο εντυπωσιακός ναός στην Αρτα, δεν είναι όμως και ο παλαιότερος. Τον «τίτλο» αυτό έχει ο βυζαντινός ναός του Αγίου Βασιλείου, με την εντυπωσιακή κεραμοπλαστική διακόσμηση, χτισμένος κι αυτός τον 13ο αι., σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις των ειδικών μελετητών.

Μια ανέλπιστη ανακάλυψη
Γεμάτη βυζαντινά μνημεία είναι η Αρτα. Μέσα στα σπλάχνα της πόλης θα ανακαλύψεις ωστόσο και ένα μνημείο που θα σε πάει πολύ πιο πίσω στον χρόνο. Οι εργασίες που γίνονταν σε ένα οικόπεδο της πόλης έφεραν στο φως τα απομεινάρια ενός αρχαίου ναού δωρικού ρυθμού, περίπου του 500 π.Χ. Είναι ο ναός του Απόλλωνα Πύθιου Σωτήρα, από τους πλέον σημαίνοντες λατρευτικούς χώρους της αρχαίας Αμβρακίας, από τον οποίο διασώζονται μονάχα η κρηπίδα και η ευθυντηρία (η επίστρωση των θεμελίων), καθώς και το θεμέλιο του βάθρου όπου δέσποζε ο ανδριάντας του θεού. Η είσοδος στον χώρο είναι ελεύθερη για το κοινό.

arta2Τμήμα της τεχνητής λίμνης Πουρναρίου, με το παλιό σχολείο να διακρίνεται ολόκληρο. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Το χωριό της λίμνης

Δημιουργήθηκε ως απόρροια των υδροηλεκτρικών και αρδευτικών έργων στην περιοχή, και κυρίως χάρη στην κατασκευή του φράγματος Πουρναρίου. Η ομώνυμη τεχνητή λίμνη, λίγα μόλις χιλιόμετρα βόρεια της Αρτας, έφερε πράγματι τα ποθητά αποτελέσματα των ιθυνόντων, πότισε τις καλλιέργειες, παράλληλα ωστόσο έφερε μοιραία και την εξαφάνιση ενός ολόκληρου χωριού. Εξαφάνιση; Κι όμως, όχι οριστική! Κάθε φορά που τα νερά της τεχνητής λίμνης Πουρναρίου αποσύρονται, λόγω εποχής, αποκαλύπτονται κάποια από τα παλιά κτίσματα της Κάτω Κλημεντίνης, ένας οικισμός που είχε ήδη εγκαταλειφθεί λίγο πριν από την κατασκευή του φράγματος. Οι εικόνες που δημιουργούνται είναι στ’ αλήθεια υποβλητικές: φαντάσου ένα ολόκληρο σχολείο να ξεμυτίζει σιγά-σιγά μέσα από τα νερά, σαν ένα μήνυμα από το παρελθόν, κι έπειτα να βυθίζεται και πάλι όταν η στάθμη της λίμνης επανέρχεται σε υψηλότερα επίπεδα.

arta3Ηλιοβασίλεμα στην Κορωνησία.  Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Νησί με τα όλα του…

Κορωνησία όνομα και πράγμα! Τι κι αν μπορείς να έρθεις και με το αυτοκίνητό σου ή ακόμα και πεζός; Η Κορωνησία είναι νησί με τα όλα του, και μάλιστα με πολύ περισσότερα από όσα ίσως θα περίμενες να συναντήσεις σε ένα τόσο δα νησάκι καταμεσής του Αμβρακικού. Με περίπου 25 χλμ. να τη χωρίζουν από την Αρτα, η Κορωνησία είναι ένας μικρός παράδεισος για τους παρατηρητές πουλιών, για υπαίθριες δραστηριότητες, για περιηγητές που γοητεύονται από βυζαντινά μνημεία (έχει κι απ’ αυτά!), ακόμα και για τους… καλοφαγάδες. Η μεγάλη πλειονότητα των περίπου 350 μόνιμων κατοίκων της Κορωνησίας ασχολούνται με την αλιεία, πράγμα που σημαίνει πως το φρέσκο ψάρι δεν λείπει ποτέ από τα (άφθονα) ταβερνάκια του μικρού νησιού.

Στην Κορωνησία μην παραλείψεις να σταθείς στον βυζαντινό ναό της Παναγίας (7ος ή 10ος αι.) με τον ωραίο τρούλο, ενώ αν θέλεις να ασχοληθείς, έστω και ερασιτεχνικά, με το birdwatching στην περιοχή, μπορείς να απευθυνθείς στο Κέντρο Ερευνας και Πληροφόρησης (τηλ. 26810 74772). Τέλος, αν και ο κόλπος του Αμβρακικού δεν ενδείκνυται γενικά για μπάνιο, καθώς σε πολλά σημεία ο βυθός είναι βαλτώδης, περιμετρικά της Κορωνησίας θα βρεις μικρές παραλίες που είναι κατάλληλες για κολύμπι. Θυμήσου ακόμα πως στο νησί γίνεται μεγάλη γιορτή τον Δεκαπενταύγουστο, όπου ξεχωρίζει η Γιορτή της Σαρδέλας.

arta4Οι βάρκες ξεμυτίζουν ανάμεσα από τους καλαμιώνες στις λιμνοθάλασσες του Αμβρακικού. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Πέτρινα αριστουργήματα
Στο σκληρό ηπειρώτικο τοπίο μία λύση είχαν οι παλιοί κάτοικοι ώστε να μη μένουν αποκομμένοι από τον κόσμο: να δαμάσουν τη γη φτιάχνοντας γεφύρια. Κι έτσι, οι Ηπειρώτες μάστορες έβαλαν όλο το μεράκι και την τέχνη τους, και από τα χέρια τους βγήκαν αριστουργήματα που μένουν ακλόνητα στο πέρασμα των δεκαετιών και των αιώνων. Σ’ ολόκληρη την Ηπειρο και τη Δυτική Μακεδονία θα συναντήσεις άπειρα τέτοια γεφύρια, ένα ωστόσο από αυτά είναι το πιο ονομαστό: είναι το περίφημο γεφύρι της Πλάκας, που ζεύγει τις όχθες του ποταμού Αραχθου, πολύ κοντά στην πόλη της Αρτας. Το γεφύρι χτίστηκε στα 1866 -η λαϊκή δοξασία μάλιστα θέλει να επαναλαμβάνεται κι εδώ ο θρύλος «να στεριώσουν άνθρωπο»- και είναι το μεγαλύτερο μονότοξο στα Βαλκάνια, με τόξο ανοίγματος 40 μ., μήκος 61 μ. και μέγιστο ύψος 21 μ.

arta5Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Ασπιλη Αθαμανία

Μία από τις πιο συγκλονιστικές περιοχές της Αρτας, της Ηπείρου κι ολόκληρης της Ελλάδας συνοψίζεται σε μία λέξη: Τζουμέρκα. Παραδοσιακά χωριά που «φυτρώνουν» στις κατάφυτες πλαγιές, άφθονα τρεχούμενα νερά, οροσειρές που κόβουν την ανάσα και συνθέτουν έναν φυσικό καμβά ανυπέρβλητης ομορφιάς, πέρα από κάθε περιγραφή.

Τα Αθαμανικά Ορη, όπως είναι και η επίσημη ονομασία της οροσειράς που γνωρίζουμε ως «Τζουμέρκα», αποτελούν κομμάτι της Πίνδου, το βορειότερο μάλιστα τμήμα τους ανήκει διοικητικά στα Ιωάννινα, με το κεντρικό και νότιο να ανήκουν στην Αρτα. Με αφετηρία την πρωτεύουσα του νομού, μπορείς να ακολουθήσεις διαδρομές είτε προς τα Αγναντα είτε αρχικά προς τα Θεοδώριανα, που θα σε περάσουν από περιοχές σπάνιας φυσικής ομορφιάς, χωρίς μάλιστα να παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες για τον οδηγό, ειδικά αυτήν την εποχή: ολόκληρη η διαδρομή άλλωστε είναι πλέον ασφαλτοστρωμένη.

Εκκινώντας λοιπόν από την Αρτα, μια διαδρομή που συστήνεται για να γνωρίσεις τα αρτινά Τζουμέρκα είναι εκείνη με κατεύθυνση τα ορεινά Αγναντα. Ο δρόμος θα σε περάσει πρώτα από την τεχνητή λίμνη Πουρναρίου και το χωριό της Ροδαυγή, για να συνεχίσει έπειτα προς την Πλατανούσσα και το Μονολίθι. Από το χωριό αυτό ο δρόμος αρχίζει να κατηφορίζει, για να φτάσει στον ποταμό Αραχθο και το περίφημο γεφύρι της Πλάκας (το αυτοκίνητο περνάει από τη σύγχρονη γέφυρα). Από εδώ τα Αγναντα απέχουν μόλις 7,5 χλμ., κι αυτά μάλιστα σε πολύ όμορφη διαδρομή. Το υψόμετρο στο κεφαλοχώρι των Αγνάντων φτάνει περίπου τα 700 μ.· το χωριό μάλιστα διαθέτει και αρκετές υποδομές, αν θελήσεις να διανυκτερεύσεις εδώ ή να έχεις τον οικισμό ως αφετηρία για εξορμήσεις στην ευρύτερη περιοχή.

Συνεχίζοντας λίγο βορειότερα, στα όρια πια με τα Ιωάννινα, θα συναντήσεις το χωριό Κτιστάδες, με το όνομά του να αποκαλύπτει γρήγορα την ιδιαίτερη τέχνη των κατοίκων του. Οι Κτιστάδες απέχουν από την Αρτα περίπου 63 χλμ., ωστόσο για να φτάσεις στο επόμενο από τα τζουμερκοχώρια της διαδρομής θα πρέπει να… πατήσεις Ιωάννινα, να ακολουθήσεις δηλαδή τον δρόμο που για λίγο μπαίνει μέσα στα όρια του γειτονικού νομού.

arta7Οι γραφικοί Μελισσουργοί, με την «άγρια» θέα στα βουνά. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Μελισσουργοί και Θεοδώριανα
Περίπου 73 χλμ. από την Αρτα, οι ορεινοί Μελισσουργοί είναι σίγουρα από τα ωραιότερα χωριά των Τζουμέρκων. Εχεις από τη μια ένα πανέμορφο και φροντισμένο χωριό, με τη γραφική πλατεία του, τον ναό του Αγίου Νικολάου, ακόμα κι έναν μικρό καταρράκτη λίγο έξω από τον οικισμό, κι από την άλλη μια εκπληκτική θέα στα άγρια βουνά, που ολοκληρώνει την υπέροχη αίσθηση που σου αφήνει το χωριό.

Για να συνεχίσεις τη διαδρομή σου στα αρτινά τζουμερκοχώρια μετά τους Μελισσουργούς, θα πρέπει να πάρεις τον δρόμο από τον οποίο ήρθες, με κατεύθυνση προς τα Αγναντα. Από εκεί, στρίψε αριστερά προς τον Καταρράκτη, ένα χωριό που θεωρείται από τα πιο ανερχόμενα τουριστικά. Το πιο εντυπωσιακό αξιοθέατο του χωριού δεν είναι άλλο από τους διπλούς καταρράκτες λίγο έξω από τον οικισμό (γύρω στα 4 χλμ.): θα πρέπει να θυμάσαι ωστόσο πως αυτήν την εποχή οι καταρράκτες ουσιαστικά στερεύουν (καλοκαίρι γαρ…), έχε στον νου σου ωστόσο πως τον χειμώνα τα νερά τους χυμούν ορμητικά στην πλαγιά, δημιουργώντας ένα εξαιρετικό θέαμα. Πολύ κοντά στον Καταρράκτη βρίσκεται και το Δασικό Χωριό Κέδρος.

arta6Το παλιό και το νέο γεφύρι στα Θεοδώριανα. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Περιήγησης συνέχεια, κατεύθυνση προς τον Νότο και σειρά έχει η Κυψέλη, περίπου 23 χλμ. από τον Καταρράκτη (και 60 από την Αρτα). Εδώ αξίζει να σταθείς στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ζωής του ντόπιου Παντελή Καραλή, στην πλατεία του χωριού, που φιλοξενεί εκατοντάδες (ίσως πλέον και χιλιάδες) εκθέματα από το σπίτι, το χωράφι, το κοπάδι του παραδοσιακού Αρτινού (τηλ. 26850 71390).

Συνεχίζοντας έρχεσαι στο όμορφο Βουργαρέλι, από τα μεγαλύτερα τζουμερκοχώρια, έπειτα στο χωριό Αθαμάνιο για να καταλήξεις ύστερα από συνολικά 75 χλμ. (από την Αρτα) στα Θεοδώριανα: ένα από τα πιο όμορφα αθαμανικά χωριά, με απίστευτα πλούσια νερά που φροντίζουν να χαρίζουν τη δροσιά τους χειμώνα-καλοκαίρι.

arta8Στο αρχαιολογικό μουσείο της Αρτας. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Η αίγλη της Αμβρακίας

Αν οι βόλτες στα μουσεία και στους πολιτιστικούς χώρους είναι για σένα αναπόσπαστο κομμάτι ενός ταξιδιού, η επίσκεψη στην Αρτα είναι ό,τι ιδανικότερο. Κι αν πάλι δεν είσαι (ακόμα) φανατικός των μουσείων, πάλι η επίσκεψη στην Αρτα είναι αυτή που θα σε κάνει να αναθεωρήσεις.

Ξεκίνημα με το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, ένας νέος χώρος-κύτταρο πολιτισμού, με την άψογη διαρρύθμιση των χώρων να συμβάλλει στην καλύτερη παρουσίαση των εκθεμάτων, με επίκεντρο βέβαια την ιστορία της αρχαίας Αμβρακίας. Το μουσείο διακρίνεται σε τρεις ενότητες, «τα εν δήμω», «τα εν οίκω» και «τα εν τάφω», όπου και παρουσιάζονται ευρήματα από ανασκαφές στην περιοχή, που τοποθετούνται χρονολογικά από την παλαιολιθική εποχή έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η πλειονότητα των εκθεμάτων προέρχεται από τις έρευνες στο πρυτανείο, το μικρό και το μεγάλο θέατρο, τον ναό του Απόλλωνα και τα δύο αρχαία νεκροταφεία που έχουν εντοπιστεί στη σημερινή Αρτα.

arta9Το Λαογραφικό Μουσείο. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Το Ιστορικό Μουσείο Σκουφά είναι μία ακόμα απαραίτητη στάση σε μια επίσκεψη στην Αρτα. Το θέμα και εδώ είναι η ιστορία της πολιτείας από τα χρόνια της αρχαιότητας μέχρι τις μέρες μας, που εδώ ωστόσο δίνεται με τρόπο διαφορετικό. Η ιστορία της Αρτας παρουσιάζεται μέσα από σκηνογραφικές συνθέσεις που αναπαριστούν σκηνές τόσο από την καθημερινότητα όσο και από συγκεκριμένες ιστορικές συγκυρίες. Το μουσείο αφιερώνει συνθέσεις στην αρχαία Αμβρακία, στη βυζαντινή εποχή, στην Τουρκοκρατία, στην απελευθερωμένη πια Αρτα καθώς και σε διάφορες κοινωνικές και επαγγελματικές δραστηριότητες των Αρτινών.

Το χαρακτηριστικό κόκκινο κτίσμα που στέκει απέναντι στο γεφύρι της Αρτας, που κάποτε λειτουργούσε ως μεθοριακός σταθμός, σήμερα στεγάζει το Λαογραφικό Μουσείο της Αρτας. Η εντυπωσιακή όσο και φροντισμένη του εμφάνιση, με το έντονο κόκκινο χρώμα, δεν προδίδει ούτε κατά διάνοια την ηλικία του (χτίστηκε το 1864), ωστόσο είναι στο εσωτερικό του εκεί όπου αρχίζει να εκτυλίσσεται το πραγματικό ταξίδι στο παρελθόν. Το Λαογραφικό λοιπόν περιλαμβάνει πλούσιες συλλογές που εκθέτουν με προσεγμένο τρόπο τη ζωή στην Αρτα: το κοινωνικό γίγνεσθαι, τις θρησκευτικές εκδηλώσεις, τις αγροτικές ασχολίες, τη ζωή στο σπίτι και την οικογένεια, τα εργαστήρια των επαγγελματιών, ακόμη και το γνωστό καρναβάλι της Αρτας.

Σημαντικά μουσεία και χώροι πολιτισμού που θα πρέπει να επισκεφθείς είναι ακόμα το Μουσείο Κλασικών Αρχαιοτήτων, στη Μονή της Παρηγορήτισσας, η Δημοτική Πινακοθήκη «Γ. Μόραλης» με μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις, ενώ αρκετά έξω από την πόλη, στην τοποθεσία Κόπραινα, στις όχθες του Αραχθου, θα βρεις το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας, το Μουσείο Αλιείας και το Μουσείο Φάρων.

Αρχαιολογικό Μουσείο Αρτας (θέση Τρίγωνο, 26810 21191, http://www.artasmuseum.gr/)

Ιστορικό Μουσείο Σκουφά (πλατεία Σκουφά, 26810 22795) Λαογραφικό Μουσείο Σκουφά (Γέφυρα Αραχθου, 26810 22192).

Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Αραχθου (Κόπραινα, 26810 69654, http://kpe-arach.art.sch.gr/).

Πηγή: Έθνος (κείμενο: Γιάννης Μαντάς)

Συρράκο – Καλαρρύτες: Tαξίδι στα μέρη του Κώστα Κρυστάλλη και στα απόκρημνα δίδυμα χωριά

Όλοι γνωρίζουν το Μέτσοβο, τα Ζαγοροχώρια, όχι, όμως τη επιβλητική γαλήνη των δύο χωριών! Όπως κάθε φοιτητής και φοιτήτρια που σπούδασε στα Γιάννενα και σέβεται τον εαυτό του, την Ήπειρο την έχω γυρίσει σε πολύ μεγάλο βαθμό και επανέρχομαι συχνά-πυκνά για να δω… αν είναι όλα εντάξει.

a3

Ενώ όμως τα Ζαγοροχώρια, την Κόνιτσα και το Μέτσοβο τα ξέραμε σχεδόν από την αρχή σαν την παλάμη του χεριού μας, υπήρχαν δύο χωριά που δεν είχαμε καταφέρει να επισκεφθούμε, παρόλο που τα είχαμε βάλει στο μάτι. Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες, αν και απέχουν από τα Γιάννενα καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα, δεν είναι προορισμός, στον οποίο πετάγεσαι για να πιεις καφέ – απαιτούν σεβασμό και… ύπνο. Αυτήν τη φορά, λοιπόν, στις παραδοσιακές διανυκτερεύσεις στα Ζαγόρια προσθέσαμε και τρεις στο Συρράκο και ξεκινήσαμε να γνωρίσουμε καινούργια μέρη.

Η αλήθεια είναι ότι αυτό το ξεκίνημα με ζόρισε αρκετά. Ο δρόμος για το Συρράκο ουσιαστικά ολοκληρώθηκε μέσα στη δεκαετία του ’90 και δεν είναι τυχαία αυτή η αργοπορία. Στενός, απότομος, με κατολισθήσεις κατά τόπους, υψώνεται πάνω από βαθιές χαράδρες και είναι μια μικρή δοκιμασία για όσους έχουν ακροφοβία. Αν και αρχικά ήμουν μάλλον πανικόβλητη, είναι τέτοια η ομορφιά του τοπίου, που κάποια στιγμή ξεχνάς την τρομάρα σου κι αρχίζεις να χαζεύεις τα επιβλητικά βουνά, τα νερά που κυλούν στο πολύ βάθος και τις πράσινες πλαγιές που τιμούν με κέφι πρόβατα, κατσίκια και, όπως μάθαμε στο χωριό, αγριογούρουνα.

Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, τα αγριογούρουνα έχουν πολλαπλασιαστεί στην περιοχή και κάθε βράδυ οι ντόπιοι τα βλέπουν να ανεβαίνουν πάνω από το Συρράκο για να φάνε. Όσο για το τι τρώνε, έχω να κάνω δύο καταγγελίες: βολβούς λουλουδιών, σύμφωνα με την ιδιοκτήτρια του ξενώνα όπου έμεινα, γεγονός που τη στενοχωρεί ιδιαίτερα, αλλά και καλαμπόκια και ό,τι άλλο τους γυαλίσει από τα μικρά μποστάνια που διατηρούν οι κάτοικοι, όπως άκουσα να λέει ένας τσαντισμένος παππούς, πίνοντας τσίπουρο.

Η όποια ταλαιπωρία της διαδρομής ξεχνιέται αυτομάτως τη στιγμή που αντικρίζει κανείς το Συρράκο: αγέρωχο, πέτρινο, γαντζωμένο σε μια κάθετη πλαγιά, προκαλεί θαυμασμό με την πρώτη ματιά. Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος που η ανθρώπινη θέληση κατάφερε να δαμάσει το τοπίο, με αποτέλεσμα ένα παραμυθένιο χωριό με πέτρινα σπίτια, βρύσες, γεφύρια και καλντερίμια με τόσο απότομη κλίση που η γκλίτσα είναι απαραίτητο και καθόλου φολκλόρ αξεσουάρ. Εννοείται ότι στο χωριό δεν μπαίνουν αυτοκίνητα. Η κεντρική του είσοδος είναι μια πέτρινη πύλη, η Λεύκα, με καλντερίμι που οδηγεί σε δυο γεφυράκια και ύστερα από λίγο περπάτημα στην κεντρική πλατεία.

Υπάρχει, επίσης, ένας περιφερειακός δρόμος με τον οποίο φτάνει κανείς λίγο πιο κοντά στους ξενώνες του χωριού. Από κει και πέρα ετοιμαστείτε για πολύ και απολαυστικό περπάτημα. Οτιδήποτε διαθέτει ρόδες είναι πλέον άχρηστο. Η δυσκολία στην πρόσβαση μας έκανε να αναρωτηθούμε πώς το Συρράκο βρίσκεται σε τόσο καλή κατάσταση, με τη συντριπτική πλειονότητα των κτισμάτων του να είναι άριστα συντηρημένη. Ρωτώντας, μάθαμε ότι δύο ήταν οι παράγοντες που συνέβαλαν στην «ανάσταση» του χωριού, το οποίο είχε εγκαταλειφθεί σχεδόν μετά τον Εμφύλιο: η διάνοιξη του δρόμου και ο ερχομός των Αλβανών στην Ελλάδα. Όπως μας εξήγησαν, οι μετανάστες από την Αλβανία ανέλαβαν το δύσκολο έργο της μεταφοράς οικοδομικών και άλλων υλικών στα απότομα καλντερίμια του χωριού. Μέχρι σήμερα, κάθε χρόνο έρχονται στο Συρράκο και φεύγουν μόνο κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Την εμφάνισή τους έχουν κάνει και μικρά ερπυστριοφόρα μηχανήματα μεταφοράς, ενώ απουσιάζουν τα γαϊδούρια ως ασύμφορα – «ταΐστε τα εσείς τον χειμώνα», μας είπαν χαρακτηριστικά.

a2

Τη βόλτα μας στο χωριό την ξεκινήσαμε από την κεντρική πλατεία, που ακόμα κι αυτή απλώνεται σε επίπεδα και διαθέτει τις απαραίτητες ταβέρνες για να φάτε, να πιείτε και να ξαναπιείτε. Εκεί, κάτω από έναν εντυπωσιακό θόλο βρίσκεται και η πηγή Γκούρα, που, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι και σημείο συνάντησης. «Γκούρα» στα βλάχικα σημαίνει «στόμα», ενώ βλάχικα μιλούσαν και οι άνθρωποι γύρω μας, καθώς οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κάτοικοι τα χρησιμοποιούν συστηματικά και, όπως μας είπαν, μοιάζουν με τα ρουμάνικα – οι νεότεροι δυστυχώς δεν τα γνωρίζουν.

Όσο κι αν προσπαθήσαμε, δεν μπορέσαμε να πιάσουμε κουβέντα – το ίδιο συνέβη την άλλη μέρα και στους Καλαρρύτες. Στην πλατεία βρίσκεται ο Άγιος Νικόλαος με το ωραίο ξυλόγλυπτο τέμπλο και τον χρυσοΰφαντο ρωσικό επιτάφιο. Αν αναρωτιέστε τι δουλειά έχει ο Άγιος Νικόλαος στα 1.150 μέτρα υψόμετρο, λάβετε υπόψη ότι αντίστοιχες εκκλησίες συναντάμε σε πολλά ορεινά της Ηπείρου, μια και οι κάτοικοί τους ασχολούνταν με το εμπόριο και ταξίδευαν πολύ, οπότε χρειάζονταν και την ανάλογη προστασία. Οι Συρρακιώτες έμποροι, μάλιστα, ήταν τόσο δαιμόνιοι, που κατάφεραν να προμηθεύσουν με τις περίφημες αδιάβροχες κάπες από κατσικίσιο μαλλί που φτιάχνονταν στο χωριό ακόμα και τον στρατό του Μεγάλου Ναπολέοντα!

Επόμενο σημείο ενδιαφέροντος είναι το σπίτι του «Τραγουδιστή του χωριού και της στάνης», Κώστα Κρυστάλλη, το οποίο σήμερα έχει γίνει μουσείο και στεγάζει και τη βιβλιοθήκη του χωριού, ενώ αξίζει να δείτε και το Λαογραφικό Μουσείο που δημιούργησε και δώρισε μετά τον θάνατό της η Ερμηνεία Φωτιάδου. Από τον ενθουσιασμό με τον οποίο θα σας ξεναγήσει ο υπεύθυνος του μουσείου θα καταλάβετε πόσο αγαπούν το χωριό τους οι Συρρακιώτες, οι οποίοι το κατακλύζουν κάθε Αύγουστο για το μεγάλο πανηγύρι της Παναγίας –«κάθε δωμάτιο και οικογένεια»–, αφήνοντάς το τον χειμώνα σε όσους ασχολούνται με τον τουρισμό, μια και το μυστικό το έχουν μάθει πλέον αρκετοί και το Συρράκο έχει επισκέπτες όλο τον χρόνο.

Όταν φτάσαμε στο Συρράκο, μετά από τρεις μέρες με πολλά χιλιόμετρα στα Ζαγόρια, είχαμε αποφασίσει ότι η μόνη οδική μετακίνηση που θα κάναμε θα ήταν για να δούμε τους Καλαρρύτες. Απαραίτητη, όμως, σύμφωνα με τη σπιτονοικοκυρά μας, ήταν μια στάση στη Μονή Κηπίνας και ήταν τέτοια η σιγουριά της, που δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Συνήθως το κλειδί για το μοναστήρι το παίρνει κανείς από το καφενείο του χωριού(!), τον Αύγουστο όμως μένει ανοιχτό καθημερινά, μια και η περιοχή είναι γεμάτη επισκέπτες που έχουν ακούσει τις ανάλογες θερμές συστάσεις. Φτάνοντας στο μοναστήρι, η πρώτη εικόνα είναι εντυπωσιακή. Ένα Μέγα Σπήλαιο τσέπης από πέτρα, σχεδόν αόρατο από μακριά, χτισμένο το 1212 από τον Αρχιεπίσκοπο Γρηγόριο.

Μια άλλη άποψη υποστηρίζει ότι ιδρύθηκε από έναν υποψήφιο ηγούμενο που αποχώρησε από τη Μονή Βύλιζας μαζί με άλλους μοναχούς, όταν έχασε στις εκλογές, ενώ η πιο θεάρεστη εκδοχή αφηγείται ότι από τη γειτονική Βύλιζα οι μοναχοί έβλεπαν κάθε βράδυ μια μικρή φλόγα αναμμένη, μέχρι που αποφάσισαν να φτιάξουν στο σημείο ένα μοναστήρι – διαλέγετε και παίρνετε. Πάνω από τη μονή μπορεί κανείς να δει ό,τι απέμεινε από τις φιλόδοξες προσπάθειες επέκτασής της, οι οποίες εγκαταλείφθηκαν μετά τη θανάσιμη πτώση ενός καλόγερου καθώς μετέφερε υλικά, γεγονός που θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι. Μπαίνοντας στο μοναστήρι, ο επισκέπτης περνά πάνω από μια ξύλινη γέφυρα, η οποία σε περίπτωση κινδύνου σηκωνόταν, μετατρέποντάς το σε απόρθητο φρούριο. Ο μικρός ναός έχει για στέγη τον βράχο, λαξεμένο για να σχηματίζει θόλο, κι ένα όμορφο ξυλόγλυπτο τέμπλο, ακριβές αντίγραφο –όπως διαπιστώσαμε εκ των υστέρων– του αυθεντικού τέμπλου του 18ου αιώνα, που το 1997 κλάπηκε ολόκληρο(!) από αρχαιοκάπηλους κι είναι ακόμα άφαντο. Δίπλα από την εκκλησία ξεκινά ένα σπήλαιο, το οποίο επισκέφθηκε το 1815 ο Πουκεβίλ, βλέποντας όμως μόνο την αρχή του.

Σήμερα μπορεί κανείς να ακολουθήσει μια διαδρομή 300 περίπου μέτρων, αν δεν τον ενοχλούν οι νυχτερίδες, αρκεί να έχει μαζί του έναν υποτυπώδη, έστω, φακό, μια και ο χώρος είναι σχεδόν αφώτιστος. Αξίζει, τέλος, να δείτε το αρχονταρίκι και τα κελιά που είναι κυριολεκτικά τρυπωμένα στον βράχο και κρέμονται στο κενό. Αν είστε παρατηρητικοί, θα εντοπίσετε να κρέμεται σε έναν τοίχο ένα υφαντό «Πάτερ Ημών» – δεν έχει τύχει ποτέ να δω κάτι παρόμοιο και μου έκανε μεγάλη εντύπωση.

a4

Οι Καλαρρύτες και το Συρράκο είναι δίδυμα χωριά εκατέρωθεν του φαραγγιού, με βίους παράλληλους από τον 14ο αιώνα, όταν και ιδρύθηκαν από Βλάχους βοσκούς. Η μόνη εποχή που διαφοροποιήθηκε η μοίρα τους ήταν το 1881, όταν ως σύνορο του ελληνικού κράτους ορίστηκε το Φαράγγι του Χρούσια, με αποτέλεσμα το Συρράκο να μείνει «τουρκοχώρι» και οι Καλαρρύτες να γίνουν «ελληνοχώρι», όπως χαρακτηριστικά μας είπαν. Η απόσταση που χωρίζει τα δυο χωριά είναι περίπου σαράντα λεπτά με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο. Η ζέστη και η επερχόμενη βροχή λειτούργησαν αποτρεπτικά κι έτσι δεν αποφασίσαμε να πάρουμε το μονοπάτι που διασχίζει το φαράγγι κι ενώνει τα δύο χωριά – άλλωστε, ήταν και η Κηπίνα στη μέση.

Φτάσαμε στο χωριό και το πρώτο που αντικρίσαμε ήταν ένας αγωγιάτης με τα τρία του γαϊδούρια, μια κι οι Καλαρρύτες είναι πιο «απλωτό» χωριό, με καλντερίμια λιγότερο επικίνδυνα για τα υπομονετικά τετράποδα απ’ ό,τι αυτά του Συρράκου, οπότε οι μεταφορές δεν έπαψαν να γίνονται με ζώα – φυσικά, και στους Καλαρρύτες αφήνεις το αυτοκίνητο έξω από τον οικισμό. Οι Καλαρρυτινοί ήταν διάσημοι για την ασημουργία τους, στην οποία και οφείλεται η χρυσή εποχή του χωριού, στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν οι έμποροι πουλούσαν την πραμάτεια τους σε ολόκληρη την Ευρώπη, ενώ υπάρχει Μουσείο Αργυροχρυσοχοΐας, το οποίο δυστυχώς δεν κατέστη δυνατό να δούμε, καθότι κλειστό. Αρκεστήκαμε, λοιπόν, στην πληροφορία ότι ο πασίγνωστος Bulgari κατάγεται από δω και πήγαμε να πιούμε καφέ στο άλλο… μουσείο του χωριού.

Πρόκειται για το καφενείο «Άκανθος», ηλικίας 176 ετών, που λειτουργεί ασταμάτητα από το 1840. Ο Ναπολέων Ζαγκλής αποφάσισε τη δεκαετία του ’90 να εγκαταλείψει την πολυεθνική όπου εργαζόταν και να αναλάβει το καφενείο του προπάππου του – απ’ ό,τι φαίνεται, δεν το έχει μετανιώσει καθόλου. Την ώρα του καφέ έπιασε και καταιγίδα, οπότε ακολούθησαν και τα σχετικά τσίπουρα με εξαιρετικό μεζέ, μια και στον «Άκανθο» σερβίρεται και καλομαγειρεμένο φαγητό, που αν κατάλαβα καλά, μάλλον κάποιοι ντόπιοι το παίρνουν και για το σπίτι. Η βόλτα που κάναμε μετά τη βροχή αποκάλυψε ένα πανέμορφο χωριό με πέτρινα αρχοντικά, συντηρημένα με σεβασμό, ενώ η έκπληξη της ημέρας –δεν είμαι σίγουρη ότι ήταν ευχάριστη– ήταν δύο ελαφάκια που εντοπίσαμε να βόσκουν ήσυχα σε έναν περιφραγμένο χώρο, κάνοντάς μας να αναρωτηθούμε μήπως έχουμε χάσει σε τέτοιο βαθμό την επαφή με τη φύση, που μπερδεύουμε τα κατσίκια με τα ελάφια.

a5

Το Συρράκο και οι Καλαρρύτες ήταν αντικείμενο του πόθου μας για πολλά χρόνια και τώρα που τα γνώρισα τα θεωρώ από τα ωραιότερα ορεινά χωριά της Ελλάδας. Όσο για το Συρράκο, το τοποθετώ μετά βεβαιότητας στην πρώτη τριάδα. Η ζεστασιά των ανθρώπων, η αυθεντική φιλοξενία, το «άγριο» τοπίο, το πέτρινο αρχοντικό του 1864 με το… σαγηνευτικό πρωινό και τους ανοιχτόκαρδους ιδιοκτήτες με κέρδισαν από την πρώτη στιγμή. Θα επιστρέψω με την πρώτη ευκαιρία, μια κι έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου αυτήν τη φορά να κάνω και πεζοπορία. Άλλωστε στην επιστροφή η διαδρομή δεν μου φάνηκε τόσο επικίνδυνη, τη συνήθισα.

πηγή: Lifo, της Κορίνας Φαρμακόρης

Κεντρικό Ζαγόρι: Μνημεία της φύσης και ανθρώπων έργα

Το Κεντρικό Ζαγόρι (από τις σλαβικές λέξεις za που σημαίνει «πίσω» και gora που σημαίνει «βουνό»), εκτός από τα πανέμορφα χωριά του, περιλαμβάνει και μια σειρά από παρεμβάσεις στη φύση που όχι μόνο δεν την προσβάλλουν αλλά δείχνουν και πόσο αρμονικά μπορεί να συνυπάρξει με τον άνθρωπο. Οι Ηπειρώτες μαστόροι σμίλεψαν την πέτρα κι έφτιαξαν γεφύρια, λιθόστρωτα μονοπάτια και σκάλες, να χαίρεσαι να τα βλέπεις και να τα περπατάς και τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Και το κάθε ένα από αυτά έχει τη δική του ιστορία, τυλίγεται με τους δικούς του μύθους, με τους δικούς του θρύλους…

1

Το μικροσκοπικό τοξωτό γεφυράκι του καπετάν Αρκούδα («εδώ εφονεύθη από τουρκικό βόλι ο οπλαρχηγός Γεώργιος Αρκούδας την 6η Αυγούστου του  1906», αναγράφει η ταμπέλα) στον Ξηροπόταμο, λίγο έξω από το Δίλοφο, προϊδεάζει για τις αριστουργηματικές, μέσα στην απλότητά τους, ανθρώπινες κατασκευές προκειμένου να δαμαστούν τα ρέματα, τα φαράγγια και τα υψώματα για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ των χωριών.

Τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί με τη γοητεία του μικρού Δίλοφου. Χτισμένο εξ ολοκλήρου από φυσική πέτρα και πνιγμένο μέσα στο πυκνό δάσος από μαυρόπευκα και βελανιδιές, μόλις που διακρίνεται. Ενα τετραώροφο αρχοντικό στην είσοδό του φτιάχτηκε για να ατενίζει προς το Κουκούλι, μια και η κυρά του ιδιοκτήτη καταγόταν από εκεί κι ήθελε να έχει καθημερινή οπτική επαφή με το χωριό της. Ο Διλοφιώτης άρχοντας δεν της χάλασε το χατίρι, χτίζοντας για χάρη της το ψηλότερο ζαγορίσιο αρχοντικό (13,5 μέτρα).

2Το Καλογερικό γεφύρι ή γεφύρι του Πλακίδα κι από πίσω οι Κήποι. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Βίκος και βικογιατροί 
Η γραφική πλατεία με το κτίριο της Αναγνωστοπούλειου Σχολής (1855), ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου (1857), τα ανηφορικά καλντερίμια με τις μικρές αυλόπορτες και η παντελής έλλειψη οποιασδήποτε νεωτεριστικής αρχιτεκτονικής διάστασης δίνουν στο Δίλοφο μια εικόνα σχεδόν παραμυθένια. Στον δρόμο προς τους Κήπους το γεφύρι του Κόκκορου ποζάρει σαν καλλονή. Κατασκευάστηκε στα μέσα του 18ου αιώνα για να δαμάζει τις δύο απότομες βραχώδεις πλευρές του ρέματος του Βίκου, εξυπηρετώντας την επικοινωνία ανάμεσα στα χωριά Δίλοφο, Κήποι και Κουκούλι.

Οι περιγραφές περιττεύουν και για το Κουκούλι, επίσης άβατο για τα αυτοκίνητα. Σπουδαία αρχοντικά (Κόκκορου, Πλακίδα) βρίσκονται διάσπαρτα στο χωριό, που έχει σαν πυρήνα την πλατεία με τον ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου και το συγκρότημα του παλιού σχολείου με τις καμάρες και τις βρύσες. Το μουσείο – βοτανική συλλογή του Κουκουλιώτη λαογράφου και φυσιοδίφη Κώστα Λαζαρίδη στεγάζεται στο συντηρημένο πατρικό σπίτι του και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ταξινομημένα περίπου 1.260 είδη φυτών του Ζαγορίου, που αποτέλεσαν το συνταγολόγιο των περίφημων βικογιατρών, των πρακτικών γιατρών που έφτασαν να κατέχουν ακόμη και πολύ υψηλά αξιώματα ως ιατρικοί σύμβουλοι των σουλτάνων.

3Οι Κήποι ήταν η παλιά πρωτεύουσα του Ζαγορίου. (Φωτογραφία: Αντώνης Δήμας)

Εξω από το κεφαλοχώρι των Κήπων, παλιάς πρωτεύουσας του Ζαγορίου, συναντιούνται τα ρέματα Ξηροπόταμος, Μπαγιώτικο και Βικάκι που μαζί θα κατευθυνθούν βόρεια σχηματίζοντας το περίφημο φαράγγι του Βίκου.

Το περίτεχνο τρίτοξο Καλογερικό ή γεφύρι του Πλακίδα (1814), με τη μοναδική αρμονία των τόξων του, ενώνει τις όχθες του Μπαγιώτικου σαν κάμπια σε κίνηση. Το ντελικάτο πέρασμα στην απέναντι όχθη αποτελεί μοναδική εμπειρία. Λίγο πιο κάτω, στην έξοδο του φαραγγιού Βικάκι, το γεφύρι του Κοντοδήμου, διερμηνέα της γαλλικής πρεσβείας στην Πόλη, χτίστηκε το 1753 για την επικοινωνία των Κήπων με το Κουκούλι.

Στον δρόμο για τους Νεγάδες, τα περίφημα γεφύρια του Μύλου και του Πιτσιώνη (έχτισε το γεφύρι το 1830 εκεί που κόντεψε να πνιγεί), καθώς και άλλα μικρότερα αλλά εξίσου γοητευτικά, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ολοήμερα tour γεφυριών που συνδέονται μεταξύ τους με μονοπάτια και λιθόστρωτα.
Συνεπαρμένος από την αρμονική συνύπαρξη φυσικού μεγαλείου και ανθρώπινων κατασκευών, κατευθύνομαι στους άγνωστους -στις τρεις μέχρι τώρα επισκέψεις μου στα Ζαγοροχώρια- Νεγάδες (1.060 μ.).

4Το φαράγγι του Βίκου, έτσι όπως φαίνεται από την Οξιά. (Φωτογραφία: Αντώνης Δήμας)

Μια αμαζόνα στα Σουδενά
Αφήνω την κοιλάδα του Μπαγιώτικου και ακολουθώντας παράλληλη πορεία με το ρέμα της Γεφυρίτσας, μέσα σε δάσος βελανιδιάς που φορά τα χρώματα του φθινοπώρου, φτάνω στο αρχοντοχώρι του Κεντρικού Ζαγορίου, με τα σκουρόχρωμα σπίτια και τα ψηλά αρχοντικά των Νεγαδιτών που διέπρεψαν στην πολιτική και οικονομική ζωή της Μολδοβλαχίας από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα. Ο τρισυπόστατος ναός του Αγίου Γεωργίου με το εξάγωνο καμπαναριό θα συμπληρώσει την εικόνα ενός ακόμη αρχιτεκτονικού διαμαντιού στο Κεντρικό Ζαγόρι.

Δεν είχα ποτέ επισκεφτεί τον Ελαφότοπο. Στον Κάμπο των Σουδενών (Πεδινών) βρήκα την αφορμή. Ο κύριος Αλκιβιάδης και η αμαζόνα κυρά του. Το τοπίο γύρω από το μικρό οροπέδιο τραχύ, με κέδρα, πουρνάρια, σφεντάμια κι αγριοκερασιές. Οι καλλιέργειες στον κάμπο φτωχές, με κρεμμύδια, πατάτες και λίγα κολοκύθια.

«Οι νέοι έφυγαν, οι γέροι το παλεύουν», μου εξομολογείται ο γέροντας. Ο Ελαφότοπος (1.100 μ.) είναι ένας πανέμορφος οικισμός με καλντερίμια και πέτρινες βρύσες, με εξαίρετα δείγματα παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και υποδειγματικό λαογραφικό μουσείο. Πείστηκα από τις περιγραφές και αποφάσισα να ακολουθήσω το μονοπάτι Ελαφότοπου – Βίκου μέχρι τη θέση Καστρί για να δω τη θέα στα βράχια της Αστράκας από μια άλλη, άγνωστη προοπτική.

Ορεινές αγελάδες βόσκουν ανέμελα στις πλαγιές του Στούρου, ελληνικοί ποιμενικοί με δήθεν απειλητικές διαθέσεις αρχικά και με χαρούμενη διάθεση στη συνέχεια με ακολουθούν μέχρι το Καστρί, ένα μοναδικό μπαλκόνι απέναντι από τους Πύργους της Αστράκας. Τα σύννεφα πυκνώνουν και η φθινοπωρινή καταιγίδα της Πίνδου δεν αργεί να ξεσπάσει.

5Στο Δίλοφο θα βρείτε τα ωραιότερα καλντερίμια του Ζαγορίου. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Δρόμο παίρνω, δρόμο αφήνω, φτάνω στο αυτοκίνητο ασθμαίνοντας και στάζοντας. Από τον Ελαφότοπο κατηφορίζω πάλι στον κάμπο των Πεδινών. Ασπρες κουκκίδες τα αιγοπρόβατα, βόσκουν στον πάλαι ποτέ σιτοβολώνα του Ζαγορίου. Στην είσοδο των Κάτω Πεδινών ο ναός των Ταξιαρχών με την αθωνίτικη αρχιτεκτονική και στο μεσοχώρι το Παρθεναγωγείο γοητεύουν τους σπάνιους επισκέπτες του χωριού, μια και αυτό δεν φημίζεται για την τουριστική υποδομή του.

Αντίθετα, τα Ανω Πεδινά συγκεντρώνουν κάποιους από τους καλύτερους ξενώνες των Ζαγοροχωρίων. Στην είσοδο του χωριού που περηφανεύεται για το λαμπρό τέκνο του, τον δάσκαλο του Γένους, Νεόφυτο Δούκα, δεσπόζει η φρουριακή μονή Ευαγγελιστρίας με εξαιρετικές αγιογραφίες και σπάνια κειμήλια. Ξεχωρίζουν, ακόμα, τα κτίρια της Λαμπριάδειου Χειροτεχνικής Σχολής, το κλειστό πλέον σχολείο του χωριού που στεγάζει τη βιβλιοθήκη του Νεοφύτου Δούκα και η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου.

6Μονοπάτι πάνω από το φαράγγι του Βίκου που οδηγεί από τη μονή της Αγ. Παρασκευής στα ασκηταριά. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Στο χωριό των Ριζάρη
Μόλις 1,2 χλμ. από την έξοδο των Ανω Πεδινών σχηματίζεται το τρίστρατο που οδηγεί στους Κήπους (δεξιά), ενώ ευθεία ανηφορίζει στη Βίτσα και στο Μονοδένδρι, δύο από τα διασημότερα χωριά όλου του Ζαγορίου.
Η «τουριστικοποιημένη» Βίτσα αποτελείται από τις συνοικίες της Κάτω και Ανω Βίτσας. Το εντυπωσιακότερο κτίριο του χωριού είναι η Βριζοπούλειος Σχολή, ενώ ενδιαφέρουσες είναι οι εκκλησίες της Κοίμησης της Θεοτόκου στον κάτω μαχαλά και του Αγίου Νικολάου και των Ταξιαρχών στον άνω.

Η Βίτσα συνδέεται με το Κεντρικό Ζαγόρι μέσω της σκάλας της, ενός ελικοειδούς λιθόστρωτου μονοπατιού που κατεβάζει στο δίτοξο γεφύρι του Μίσιου. Οδηγώ μέχρι το Μονοδένδρι (1.060 μ.) που αυτονομήθηκε από τη Βίτσα το 1753 (αποτελούσε τον άνω μαχαλά της). Πήρε το όνομά του από το τεράστιο έλατο που βρισκόταν κάποτε κοντά στον ναό του Αγίου Μηνά. Ως ιδιαίτερη πατρίδα των αδελφών Ριζάρη, βρίθει δημοσίων κτιρίων (Ριζάρειος Σχολή, Ριζάρειο Εκθεσιακό Κέντρο, Ριζάρειο Χειροτεχνικό Κέντρο), σπουδαίων αρχοντικών, εκκλησιών (ξεχωρίζουν η τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Αθανασίου και ο ναός του Αγίου Μηνά) και δικτύου καλντεριμιών.

7Το Κουκούλι, με τα αρχοντικά, τον ναό της Κοίμησης και το συγκρότημα του παλιού σχολείου με τις καμάρες. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Ενα από αυτά με οδηγεί στη μονή της Αγίας Παρασκευής, που είναι το πιο φημισμένο μοναστήρι του Ζαγορίου, με μοναδική θέση στο φαράγγι του Βίκου. Πάνω από το Μονοδένδρι, στην περιοχή Θεόκτιστα, περπατώ σε πετροδάσος, εκεί που οι σχιστολιθικοί σχηματισμοί ξεπερνούν και την πιο αχαλίνωτη φαντασία, για να καταλήξω στο μπαλκόνι της Οξιάς (1.320 μέτρα) με την ανεμπόδιστη θέα στο φαράγγι του Βίκου και κυρίως στον Μέγα Λάκκο, το πιο παρθένο παρακλάδι του φαραγγιού…

Η διάσχιση αποτελεί πραγματική πρόκληση. Από το Μονοδένδρι μέχρι τον πάτο του φαραγγιού απαιτείται περίπου μία ώρα και άλλες πέντε ώρες διάσχιση μέχρι το χωριό Βίκος, στο Δυτικό Ζαγόρι, που από τον δρόμο απέχει 16 χιλιόμετρα από το Μονοδένδρι.

Ευλογημένη διαδρομή
Η κύρια είσοδος του Κεντρικού Ζαγορίου είναι το χωριό Ασπράγγελοι, όπου και το Κέντρο Ενημέρωσης για τον Εθνικό Δρυμό. Η δεξιά οδός οδηγεί στα χωριά που φωλιάζουν στις πίσω πλαγιές (όπως αυτό φαίνεται από τα Γιάννενα) του κατάφυτου βουνού Μιτσικέλι.

8Η φρουριακή μονή Ευαγγελιστρίας στα Ανω Πεδινά. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Η Ελάτη (960 μ.) πνιγμένη σε σύμμικτο δάσος ελάτων, μαυρόπευκων και βελανιδιών προσφέρει την πιο ολοκληρωμένη πανοραμική θέα στις πλαγιές της Τύμφης, ενώ το Δίκορφο (1.000 μ.), με την ελάχιστη τουριστική αξιοποίηση, θυμίζει την εποχή του παλιού Ζαγορίου. Η εκκλησία του Αγίου Μηνά και το κτίριο του Αρρεναγωγείου δεσπόζουν στο χωριό και αποτελούν τα μεγαλύτερα οικοδομήματα του γραφικότατου και τουριστικά ανεπιτήδευτου Δίκορφου.

Ο δρόμος συνεχίζει σκαρφαλωμένος στη βορειοανατολική πλαγιά του βουνού, μέσα σε εκπληκτικό τοπίο, προς τα μικροσκοπικά χωριά του Μανασσή και του Καλουτά με το δίτοξο γεφυράκι στον Ροδόλακκο και τελειώνει στο εξίσου μικρό και πανέμορφο Διπόταμο, που στέκεται στην κορυφή ενός καταπράσινου λόφου στο βορειοανατολικό άκρο του Μιτσικελίου. Ακόμη 12 χιλιόμετρα ευλογημένης διαδρομής και φτάνω στους Φραγκάδες, που κάηκαν από τους Γερμανούς το 1943, όμως διατηρούν αρκετή από την παλιά γοητεία τους, με την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, την ευρύχωρη πλατεία, τον μεγάλο πλάτανο, κάποια πετρόκτιστα σπίτια, καλντερίμια και βρύσες…

Παράλληλα με τον Αώο
Για να γνωρίσω τα πιο απομακρυσμένα από τα χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου κάνω τον μεγάλο κύκλο. Παίρνω τον δρόμο Κόνιτσας-Δίστρατου και οδηγώ παράλληλα με τον Αώο που κυλά αφρισμένος ανάμεσα στην Τύμφη και στον Σμόλικα. Στο χωριό Παλιοσέλι, παίρνοντας νότια πορεία, κατευθύνομαι στο Βρυσοχώρι με τις τέσσερις εκκλησιές, τις 22 βρύσες και τη μοναδική θέα στις κορυφές της Τσούκα Ρόσα.

9Σκηνικό μαγείας στο φαράγγι Βικάκι, που βρίσκεται κοντά στον Βίκο. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Λίγα μένουν από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του χωριού, μια και αυτό έπεσε θύμα της θηριωδίας των Γερμανών που το κατέκαψαν. Ατέλειωτα δάση με μαυρόπευκα αποτελούν τη μοναδική πηγή πλούτου αυτών των απομακρυσμένων χωριών. Εδώ όλοι ασχολούνται με την υλοτομία. Πέντε χιλιόμετρα μετά το Βρυσοχώρι συναντώ το Ηλιοχώρι (1.050 μ.), χτισμένο σε κατάφυτη πλαγιά. Πανέμορφη η εκκλησία του Αγίου Νικολάου και άξιος προσοχής ο γιγάντιος πλάτανος στην κεντρική πλατεία.

Η νότια πορεία συνεχίζεται και με γενναία δυτική παράκαμψη -πάντα κινούμενος σε δασικό τοπίο ανυπέρβλητης ομορφιάς και σε δρόμο που δείχνει να υποχωρεί στις ορέξεις του καιρού- φτάνω στη Λαΐστα, το πιο απομονωμένο και απομακρυσμένο Ζαγοροχώρι. Επιστρέφω στον οδικό άξονα, περνώ τον Γυφτόκαμπο και τις Σαρακατσάνικες Στάνες με τις παρειές του δρόμου γεμάτες ευθυτενείς κορμούς από κομμένα μαυρόπευκα.

Συναντώ κοπάδια με άλογα πάνω και απολαμβάνω τη θέα της μικρής χαράδρας του Γυφτόκαμπου από τη θέση Μπόκοβο. Συνεχίζω με δυτική κατεύθυνση, περνώ από το Σκαμνέλι (δυστυχώς εδώ ο τσίγκος έχει αντικαταστήσει την πέτρα) και επιτέλους φτάνω στο Τσεπέλοβο, την πρωτεύουσα του Δήμου Τύμφης, με τα σκουρόχρωμα αρχοντικά με φόντο τα βράχια της Τύμφης, τα υπέροχα καλντερίμια, την εκκλησία-στολίδι του Αγίου Νικολάου με το εξάγωνο καμπαναριό.

10Το Δίκορφο, με την ελάχιστη τουριστική αξιοποίηση, θυμίζει την εποχή του παλιού Ζαγορίου. Η εκκλησία του Αγίου Μηνά και το κτίριο του Αρρεναγωγείου δεσπόζουν στο χωριό.(Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Φινάλε στο Μπελόη
Επτά χιλιόμετρα από το Τσεπέλοβο απέχει το αγαπημένο μου χωριό, το μικροσκοπικό Καπέσοβο (1.120 μ.). Με υπέροχα ζαγορίσια αρχοντικά και εξαιρετικά καλντερίμια μπήκε στην καρδιά μου από τις χιονισμένες χριστουγεννιάτικες μέρες που πέρασα εδώ πριν από κάποια χρόνια. Το χωριό αναπτύσσεται γύρω από την τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Νικολάου, διακοσμημένη με τοιχογραφίες Καπεσοβιτών αγιογράφων, η φήμη των οποίων ξεπέρασε τα όρια της περιοχής.

Η Πασχάλειος Σχολή, το μεγαλύτερο σχολείο στο Ζαγόρι, διαθέτει 14 αίθουσες και τώρα στεγάζει μικρό λαογραφικό μουσείο και σπουδαία βιβλιοθήκη με σπάνια βιβλία. Ανάμεσά τους και ένα από τα πρωτότυπα αντίγραφα της Μεγάλης Χάρτας του Ρήγα Φεραίου.

Ενας φιδογυριστός δρόμος 9 χλμ. ενώνει το Καπέσοβο με το Βραδέτο, τη στέγη του Ζαγορίου. Εγώ προτιμώ και πάλι την παραδοσιακή πρόσβαση από τη Σκάλα του Βραδέτου, μοναδικό τρόπο επικοινωνίας του χωριού με τον έξω κόσμο μέχρι το 1974. Μια σκάλα-αποθέωση της ηπειρώτικης μαστοριάς – τρεις «λωρίδες κυκλοφορίας» πάνω σε αριστουργηματικό καλντερίμι.

11Η Σκάλα του Βραδέτου, του χωριού που φύλαγε για χρόνια μονάχη η θεία Κωστάντω διατηρώντας το μικρό καφενεδάκι στην πλατεία. (Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Η μεσαία για τα μουλάρια, στρωμένη με μαύρη πέτρα για να μη γλιστράνε, δεξιά κι αριστερά οι λωρίδες των ανθρώπων φτιαγμένες με άσπρη πέτρα και ούγιες για να ακολουθούν τον ανθρώπινο βηματισμό. Η σκάλα με τα 39 πέταλα και τα 1.100 σκαλοπάτια φτάνει μέχρι κοντά στο εκκλησάκι του Αϊ-Θανάση του Βραδέτου. Τριάμισι συνολικά τα χιλιόμετρα της διαδρομής. Μια κατασκευή απαράμιλλης τεχνικής που μετουσιώθηκε σε αληθινό έργο τέχνης…

Φτάνω στο Βραδέτο (1.340 μ.), στο χωριό που ανέδειξε μεγάλους ευεργέτες (αδελφοί Κοντοδήμου, Αναστάσιος Σακελλάρης), που φύλαγε για χρόνια μονάχη η θεία Κωστάντω διατηρώντας το μικρό καφενεδάκι στην πλατεία. Ο ναός της Γέννησης της Θεοτόκου, με την απλότητα που τον διακρίνει, περιγράφει την ακμή του χωριού τον 18ο αιώνα, όταν χτίστηκαν το σχολείο, η πλατεία και τα θαυμάσια λιθόστρωτα.

12(Φωτογραφία: Αντώνης Δήμας)

Αφήνω το Βραδέτο με βορειοδυτική κατεύθυνση και ανάμεσα σε κοπάδια με ζαγορίσια μοσχαράκια κατευθύνομαι στο Μπελόη, το σημαντικότερο μπαλκόνι θέας του θαύματος που ακούει στο όνομα «φαράγγι του Βίκου». Το οδοιπορικό στον τόπο «πίσω από το βουνό» τελειώνει εδώ, με εικόνες που αξίζουν όσο χιλιάδες λέξεις…

Εθνικός δρυμός Βίκου – Αώου
Τα χωριά Μονοδένδρι, Βίκος, Μικρό και Μέγάλο Πάπιγκο βρίσκονται εντός του δρυμού. Από τα θαύματα της φύσης που περικλείονται στα όριά του ξεχωρίζουν το φαράγγι του Βίκου, ο Βοϊδομάτης που έχει τις πηγές του μέσα στο φαράγγι και η υποαλπική Δρακολίμνη.  Ο δρυμός, με τον πλούτο των οικοσυστημάτων του, παραμένει ένα από τα καταφύγια άγριας ζωής στην Ευρώπη.

13Τσεπέλοβο, η έδρα του Δήμου Τύμφης, με τα σκουρόχρωμα αρχοντικά με φόντο τα βράχια της Τύμφης, τα καλντερίμια και την εκκλησία-στολίδι του Αγίου Νικολάου
(Φωτογραφία: Ηρακλής Μηλας)

Σημεία θέας

Οξιά: Με δασικό δρόμο από το Μονοδένδρι προσεγγίζεται το μπαλκόνι της Οξιάς (1.320 μ.), που στέκεται αντικριστά στον Μεγάλο Λάκκο, το μεγάλο παρακλάδι του φαραγγιού του Βίκου.

Μπελόη: Μπελόη στα σλάβικα σημαίνει «ωραία θέα» και από τη θέση αυτή, στα 1.400 μέτρα υψόμετρο, απλώνεται μεγαλοπρεπές όλο το φαράγγι. Η προσέγγιση από το χωριό Βραδέτο μπορεί να συμπληρωθεί με την ανάβαση της περίφημης Σκάλας του Βραδέτου. Πραγματικά μοναδική εμπειρία.

Καστρί: Προσβάσιμο με μονοπάτι από τον Ελαφότοπο (90 λεπτά), στέκεται αντικριστά στους πελώριους Πύργους της Αστράκας. Από τον Ελαφότοπο προς το χωριό Βίκος ακολουθούμε την κίτρινη ταμπέλα προς Καστρί.

Τα χωριά του Κεντρικού Ζαγορίου
Το Κεντρικό Ζαγόρι καταλαμβάνει μια τεράστια έκταση και περιλαμβάνει  τα χωριά: Βίτσα, Μονοδένδρι, Σκαμνέλι, Βραδέτο, Ελάτη, Βρυσοχώρι, Τσεπέλοβο, Καπέσοβο, Νεγάδες, Δίκορφο, Ανω Πεδινά, Κάτω Πεδινά, Ελαφότοπος, Μανασσή, Καλουτά, Διπόταμο, Λεπτοκαρυά, Ηλιοχώρι, Λαΐστα, Δίλοφο, Κήποι, Κουκούλι, Φραγκάδες, Ασπράγγελοι.

πηγή: Έθνος

Άρτα: ο Βυζαντινός ανθός της Ηπείρου

Χωριά σαν αϊτοφωλιές, μεγαλειώδη βουνά που σου κόβουν την ανάσα, αξεπέραστοι ήρωες, νερά που δεν σταματούν να τρέχουν ποτέ, θρυλικά γεφύρια, ποτάμια και λιμνοθάλασσες· καλώς ήρθες στην Αρτα!

1Το γεφύρι της Άρτας. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Ένα ταξίδι στην Άρτα είναι μια περιπέτεια που δεν θέλεις να τελειώσει, ένα σεργιάνι ανάμεσα σε τοπία ετερόκλητα που συνταιριάζουν εικόνες οι οποίες,  με έναν μαγικό τρόπο, εναλλάσσονται χωρίς να το καταλαβαίνεις. Αστικά κέντρα και γραφικά χωριά σκαρφαλωμένα στις βουνοπλαγιές, θρύλοι για πρωτομάστορες, ποταμοί και λίμνες, ο Αμβρακικός και η Κορωνησία, θρησκευτικά μνημεία και διαδρομές ανάμεσα σε πυκνά δάση και τοπία που κόβουν την ανάσα.

Πρωτεύουσα του νομού και αδιαμφισβήτητο κέντρο της κάθε δραστηριότητας είναι φυσικά η Άρτα. Και στην Άρτα το πιο διάσημο αξιοθέατο, που το ξέρεις ακόμα κι αν δεν έχεις δει ούτε μισή φωτογραφία του, είναι το γεφύρι της. Πέρα από τον περίφημο θρύλο που το συνοδεύει για τη γυναίκα του πρωτομάστορα που έπρεπε να «σφραγίσει» με το σώμα της την ευστάθειά του, το γεφύρι αποτέλεσε κάποτε και το όριο της ελεύθερης από την αλύτρωτη Ελλάδα.

10Η πόλη της Άρτας από ψηλά.

Κέντρο σήμερα της Αρτας είναι η πλατεία Σκουφά, όπου χτυπά ο παλμός της κίνησης μέρα και νύχτα. Θα δεις ακόμα τον εκπληκτικό ναό της Παρηγορήτισσας με τον τρούλο του (ψηφιδωτού) Παντοκράτορα, θα περάσεις και από τον ναό της Αγίας Θεοδώρας με τα παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα και τον τάφο της ίδιας της αγίας, θα συνεχίσεις το βυζαντινό σεργιάνι στην εκκλησιά του Αγίου Βασιλείου της Αγοράς με την περίτεχνη κεραμοπλαστική διακόσμηση, θα κάνεις τη βόλτα σου στο Αρχαιολογικό Μουσείο, θα ανέβεις και στον πευκόφυτο λόφο της Περάνθης για να δεις τη θέα σ’ όλη την Αρτα και το ημικύκλιο που σχηματίζει ο Αραχθος περιμετρικά της πόλης.

Δεν θα παραλείψεις να δεις το Κάστρο, πιστό φύλακα της Αρτας από την εποχή του Δεσποτάτου της Ηπείρου, και φυσικά τα τείχη της αρχαίας Αμβρακίας, της λαμπρής αρχαίας πολιτείας που υπήρξε πρωτεύουσα του Κοινού των Ηπειρωτών.

2Η Κορωνησία στον Αμβρακικό κόλπο.

Στα χνάρια του Καραϊσκάκη

Στα νότια της Αρτας, ο Αμβρακικός κόλπος και η λιμνοθάλασσα της Κορωνησίας χαρίζουν καινούργιες, διαφορετικές εικόνες. Μα η εναλλαγή είναι συνεχής, ασταμάτητη. Από τα νερά του Αμβρακικού, στα νερά των Τζουμέρκων, σ’ αυτά τα μεγαλειώδη, υποβλητικά βουνά που έχουν αγαπηθεί όσο λίγα και εξακολουθούν να προκαλούν ρίγη στους τυχερούς που τα επισκέπτονται.

Οι διαδρομές από το φράγμα Πουρναρίου και την τεχνητή λίμνη μέχρι το Βουργαρέλι κι από κει στα Θεοδώριανα, στα Αγναντα και στους Μελισσουργούς είναι βγαλμένες από τα πιο ευφάνταστα όνειρα του απαιτητικού ταξιδιώτη. Εντυπωσιακές βουνοκορφές, γκρεμοί που ζαλίζουν, ατμόσφαιρα, δάση πυκνά μα και άγρια, χωριά που ξεφυτρώνουν στις τραχιές πλαγιές, τρεχούμενα νερά και λαϊκές παραδόσεις που συγκινούν.

3Το παλιό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Στα ανατολικά όρια της Άρτας με τη Θεσσαλία, στην περιοχή της Άνω Καλεντίνης και της Σκουληκαριάς, έρχεσαι στα βήματα του Γεωργίου Καραϊσκάκη, του ηρωικού οπλαρχηγού που γεννήθηκε εδώ (στη Σκουληκαριά) και φέρει το όνομά του η ευρύτερη περιοχή. Ανάμεσα στα όμορφα χωριά, θα ανακαλύψεις παμπάλαιους ναούς και μοναστήρια, όλα άρρηκτα συνδεδεμένα με την τοπική ιστορία αλλά και το σήμερα, μια αέναη συνέχεια όπου παρελθόν, παρόν και μέλλον μπλέκονται δημιουργικά μεταξύ τους.

Φύση, φαγητό, παράδοση

Στην ευρύτερη περιοχή της Αρτας μπορείς να επιδοθείς σε αρκετές μορφές εναλλακτικού τουρισμού: οικολογικός και περιβαλλοντικός, περιπατητικός, εκκλησιαστικός, γαστριμαργικός. Μην παραλείψεις να δοκιμάσεις τα πλούσια γαλακτοκομικά προϊόντα από την ορεινή περιοχή των Τζουμέρκων!

tzoumerkaΤζουμέρκα. Φωτογραφία: Τασος Παρας

«Δεν θα βρεις αταίριαστη ούτε πέτρα!»

Τα βουνά των Τζουμέρκων είναι από τα πιο συγκλονιστικά τοπία που θα αντικρίσεις ποτέ. Μια φορά να ’ρθεις και θα καταλάβεις πως δεν υπάρχει ίχνος υπερβολής σ’ αυτό. Οι επιβλητικές κορυφές, οι τραχιές κι απότομες πλαγιές που πάνω τους «γαντζώνονται» σαν αετοφωλιές οι ορεινοί οικισμοί, τα άφθονα νερά που δεν σταματούν λεπτό να τρέχουν, οι διαδρομές ανάμεσα στα δάση, οι άνθρωποι. Και τόσα άλλα. Γι’ αυτό και οι φίλοι των Τζουμέρκων, που ξέρουν καλά τα μέρη εδώ και δεν τα συγκρίνουν με τίποτα άλλο, λένε: «Τα Τζουμέρκα είναι τόσο τέλεια φτιαγμένα, που δεν θα βρεις αταίριαστη ούτε πέτρα»· κι άδικο δεν μπορείς να τους δώσεις.

Τα Τζουμέρκα ή Αθαμανικά Ορη απλώνονται σε δύο νομούς, στην Αρτα και στα Γιάννενα· όχι πως τα ανυπότακτα βουνά γνωρίζουν οριογραμμές, αλλά για τη χωροταξία του πράγματος. Στην Αρτα ανήκουν τα Κεντρικά Τζουμέρκα, με πρωτεύουσα και μεγαλύτερο κεφαλοχώρι τους το ιστορικό Βουργαρέλι (περίπου 55 με 60 χλμ. από την Αρτα), χτισμένο σε υψόμετρο που φτάνει και τα 800 μέτρα, κι «αγκαλιασμένο» από πυκνό ελατόδασος: είναι η ιδανική βάση για την εξερεύνηση των Κεντρικών Τζουμέρκων.

4Το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας, που, δυστυχώς, τον χειμώνα που μας πέρασε γκρεμίστηκε εξαιτίας των ορμητικών νερών του Αραχθου.

Το Βουργαρέλι είναι από τα πιο παλιά χωριά των Τζουμέρκων, η ιστορία του καταγράφεται σε έγγραφα ήδη του 17ου αι., είναι όμως κι από τα πιο ζωντανά χωριά της περιοχής (και η έδρα του δήμου Κεντρικών Τζουμέρκων), με περίπου πεντακόσιους μόνιμους κατοίκους να ζουν εδώ. Τον χειμώνα, διότι από την άνοιξη και μετά ο πληθυσμός τραβάει την ανηφόρα, χάρη στους επισκέπτες, ντόπιους και μη, που τιμούν δεόντως το χωριό.

5Το Βουργαρέλι

Στο Βουργαρέλι θα κάνεις λοιπόν μια στάση στη μεγάλη, πλακόστρωτη πλατεία του χωριού με τα πελώρια πλατάνια, τις ταβέρνες και τα καφενεία και φυσικά τις βρύσες του! Τα τρεχούμενα νερά είναι άλλωστε κυρίαρχο στοιχείο της ζωής στα Τζουμέρκα, θα τα συναντάς συνέχεια. Στις πολλές του βρύσες μάλιστα οφείλει (κατά μία εκδοχή) και το όνομά του το χωριό, από τον θόρυβο που κάνουν τα πλούσια νερά αναβλύζοντας. Κάποιες από τις πετρόκτιστες κρήνες έχουν και τα ονόματά τους, η Αρχόντω, η Κρυστάλλω, η κρήνη του καπετάν Γιάννη. Ο τοπικός θρύλος θέλει μάλιστα το νερό τους να εξασφαλίζει σε όποιον το πιει και… νύφη απ’ τα Τζουμέρκα!

Στην πλατεία θα δεις και τον ναό του Αγίου Νικολάου, όμως δεν θα ’ναι και το μοναδικό προσκύνημα στο Βουργαρέλι. Στις βορειότερες άκρες του χωριού θα δεις το παλιό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου (περίπου του 1360), προστάτη της περιοχής. Η σημασία του μεγάλη και πολλαπλή: αξίζει να δεις τις τριακοσίων ετών αγιογραφίες στο καθολικό του ναού, αξίζει επίσης να ρωτήσεις και για την ιστορία του, για τότε που Ηπειρώτες και Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί με πρώτο όλων των Γεώργιο Καραϊσκάκη συγκεντρώθηκαν εδώ και άναψαν τη φλόγα της Επανάστασης στα Τζουμέρκα.

6Τα Θεοδώριανα, ένα χωριό που τον χειμώνα δεν φιλοξενεί περισσότερους από 25-30 κατοίκους, όμως το καλοκαίρι ξεπερνά πολλές φορές και τους δύο χιλιάδες. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Λίγο έξω από το Βουργαρέλι, στα 3 χλμ. περίπου απ’ το χωριό (θέση Παλαιοχώρι), θα βρεις ακόμη ένα σπουδαίο όσο και ασυνήθιστο θρησκευτικό μνημείο. Είναι η Κόκκινη Εκκλησία ή Παναγία Βελλάς, ένα βυζαντινό στολίδι ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, με πιο χαρακτηριστικό στοιχείο τα κόκκινα κεραμικά (εξ ου και το όνομά της). Οι αγιογραφίες της πάνε πίσω μέχρι και στο 1295, γι’ αυτό και πολλές απ’ αυτές διακρίνονται πλέον με δυσκολία.

Συνεχίζοντας από το Βουργαρέλι, θα κινηθείς είτε προς τα ανατολικά και βόρεια, με κατεύθυνση προς Αθαμάνιο και Θεοδώριανα, είτε προς δυτικά και βόρεια, προς Κυψέλη, Αγναντα και τελικό προορισμό τους Μελισσουργούς.

1Το όμορφο χωριό Αγναντα. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Τέρμα Θεού ή αρχή του κόσμου;

Αν αποφασίσεις να συνεχίσεις λοιπόν προς τα ανατολικά, το πρώτο χωριό που θα συναντήσεις, μόλις 5 χλμ. από το Βουργαρέλι, είναι το Αθαμάνιο, όμορφο και φροντισμένο, με τους ξενώνες του και την οργιαστική του βλάστηση. Από εδώ ξεκινά μια συγκλονιστική διαδρομή που λίγες φορές θα έχεις την ευκαιρία να κάνεις, μέχρι τον ορεινό οικισμό των Θεοδώριανων.

Από το Αθαμάνιο συνεχίζεις βορειότερα και ετοιμάζεσαι για συνεχείς στροφές που θα σε φέρνουν όλο και ψηλότερα, μπαίνοντας για τα καλά στον ορεινό όγκο των Αθαμανικών ορέων. Ο δρόμος θέλει προσοχή, όμως τι να πεις και για το τοπίο, που θα σε αναγκάζει σε συνεχείς στάσεις για να βεβαιώνεσαι πως αυτά που βλέπεις υπάρχουν στα αλήθεια και δεν είναι παραίσθηση;

2Οι καταρράκτες της Σούδας, κοντά στα Θεοδώριανα. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Η πρώτη απαραίτητη στάση είναι στο διάσελο του Σταυρού (1.440-1.450 μ. υψόμετρο), με τη συγκλονιστική θέα: κορυφογραμμές της νότιας Πίνδου, ένα μεγάλο κομμάτι της λεκάνης του Αχελώου, ο αρτινός κάμπος και στο βάθος ο Αμβρακικός κόλπος. Θυμήσου πως τον χειμώνα, σαν βαραίνει πολύ ο καιρός, ο Σταυρός μαζεύει πολύ χιόνι και το πέρασμα συχνά κλείνει. Πολύ κοντά στο διάσελο, στη θέση Λιβάδι, βρίσκεται και το πάρκο χειμερινών δραστηριοτήτων, που τα Σαββατοκύριακα του χειμώνα (και τις αργίες) συγκεντρώνει πολλούς φίλους των χειμερινών σπορ.

3Η Κόκκινη Εκκλησιά (ή Βασιλομονάστηρο ή Παναγία Βελλάς). Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Από το Αθαμάνιο μέχρι τα Θεοδώριανα η διαδρομή είναι συνολικά 16 χλμ., oι στροφές πολλές κι οι κορυφές που παρατηρείς ακόμη περισσότερες, η μια ψηλότερη από την άλλη. Η υψηλότερη όλων είναι το Καταφίδι, στα 2.393 μ., ή «Πυραμίδα» όπως την αποκαλούν εδώ. Καθώς προχωράς, ο δρόμος πολλές φορές μοιάζει να «χώνεται» στα βάθη των βουνών, ο ορίζοντας συχνά χάνεται και μονάχα λίγο πριν φτάσεις στα Θεοδώριανα ανοίγει ξανά και το βλέμμα αγκαλιάζει τις άγριες πλαγιές των Αθαμανικών.

Τα Θεοδώριανα είναι ένα χωριό που τον χειμώνα δεν φιλοξενεί παραπάνω από 25-30 κατοίκους, όμως το καλοκαίρι ξεπερνά πολλές φορές και τους δύο χιλιάδες. Σε υψόμετρο 950 μ., τέρμα Θεού για κάποιους, ευλογημένη αρχή για άλλους, το χωριό μοιάζει απόλυτα εναρμονισμένο με το συγκλονιστικής ομορφιάς τοπίο, οι κεραμοσκεπές του φαίνονται σαν να ξεπηδούν απ’ τα βράχια, σωστές αετοφωλιές. Παλιό χωριό κι αυτό, με το όνομά του να αναφέρεται ως Θεοδώριανα ήδη από το 1695 σε βενετσιάνικους καταλόγους, ζει σήμερα από την κτηνοτροφία που αριθμεί πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες πρόβατα.

Πολλά από αυτά βόσκουν στο οροπέδιο της Κωστηλάτας, άλλη μια τοποθεσία με τη δική της παρουσία στις σελίδες της Ιστορίας. Η Κωστηλάτα ανήκε κάποτε σε Τούρκους αγάδες, την απέκτησαν ντόπιοι τσιφλικάδες και έπειτα από αγώνες πέρασε στα χέρια του τοπικού αναγκαστικού συνεταιρισμού. Είναι όμως ονομαστή και για τις δεκάδες πηγές της, για το νερό που εμφιαλώνεται και κυκλοφορεί κι αυτό με την επωνυμία «Κωστηλάτα», για τις νεροτριβές της κι επίσης για τους καταρράκτες της, που έχουν νερό όλο τον χρόνο, με γνωστούς εκείνους της Σούδας (οδηγεί ένα μονοπάτι 15’ περίπου).

Εντυπωσιακοί καταρράκτες και διαδρομές στις όχθες της λίμνης

Για να συνεχίσεις τη διαδρομή μετά τα Θεοδώριανα, θα πρέπει αναγκαστικά να γυρίσεις πίσω. Σύνδεση άλλη δεν υπάρχει, με εξαίρεση τον χωματόδρομο που συνεχίζει βόρεια προς τους Μελισσουργούς, που θα πάρεις μόνο αν ο καιρός το επιτρέπει και έχεις απόλυτη εμπιστοσύνη στο αυτοκίνητό σου. Τζουμέρκα είναι αυτά, δεν αστειεύονται!

4Οι απομονωμένοι Μελισσουργοί, που δεν έχουν άμεση σύνδεση με κανένα άλλο χωριό της Αρτας. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Επιστροφή στο Βουργαρέλι λοιπόν, κι αυτήν τη φορά διάλεξε τον δρόμο προς τα νοτιοδυτικά, προς το Κάτω Αθαμάνιο και το φράγμα του Πουρναρίου. Δεν θα χρειαστεί να φτάσεις μέχρι το υδροηλεκτρικό φράγμα, αξίζει ωστόσο να έρθεις μέχρι τον οικισμό της Κάτω Καλεντίνης, που ένα μέρος του έχει χαθεί κάτω από τα νερά της τεχνητής λίμνης που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του ’80. Μένοντας εκτός κεντρικού δρόμου, μπορείς να ακολουθήσεις τους επαρχιακούς δρόμους που κινούνται όλο και πιο κοντά στις όχθες της τεχνητής λίμνης και του Αραχθου: Δίστρατο, Τραπεζάκι, Φτέρη και Βαθύκαμπος είναι μικρά χωριά χωρίς υποδομές, στα οποία αξίζει ωστόσο να αφιερώσεις ένα μέρος από τον χρόνο σου για να τα ανακαλύψεις.

Στο χωριό του Κ. Μπαλάφα

Ξανά στον κεντρικό δρόμο και πορεία προς τα βορειοδυτικά. Πρώτος σταθμός η Κυψέλη, περίπου 10 χλμ. από το Βουργαρέλι, το χωριό όπου γεννήθηκε ο Κώστας Μπαλάφας, ο «φωτογράφος της Αντίστασης». Χτισμένο στις πλαγιές του βουνού, με υψομετρική διαφορά ανάμεσα στα ψηλότερα και τα χαμηλότερα σπίτια της, η Κυψέλη έχει περίπου εκατό μόνιμους κατοίκους. Μια βόλτα στα ωραία καφενεία της πλατείας είναι επιβεβλημένη, όπως επίσης και μια επίσκεψη στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης και Ζωής, του Παντελή Καραλή, κι αυτό στην πλατεία. Ο χώρος του δεν είναι πολύ μεγάλος, όμως θα χάσεις τον νου σου απ’ όσα θα δεις εδώ μέσα: χιλιάδες αντικείμενα για το σπίτι, το χωράφι, τη ζωή και την παράδοση του τόπου, αποτέλεσμα δεκαετιών προσεκτικής και επίμονης συλλογής.

5Το γεφύρι του Βρατσίστα στην Ανω Καλεντίνη. Φωτογραφία: Ηρακλής Μήλας

Στο τρίστρατο προς Καλλονή και Ράμια στρίβεις δεξιά και χαράζεις πορεία προς βορρά. Θα περάσεις τα χωριά Ράμια και Λεπιανά, θα στρίψεις ξανά προς αριστερά και θα κατευθυνθείς προς Κάτω Γραικικό και την Παναγιά τη Χρυσοσπηλιώτισσα. Η εκκλησία βρίσκεται σε μια μάλλον δυσπρόσιτη μα πολύ όμορφη τοποθεσία, και μετράει ούτε λίγο ούτε πολύ εννέα (με δέκα) αιώνες ζωής (11ος αι.). Κάποτε υπήρχε ολόκληρο μοναστηριακό συγκρότημα εδώ, ωστόσο μονάχα τούτος ο ναός έχει απομείνει. Κάποιες μαρτυρίες μιλούν για την εικόνα της που εμφανίστηκε σε μια κοντινή σπηλιά, άλλες πως η εκκλησία λειτούργησε κάποτε και ως κρυφό σχολείο.

6Βοσκότοπος στα τζουμέρκα. Η κτηνοτροφία είναι από τις βασικές ασχολίες της περιοχής.

Περίπου 15 χλμ. ΒΑ από το Κάτω Γραικικό είναι ο Καταρράκτης, χωριό που θεωρείται από πολλούς ως ανερχόμενο τουριστικά, χάρη ?τι άλλο;- στους καταρράκτες του που τον χειμώνα, ή έπειτα από βροχές, είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακοί! Ομως, και μέσα στο χωριό η παρουσία του υγρού στοιχείου είναι εμφανής, με πιο χαρακτηριστικό δείγμα την κρήνη με τις τέσσερις βρύσες – λεοντοκεφαλές! Δυο βήματα από τον Καταρράκτη είναι το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης (18ος αι.), ενώ λίγα χιλιόμετρα νοτιότερα θα βρεις και το γνωστό δασικό χωριό Κέδρος.

Φτιαγμένα από νερό και λιθάρια

Από τον Καταρράκτη θα συνεχίσεις την πορεία προς βορρά. Πριν φτάσεις στα Αγναντα, αξίζει να κάνεις μια μικρή παράκαμψη για να πλησιάσεις ξανά τις όχθες του Αραχθου και να δεις ό,τι έχει απομείνει σήμερα από το διάσημο γεφύρι της Πλάκας.

Τα μανιασμένα νερά κατάφεραν να το ρίξουν, μα πιο δυνατός από τον κρότο που έκανε πέφτοντας αντήχησε ο στεναγμός των κατοίκων της περιοχής που είδαν ένα τέτοιο στολίδι να σωριάζεται… Ηταν βλέπεις το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι στα Βαλκάνια, η καμάρα του άνοιγε στα 40 μ. και το ύψος του έφτανε τα 20 μ. Ευχής έργον θα ’ναι οι πολυπόθητες εργασίες αποκατάστασης να γίνουν γρήγορα πραγματικότητα.

7Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου: εδώ γεννήθηκε ο Γεώργιος Καραϊσκάκης

Ορεινό κεφαλοχώρι από τα λίγα είναι τα Αγναντα ή η Αγναντα, όπως συνηθίζουν να το αποκαλούν οι ντόπιοι. Οπως παντού στα Τζουμέρκα, έτσι κι εδώ η παρουσία του νερού είναι καταλυτική, με τους νερόμυλους και τις ντριστέλες (νεροτριβές) να είναι απόλυτα ενταγμένοι στον ιστό του χωριού. Φυσικά θα καθίσεις στην πλατανοσκέπαστη πλατεία του οικισμού, θα παραγγείλεις το καφεδάκι σου με νερό δροσερό κατευθείαν από τα Τζουμέρκα και θα επιτρέψεις στον εαυτό σου να χαθεί σε μια βόλτα στα καλντερίμια του χωριού.

Λίγο βορειότερα από τα Αγναντα, στα όρια πια της Αρτας με τα Γιάννενα, βρίσκονται οι Κτιστάδες, το τελευταίο χωριό των Κεντρικών Τζουμέρκων πριν από τις πινακίδες που πληροφορούν για την αλλαγή νομού. Δεν θέλει πολλή σκέψη για το πώς πήρε το όνομά του το χωριό: από την τέχνη των κατοίκων του, που κάποτε το εγκατέλειπαν για μήνες χτίζοντας τα σπίτια του κόσμου εδώ κι εκεί.

Φεύγοντας από τους Κτιστάδες, συμβαίνει το εξής παράδοξο: Τελειώνει η Αρτα, όχι όμως και τα Κεντρικά Τζουμέρκα, τελειώνει ο νομός, αλλά η διαδρομή έχει ακόμα κάμποσα χιλιόμετρα. Τι συμβαίνει; Απλώς, ο δρόμος μέχρι τους Μελισσουργούς περνάει υποχρεωτικά από την επικράτεια των Ιωαννίνων, κι έτσι θα χρειαστεί να βγεις για λίγο από τα όρια της Αρτας, να περάσεις τα Πράμαντα, κι έπειτα να ξαναμπείς Αρτα και να συνεχίσεις μέχρι το χωριό. Οχι πως θα το έπαιρνες είδηση δηλαδή αν δεν υπήρχε η σχετική σήμανση· είπαμε, τα Τζουμέρκα δεν καταλαβαίνουν από οριοθετήσεις…

8Το καταπράσινο οροπέδιο του Γάβρογου.

Οι… ιδιαίτεροι Μελισσουργοί
Οι Μελισσουργοί λοιπόν δεν έχουν άμεση σύνδεση με κανένα άλλο χωριό της Αρτας. Μονάχα ο δύσβατος χωματόδρομος που οδηγεί στα Θεοδώριανα υπάρχει, όπως είπαμε, ωστόσο το να περάσεις πάνω από τον αυχένα των Τζουμέρκων δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, εκτός πια κι αν επιλέξεις να τον περπατήσεις, οπότε τότε μάλλον αλλάζει το θέμα!

Εδώ θα δεις ένα από τα ωραιότερα χωριά των Τζουμέρκων, με την πελώρια πλατεία του, με την εκκλησία του Αγίου Νικολάου και με τους φιλόξενους κατοίκους του, που μπορεί να είναι ελάχιστοι (δεν ξεπερνούν τους 35-40), μα είναι πάντα ανοιχτοί.

Εδώ λοιπόν, στην καρδιά των Αθαμανικών ορέων, στα Κεντρικά Τζουμέρκα, είναι το πιο ταιριαστό σημείο για να γραφτεί ο επίλογος της περιήγησής μας σε μια από τις πιο συγκλονιστικές περιοχές της Ελλάδας!…

Η γενέτειρα του ηρωικού «γιου της καλογριάς»

Το όνομα και τα κατορθώματά του τα γνωρίζουν και όσοι δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με τη μελέτη της Ιστορίας. Η προσωπικότητα του Γεώργιου Καραϊσκάκη είναι τόσο λαμπερή που αρκεί από μόνη της για να τραβήξει την προσοχή αλλά και να εκπροσωπήσει μια ολόκληρη περιοχή. Οχι πως λείπουν από τον ομώνυμο δήμο τα αξιοθέατα με παρελθόν και ενδιαφέρον, μα όταν γεννήθηκε στα μέρη σου ένας ήρωας αυτού του διαμετρήματος, όλα τα υπόλοιπα αναπόφευκτα περνούν σε δεύτερη μοίρα.

Ο ήρωας γεννήθηκε λοιπόν το 1782, σ’ ένα κελί του μοναστηριού της Κοίμησης, στη Σκουληκαριά. Το προσωνύμιο που τον συνόδευε πάντα ήταν «ο γιος της καλογριάς», από τη μάνα του Ζωΐτσα Ντιμισκή που ζούσε στο μοναστήρι. Τον είπαν Γεώργιο, για χάρη του αγίου, όταν βρέφος λίγων ημερών ακόμα τον μετέφερε η μητέρα του στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου, στο Μαυρομάτι Καρδίτσας. Αργότερα, τον πήγε στα χωριά του Βάλτου, στον εξάδελφό της Δημήτριο Ισκο, και καθώς ήταν αδύνατος και καχεκτικός, τον είπαν «μικρό, μαύρο Ισκο», δηλαδή Καραϊσκάκη. Πολύ αργότερα, επέστρεψε στη γενέτειρά του Σκουληκαριά. Εδώ ήταν η έδρα και η βάση του για τις στρατιωτικές του δράσεις στην ευρύτερη περιοχή. Σήμερα, ο νυν καλλικρατικός δήμος φέρει το όνομά του.

Στη Σκουληκαριά φυλάσσονται και τα οστά του ήρωα, σε ένα σεντούκι που βρίσκεται στην πλατεία του χωριού, δίπλα στην προτομή του. Για ασφάλεια, δεν μπορεί να ανοίξει παρά μόνο με την ταυτόχρονη χρήση τριών κλειδιών που κρατούν (πάλι για λόγους ασφαλείας) τρεις διαφορετικοί άνθρωποι.

9

Το δεύτερο Ζάλογγο
Πέρα από την ιστορία του Καραϊσκάκη, η ευρύτερη περιοχή έχει να επιδείξει ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα θρησκευτικά μνημεία. Στα όρια του νομού της Αρτας με τη Θεσσαλία, κοντά στο όμορφο χωριό Πηγές (περίπου 50 χλμ. από την Ανω Καλεντίνη, έδρα του δήμου) βρίσκεται η ιστορική Ιερά Μονή Σέλτσου. Η σημασία της πολλαπλή: σπουδαίο θρησκευτικό μνημείο αλλά και «ένα δεύτερο Ζάλογγο», όπως λένε χαρακτηριστικά οι ντόπιοι.

Το μοναστήρι χτίστηκε στα τέλη του 17ου αι., κατά πάσα πιθανότητα από Αρτινούς καπεταναίους, όπως μαρτυρά και η απεικόνισή τους στο εσωτερικό του ναού. Το 1804, περίπου πεντακόσιες γυναίκες και παιδιά έφτασαν εδώ κυνηγημένοι από τους άντρες του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Για να μην πέσουν στα χέρια τους, ο θρύλος λέει πως προτίμησαν να πέσουν στα νερά του Αχελώου, που κυλά κάτω από το χωριό και το μοναστήρι.

Για να έρθεις μέχρι εδώ θα ακολουθήσεις έναν σχετικά βατό χωματόδρομο από τις Πηγές (περίπου 5 χλμ.), πολύ καλή ιδέα μάλιστα είναι να το επισκεφτείς στο πανηγύρι που γίνεται κάθε χρόνο στις 23 Αυγούστου.

Ακόμη ένα σπουδαίο μοναστήρι που πρέπει να επισκεφτείς είναι η «Κυρά της ορεινής Αρτας», η γυναικεία μονή της Παναγιάς της Ροβέλιστας, ανάμεσα στην Ανω Καλεντίνη και το Βελετζικό. Αν και η ίδρυσή της δεν έχει ακόμη ταυτοποιηθεί χρονικά, κάποιες πηγές αναφέρουν πως χτίστηκε τον 10ο αι.! Η θέα στα βουνά είναι πραγματικά συγκλονιστική. Επίσης, πολύ κοντά στο μοναστήρι, στο χωριό Ασφακερό, θα βρεις ακόμη ένα ενδιαφέρον μνημείο, την Κόκκινη Εκκλησία του Βελεντζικού, κτίσμα του 1615.

Για το τέλος, τι θα ’λεγες για μια βόλτα… πάνω από τον Αχελώο; Οχι με αεροπλάνο, αλλά με την περαταριά του Μεσόπυργου! Στο μικρό χωριό Μεσόπυργος, λοιπόν, στα όρια με την Καρδίτσα, θα βρεις ένα χειροκίνητο τελεφερίκ με συρματόσχοινο που από το 1960 μέχρι σήμερα διασχίζει σε λίγα δευτερόλεπτα τον ποταμό και σε περνά στην άλλη όχθη του! Μια εμπειρία που πρέπει να βιώσεις…

πηγή: Έθνος, Γιάννης Μαντάς

Oδοιπορικό στη γη της Ηπείρου: Η πόλη της Άρτας

Από τα πανέμορφα Ζαγοροχώρια μέχρι τα μαγευτικά Θεσπρωτικά παράλια και από τα ορεινά Τζουμέρκα της Άρτας μέχρι την Πρέβεζα και την Πάργα η Ήπειρος παραμένει το τελευταίο παρθένο γεωγραφικό διαμέρισμα της Ελλάδας. Εδώ θα επισκεφτείτε Βυζαντινά μνημεία και πέτρινα γεφύρια, θα κάνετε ράφτινγκ σε ποτάμια αλλά και ορειβασία στις κορυφές τις Πίνδου.

mnc707_1032

Το ιστορικό γεφύρι Άρτας είναι από τα πλέον φημισμένα ηπειρώτικα γεφύρια. Βρίσκεται στα νοτιοδυτικά της πόλης και την ενώνει με την απέναντι εύφορη πεδιάδα με τα πορτοκάλια. Χτίστηκε γύρω στο 1602-1606 Η ορμητικότητα του ποταμού, το μαλακό έδαφος λόγω των επιχώσεων και οι ιδιαίτερες απαιτήσεις της κατασκευής θα πρέπει να δυσκόλεψαν πολύ τη θεμελίωση του γεφυριού, αλλά και τις επισκευές που ακολούθησαν. Οι δυσκολίες αυτές σε συνδυασμό με τον φόβο του λαού για τα στοιχειά της φύσης δημιούργησαν το γνωστό θρύλο της γυναίκας του πρωτομάστορα που έπρεπε να θυσιαστεί για να στεριώσει το γεφύρι.

aa

Το κάστρο της Άρτας χτισμένο στα μέσα του 13ου αιώνα διατηρείται σε άριστη κατάσταση, αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της κοσμικής αρχιτεκτονικής των βυζαντινών χρόνων και της μεσαιωνικής φυσιογνωμίας της Άρτας. Ο λοφίσκος στον οποίο είναι κτισμένο, θεωρήθηκε στρατηγική θέση κι από τους αρχαίους Αμβρακιώτες. Είναι ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της περιοχής. Ο πανύψηλος πύργος του ρολογιού μπροστά από το κάστρο κτίστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας (1875) με πολύ ευαισθησία, ώστε να φαντάζει ως φυσική προέκταση του τείχους.

aa

Η Μονή Κάτω Παναγιάς χτίστηκε το 13ο αιώνα από τον Μιχαήλ Δούκα Κομνηνό, Δεσπότη της Ηπείρου. Σήμερα το μοναστήρι κρατιέται ζωντανό χάρη στη συνεχή φροντίδα των γυναικών μοναχών που μένουν εκεί. Διατηρεί εξωτερικά σχεδόν στο ακέραιο την αρχική του λαμπρότητα και εσωτερικά την παλιά μυσταγωγική του ατμόσφαιρα.

aa

Ο πιο γνωστός βυζαντινός ναός του νομού. Χτίστηκε τον 13ο αιώνα από τον Νικηφόρο τον Α’ Κομνηνό Δούκα, στην ακμή της ιστορίας του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Από την μεγάλη σταυροπηγιακή μονή σώζονται σήμερα ο ναός, η Τράπεζα και 16 κελιά. Ο ναός εντυπωσιάζει με τις εξωτερικές και εσωτερικές αρχιτεκτονικές καινοτομίες του, ενώ μοναδικός στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική είναι ο τρόπος στήριξης του κεντρικού τρούλου όπου και σώζεται το ψηφιδωτό του Παντοκράτορα.

aa2

Η πρωτοτυπία του σχεδίου της, οι αρχιτεκτονικές της καινοτομίες και η πλούσια κεραμοπλαστική της διακόσμηση την καθιστούν μοναδικό δείγμα βυζαντινής ναοδομίας σε όλο τον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο. Οι πολλές φθορές συντέλεσαν στο να χάσει ο ναός ένα μεγάλο μέρος από την παλιά του εσωτερική λαμπρότητα, διατήρησε ωστόσο το επιβλητικό του μεγαλείο.

aa

Ο Ναός της πολιούχου της Άρτας, Αγίας Θεοδώρας, και ένας πυλώνας είναι τα μόνα σωσμένα τμήματα μονής που ιδρύθηκε το 13ο αιώνα από τη βασίλισσα του Δεσποτάτου Θεοδώρα. Ιδρύθηκε προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου και λειτούργησε ως γυναικείο μοναστήρι. Μετά το θάνατο του συζύγου της, η Θεοδώρα εμόνασε στη μονή, τάφηκε εκεί και ο ναός τιμάται στο όνομά της.

aa

Ο ναός του Αγίου Βασιλείου βρίσκεται στην παλιά συνοικία του Τουρκοπάζαρου της Άρτας και χρονολογείται στο τέλος του 14ου αιώνα, ενώ το σωζόμενο στρώμα τοιχογραφιών το 17ο αιώνα. Εξωτερικά φέρει πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο και δύο εφυαλωμένες εικόνες στο αέτωμα της ανατολικής πλευράς: των Τριών Ιεραρχών και της Σταύρωσης. Πρόκειται για ένα διακοσμητικό κομψοτέχνημα.

aa

Μια από τις νεότερες ανακαλύψεις του αρχαιολογικού χώρου της αρχαίας Αμβρακίας, είναι αυτό το μικρό θεατράκι που είναι το μικρότερο από τα όλα αρχαία ελληνικά θέατρα. Βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και ανακαλύφθηκε τυχαία κατά την διάρκεια οικοδομικών εργασιών. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις χτίστηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Πύρρου, όταν έκανε την Αμβρακία πρωτεύουσα του βασιλείου. Το θέατρο δεν κατασκευάστηκε με τη συνήθη πρακτική των αρχαίων Eλλήνων στην πλαγιά κάποιου φυσικού υψώματος, αλλά με επιχωμάτωση. Αυτό ίσως δικαιολογεί και το μικρό του μέγεθος.

aa

Απλωμένη αμφιθεατρικά από τους πρόποδες έως την κορυφή σχεδόν της βορειοδυτικής πλαγιάς του λόφου Περάνθη η Άρτα ατενίζει ολόκληρο τον κάμπο. Χτισμένη πάνω στα ερείπια της αρχαίας Αμβρακίας, η οποία χρονολογείται από τον 7ο αιώνα π.Χ., υπήρξε εκτός από πρωτεύουσα του Κράτους των Μολοσσών του βασιλιά Πύρρου, κατά την ελληνιστική περίοδο, και έδρα του Δεσποτάτου της Ηπείρου που ίδρυσαν οι Κομνηνοί-Δούκες μετά την Άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους το 1204 ενώ απέκτησε την ανεξαρτησία της από τους Τούρκους το 1881, πρώτη σ’ όλη την Ήπειρο.

πηγές από: epirustreasures.gr, wikipedia